Στην υπόθεση 263/81,
Harald List, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 34b, rue Philippe-Il,
προσφεύγων,
κατά
ΕπιτροπHς των Ευρωπαϊκών ΚOINTHTΩN, εκπροσωπούμενης από τον Jacques Delmoly, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο:
—
την άρση της συγκεκαλυμμένης κυρώσεως που συνίσταται στο ότι ο προσφεύγων έμεινε χωρίς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Οκτωβρίου 1979 ώς το Νοέμβριο 1980 και επικουρικά την καταβολή σχετικής αποζημιώσεως,
—
την ακύρωση της τοποθετήσεως του προσφεύγοντος στη Γενική Διεύθυνση II ενόψει των όρων εργασίας που του επιβλήθηκαν εκεί,
—
την καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που του προκάλεσε η τοποθέτηση αυτή,
—
την ακύρωση της διαδικασίας διορισμού προϊσταμένων ομάδων, σύμφωνα με τις προσκλήσεις για υποβολή υποψηφιοτήτων COM/895 μέχρι 901/80, συμπεριλαμβανομένων και των διορισμών που έχουν μεσολαβήσει και επικουρικά την καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και τα αιτήματα, οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο προσφεύγων εργαζόταν από το 1974 στη μεταφραστική ομάδα της διοικητικής επιτροπής κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινούμενων εργαζομένων (CASSTM), όπου από το 1975 ασκούσε τα καθήκοντα συντονιστή της γερμανικής μεταφραστικής ομάδας. Το 1977 αποφασίστηκε να απαλλαγεί από τα καθήκοντα αυτά λόγω δυσχερειών που ανέκυψαν στο θέμα της συνεργασίας με τους συναδέλφους του. Λίγο αργότερα, τοποθετήθηκε στην «Task Force for Negotiations with Portugal», η τοποθέτηση αυτή όμως ανακλήθηκε μετά από 3 μήνες και ο προσφεύγων τέθηκε στη διάθεση του Μ. Ciancio, διευθυντή μεταφράσεως, τεκμηριώσεως, αναπαραγωγής και βιβλιοθήκης, εν αναμονή νέας τοποθετήσεως. Στην υπόθεση 124/78 ο List είχε ζητήσει την ακύρωση των τριών αυτών αποφάσεων καθώς και άλλων συναφών. Με την απόφαση του της 12ης Ιουλίου 1979 (Rec. σ. 1499), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η απαλλαγή του προσφεύγοντος από τα καθήκοντά του ως συντονιστή, καθώς και η άρνηση να του ανατεθεί η προσωρινή άσκηση καθηκόντων ανώτερου βαθμού σε περίπτωση απουσίας των ανωτέρων του δεν έθιγε την κατάσταση του από απόψεως κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, συνιστώντας απλώς μέτρα εσωτερικής οργανώσεως, μη δυνάμενα να θεμελιώσουν λόγους προσφυγής. Τα εν λόγω μέτρα δικαιολογούνταν, παρ' όλον ότι ο προσφεύγων ζήτησε προστασία κατά των υποτιθεμένων κινήσεων ορισμένων συναδέλφων του, μετά τη διαπίστωση ότι ήταν αδύνατη η συμφιλίωση μεταξύ του προσφεύγοντος και των τελευταίων και δεν συνιστούσαν παραβίαση της υποχρεώσεως αρωγής που υπέχει η διοικητική αρχή δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Το Δικαστήριο επικύρωσε επίσης — για διαδικαστικούς όμως λόγους και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία — τη θέση του προσφεύγοντος στη διάθεση του Μ. Ciancio.
Το 1978, πριν από την περάτωση της δίκης αυτής, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι οι εργασίες που του ανέθεσε ο διευθυντής του Ciancio ήταν από άποψη ποσότητας και επιπέδου ανεπαρκείς. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε, χωρίς να επακολουθήσει προσφυγή του προσφεύγοντος ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το Φεβρουάριο του 1981, ο προσφεύγων τέθηκε στη διάθεση της Γενικής Διευθύνσεως ΙΙ. Στις 26 Φεβρουαρίου υπέβαλε ένσταση υποστηρίζοντας ότι από την 1η Οκτωβρίου 1979 δεν του ανατέθηκε εργασία και όσον αφορά την πρώτη του τοποθέτηση, επρόκειτο για μεταφραστική εργασία, ανεπαρκή σε ποσότητα ενώ ήταν αναθεωρητής με το βαθμό LA 4. Η ένσταση πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 3 Μαρτίου 1981.
Ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα για τις θέσεις του προϊσταμένου τμήματος που προκηρύχθηκαν με τις ανακοινώσεις κενής θέσεως COM/895 μέχρι COM/934/80.
Το κείμενο των ανακοινώσεων κενής θέσεως COM/895 μέχρι 901/80 είναι το ακόλουθο:
«Κατηγορία και σταδιοδρομία: LA 4/LA 5
...
Υπηρεσία στην οποία ανήκει (ανήκουν) η θέση (οι θέσεις): II — C 4
Γενική Διεύθυνση: Προσωπικό και Διοίκηση
Διεύθυνση: Μετάφραση, τεκμηρίωση, αναπαραγωγή, βιβλιοθήκη
Τμήμα: Μετάφραση — γερμανική γλώσσα
Ειδική υπηρεσία:
Τόπος διορισμού: Βρυξέλλες
Πρότυπη θέση
Ονομασία της εργασίας: Προϊστάμενος μεταφραστικής ομάδας.
Περιγραφή και φύση της εργασίας:
Διευθύνει τις εργασίες ειδικευμένης μεταφραστικής ομάδας. Φροντίζει τη μετάφραση και αναθεώρηση σημαντικών εγγράφων για την επαγγελματική τελειοποίηση της ομάδας του.
Απαιτούμενα προσόντα:
1.
Γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου που βεβαιώνονται με πανεπιστημιακό δίπλωμα ή επαγγελματική πείρα ισότιμου επιπέδου.
2.
Βαθιά πείρα σε θέματα οργανώσεως, συντονισμού και ορθολογιστικού προγραμματισμού της μεταφραστικής εργασίας.
3.
Ικανότητα διοικήσεως ομάδας μεταφραστών.
4.
Βαθιά πείρα σε εργασίες μεταφράσεως και αναθεωρήσεως.
Γλωσσικές γνώσεις:
—
βαθιά γνώση της γερμανικής γλώσσας'
—
πολύ καλή γνώση δύο άλλων γλωσσών των Κοινοτήτων.
...»
Οι ανακοινώσεις κενής θέσεως COM/902 μέχρι 934/80 αφορούν θέσεις του αυτού τύπου αλλά για άλλα γλωσσικά τμήματα εκτός από το γερμανικό.
Το Μάρτιο του 1981, όταν ειδοποιήθηκε ότι η υποψηφιότητά του δεν έγινε δεκτή και γνωρίζοντας ότι η έκθεση κρίσεως του για τα έτη 1977-79 δεν τέθηκε σε διάθεση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ο προσφεύγων υπέβαλε στις 20 Μαρτίου 1981 νέα ένσταση κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του και της καθυστερήσεως που σημειώθηκε στη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως του. Η ένσταση αυτή πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία στις 23 Μαρτίου 1981.
Επειδή στις δύο ενστάσεις δεν δόθηκε απάντηση ο προσφεύγων άσκησε στις 30 Σεπτεμβρίου 1981 την παρούσα προσφυγή.
Στις 24 Νοεμβρίου 1981, και ενώ διαρκούσε η έγγραφη διαδικασία, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση του προσφεύγοντος που αφορούσε την ανεπαρκή ποσότητα εργασίας που δόθηκε στον ενδιαφερόμενο και τη διάθεση του στη ΓΔ II, αποφάσισε όμως να επανεξετάσει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος για τις θέσεις του προϊσταμένου τμήματος, μόλις θα γνωστοποιούνταν στον προσφεύγοντα, σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η προσωπική του έκθεση κρίσεως, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να επισυνάψει κάθε παρατήρηση που θα θεωρούσε ενδεχομένως χρήσιμη.
Όπως προκύπτει από σημείωμα του Α. Ciancio της 11ης Δεκεμβρίου 1981, μόλις συμπληρώθηκε και η προϋπόθεση αυτή ο τελευταίος προχώρησε σε επανεξέταση των επιδίκων υποψηφιοτήτων, έκρινε όμως ότι δεν μπορούσε να κάνει δεκτή την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος. Για τις ανακοινώσεις κενής θέσεως COM/895 μέχρι 901/80, η εξήγηση ήταν ότι, αν ο προσφεύγων ήταν «πρώτος αναθεωρητής μιας μικρής ομάδας γερμανών που εργάζονται στο πολύγλωσσο τμήμα “διακινούμενοι εργαζόμενοι”, ποτέ του δεν ήταν υπεύθυνος για τον προγραμματισμό των εργασιών μιας ομάδας της σπουδαιότητας εκείνων που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω ανακοινώσεως κενής θέσεως, εργασιών πού αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα ενός ευρύτερου συστήματος, οι διαστάσεις του οποίου αλλάζουν τελείως τη φύση των προβλημάτων. Επίσης η υποψηφιότητα του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και για τον πρόσθετο λόγο ότι τα προσωπικά του προσόντα τον καθιστούν περισσότερο ικανό για μελέτη παρά για διοίκηση».
Εν συνεχεία, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έλαβε στις 17 Ιουνίου 1981, απόφαση με την οποία επικύρωνε την απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως, με έγγραφο του της 14ης Ιουλίου 1982, το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να του διαβιβάσει εγγράφως και πριν από τη συνεδρίαση κατά το δυνατόν ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο και την ποσότητα των εργασιών που ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα στην παρούσα θέση του, καθώς επίσης και σχετικές πληροφορίες για τις εργασίες που ανατέθηκαν στους δύο συναδέλφους του. Η Επιτροπή κλήθηκε επίσης να θέσει στη διάθεση του Δικαστηρίου τις ανακοινώσεις κενής θέσεως COM/895 μέχρι COM/934/80 καθώς και την έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1977-78.
Όσον αφορά την ποσότητα των εργασιών που ανατέθηκαν στο List και στους δύο συναδέλφους στη ΓΔ ΙΙ, η Επιτροπή απάντησε με επιστολή της 8ης Οκτωβρίου 1982, ότι ο List είχε λάβει, το μήνα Αύγουστο 1982,25 σελίδες προς μετάφραση στη γερμανική. Η συνάδελφός του Tissot που, κατά τις πληροφορίες που διαθέτει το Δικαστήριο, είναι μεταφράστρια με το βαθμό LA 7, έλαβε, για το μήνα Ιούλιο 1982, 23 σελίδες προς μετάφραση στη γαλλική, ενώ η συνάδελφός του Gordon που, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, είναι μεταφράστρια με το βαθμό LA 6 έλαβε τον ίδιο μήνα 33 σελίδες προς μετάφραση στην αγγλική. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι οι αριθμοί αυτοί μπορούσαν να θεωρηθούν ως φυσιολογικός όγκος μηνιαίας εργασίας για τους τρεις μεταφραστές και ότι το επίπεδο των μεταφραστικών εργασιών που ανατέθηκε στα πρόσωπα τα οποία αποσπάστηκαν στη ΓΔ II, ήταν αισθητά όμοιο και εν πάση περιπτώσει εποίκιλλε ανάλογα με τα πρός μετάφραση έγγραφα: ανακοινώσεις προς το Συμβούλιο, πρακτικά συσκέψεων επιτροπών, ανακοινωθέντα τύπου.
Στην απάντηση της, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι η έκθεση κρίσεως για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979 υπογράφηκε από τον κριτή στις 8 Ιουνίου 1981, ενώ ο προσφεύγων πρόσθεσε τις παρατηρήσεις του στις 9 Ιουνίου 1981' ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής τροποποίησε την έκθεση στις 30 Οκτωβρίου 1981 και η Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις κρίσεις συνήλθε στις 29 Ιουλίου 1982 μετά από προσφυγή του προσφεύγοντος. Τα προσωρινά πρακτικά της συναντήσεως αυτής τέθηκαν στη διάθεση του Δικαστηρίου, οριστικό αποτέλεσμα της συσκέψεως αυτής όμως δεν δίδεται.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Μετά από τις διευκρινίσεις κατά την προφορική διαδικασία, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ως άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα τη συγκεκαλυμμένη κύρωση που συνίσταται στο ότι ο προσφεύγων έμεινε χωρίς εργασία κατά το διάστημα που αναφέρεται στην ένσταση της 3ης Μαρτίου 1981
—
επικουρικά, να καταδικάσει την αντίδικο να του καταβάλει για την ενιαία ηθική και υλική ζημία το ποσό που το Δικαστήριο θα καθορίσει ex aequo et bono
—
να κηρύξει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα τη νέα του τοποθέτηση στη Γενική Διεύθυνση II ενόψει των όρων εργασίας που του επιβλήθηκαν εκεί'
—
να καταδικάσει την αντίδικο να του καταβάλει ως αποζημίωση για την ενιαία υλική και ηθική ζημία το ποσό που το Δικαστήριο θα καθορίσει ex aequo et bono
—
να κηρύξει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα τη διαδικασία διορισμού προϊσταμένου ομάδος σύμφωνα με τις προσκλήσεις για υποβολή υποψηφιοτήτων COM /895-901/80, συμπεριλαμβανομένων των διορισμών που μεσολάβησαν
—
να κηρύξει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα εφόσον είναι ανάγκη τη σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεως της 23ης Μαρτίου 1981
—
επικουρικά να καταδικάσει την αντίδικο να του καταβάλει ως αποζημίωση για την ενιαία υλική και η9ική ζημία το ποσό που το Δικαστήριο 9α καθορίσει ex aequo et bono
—
να καταδικάσει την αντίδικο να του καταβάλει σε σχέση με το αίτημα του για αποζημίωση τους συνήθεις τόκους που δέχεται το Δικαστήριο από της καταθέσεως της προσφυγής
—
να καταδικάσει την αντίδικο στα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Πρώτοςλόγος: κατάχρηση εξουσίας
Ο προσφεύγων υπογραμμίζει κατ' αρχάς ότι έμεινε χωρίς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους και ότι η εργασία που του ανέθεσε η ΓΔ II αντιστοιχεί με εκείνη του μεταφραστού, ενώ ο ίδιος είναι αναθεωρητής και δεν οφείλει να πραγματοποιεί μεταφράσεις παρά μόνο όταν απαιτείται.
Η στέρηση εργασίας από υπάλληλο και η ανάθεση σε αυτόν εργασίας που αντιστοιχεί σε κατώτερο από το δικό του 6αθμό ισοδυναμεί με παραβίαση των άρθρων 7 και 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και συνιστά συγκεκαλυμμένη κύρωση στο μέτρο που δεν τηρούνται οι λεπτομέρειες σχετικά με τις πειθαρχικές κυρώσεις που προβλέπονται στο παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως'
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι για ορισμένα χρονικά διαστήματα ανατέθηκε στον προσφεύγοντα μικρός αριθμός εργασιών, προσθέτει όμως ότι το γεγονός αυτό του επέτρεψε να αφιερώσει ορισμένο χρόνο για την προσωπική του κατάρτιση. Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι οι μεταφράσεις εγγράφων που ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα ήταν εξαιρετικά υψηλής φύσεως ή προορίζονταν να δημοσιευτούν χωρίς αναθεώρηση.
Συνεπώς δεν συντρέχει λόγος ούτε παραγνωρίσεως της αρχής της αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού και της θέσεως, ούτε παραβίαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά το μέτρο που τα καθήκοντα που άσκησε ο προσφεύγων δεν είχαν δυσμενή επίπτωση στη σταδιοδρομία του. 'Λρα δεν αποδεικνύεται ούτε επιβολή πειθαρχικής κυρώσεως ούτε συνεπώς κατάχρηση εξουσίας.
Δεύτερος λόγος: παράβαση των άρθρων 5, 7 και 25 τον κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διάθεσή του στη ΓΔ II και ο υποβιβασμός που ακολούθησε όσον αφορά το επίπεδο των καθηκόντων του αντιστοιχούν όχι μόνο με νέα τοποθέτηση κατά παράβαση των άρθρων 5 και 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως είχε την ευκαιρία να αναπτύξει με τον πρώτο λόγο, αλλ επίσης και για την αυτή αιτία βλαπτική πράξη που, δυνάμει του άρθρου 25, θα έπρεπε να του κοινοποιηθεί εγγράφως και να είναι αιτιολογημένη. Ο προσφεύγων δεν έχει αντίρρηση να εργάζεται στη ΓΔ II, βεβαιώνει όμως ότι η αποδοχή της τοποθετήσεως αυτής συνεπάγεται αυτονόητα ότι γίνεται υπό το σιωπηρό όρο ότι θα ασκεί εκεί καθήκοντα αναθεωρητού.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει κατ' αρχάς — το αμφισβητεί όμως ο προσφεύγων — ότι του παρασχέθηκε κάθε ευχέρεια κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τους ιεραρχικά ανωτέρους του και το βοηθό του γενικού διευθυντή της ΓΔ II που προηγήθηκαν της αποσπάσεως του στη ΓΔ II, να ενημερωθεί για τα καθήκοντα που θα του ανατίθεντο και αποδέχθηκε την απόφαση αφού έλαβε γνώση ότι η ΓΔ II επιθυμούσε μεταφραστή γερμανική γλώσσας σύμφωνα με τα καθήκοντα που θα του ανατίθεντο. Κατά δεύτερο λόγο, η θέση του προσφεύγοντος στη διάθεση της ΓΔ II δεν αντιστοιχεί με νέα τοποθέτηση, αποτελεί απλώς εσωτερικό μέτρο οργανώσεως των υπηρεσιών που δεν θίγει τα δικαιώματα του προσφεύγοντος από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Το μέτρο δέν τροποποίησε την υπηρεσιακή του κατάσταση, δεδομένου ότι όλοι οι μη νομικοί μεταφραστές που εργάζονται στην Επιτροπή τοποθετούνται στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού καί Διοικήσεως. Ασκούν τα καθήκοντα τους είτε εντός των διευθύνσεων μεταφράσεως που υπάγονται στη Διεύθυνση IX Γ είτε εντός των διαφόρων Γενικών Διευθύνσεων, στην περίπτωση όμως αυτή υπάγονται διοικητικά στη Διεύθυνση ΙΧ/Γ/3 «Μετάφραση — γενικές υποθέσεις».
Τρίτος λόγος: παράβαση τον άρθρον 45 τον κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των νπαλλήλων
Ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι είναι βέβαιο ότι η έκθεση κρίσεως του συντάχθηκε όψιμα. Το γεγονός μάλιστα αυτό συνεπάγεται ότι ο προσφεύγων υπέστη ηθική και υλική ζημία.
Συνάγεται επίσης ότι, επειδή η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είχε λάβει γνώση της εκθέσεως όταν αποφάνθηκε για τους διορισμούς στις θέσεις προϊσταμένων ομάδων, δεν μπόρεσε να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος σε σχέση με εκείνα των υπολοίπων υποψηφίων. 'Αρα συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως των όρων του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η νέα εξέταση στην οποία προέβη ο Α. Ciancio στις 11 Δεκεμβρίου 1981 στερείται σημασίας, εφόσον πραγματοποιήθηκε από την ad hoc επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, επιφορτισμένη με τη σύνταξη του πίνακα των προακτέων υπαλλήλων και κυρίως από την ίδια την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Επί πλέον, η εξέταση αναβλήθηκε μέχρις ότου καταστεί οριστική η κρίση.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι στην παρούσα υπόθεση είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 45, επειδή το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στις προαγωγές και όχι σε υποβολή υποψηφιοτήτων για θέσεις της αυτής σταδιοδρομίας (LA 5/4) με εκείνη του προσφεύγοντος. Εν πάση περιπτώσει, δεν συντρέχει περίπτωση υλικής ζημίας, εφόσον ο διορισμός στην εν λόγω θέση δεν επέφερε καμιά προαγωγή.
Επίσης η Επιτροπή δέχθηκε να επανακρίνει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος ενόψει της εκθέσεως κρίσεως που είχε συνταχθεί και σχολιασθεί. Η απορριπτική απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής αποδεικνύει ότι η μη σύνταξη της εν λόγω εκθέσεως δεν είχε επηρεάσει την απόρριψη της υποψηφιότητος.
IV — Προφορική διαδικασία
Στη συνεδρίαση της 14ης Οκτωβρίου 1982, ο προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Slusny, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Delmoly, αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
Κατά τη συνεδρίαση αυτή το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) είχε την ακόλουθη σύνθεση: Α. Χλωρός, πρόεδρος τμήματος, και Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές. Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, στη διάσκεψη λαμβάνουν μέρος μόνον οι δικαστές που μετείχαν στην προφορική διαδικασία. Λόγω του επελθόντος θανάτου του δικαστή Χλωρού, πρόεδρου του δευτέρου τμήματος, το Δικαστήριο, με διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 1982, διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας ενώπιον του δευτέρου τμήματος με τη νέα σύνδεση και όρισε την 9η Δεκεμβρίου 1982 ως ημερομηνία συζητήσεως της υποθέσεως κατά την οποία οι διάδικοι δεν εμφανίστηκαν.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1982.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 1981, ο Harald List, μόνιμος υπάληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βαθμό LA 4 άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί, αφενός την ακύρωση ορισμένων μέτρων που έλαβε έναντι του η Επιτροπή, αφετέρου δε να υποχρεωθεí η Επιτροπή να του καταβάλει ενιαία αποζημίωση για την ηθική και υλική ζημία που του προξένησαν τα εν λόγω μέτρα.
2
Ο προσφεύγων εισήλθε στην υπηρεσία των Κοινοτήτων το 1961 και από το 1965 υπηρετεί στην Επιτροπή. Την 1η Ιανουαρίου 1973 διορίστηκε στο βαθμό LA 4. Το 1974 τοποθετήθηκε στη μεταφραστική ομάδα της διοικητικής επιτροπής κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, όπου ασκούσε από τα μέσα του 1975 τα καθήκοντα συντονιστή της γερμανικής μεταφραστικής ομάδας. Λόγω δυσχερειών πού ανέκυψαν στο θέμα της συνεργασίας με τους συναδέλφους του, το 1977 αποφασίστηκε να απαλλαγεί από τα καθήκοντα αυτά. Λίγο αργότερα τοποθετήθηκε στην «Taske Force for Negotiations with Portugal». Επειδή ο προσφεύγων αρνήθηκε να μεταφράζει προς άλλη γλώσσα εκτός από τη μητρική του, δηλαδή τη γερμανική, η τοποθέτηση αυτή ανακλήθηκε μετά από τρεις μήνες και ο προσφεύγων τέθηκε στη διάθεση του Α. Ciancio, διευθυντή μεταφράσεως, τεκμηριώσεως, αναπαραγωγής και βιβλιοθήκης, εν αναμονή νέας τοποθετήσεως. Με την απόφασή του της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 124/78 (Rec, σ. 2499), το Δικαστήριο απέρριψε προσφυγή του προσφεύγοντος με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση ορισμένων μέτρων που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
3
Το Φεβρουάριο 1978, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση, επικαλούμενος το γεγονός ότι τα καθήκοντα που του ανέθεσε ο Α. Ciancio ήταν από άποψη ποσότητας και επιπέδου ανεπαρκή. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε, χωρίς να επακολουθήσει προσφυγή του προσφεύγοντος ενώπιον του Δικαστηρίου.
4
Στις 20 Φεβρουαρίου 1981 ο προσφεύγων τέθηκε στη διάθεση της Γενικής Διευθύνσεως II (εφεξής: ΓΔ II). Στις 26 Φεβρουαρίου 1981 υπέβαλε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι είχε μείνει χωρίς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών και ότι, μετά την τοποθέτηση του στη ΓΔ II, δεν του ανατέθηκε παρά μεταφραστικό έργο ανεπαρκές από άποψη ποσότητας, ενώ ήταν αναθεωρητής με βαθμό LA 4.
5
Εν τω μεταξύ ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα, μεταξύ άλλων, και για τις θέσεις προϊσταμένου της ομάδας γερμανικής γλώσσας στη διεύθυνση μεταφράσεως που προκηρύχθηκαν με τις ανακοινώσεις κενής θέσεως COM/895 έως COM/901/80. Αφού ειδοποιήθηκε, το Μάρτιο 1981, ότι η υποψηφιότητά του δεν έγινε δεκτή και γνωρίζοντας ότι η έκθεση κρίσεως του για τα έτη 1977-79 δεν είχε ακόμη τεθεί στη διάθεση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ο προσφεύγων υπέβαλε στις 20 Μαρτίου 1981 ένσταση κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του και της καθυστερήσεως που σημειώθηκε στη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως του.
6
Τα προσβαλλόμενα μέτρα, όπως περιγράφονται στη προσφυγή και διευκρινίστηκαν κατά την προφορική διαδικασία, είναι τα ακόλουθα:
—
η συγκεκαλυμμένη κύρωση που συνίσταται στο ότι δεν ανατέθηκε στον προσφεύγοντα εργασία επί διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών
—
η τοποθέτηση του προσφεύγοντος στη Γενική Διεύθυνση ΙΙ, λαμβανομένων υπόψη των όρων εργασίας που του επιβλήθηκαν στη Γενική αυτή Διεύθυνση
—
η διαδικασία διορισμού προϊσταμένων ομάδων, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες προσκλήσεις για υποβολή υποψηφιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των διορισμών που ιιεσολάβησαν.
Επί της φερομένης συγκεκαλυμμένης κυρώσεως
7
Ο προσφεύγων βεβαιώνει ότι δεν του ανατέθηκε εργασία από τον Οκτώβριο 1979 έως το Νοέμβριο 1980. Η στέρηση εργασίας από υπάλληλο ισοδυναμεί με την επιβολή κακού και, επομένως, κυρώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω κύρωση ήταν τελείως αδικαιολόγητη, επί πλέον δε ελήφθη χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται ιδίως στο παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σχετικά με τις πειθαρχικές κυρώσεις.
8
Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει στο Δικαστήριο λεπτομέρειες για την ποσότητα εργασίας που είχε αναθέσει στον προσφεύγοντα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε στη διάθεση της ΓΔ II, παραδέχεται όμως ότι, επί ορισμένο χρονικό διάστημα, η εργασία που ανατέθηκε στον προσφεύγοντα ήταν ελάχιστη. Πάντως, αμφισβητεί ότι η υπηρεσιακή αυτή κατάσταση του προσφεύγοντος από άποψη εργασίας είχε το χαρακτήρα κυρώσεως.
9
Ελλείψει καταλλήλων πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, επί έτος και πλέον, ο προσφεύγων αφέθηκε ουσιαστικά χωρίς εργασία. Παρά το ότι οι δυσκολίες, που συνάντησε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) στην προσπάθειά της να βρει για τον προσφεύγοντα κατάλληλη θέση, μπορούν να δικαιολογήσουν σχετική καθυστέρηση, είναι ασυγχώρητο το ότι η διοίκηση δεν μπόρεσε σ' ένα τόσο μεγάλο διάστημα να βρει εργασία να του αναθέσει. Πάντως, ακόμη και αν πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε μια διοικητική κατάσταση ανώμαλη, αυτή δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με πειθαρχική κύρωση. Ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να του επιβάλει οπωσδήποτε κυρώσεις. Δεδομένου ότι το αίτημα του προσφεύγοντος για ακύρωση, όπως κι εκείνο για αποζημίωση, συνδέονται με την ύπαρξη συγκεκαλυμμένης κυρώσεως, η διαπίστωση αυτή αρκεί ήδη για την απόρριψη και των δύο αιτημάτων.
Επί της τοποθετήσεως στη Γενική Διεύθυνση II
10
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η τοποθέτηση του στη ΓΔ II του επέφερε υποβιβασμό από άποψη επιπέδου των καθηκόντων του, καθόσον οι εργασίες που του ανατέθηκαν στη νέα του θέση δεν είναι μόνο ανεπαρκείς από άποψη ποσότητος, αλλά και χαμηλότερου επιπέδου από εκείνο που αντιστοιχεί στο βαθμό του και στην προηγούμενη θέση του. Επομένως, η τοποθέτηση αυτή συνιστά πράξη που τον βλάπτει και που, δυνάμει του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, θά έπρεπε να είναι αιτιολογημένη και να του έχει κοινοποιηθεί εγγράφως. Επί πλέον συνιστά παράβαση του άρθρου 5 καθώς και του άρθρου 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με τα οποία κάθε υπάλληλος πρέπει να τοποθετείται σε θέση που αντιστοιχεί στο βαθμό του.
11
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο προσφεύγων συμφώνησε με την τοποθέτηση που του προτάθηκε αφού προηγουμένως του παρασχέθηκε κάθε δυνατότητα, κατά τις συνομιλίες που είχε με τους ιεραρχικά ανωτέρους του, να ενημερωθεί για τα καθήκοντα που τον ανέμεναν. Εξάλλου, η τοποθέτηση δεν έθιγε καθόλου τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, αφού αποτελούσε απλό μέτρο εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών, δεδομένου ότι όλοι οι μη νομικοί μεταφραστές που εργάζονται στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες είναι τοποθετημένοι στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως. Συνεπώς, η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη. Εφόσον ο προσφεύγων δέχθηκε να ασκεί τα νέα του καθήκοντα εν γνώσει των εργασιών που του επιφυλάσσονταν, συνάγεται από αυτό ότι οι προϋποθέσεις αιτιολογήσεως και κοινοποιήσεως, αν απαιτούνται, τηρήθηκαν επίσης.
12
Όσον αφορά το επίπεδο και την ποσότητα του μεταφραστικού έργου στη ΓΔ ΙΙ, η Επιτροπή παρέσχε στο Δικαστήριο πληροφορίες σχετικά με τις μεταφράσεις που ανέθεσε στον προσφεύγοντα και στους δύο συναδέλφους του, της γαλλικής και αγγλικής γλώσσας αντίστοιχα, επί ένα μήνα, τον οποίο οι διάδικοι είναι σύμφωνοι να θεωρήσουν ως αντιπροσωπευτικό. Από αυτές συνάγεται ότι, κατά το μήνα αυτό, ο προσφεύγων έλαβε προς μετάφραση 25 σελίδες, ενώ οι δύο συνάδελφοι του έλαβαν 23 και 33 σελίδες αντίστοιχα και ότι ακόμη, το επίπεδο των εργασιών που ανατέθηκαν στους τρεις αυτούς υπαλλήλους είναι αισθητά όμοιο και ότι πρόκειται για ανακοινώσεις προς το Συμβούλιο, πρακτικά συσκέψεων επιτροπών και ανακοινωθέντα τύπου.
13
Η Επιτροπή δέχεται ότι στις εργασίες αυτές δεν γίνεται αναθεώρηση, βεβαιώνει όμως ότι πρόκειται για κείμενα εξαιρετικά τεχνικής φύσεως ή για μεταφράσεις που προορίζονται να δημοσιευτούν χωρίς αναθεώρηση. Δέχεται επίσης ότι η ποσότητα των εργασιών αυτών είναι κατά πολύ μικρότερη από τα καθιερωμένα για τους μεταφραστές που υπηρετούν στις Κοινότητες, τονίζει όμως ότι ακριβώς οι μεταφραστές που βρίσκονται στη διάθεση των Γενικών Διευθύνσεων οφείλουν να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πραγματοποιήσουν μεταφράσεις εντός εξαιρετικά συντόμων προθεσμιών.
14
Η αντιστοιχία μεταξύ των προτύπων θέσεων και των σταδιοδρομιών στο γλωσσικό κλάδο καθορίζεται στο παράρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από το οποίο προκύπτει ότι η σταδιοδρομία LA 4/LA 5 αντιστοιχεί τόσο στην πρότυπη θέση του κυρίου μεταφραστή όσο και εκείνη του αναθεωρητή. Η πρότυπη θέση μεταφραστή αντιστοιχεί στη σταδιοδρομία LA 6/LA 7. Η περιγραφή των καθηκόντων που συνεπάγονται οι εν λόγω πρότυπες θέσεις έγινε με απόφαση της Επιτροπής. Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, τα καθήκοντα που αφορούν τις παραπάνω πρότυπες θέσεις αλληλοκαλύ-πτονται εν μέρει.
15
Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ΑΔΑ διαθέτει, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την ανάθεση στους υπαλλήλους της του γλωσσικού κλάδου μεταφράσεων ή αναθεωρήσεων που πρέπει να πραγματοποιηθούν σε δεδομένη στιγμή. Πράγματι, παρόμοια εξουσία εκτιμήσεως είναι απαραίτητη για την επίτευξη αποτελεσματικής οργανώσεως της εργασίας και για τη δυνατότητα προσαρμογής της σε μεταβλητές ανάγκες.
16
Πάντως, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως υπερβαίνει τα όρια της, όταν ο υπάλληλος ασχολείται αποκλειστικά ή κυρίως με καθήκοντα που, ενόψει της φύσεως, της σπουδαιότητας και της εκτάσεως τους, ανατίθενται συνήθως σε υπαλλήλους κατώτερου βαθμού.
17
Από την προηγηθείσα περιγραφή που έδωσε η ίδια η Επιτροπή σχετικά με την ποσότητα και τη φύση των εργασιών που ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα, προκύπτει ότι αυτό συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό ενισχύει το γεγονός ότι οι δύο συνάδελφοι του προσφεύγοντος στη ΓΑ II είναι αμφότεροι μεταφραστές της σταδιοδρομίας LA 6/LA 7, και η αίτηση της γενικής αυτής διευθύνσεως προς τους ιεραρχικά ανωτέρους του προσφεύγοντος αφορούσε στην πραγματικότητα τη διάθεση μεταφραστή.
18
Επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο προσφεύγων δέχθηκε να τεθεί στη διάθεση της ΓΔ II με τους παραπάνω όρους, το μέτρο αυτό συνιστά βλαπτική πράξη. Επί πλέον, ελήφθη κατά παράβαση των άρθρων 5 και 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
19
Η απόφαση περί διαθέσεως του προσφεύγοντος στη ΓΔ II είναι, συνεπώς, παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.
20
Επειδή, αντιθέτως, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι λόγω της αποφάσεως αυτής υπέστη βλάβη ικανή να αποκατασταθεί με χρηματική αποζημίωση, το αίτημα του για αποζημίωση πρέπει να απορριφθεί.
Επί της σχετικής με το διορισμό προϊσταμένου ομάδας διαδικασίας
21
Ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι, επειδή η έκθεση κρίσεως του για την περίοδο 1977-79 δεν είχε ακόμη συνταχθεί κατά το χρονικό σημείο που η ΑΔΑ έκρινε επί των διορισμών στις θέσεις προϊσταμένων ομάδων, η αρχή αυτή δεν μπόρεσε να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος σε σχέση με εκείνα των υπολοίπων υποψηφίων. Συνεπώς, παρεβιάσθη το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η νέα εξέταση στην οποία προέβη ο Α. Ciancio στις 11 Δεκεμβρίου 1981 στερείται σημασίας, εφόσον έπρεπε να τη διενεργήσει η ad hoc επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, η επιφορτισμένη με τη σύνταξη του πίνακα των προακτέων υπαλλήλων, και ειδικώς η ίδια η ΑΔΑ. Επί πλέον, η εξέταση έπρεπε να αναβληθεί μέχρις ότου καταστεί οριστική η κρίση.
22
Η Επιτροπή αμφισβητεί τη δυνατότητα επικλήσεως στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διότι το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σε προαγωγές και όχι σε υποβολή υποψηφιοτήτων για θέσεις της αυτής σταδιοδρομίας (LA 5/4) με εκείνη του προσφεύγοντος. Εξάλλου, η Επιτροπή δέχθηκε να επανεξετάσει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος υπό το φως της εκθέσεως κρίσεώς του που συντάχθηκε και σχολιάστηκε. Η βεβαιωτική απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, που ελήφθη μετά την εν λόγω επανεξέταση, αποδεικνύει ότι η μη σύνταξη της εκθέσεως, δεν είχε συνέπειες ως προς την αρχική απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος.
23
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1977-79 υπογράφηκε από τον κριτή στις 8 Ιουνίου 1981, ο προσφεύγων προσέθεσε τις παρατηρήσεις του στις 9 Ιουνίου 1981, ο δευτεροβάθμιος κριτής τροποποίησε την έκθεση στις 30 Οκτωβρίου 1981 και η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις κρίσεις συνήλθε μετά από προσφυγή του προσφεύγοντος, στις 20 Ιουλίου 1982. Οριστικό αποτέλεσμα της συσκέψεως αυτής δεν δόθηκε.
24
Από τη δικογραφία συνάγεται επίσης ότι η Επιτροπή αποφάσισε, κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, να επανεξετάσει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος για τις εν λόγω θέσεις, μόλις συντάχθηκε και του κοινοποιήθηκε η έκθεση κρίσεως του. Μετά την ικανοποίηση και του όρου αυτού, ο Α. Ciancio προέβη, στις 11 Δεκεμβρίου 1981, σε νέα εξέταση των εν λόγω υποψηφιοτήτων, έκρινε όμως και πάλι ότι η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Στη συνέχεια, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έλαβε στις 17 Ιουνίου 1982, δηλαδή πριν από την ημερομηνία συγκλήσεως της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις κρίσεις, απόφαση που επικύρωνε την απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος.
25
Όπως έχει ήδη τονίσει το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και με την απόφαση του της 5ης Ιουνίου 1980 (Oberthür κατά Επιτροπής, υπόθεση 24/79, Rec. σ. 1743), η έκθεση κρίσεως συνιστά απαραίτητο στοιχείο εκτιμήσεως κάθε φορά που η σταδιοδρομία του υπαλλήλου λαμβάνεται υπόψη από την ιεραρχικά προϊσταμένη αρχή. Επομένως, το γεγονός ότι η επίδικη διαδικασία δεν αφορά προαγωγές κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως δεν είναι αποφασιστικό.
26
Επίσης, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία αυτή είναι πλημμελής στο μέτρο που η ΑΔΑ δεν μπόρεσε να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, διότι οι εκθέσεις κρίσεως ενός ή περισσοτέρων από αυτούς συντάχθηκαν με ουσιαστική καθυστέρηση από υπαιτιότητα της διοικήσεως.
27
Πρέπει, εντούτοις, να υπογραμμιστεί ότι από τη νομολογία αυτή δεν συνάγεται ότι όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να βρίσκονται στο αυτό στάδιο, κατά τη λήψη της αποφάσεως διορισμού, όσον αφορά την κατάσταση των εκθέσεων κρίσεως τους ούτε ότι η ΑΔΑ υπέχει την υποχρέωση να αναβάλει την απόφαση της, άν η πλέον πρόσφατη έκθεση για τον ένα ή τον άλλο υποψήφιο δεν είναι ακόμη οριστική λόγω του ότι επελήφθη αυτής ο δευτεροβάθμιος κριτής ή η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Πρέπει ακόμη να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε σε υπόθεση όπου είχε αμφισβητηθεί μεγάλος αριθμός διορισμών (παρεμπίπτουσα απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1980, Gratreau κατά Επιτροπής, 156/79 και 51/80, Rec. σ. 3943) ότι, για την ακύρωση των εν λόγω διορισμών, δεν αρκεί ο προσωπικός φάκελος ενός μόνον υποψηφίου να μην είναι κανονικός και πλήρης, εκτός αν αποδεικνύεται ότι το γεγονός αυτό επέδρασε αποφασιστικά στη διαδικασία διορισμού.
28
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1977-79 συντάχθηκε με σημαντική και ανεξήγητη καθυστέρηση και ότι για το λόγο αυτό η αρχική διαδικασία διορισμού είναι πλημμελής. Αντιθέτως, είναι βέβαιο ότι η ΑΔΑ προέβη σε νέα εξέταση της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος αφού έλαβε την έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος και τα συνημμένα σ' αυτήν σχόλια του τελευταίου. Επί πλέον, οι περιστάσεις της υποθέσεως και κυρίως η βεβαιωτική απόφαση που έλαβε η ΑΔΑ μετά την επανεξέταση δεν επιτρέπουν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η μή σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως επέδρασε αποφασιστικά στην αρχική διαδικασία κρίσεως.
29
Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα για ακύρωση και αποζημίωση που στηρίζονται στην πλημμελή διαδικασία διορισμού προϊσταμένων τμήματος εν συνεχεία των ανακοινώσεων κενών θέσεων COM/895 ώς 901/80.
Επί των δικαστικών εξόδων
30
Αν και ο προσφεύγων ηττήθηκε, όσον αφορά τους περισσότερους λόγους που επικαλέστηκε, πρέπει πάντως, για την κατανομή των δικαστικών εξόδων, να ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που προηγήθηκαν και αφορούν τη συμπεριφορά της καθής. Πράγματι, φαίνεται ότι τη γένεση της διαφοράς ευνόησε η εν λόγω συμπεριφορά, καθώς και η έλλειψη φιλοφροσύνης που επέδειξε έναντι του προσφεύγοντος. Πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά τη διάρκεια πολύ μακράς περιόδου η Επιτροπή δεν ανέθεσε στον προσφεύγοντα παρά εργασία ανεπαρκή σε ποσότητα και μη ικανοποιητικού επιπέδου, παρά τα παράπονα του τελευταίου και παρά τη μακρά του πείρα και τις αναμφισβήτητες και αδιαφιλονίκητες ικανότητες του και ότι ακόμη η Επιτροπή, δεν έδωσε καμία εξήγηση για να δικαιολογήσει τη σημαντική καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1977-79. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, δεν θα πρέπει να κριθεί αυστηρά ο προσφεύγων, επειδή προσέφυγε στο Δικαστήριο για να ελεγχθεί το αποτέλεσμα που ενδεχομένως οι περιστάσεις αυτές θα είχαν επί της νομιμότητας των επιδίκων μέτρων.
31
Πρέπει, επομένως, να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, κατά το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και το νικήσαντα διάδικο στην καταβολή προς τον αντίδικο των εξόδων της δίκης που προκλήθηκε από την ίδια τη συμπεριφορά του.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την τοποθέτηση του προσφεύγοντος στη Γενική Διεύθυνση II.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Η Επιτροπή φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Pescatore
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
P. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy