Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προσχώρηση νέων κρατών μελών στίς Κοινότητες — Πράξη προσχωρήσεως τής Ελληνικής Δημοκρατίας — Άμεση καί πλήρης εφαρμογή τού κοινοτικού δικαίου — Παρεκκλίσεις — Παραδεκτό — Προϋποθέσεις
( Πράξη προσχωρήσεως , άρθρα 2 καί 9 , παράγραφος 1 )
2 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων — Θέσπιση επί δικαίας βάσεως — Προσαρμογή τής παραγωγής αναφοράς τών ελληνικών επιχειρήσεων — Δυνατότης πού δικαιολογείται από εξαιρετικές δυσκολίες — Αμφισβήτηση τής εφαρμογής επί τών επιχειρήσεων αυτών τού συστήματος ποσοστώσεων κατά τή διάρκεια προηγουμένης περιόδου — Απαράδεκτο
( Γενική απόφαση τής Επιτροπής 1831/81 , άρθρο 14 α )
3 . Προσχώρηση νέων κρατών μελών στίς Κοινότητες — Πράξη προσχωρήσεως τής Ελληνικής Δημοκρατίας — Καθολική εφαρμογή τού κοινοτικού δικαίου στίς ελληνικές επιχειρήσεις — Ισότης μεταχειρίσεως τών επιχειρήσεων τής Κοινότητος — Παρεκκλίσεις υπέρ τών ελληνικών επιχειρήσεων — Εξαίρεση
4 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων — Αντικείμενο — Περιορισμοί τής παραγωγής — Προσβολή τού δικαιώματος ιδιοκτησίας τών υποκειμένων επιχειρήσεων — Δέν συντρέχει περίπτωση
( Γενική απόφαση τής Επιτροπής 1831/81 )
5 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων — Αντικείμενο — Λήψη υπ’ όψη τών προηγουμένων τής προσχωρήσεως παραγωγών αναφοράς τών ελληνικών επιχειρήσεων — Άνιση μεταχείριση εις βάρος τών επιχειρήσεων αυτών — Δέν συντρέχει περίπτωση
( Γενικές αποφάσεις τής Επιτροπής 2794/80 καί 1831/81 )
Περίληψη
1 . Από τά άρθρα της 2 καί 9 , παράγραφος 1 , προκύπτει οτι η πράξη προσχωρήσεως τής Ελληνικής Δημοκρατίας στηρίζεται στήν αρχή τής αμέσου καί πλήρους εφαρμογής τών διατάξεων τού κοινοτικού δικαίου επί τών νέων κρατών μελών , παρεκκλίσεις δέ επιτρέπονται μόνο κατά τό μέτρο πού προβλέπονται ρητώς από τίς μεταβατικές διατάξεις .
2 . Τό γεγονός οτι τό νέο άρθρο 14 α εισήγαγε στό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων γιά τίς επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος , πού εθεσπίσθη μέ τήν απόφαση 1831/81 , τήν δυνατότητα μιάς καταλλήλου τροποποιήσεως τής παραγωγής αναφοράς τών ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος , οι οποίες αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσκολίες , δέν δύναται νά χρησιμεύσει ως επιχείρημα ωστε νά αμφισβητηθεί η αρχή τής εφαρμογής τού συστήματος ποσοστώσεων επί τών ελληνικών επιχειρήσεων κατά τήν προηγουμένη περίοδο .
3 . Συνεπεία τής προσχωρήσεως τής Ελλάδος στήν Κοινότητα , εφαρμόζεται στίς επιχειρήσεις τού κράτους αυτού τό σύνολο τού κοινοτικού δικαίου , οι οποίες δέν δύνανται νά ισχυρισθούν οτι διαφεύγουν τών κανόνων καί δεσμεύσεων πού ειναι δυνατόν , αναλόγως τών περιστάσεων , νά συνεπάγεται γι’ αυτές η επί βάσεως ισότητος μέ τίς άλλες επιχειρήσεις τής Κοινότητος εφαρμογή τού εν λόγω δικαίου .
4 . Δεδομένου οτι σκοπός τής αποφάσεως 1831/81 ειναι νά κατανεμηθούν οσο τό δυνατόν δικαιότερα οι συνέπειες τής κρίσεως στό σύνολο τών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος τής Κοινότητος , δέν δύναται νά θεωρηθεί ως προσβολή τού δικαιώματος τής ιδιοκτησίας τό γεγονός οτι οι περιορισμοί επί τής παραγωγής , πού επιβάλλονται από τήν οικονομική κατάσταση , δύνανται νά βλάψουν τήν αποδοτικότητα καί τήν υπόσταση ορισμένων επιχειρήσεων . Μιά επιχείρηση δέν δύναται νά επικαλεσθεί τό σεβασμό τού δικαιώματος τής ιδιοκτησίας γιά νά αποφύγει τίς δεσμεύσεις πού βαρύνουν τό σύνολο τής ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος .
5 . Τό σύστημα τών ποσοστώσεων παραγωγής , θεσπισθέν διά τής αποφάσεως 2794/80 καί διατηρηθέν διά τής αποφάσεως 1831/81 , δέν αποβλέπει στήν παροχή πρός τίς επιχειρήσεις εγγυήσεων περί ενός κατωτάτου ορίου εκμεταλλεύσεως ή δυνατοτήτων αναπτύξεως , αλλά στή δίκαιη κατανομή μεταξή τών επιχειρήσεων τών συνεπειών τής κρίσεως στή βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος , σέ συνάρτηση μέ τήν πραγματική τους παραγωγή . Τό γεγονός οτι η περίοδος αναφοράς πού ελήφθη υπ’ όψη ειναι προγενέστερη τής προσχωρήσεως τής Ελλάδος δέν δύναται νά δημιουργήσει ανισότητα εις βάρος τών επιχειρήσεων τού κράτους αυτού , δεδομένου οτι οι επιχειρήσεις αυτές ηδύναντο , κατά τήν υπό κρίση περίοδο , νά αναπτύξουν μέ πλήρη ελευθερία τά προγράμματά τους επενδύσεων καί παραγωγής . Ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ τών σκοπών τού συστήματος η τροποποίηση τών ορων ανταγωνισμού πού απορρέουν από τή δομή , τό επίπεδο αναπτύξεως καί τό βαθμό εκμεταλλεύσεως τών ελληνικών επιχειρήσεων , σέ σύγκριση μέ τίς άλλες επιχειρήσεις τής Κοινότητος .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 258/81 ,
ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΧΑΛΥΨ ΑΕ , ανώνυμος εταιρεία ελληνικού δικαίου , εδρεύουσα στήν Αθήνα , εκπροσωπουμένη από τούς δικηγόρους Αθηνών Ιωάννη Ε . Σταμούλη , Αλέξανδρο Λυκουρέζο καί Χρίστο Δ . Αρβανίτη , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Ernest Arendt , 34 B , rue Philippe-II ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τά μέλη τής νομικής της υπηρεσίας Frank Benyon καί Γεώργιο Κρεμλή , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως τής αποφάσεως τής 12ης Αυγούστου 1981 , μέ τήν οποία η Επιτροπή καθώρισε τίς παραγωγές καί τίς ποσότητες αναφοράς , τίς ποσοστώσεις παραγωγής καί παραδόσεως προϊόντων ελάσεως τών κατηγοριών V καί VI ( χαλύβδινοι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής καί εμπορικοί χάλυβες ) γιά τό τρίτο τρίμηνο τού έτους 1981 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατετέθη στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 22 Σεπτεμβρίου 1981 , η «Μεταλλουργική Χάλυψ» , ανώνυμος εταιρία ελληνικού δικαίου , εδρεύουσα στήν Αθήνα , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 33 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , προσφυγή , αιτουμένη τήν ακύρωση τής από 12ης Αυγούστου 1981 αποφάσεως , μέ τήν οποία η Επιτροπή καθώρισε , γιά τήν προσφεύγουσα , τήν παραγωγή καί τίς ποσότητες αναφοράς , τίς ποσοστώσεις παραγωγής καί τήν παράδοση προϊόντων ελάσεως τών κατηγοριών V καί VI ( ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος καί εμπορικοί χάλυβες ) γιά τό τρίτο τρίμηνο τού έτους 1981 , βάσει τής γενικής αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ τής Επιτροπής , τής 24ης Ιουνίου 1981 , περί εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως καί νέου συστήματος ποσοστώσεων τής παραγωγής ορισμένων προϊόντων γιά τίς επιχειρήσεις τής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος ( ΕΕ L 180 , σ . 1 ).
2 Όπως διαμορφώνονται οι λόγοι τής προσφυγής , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται , πρός υποστήριξη τής προσφυγής της κατά τής από 12 Αυγούστου 1981 αποφάσεως , οτι η γενική απόφαση 1831/81 , επί τής οποίας βασίζεται , δέν δύναται νά εφαρμοσθεί επί τών ελληνικών επιχειρήσεων καθ’ οσον αγνοεί , αφ’ ενός , τό σύστημα τών μεταβατικών διατάξεων πού προβλέπονται από τήν πράξη προσχωρήσεως τής Ελλάδος καί , αφ’ ετέρου , τά άρθρα 1 εως 5 καί 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ καί τίς σχετικές μέ τήν εφαρμογή τους γενικές αρχές τού δικαίου .
Επί τής εφαρμογής τής αποφάσεως 1831/81 επί τών ελληνικών επι- χειρήσεων
3 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η εφαρμογή τού συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής επί τών ελληνικών επιχειρήσεων , έστω καί άν δύναται νά δικαιολογηθεί βάσει μιάς αυστηρώς γραμματικής ερμηνείας τού άρθρου 2 τής πράξεως προσχωρήσεως , αντιβαίνει στό σκοπό τών μεταβατικών διατάξεων τής πράξεως αυτής .
4 Ειδικότερα , επικαλείται πρός τούτο τά άρθρα 25 εως 34 , πού αφορούν τή σταδιακή κατάργηση τών τελειωνειακών δασμών , η οποία κλιμακώνεται μέχρι τήν 1η Ιανουαρίου 1986 , τό άρθρο 38 , πού αφορά τή σταδιακή κατάργηση τού καθεστώτος χρηματικών καταθέσεων [εγγυοδοσίας] οσον αφορά τίς εισαγωγές , τό άρθρο 129 , πού περιέχει ορισμένες ειδικές μεταβατικές διατάξεις περί σιδήρου καί χάλυβος , τή γενική ρήτρα διασφαλίσεως τού άρθρου 130 , τό πρωτόκολλο 3 , περί χορηγήσεως από τήν Ελληνική Δημοκρατία απαλλαγής εκ τών δασμών κατά τήν εισαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων χάριν τής αναπτύξεως τής οικονομίας καί , τέλος , τό πρωτόκολλο 7 , περί τής οικονομικής καί βιομηχανικής αναπτύξεως τής Ελλάδος .
5 Η προσφεύγουσα φρονεί οτι , οπως προκύπτει από τό σύνολο τών εν λόγω διατάξεων , η απόφαση 1831/81 δέν δύναται νά εφαρμοσθεί ως έχει , επί τών ελληνικών επιχειρήσεων , καθ’ οσον θά κατέληγε σέ μείωση τής ήδη ανεπαρκούς παραγωγής γιά τήν ικανοποίηση τών αναπτυξιακών αναγκών τής Ελλάδος καί θά προεκάλει όχι μόνο επιβράδυνση τής βιομηχανικής αναπτύξεως , αλλά καί διακοπή τής δραστηριότητος τών ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος . Επομένως , η επέκταση τού συστήματος ποσοστώσεων στίς ελληνικές επιχειρήσεις θά προσέβαλε τίς γενικές αρχές τής ασφαλείας τού δικαίου , τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί τού δικαιώματος τής ιδιοκτησίας .
6 Η επιχειρηματολογία αυτή τής προσφευγούσης δέν λαμβάνει υπ’ όψη τήν οικονομία τής πράξεως προσχωρήσεως .
7 Κατά τό άρθρο 2 τής πράξεως αυτής , «από τής προσχωρήσεως , οι διατάξεις τών αρχικών συνθηκών καί οι πράξεις τών οργάνων τών Κοινοτήτων δεσμεύουν τήν Ελληνική Δημοκρατία καί εφαρμόζονται στό κράτος αυτό υπό τούς ορους πού προβλέπονται στίς συνθήκες αυτές καί στήν παρούσα πράξη» . Κατά δέ τό άρθρο 9 , παράγραφος 1 , «η εφαρμογή τών αρχικών συνθηκών καί τών πράξεων πού εξεδόθησαν από τά όργανα υπόκειται , μεταβατικώς , στίς διατάξεις παρεκκλίσεως πού προβλέπονται στήν παρούσα πράξη» .
8 Από τά κείμενα αυτά προκύπτει οτι η πράξη προσχωρήσεως στηρίζεται στήν αρχή τής αμέσου καί πλήρους εφαρμογής τών διατάξεων τού κοινοτικού δικαίου επί τών νέων κρατών μελών , παρεκκλίσεις δέ επιτρέπονται μόνο κατά τό μέτρο πού προβλέπονται ρητώς από τίς μεταβατικές διατάξεις . Καμμία από τίς διατάξεις στίς οποίες αναφέρεται η προσφεύγουσα δέν έχει τέτοια έννοια εν σχέσει πρός τό άρθρο 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ .
9 Επ’ αυτού πρέπει ειδικότερα νά σημειωθεί οτι η προσφυγή στή ρήτρα διασφαλίσεως τού άρθρου 130 υπόκειται σέ συγκεκριμένες ουσιαστικές καί διαδικαστικές προϋποθέσεις καί δέν επιτρέπεται η εξ αυτής συναγωγή ουδεμιάς συνεπείας , άν δέν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις . Όσον αφορά τό πρωτόκολλο 7 , περί τής οικονομικής καί βιομηχανικής αναπτύξεως τής Ελλάδος , πρόκειται περί μιάς δηλώσεως πού απευθύνεται στά όργανα τής Κοινότητος , προκειμένου «νά θέσουν σέ εφαρμογή ολα τά μέσα καί τίς διαδικασίες πού προβλέπονται από τήν συνθήκη ΕΟΚ»· επομένως , η διάταξη αυτή δέν δύναται νά χρησιμεύσει ως βάση συμπερασμάτων νομικής φύσεως , τά οποία συνάγει η προσφεύγουσα .
10 Τέλος , η προσφεύγουσα υπογραμμίζει οτι , μέ τήν απόφαση 2804/81 , τής 23ης Σεπτεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 278 , σ . 1 ), η Επιτροπή ανεγνώρισε τήν ιδιάζουσα κατάσταση τής ελληνικής βιομηχανίας καί περιέλαβε στήν απόφαση 1831/81 ενα νέο άρθρο 14α , πού επέτρεψε τήν εφ’ εξής προσαρμογή τής εφαρμογής τής γενικής αποφάσεως στήν ιδιάζουσα κατάσταση τών ελληνικών επιχειρήσεων .
11 Από τά στοιχεία πού παρεσχέθησαν κατά τήν διαδικασία προκύπτει οτι η Επιτροπή , ευθύς ως ηδυνήθη νά λάβει αρκούντως ακριβή στοιχεία γιά τήν κατάσταση τών επιχειρήσεων αυτών , ανεγνώρισε τίς ιδιάζουσες ανάγκες τής ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος καί εδέχθη , μέ τό άρθρο 14α , πού περιελήφθη στήν απόφαση 1831/81 , τήν δυνατότητα μιάς καταλλήλου τροποποιήσεως τής παραγωγής αναφοράς τών ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος , οι οποίες αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσκολίες . Η πρόβλεψη τής εν λόγω δυνατότητος δέν δύναται νά χρησιμεύσει ως επιχείρημα ωστε νά αμφισβητηθεί η αρχή τής εφαρμογής τού συστήματος ποσοστώσεων επί τών ελληνικών επιχειρήσεων κατά τήν προηγουμένη περίοδο .
12 Η προσφεύγουσα δέν διευκρίνισε κατά τί η εφαρμογή τής αποφάσεως 1831/81 θίγει , καθ’ οσον τήν αφορά , τήν αρχή τής ασφαλείας τού δικαίου ή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Σχετικώς , αρκεί νά σημειωθεί οτι , συνεπεία τής προσχωρήσεως τής Ελλάδος στήν Κοινότητα εφαρμόζεται στίς επιχειρήσεις τού κράτους αυτού τό σύνολο τού κοινοτικού δικαίου καί οτι οι επιχειρήσεις αυτές δέν δύνανται νά ισχυρισθούν οτι διαφεύγουν τών κανόνων καί δεσμεύσεων πού ειναι δυνατόν , αναλόγως τών περιστάσεων , νά συνεπάγεται γι’ αυτές η επί βάσεως ισότητος μέ τίς άλλες επιχειρήσεις τής Κοινότητος εφαρμογή τού εν λόγω δικαίου .
13 Δεδομένου οτι σκοπός τής αποφάσεως 1831/81 ειναι , νά κατανεμηθούν οσο τό δυνατόν δικαιότερα οι συνέπειες τής κρίσεως στό σύνολο τών επιχειρήσεων τής Κοινότητος , δέν δύναται νά θεωρηθεί ως προσβολή τού δικαιώματος τής ιδιοκτησίας τό γεγονός οτι οι περιορισμοί επί τής παραγωγής , πού επιβάλλονται από τήν οικονομική κατάσταση , δύνανται νά βλάψουν τήν αποδοτικότητα καί τήν υπόσταση ορισμένων επιχειρήσεων . Η προσφεύγουσα δέν δύναται νά επικαλεσθεί τό σεβασμό τού δικαιώματος τής ιδιοκτησίας γιά νά αποφύγει τίς δεσμεύσεις πού βαρύνουν τό σύνολο τής ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος .
14 Επομένως , η εφαρμογή τής αποφάσεως 1831/81 επί τών ελληνικών επιχειρήσεων δέν δύναται νά αμφισβητηθεί .
Επί τού συμβιβαστού τής αποφάσεως 1831/81 πρός τίς αρχές τών άρθρων 1 εως 5 καί 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ
15 Γιά τήν περίπτωση πού θά ανεγνωρίζετο οτι η απόφαση 1831/81 ειναι εφαρμοστέα επί τών ελληνικών επιχειρήσεων , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η εν λόγω απόφαση συνεπάγεται , γιά τίς επιχειρήσεις αυτές , συνέπειες ασυμβίβαστες πρός τίς αρχές πού αποτελούν τό αντικείμενο τών εισαγωγικών άρθρων τής συνθήκης ΕΚΑΧ . Σχετικώς , ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν οτι τό γεγονός οτι ελήφθη υπ’ όψη μιά προηγούμενη τής προσχωρήσεως τής Ελλάδος περίοδος αναφοράς , πού επελέγη κατά τρόπο απεικονίζοντα τήν κατάσταση τών επιχειρήσεων τής Κοινότητος υπό τήν παλαιά σύνθεσή της , έθεσε σέ μειονεκτική θέση τίς ελληνικές επιχειρήσεις , τών οποίων ο βαθμός εκμεταλλεύσεως τής παραγωγικής τους ικανότητος ηταν κατά τήν εν λόγω περίοδο σαφώς κατώτερος εκείνου τών λοιπών επιχειρήσεων τής Κοινότητος . Ο βαθμός αυτός ηταν ιδιαζόντως χαμηλός γιά τήν προσφεύγουσα , λόγω τού προσφάτου τών εγκαταστάσεών της . Επί πλέον , τό σύστημα τών ποσοστώσεων , μέ τό νά αποκλείσει τίς ελληνικές επιχειρήσεις από τήν δυνατότητα νά αναπτύξουν καί νά βελτιώσουν τήν ικανότητα παραγωγής τους , τίς έθεσε σέ μειονεκτική θέση έναντι τών επιχειρήσεων πού ηταν εγκατεστημένες στήν Κοινότητα υπό τήν παλαιά σύνθεσή της . Η προσφεύγουσα διαβλέπει , υπό τίς περιστάσεις αυτές , προσβολή τής αρχής περί απαγορεύσεως τών διακρίσεων καί τών ορων τού ανταγωνισμού .
16 Τέλος , η προσφεύγουσα προβάλλει τήν παραβίαση τής αρχής τής μή αναδρομικότητος , καθ’ οσον η Επιτροπή καθυστέρησε νά τής απευθύνει , μετά τήν θέση σέ ισχύ τής γενικής αποφάσεως 1831/81 , τήν ατομική απόφαση πού τήν αφορά καί η οποία , υπό ημερομηνία 12 Αυγούστου 1981 , περιήθε σ’ αυτήν οταν ειχε ήδη παρέλθει μεγάλο μέρος τού εν λόγω τριμήνου .
17 Στίς αιτιάσεις τής προσφευγούσης , κατά τό μέτρο πού συνιστούν επιχειρήματα επιδεκτικά νομικού προσδιορισμού καί χαρακτηρισμού , δύνανται ν’ αντιταχθούν τά ακόλουθα :
18 Όπως έκρινε τό Δικαστήριο επανειλημμένως σέ άλλες περιπτώσεις ( βλ . ειδικότερα τίς αποφάσεις τής 16ης Φεβρουαρίου 1982 , Χαλυβουργική κλπ . υποθέσεις 39 , 43 , 85 καί 86/81 , καί τής 7ης Ιουλίου 1982 , Kloeckner , 119/82 , μή δημοσιευθείσες ακόμη στήν Συλλογή τής Νομολογίας ), τό σύστημα τών ποσοστώσεων παραγωγής , θεσπισθέν διά τής αποφάσεως 2794/80 , τής 31ης Οκτωβρίου 1980 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 13/010 , σ . 50 ) καί διατηρηθέν διά τής αποφάσεως 1831/81 , δέν αποβλέπει στήν παροχή πρός τίς επιχειρήσεις εγγυήσεων περί ενός κατωτάτου ορίου εκμεταλλεύσεως ή δυνατοτήτων αναπτύξεως , αλλά στή δίκαιη κατανομή μεταξύ τών επιχειρήσεων τών συνεπειών τής κρίσεως στή βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος , σέ συνάρτηση μέ τήν πραγματική τους παραγωγή . Τό γεγονός οτι η περίοδος αναφοράς πού ελήφθη υπ’ όψη ειναι προγενέστερη τής προσχωρήσεως τής Ελλάδος δέν δύναται νά δημιουργήσει ανισότητα εις βάρος τών επιχειρήσεων τού κράτους αυτού , δεδομένου οτι οι επιχειρήσεις αυτές ηδύναντο , κατά τήν υπό κρίση περίοδο , νά αναπτύξουν μέ πλήρη ελευθερία τά προγράμματά τους επενδύσεων καί παραγωγής . Γιά τούς προαναφερθέντες λόγους , δέν περιλαμβάνεται μεταξύ τών σκοπών τής προσβαλλομένης γενικής αποφάσεως ούτε η τροποποίηση τών ορων ανταγωνισμού πού απορρέουν από τή δομή , τό επίπεδο αναπτύξεως καί τό βαθμό εκμεταλλεύσεως τής παραγωγικής ικανότητος τών ελληνικών επιχειρήσεων , σέ σύγκριση μέ τίς άλλες επιχειρήσεις τής Κοινότητος .
19 Όσον αφορά τήν αιτίαση περί καθυστερημένης κοινοποιήσεως τής προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως , από τίς εξηγήσεις πού παρέσχε η Επιτροπή κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας προκύπτει οτι η προσφεύγουσα φέρει καί η ίδια μέρος τής ευθύνης , δεδομένου οτι εγνωστοποίησε μέ καθυστέρηση τά στοιχεία πού τής ειχαν ζητηθεί . Η Επιτροπή ευλόγως παρατηρεί οτι η προσφεύγουσα ηταν , εν πάση περιπτώσει , σέ θέση , από τής δημοσιεύσεως τής αποφάσεως 1831/81 , νά υπολογίσει , τουλάχιστον κατά προσέγγιση , τήν ποσόστωση πού θά τής εχορηγείτο καί ηδύνατο συνεπώς νά καθορίσει τό πρόγραμμα τής παραγωγής της .
20 Επομένως , ουδεμία τών προβληθεισών αιτιάσεων δύναται νά γίνει δεκτή , η δέ προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
21 Κατά τίς διατάξεις τού άρθρου 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
22 Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2)Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy