Στην υπόθεση 264/81,
SpA Savma, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Βρυξελλών Edouard Jakhian και Michel Mahieu, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, Centre Louvigny, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Jean-Claude Séché, επικουρούμενο από τον Guido Berardis, της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, των κανονισμών (ΕΟΚ) 2238 και 2239/81 της Επιτροπής, της 3ης Αυγούστου 1981 (ΕΕ L 218, σσ. 27 και 28) και την καταδίκη της Κοινότητας στην καταβολή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Κ. Κακούρη, U. Everling, Y. Galmot και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Με τον κανονισμό 71/81, της 12ης Ιανουαρίου 1981 (ΕΕ L 11, σ. 5) η Επιτροπή αποφάσισε να τεθούν προς πώληση από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως Azienda di Stato per gli interventi sul mercato agricolo (ΑΙΜΑ) 33000 περίπου τόνων παρθένου ελαιολάδου που προερχόταν από τις παρεμβάσεις της ελαιοκομικής περιόδου 1977/78.
Το ελαιόλαδο αυτό είχε επανειλημμένα προσφερθεί προς πώληση με διαγωνισμό ως εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο χωρίς να βρεθεί αγοραστής. Η Επιτροπή έκρινε ότι η κατάσταση της αγοράς στις 12 Ιανουαρίου 1981 ήταν ευνοϊκή για να προσφερθεί και πάλι το εν λόγω ελαιόλαδο προς πώληση.
Το ελαιόλαδο προσφέρθηκε προς πώληση σε έξι παρτίδες των 5500 τόνων περίπου η καθεμιά (άρθρο 2), η δε τιμή πωλήσεως είχε οριστεί σε 210000 λιρέτες ανά 100 χιλιόγραμμα (άρθρο 4).
Την πρώτη ημέρα της προθεσμίας εντός της οποίας μπορούσαν να υποβληθούν αιτήσεις αγοράς, δηλαδή στις 2 Φεβρουαρίου 1981, υπέβαλαν προσφορές εξήντα επιχειρήσεις, η καθεμιά για το σύνολο των έξι παρτίδων των 5500 χιλιάδων τόνων.
Για την περίπτωση αυτή ο κανονισμός 71/81 προέβλεπε κλήρωση (άρθρο 6, παράγραφος 1, εδάφιο 3). Η κλήρωση αυτή δεν έγινε αμέσως. Ορισμένες επιχειρήσεις αμφισβήτησαν το παραδεκτό των αιτήσεων ορισμένων άλλων επιχειρήσεων, ιδίως εκείνων οι οποίες είχαν συσταθεί ειδικά ενόψει της συμμετοχής στην πώληση.
Η Επιτροπή συμφώνησε για την αναστολή της διαδικασίας του διαγωνισμού για το χρόνο που ήταν αναγκαίος για να γίνουν οι έλεγχοι. Η κλήρωση έγινε μόλις την 1η Ιουνίου 1981 και βάσει αυτής κατακυρώθηκαν στις πέντε προσφεύγουσες στην υπόθεση 232/81 καθώς και στην προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση από μια παρτίδα.
Στις 3 Αυγούστου 1981, η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό 2238/81 (ΕΕ L 218, σ. 27) ο οποίος καταργούσε από τις 13. 1. 1981 τον προαναφερθέντα κανονισμό 71/81. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2238/81 ανέφερε ότι, ενόψει της καθυστερήσεως που σημειώθηκε στην πραγματοποίηση της πωλήσεως, λόγω της εξετάσεως των προαναφερθεισών ενστάσεων, οι συνθήκες της αγοράς ελαιολάδου εξελίχθηκαν, εν τω μεταξύ, κατά τρόπο που η πραγματοποίηση της πωλήσεως βάσει των όρων που προεβλέποντο αρχικά θα προκαλούσε σοβαρές διαταραχές στην εν λόγω αγορά η Επιτροπή έκρινε ότι για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο, λόγω υπερτερου κοινωνικού συμφέροντος, να ακυρωθεί η εν λόγω πώληση.
Την ίδια ημέρα η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό 2239/81 (ΕΕ L 218, σ. 28) περί θέσεως εκ νέου προς πώληση με διαγωνισμό του ευρισκομένου στην κατοχή του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως ελαιολάδου. Στη νέα αυτή πώληση μπορούσαν να μετάσχουν μόνο οι έξι επιχειρήσεις που κληρώθηκαν (άρθρο 3). Ωστόσο, δεν υφίστατο πλέον ορισμένη τιμή, αλλά αγοραστής θα αναδεικνυόταν εκείνος που θα προσέφερε την υψηλότερη τιμή, υπό την προϋπόθεση ότι η προσφερόμενη τιμή θα είναι τουλάχιστον ίση με την κατωτάτη τιμή που θα έπρεπε να καθοριστεί το βραδύτερο μέχρι τις 31 Αυγούστου 1981, σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού ΕΟΚ 136/66, βάσει των ληφθεισών προσφορών (άρθρο 6). Οι αιτήσεις αγοράς έπρεπε να υποβληθούν το βραδύτερο μέχρι τις 24 Αυγούστου 1981, ώρα 14.00 (τοπική ώρα) (άρθρο 4). Οι αγορασθείσες ποσότητες έπρεπε να αποσυρθούν, από της 15ης Σεπτεμβρίου 1981, ανά περίοδο τριάντα ημερών και κατά ποσοστό τουλάχιστον 10 % και το πολύ 20 ο/ο (άρθρο 9).
Κατόπιν αιτήσεως των προσφευγουσών στην υπόθεση 232/81, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε με διάταξη της 21ης Αυγούστου 1981 τη μερική αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 10 του κανονισμού 2239/81. Οι προσφεύγουσες που θα υπέβαλαν προσφορές για το νέο διαγωνισμό θα υποχρεούνταν να καταβάλουν μόνο το ποσό που όφειλαν να πληρώσουν εις εκτέλεση της πωλήσεως δυνάμει του κανονισμού 71/81. Η καταβολή του επιπλέον ποσού ανεστάλη μέχρι την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 1981, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε αρχικά την έναρξη της διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, ωστόσο, τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένα ερωτήματα και να παράσχουν ορισμένες πληροφορίες.
Η Επιτροπή απάντησε στα ερωτήματα αυτά και παρέσχε τις πληροφορίες με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1982. Η προσφεύγουσα απάντησε με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1982.
Ενόψει των απαντήσεων αυτών το Δικαστήριο αποφάσισε τη διεξαγωγή αποδείξεων τις οποίες ανέθεσε στο τρίτο τμήμα. Το εν λόγω τμήμα ζήτησε από τους διαδίκους να του αναφέρουν ονόματα μαρτύρων που είναι οι περισσότερο κατάλληλοι για να το διαφωτίσουν ως προς την κατάσταση της αγοράς ελαιολάδου στην Ιταλία κατά το 1981. Δόθηκε, επίσης, η ευκαιρία στην προσφεύγουσα να σχολιάσει τις απαντήσεις της Επιτροπής στα ερωτήματα του Δικαστηρίου.
Το τμήμα έθεσε επίσης ορισμένα ερωτήματα στην ιταλική κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
Η προσφεύγουσα σχολίασε τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή με έγγραφο που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Οκτωβρίου 1982.
Το τμήμα υπέβαλε κατόπιν αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού, στο κεντρικό ινστιτούτο στατιστικής της Ιταλίας, καθώς και μια δεύτερη σειρά ερωτημάτων στην Επιτροπή.
Στις 19 Μαΐου 1983 το τρίτο τμήμα εξέτασε το μάρτυρα Mario Guida, γενικό γραμματέα της Fedoliva (ευρωπαϊκής ομοσπονδίας βιομηχανιών ελαιολάδου) και γενικό διευθυντή της Assitol (ιταλικής ενώσεως βιομηχανιών ελαιολάδου).
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση προς εκδίκαση στο πέμπτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγονσα ζψεί από το Δικαστήριο:
—
κρίνοντας επί της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η προσφεύγουσα κατά των κανονισμών 2238/81 και 2239/81 της Επιτροπής, της 3ης Αυγούστου 1981 (ΕΕ της 4. 8. 1981),
να την κρίνει παραδεκτή και βάσιμη, κατά συνέπεια, να ακυρώσει τους προαναφερθέντες κανονισμούς και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·
—
κρίνοντας επί της αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η προσφεύγουσα συμπληρωματικώς προς την προσφυγή ακυρώσεως,
να την κρίνει παραδεκτή Kat βάσιμη, κατά συνέπεια, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 268420000 ιταλικών λιρετών, υπό την επιφύλαξη τροποποιήσεως, εντόκως με επιτόκιο που θα καθορίσει το Δικαστήριο και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·
—
κρίνοντας επί της αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η προσφεύγουσα, επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε,
να την κρίνει παραδεκτή και βάσιμη, κατά συνέπεια να καταδικάσει την Επιτροπή να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1342100000 ιταλικών λιρετών, υπό την επιφύλαξη τροποποιήσεως, προσαυξημένο κατά τους τόκους που θα καθορίσει το Δικαστήριο και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζατεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως ενδεχομένως ως απαράδεκτη και εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμη,
—
να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως ως αβάσιμη,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τον παραδεκτού
Η Επιτροπή εκφράζει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής. Ο κανονισμός 2238/81 κατάργησε τον κανονισμό 71/81 που ήταν ένας πραγματικός κανονισμός. Ο κανονισμός 2238/81 αποτελεί πράξη διαχειρίσεως της αγοράς ελαιολάδου, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τον κατά το μάλλον ή ήττον περιορισμένο αριθμό επιχειρηματιών που αφορά άμεσα. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν είχε αποκτήσει δικαιώματα.
Η Επιτροπή πεπεισμένη, όπως υποστηρίζει, για το βάσιμο της ενέργειας της επί του οικονομικού και νομικού πεδίου, δεν επιθυμεί να επιμείνει επί της απόψεως αυτής η οποία αφορά τη διαδικασία Kat για την οποία επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η πράξη με την οποία καταργείται ο κανονισμός 71/81 αφορά άμεσα και ατομικά τις επιχειρήσεις στις οποίες κατακυρώθηκε το ελαιόλαδο σύμφωνα με τη διαδικασία του κανονισμού 71/81, έστω και αν ο εν λόγω κανονισμός κατά τη θέσπιση του ήταν γενικής ισχύος.
Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε το γεγονός αυτό επιτρέποντας να μετάσχουν στο νέο διαγωνισμό μόνο οι εν λόγω επιχειρήσεις.
Η Επιτροπή επιμένει ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί έχουν περιεχόμενο γενικό και αφηρημένο. Οι συνέπειες τους δεν περιορίζονται καθόλου στις προσφεύγουσες αλλά επηρεάζουν άμεσα όλες τις άλλες επιχειρήσεις του τομέα οι οποίες αποτελούν τα ενεργά στοιχεία της αγοράς ενός γεωργικού προϊόντος το οποίο υπόκειται σε κοινή οργάνωση και το οποίο η Επιτροπή έχει την εξουσία και την υποχρέωση να διαχειρίζεται προς το κοινό συμφέρον.
Β — Προσφυγή ακυρώσεως
1. Παράβαση του άρθρου 189
Κατά την προσφεύγουσα η δυνατότητα θεσπίσεως κανονισμού ή λήψεως αποφάσεως εξαρτάται από την ανάγκη εκπληρώσεως της αποστολής του οργάνου που εκδίδει την πράξη και τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπει η Συνθήκη.
Οι επίδικες πράξεις θεσπίστηκαν πέραν της εκπληρώσεως της αποστολής της Επιτροπής και πέραν των προϋποθέσεων που προβλέπει η Συνθήκη. Η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι ακύρωσε την πώληση λόγω υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος διότι η εκτέλεση των πωλήσεων αυτών θα προκαλούσε σοβαρές διαταραχές της αγοράς. Η αποστολή, όμως, της Επιτροπής όπως καθορίζεται στο άρθρο 155 της Συνθήκης και στον κανονισμό 136/66 δεν περιλαμβάνει καθόλου την προστασία ενός υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος εις βάρος των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων και των ιδιωτών.
Από τον κανονισμό 136/66 δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορούσε να ακυρώσει την πώληση ποσοτήτων ελαιολάδου λόγω μεταγενέστερης τροποποιήσεως των τιμών της αγοράς. Ούτε η Συνθήκη ούτε οι κανονισμοί εκτελέσεως αυτής προβλέπουν τη δυνατότητα να λαμβάνει η Επιτροπή απόφαση με την οποία ακυρούται πράξη μεταβιβάσεως κυριότητας.
Η Επιτροπή αναφέρεται στον κανονισμό 136/66 και στις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του (βλέπε ιδίως κανονισμό 1562/78 του Συμβουλίου, της 29. 6. 1978, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248) που καθορίζουν μια ενδεικτική τιμή που ο σκοπός της είναι να διασφαλίσει εύλογο εισόδημα στους παραγωγούς. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού προβλέπονται σταθεροποιητικοί μηχανισμοί μεταξύ των οποίων είναι η αγορά ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και η πώληση του μέσα στην Κοινότητα υπό συνθήκες που να διασφαλίζουν ότι δεν θα διαταραχθεί η αγορά (άρθρα 8 και 12).
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η παρέμβαση έχει τη διπλή λειτουργία να στηρίζει τις τιμές αγοράς με την απόσυρση των επιπλέον ποσοτήτων και να επανεισάγει το προϊόν στο εμπόριο, στην κατάλληλη στιγμή, φροντίζοντας επιμελώς να μην προκληθούν διαταραχές. Οι αγορές και πωλήσεις στις οποίες προβαίνει ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν αποτελούν απλή άσκηση διαδοχικών μεταβιβάσεων κυριότητας. Πρέπει να χαρακτηριστούν ως «σχέσεις δημοσίου δικαίου», σχέσεις στα πλαίσια των οποίων οι δημόσιες αρχές μπορούν να απαλλαγούν από συμβατικές υποχρεώσεις όταν η πραγματική κατάσταση μεταβάλλεται κατά τέτοιο τρόπο που να μην μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί το δημόσιο συμφέρον παρά μόνο με την κατάργηση ή την τροποποίηση της ισχύουσας σύμβασης.
Σε κοινοτικό επίπεδο, η Επιτροπή θεωρεί ότι υπέχει την υποχρέωση να παρακολουθεί ανελλιπώς την ορθή λειτουργία των κοινών οργανώσεων αγοράς και να λαμβάνει σχετικά όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν οι διαταραχές.
Η Επιτροπή έκρινε απαραίτητη την ακύρωση της πωλήσεως του ελαιολάδου, διότι η απρόβλεπτη καθυστέρηση της διαδικασίας είχε ως συνέπεια την πραγματοποίηση της πωλήσεως σε μια στιγμή κατά την οποία οι συνθήκες της αγοράς είχαν ριζικά μεταβληθεί, σε σχέση με τις αρχικές συνθήκες, γεγονός που διατάραξε σοβαρά την αγορά ελαιολάδου. Η Επιτροπή έκανε έτσι χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που της αναγνωρίζει το Δικαστήριο κατά τη διαχείριση μιας περίπλοκης και δύσκολης να αναλυθεί οικονομικής καταστάσεως.
Κατά το χρόνο της πωλήσεως στην τιμή των 210000 λιρετών ανά 100 χιλιόγραμμα, η τιμή παρεμβάσεως της εποχής (Δεκέμβριος 1980) ανερχόταν σε 200000 λιρέτες περίπου. Η τιμή του εξευγενισμένου ελαίου στην αγορά κυμαινόταν γύρω στις 220000 λιρέτες, γεγονός που επέτρεπε την πραγματοποίηση ουσιώδους κέρδους.
Μετά τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στη διαδικασία του διαγωνισμού οι όροι της αγοράς μεταβλήθηκαν ριζικά. Αφενός μεν, η συγκομιδή της περιόδου 1980/81 ήταν κατά πολύ μικρότερη από ό,τι αναμενόταν, και αφετέρου, οι τιμές αυξήθηκαν πέρα από κάθε πρόβλεψη, λόγω της μικρότερης παραγωγής, των μικρών ποσοτήτων φωτιστικού ελαιολάδου που ήταν διαθέσιμες στη διεθνή αγορά και, εν μέρει, λόγω της υποτιμήσεως της πράσινης λιρέτας.
Οι όροι πωλήσεως που ήταν ήδη ευνοϊκοί κατέστησαν υπέρμετρα ευνοϊκοί, γεγονός που επέτρεπε σε έναν περιορισμένο αριθμό επιχειρηματιών όχι μόνο να πραγματοποιήσουν τεράστια κέρδη εις βάρος του ευρωπαίου φορολογούμενου, αλλά και να μπορούν να ρυθμίζουν πλήρως την αγορά ελαιολάδου στην Ιταλία αποκλείοντας από την αγορά όλους τους άλλους επιχειρηματίες οι οποίοι δεν μπορούσαν να προμηθευτούν τον τύπο αυτό του ελαίου παρά μόνο υπό όρους πολύ λιγότερο ευνοϊκούς.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το ότι είχε ήδη πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της κυριότητας. Με την κλήρωση δεν μεταβιβάστηκε κανένα δικαίωμα κυριότητας. Η διαδικασία πωλήσεως του κανονισμού 71/81 προβλέπει σειρά σταδίων στο τέλος των οποίων ακολουθεί η απόδοση του εμπορεύματος με συστημένη επιστολή που υπογράφεται από το γενικό διευθυντή του ΑΙΜΑ. Αυτή η επιστολή με την οποία αποδίδεται το εμπόρευμα κλείνει τη διαδικασία και κηρύσσει εκείνον στον οποίο κατακυρώθηκε το εμπόρευμα ως κύριο της παρτίδας. Επίσης, μετά από τη λήψη της εν λόγω επιστολής ο αγοραστής δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το διαγωνισμό, οφείλει να καταβάλει την εγγύηση και να προβεί στην παρουσία των δύο μερών σφράγιση των δεξαμενών.
Μόνο τότε ολοκληρώνεται η συμβατική σχέση, καθόσον οι δημόσιες αρχές αποφάνθηκαν οριστικά για το ενδεδειγμένο της ενέργειας η οποία συνιστά πράξη διαχειρίσεως της αγοράς ελαιολάδου και όχι μια απλή πράξη αγοράς - πωλήσεως χωρίς άλλο σκοπό.
Η υποχρέωση - καθήκον (που επιβεβαιώνεται με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66) ελέγχου του ενδεδειγμένου των πράξεων γεωργικής διαχειρίσεως πρέπει να αναγνωριστεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο της διακριτικής της εξουσίας να προβαίνει σε οικονομικές εκτιμήσεις ιδίως όταν — όπως στην προκειμένη περίπτωση — οι προσφεύγουσες δεν είχαν κανένα δικαίωμα κυριότητας.
Η προοφεύγουσα απαντά ότι με το άρθρο 42 της Συνθήκης εξαιρούνται η παραγωγή και το εμπόριο γεωργικών προϊόντων από την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού εκτός από το βαθμό που καθορίζει το Συμβούλιο.
Η διάταξη που έχει εν προκειμένω σημασία είναι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66 του Συμβουλίου, στη σημερινή του διατύπωση, το οποίο ορίζει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως πωλούν ελαιόλαδο υπό όρους που να μη διαταράσσουν την αγορά στο στάδιο της παραγωγής.
Κατά συνέπεια, η αποστολή της Επιτροπής περιορίζεται στην προστασία της αγοράς και, επομένως, του ανταγωνισμού στο στάδιο της παραγωγής. Αρκεί η απλή ανάγνωση των προσβαλλομένων κανονισμών για να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή δεν έλαδε υπόψη της τον ανταγωνισμό στο στάδιο της παραγωγής, αλλά την κατάσταση της αγοράς και του ανταγωνισμού στο στάδιο της εμπορίας.
Ο δηλωθείς στόχος της Επιτροπής είναι η προστασία των άλλων επιχειρήσεων, στο στάδιο της εμπορίας, έναντι αυτού που η ίδια θεωρεί ως σοβαρή διαταραχή οφειλόμενη στις τιμές στις οποίες αυτοί που απέκτησαν τις παρτίδες από το διαγωνισμό μπορούν να τις πωλήσουν υπό την ιδιότητα των εμπόρων και όχι των παραγωγών. Εφόσον αποκλειστικός σκοπός των κανονισμών αυτών είναι να επηρεάσουν το εμπόριο, οι περιστάσεις που επικαλείται η Επιτροπή ως προς την κατάσταση της παραγωγής ελαιολάδου, ιδίως το ύψος της συγκομιδής, και οι οποίες πρυτάνευσαν κατά τη θέσπιση του κανονισμού 71/81 είναι άσχετες με το αντικείμενο των κανονισμών.
Το γεγονός ότι οι αγοραστές ήταν υποχρεωμένοι να προβούν στον εξευγενισμό του ελαιολάδου δεν έχει, επίσης, σημασία διότι, αφενός μεν, το ελαιόλαδο μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο, χωρίς να εξευγενιστεί, εκτός από την ιταλική και ελληνική αγορά, και αφετέρου, η υποχρέωση αυτή δεν μεταβλήθηκε με τον κανονισμό 2239/81.
Όσον αφορά την εκτίμηση της καταστάσεως στην οποία προέβη η καθής το Δεκέμβριο 1980 - Ιανουάριο 1981, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή επλανή-θη κατά την εκτίμηση της εξελίξεως της αγοράς. Είτε η Επιτροπή θεωρούσε ασφαλή τα στοιχεία που διέθετε την εποχή εκείνη και δεν μπορούσε να μετακυλίσει σε άλλους τις συνέπειες της πεπλανημένης της κρίσεως είτε είχε συνείδηση της αβεβαιότητας του μέλλοντος και ήταν υποχρεωμένη να επιφέρει στη σχεδιαζόμενη πώληση ορισμένες ενδεχόμενες βελτιώσεις (με κίνδυνο να την καταστήσει τόσο λίγο ενδιαφέρουσα όσο και οι προγενέστερες απόπειρες).
Ως προς την κατάσταση Ιουνίου - Ιουλίου 1981η προσφεύγουσα δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ως προς τις «ριζικές» μεταβολές της καταστάσεως. Έστω και αν αποδειχτούν οι μεταβολές αυτές δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας. Η εξέλιξη της αγοράς και το μέγεθος της συγκομιδής είναι εκ φύσεως στοιχεία αβέβαια. Όσο για την υποτίμηση της λιρέτας αυτή ήταν έργο των ίδιων των κοινοτικών αρχών.
Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα της Επιτροπής να αποδεσμευτεί από την όλη ενέργεια, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι αν η κατάσταση ήταν αντίστροφη και αν οι επιχειρήσεις είχαν εκτεθεί στον κίνδυνο να υποστούν ζημίες, η Επιτροπή δεν θα είχε δεχτεί μείωση των τιμών αγοράς. Θα είχε επικαλεστεί τους συμφυείς με κάθε οικονομική δραστηριότητα κινδύνους. Αν το γεγονός ότι οι οικονομικές περιστάσεις διαμορφώθηκαν ευνοϊκά για τους αγοραστές του διαγωνισμού αρκούσε για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η όλη ενέργεια, δεν θα υπήρχε πλέον ασφάλεια δικαίου.
Οι διάδικοι ανταλλάσσουν ορισμένες παρατηρήσεις ως προς τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια νέα κατηγορία δικαιωμάτων που δεν προβλέπει η Συνθήκη και που υπόκειται στην εξουσία παρεμβάσεως των αρχών. Οι παρεμβάσεις των δημοσίων αρχών στα δικαιώματα των ιδιωτών προβλέπονται ρητώς από τους συνταγματικούς ή νομοθετικούς κανόνες. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό, χωρίς αυτό να σημαίνει απόλυτη αυθαιρεσία, ότι οι δημόσιες αρχές μπορούν, εν ονόματι του γενικού συμφέροντος, να αμφισβητούν, χωρίς να τους το επιτρέπει σχετικά καμία νομοθετική διάταξη, οποιοδήποτε νομίμως κεκτημένο δικαίωμα.
Τα βασικά κείμενα δεν προβλέπουν πουθενά τη δυνατότητα της καθής να αμφισβητεί τις πράξεις αγοράς ή πωλήσεως. Εφόσον η Επιτροπή καθόρισε, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, τις λεπτομέρειες της πωλήσεως, δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους κανόνες του μηχανισμού παρεμβάσεως προκειμένου να μεταθέσει τις συνέπειες μιας πεπλανημένης της εκτιμήσεως στους διοικούμενους οι οποίοι δεν υπέπεσαν σε κανένα πταίσμα.
Ως προς το δικαίωμα κυριότητας που απέκτησε η προσφεύγουσα επισημαίνει την χρησιμοποίηση των λέξεων «πωλώ» και «πώληση» στους κανονισμούς 136/66 και 2238/81. Έστω και αν οι αγοραστές του διαγωνισμού δεν είχαν καταστεί κύριοι, είχαν κεκτημένο δικαίωμα, βέβαιο και αμετάκλητο, να αποκτήσουν πράγματι τις κατακυρωθείσες ποσότητες. Το γεγονός ότι στο δεύτερο διαγωνισμό μπορούσαν να μετάσχουν μόνο οι έξι παλαιοί αγοραστές αποτελεί την προφανέστερη απόδειξη για το πόσο βέβαια θεωρούσε τα δικαιώματα αυτά η καθής.
Η έννοια της «σχέσεως δημοσίου δικαίου», την οποία γνωρίζει μόνο το ιταλικό δίκαιο, δεν μπορεί να υπερισχύσει της αρχής που σαφώς καθιέρωσε το Δικαστήριο και που προβλέπει τη μη αναδρομικότητα, το σεβασμό των κεκτημένων δικαιωμάτων και την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι είναι νόμιμο ένα περιορισμένο αναδρομικό αποτέλεσμα, υπό ορισμένες περιστάσεις, στην περίπτωση κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την αμφισβήτηση, υπό μορφή διατάξεως γενικής ισχύος ειδικών καταστάσεων που έχουν ρυθμιστεί με προγενέστερο κανόνα.
Η Επιτροπή παρατηρεί, στην ανταπάντησή της, ότι οι κανόνες ανταγωνισμού στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 42 της Συνθήκης είναι εκείνοι που διατυπώνονται στα άρθρα 85 και επόμενα των οποίων επεξέτεινε τη σχεδόν καθ' ολοκληρία εφαρμογή τους στο γεωργικό τομέα ο κανονισμός 17/62 του Συμβουλίου. Τα κενά καλύφθηκαν προοδευτικά κατά τη θέσπιση των κοινών οργανώσεως αγοράς με ad hoc διατάξεις, όπως η διάταξη του άρθρου 33 του κανονισμού 136/66. Επομένως, οι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης έχουν εφαρμογή, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66.
Η διάκριση που επιχειρεί να κάνει η προσφεύγουσα μεταξύ του ανταγωνισμού κατά το στάδιο της παραγωγής και κατά το στάδιο της εμπορίας δεν έχει κανένα νόημα. Η αγορά είναι κάτι το ενιαίο του οποίου τα διάφορα στάδια επηρεάζονται αμοιβαίως. Κατά συνέπεια είναι αναγκαίο η αρμόδια αρχή να διαθέτει ευρεία εξουσία οικονομικής εκτιμήσεως προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66 δεν αποτελεί παρά ένα παράδειγμα της εξου-σίας-καθήκοντος της Επιτροπής να διαχειρίζεται την αγορά προς το γενικό συμφέρον.
Όσον αφορά την ορθότητα της οικονομικής της εκτιμήσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι υπέπεσε σε λανθασμένη κρίση. Αποδείχθηκε ότι η κατάσταση της αγοράς εξελίχτηκε πέρα από κάθε πρόβλεψη. Είναι προκλητικό να υποστηρίζεται ότι η υποτίμηση της πράσινης λιρέτας είναι αποτέλεσμα ενέργειας των ίδιων των κοινοτικών αρχών.
Προκειμένου να στηρίξει τα επιχειρήματά της και να αποδείξει τους φόβους της η Επιτροπή παρέχει τα ακόλουθα στοιχεία. Η τιμή φωτιστικού ελαιολάδου στην αγορά ήταν περίπου 235000-236000 χιλιάδες λιρέτες με τάσεις αυξήσεως (περίπου 240000 λιρέτες το Μάρτιο του 1982), λόγω της συνεχιζόμενης ελλείψεως στην αγορά, ενώ η τιμή παρεμβάσεως αυξήθηκε γρήγορα μέχρι 242000 λιρέτες το Μάρτιο του 1982. Αντίθετα, η τιμή του εξευγενισμένου ελαίου στην αγορά μειώθηκε κανονικά από τη στιγμή που διατέθηκε στην αγορά το ελαιόλαδο το οποίο αγοράστηκε από την προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση και τις προσφεύγουσες στην υπόθεση 232/81.
Το γεγονός αυτό έφερε τους άλλους επιχειρηματίες σε δύσκολη θέση. Δεδομένου ότι ήταν υποχρεωμένοι να προμηθεύονται από την αγορά σε τιμή μεγαλύτερη, έπρεπε να μειώσουν την τιμή των εξευγενισμένων προϊόντων τους και να περιορίσουν κατ' αυτόν τον τρόπο το περιθώριο κέρδους.
Οι δυσκολίες αυτές θα ήταν ακόμα μεγαλύτερες αν η τιμή του φωτιστικού ελαιολάδου στην αγορά ήταν πλησιέστερη προς την τιμή παρεμβάσεως, αντί να απομακρύνεται από αυτήν, φαινόμενο εντελώς αδικαιολόγητο σε μια υγιή κατάσταση της αγοράς.
Η Επιτροπή εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η συμβατική σχέση θα είχε ολοκληρωθεί μόνο με την αποστολή «του εγγράφου αποδόσεως» και την εκπλήρωση των υπολοίπων τύπων, όπως η καταβολή της εγγυήσεως και η σφράγιση των δεξαμενών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είχε στη διάθεσή της κανένα άλλο μέσο εκτός από την κατάργηση του κανονισμού 71/81. Η κατάργηση αυτή δεν έθιξε δικαιώματα αλλά, απλώς, κατάργησε μια διαδικασία η οποία θα κατέληγε στη μεταβίβαση της κυριότητας του ελαιολάδου.
Έστω και αν θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας βάσει του κανονισμού 71/81, και ότι ο κανονισμός 2238/81 προέβη σε απαλλοτρίωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα δικαιώματα της προσφεύγουσας ελήφθησαν δεόντως υπόψη σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον.
Της δόθηκε αποζημίωση ειδικής μορφής που την ενέπνευσε, αφενός μεν, το δημόσιο συμφέρον που διασφαλίστηκε με την υψηλότερη τιμή πωλήσεως, και αφετέρου, το ιδιωτικό συμφέρον, υπό την έννοια ότι αντί να χορηγηθούν ως αποζημίωση σημαντικά ποσά παραχωρήθηκαν σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου υπό ευνοϊκούς όρους προκειμένου να συνεχιστεί η παραγωγική της δραστηριότητα. Η Επιτροπή θα μπορούσε να επαναλάβει την πώληση του ελαιολάδου προσφέροντάς το σε μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων, γεγονός που θα μείωνε ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες της προσφεύγουσας.
Η προσφεύγουσα έλαβε εύλογη αποζημίωση με το να έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει το ελαιόλαδο, κατά προτεραιότητα, και σε τιμή μεγαλύτερη βεβαίως από την προηγούμενη τιμή, που της αφήνει όμως περιθώριο κέρδους περισσότερο από ικανοποιητικό. Αν, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, η προσφεύγουσα δεν αποκτούσε μια από τις παρτίδες, η Επιτροπή θα χορηγούσε την ενδεδειγμένη αποζημίωση υπό άλλη μορφή.
2. Παραβίαση του άρθρου 190, παραβίαση ουσιωδών τύπων
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν ζητήθηκε η προηγούμενη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως λιπαρών ουσιών, όπως προβλέπει το άρθρο 38 του κανονισμού 136/66. Επομένως, οι επίδικοι κανονισμοί είναι άκυροι λόγω παραβιάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή αντικρούει την αιτίαση αυτή ισχυριζόμενη ότι είναι εντελώς αβάσιμη. Προφανώς η προσφεύγουσα υπέπεσε σε σύγχυση την οποία θα μπορούσε να αποφύγει αν διάβαζε προσεκτικά το άρθρο 38 του κανονισμού 136/66. Με την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2238/81 εννοείται ότι στην επιτροπή διαχειρίσεως δεν υπήρξε καμία πλειοψηφία υπέρ ούτε κατά του κανονισμού.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν αποδεικνύει με κανένα έγγραφο ότι ζήτησε τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως και δεν αναφέρει την προθεσμία μέσα στην οποία κλήθηκε να αποφανθεί η επιτροπή διαχειρίσεως, γεγονός που δεν επιτρέπει να εξεταστεί αν η επιτροπή διαχειρίσεως είχε πράγματι τη δυνατότητα να λάβει γνώση της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως και να αποφανθεί επ' αυτής.
3. Παραβίαση του άρθρου 222 της Συνθήκης και απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έχει βέβαια το δικαίωμα να οργανώσει την πώληση του ελαιολάδου, οι πωλήσεις όμως εξακολουθούν να διέπονται από την εθνική νομοθεσία η οποία έχει εφαρμογή προκειμένου να ρυθμιστούν οι προϋποθέσεις εγκυρότητας των πωλήσεων αυτών καθώς και οι συνέπειες τους ιδίως ως προς τη μεταβίβαση της κυριότητας. Η Επιτροπή δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάσει το άρθρο 222 της Συνθήκης, να θίξει δικαιώματα ιδιοκτησίας που έχουν κανονικώς κτηθεί ή μεταβιβαστεί σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία.
Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να παραβιάσει την αρχή της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος των διοικητικών πράξεων και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Η Επιτροπή απαντά ότι το άρθρο 222 δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η Επιτροπή δεν έθιξε το δικαίωμα των κρατών μελών να ρυθμίζουν το καθεστώς ιδιοκτησίας. Απλώς έλαβε ορισμένα μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς.
Η προσφεύγουσα ανταπαντά ότι έστω και αν οι πωλήσεις των οργανισμών παρεμβάσεως θεωρηθούν ως «δημοσίου δικαίου», δεν μπορεί να υπάρξει νέος τύπος δικαιώματος κυριότητας ιδιωτικού δικαίου που να υπόκειται σε σιωπηρή διαλυτική αίρεση εξαρτώμενη από την εκτίμηση των διοικητικών αρχών.
Η Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα απαλλοτριώσεως. Μια απόπειρα αφαιρέσεως δικαιώματος κυριότητας ιδιωτικού δικαίου που έχει κανονικώς μεταβιβαστεί βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, έστω και αν χαρακτηρίζεται ως πράξη διαχειρίσεως της αγοράς, συνιστά άμεση και κατάφωρη προσβολή του καθεστώτος κυριότητας ιδιωτικού δικαίου, που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
Η Επιτροπή στην ανταπάντηση της ισχυρίζεται ότι το άρθρο 222 της Συνθήκης δεν έχει σχέση με την υπόθεση.
Γ — Αγωγή αποξημιώσεως
1. Προσφυγή συμπληρωματική της προσφυγής ακυρώσεως
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη σημαντική εμπορική ζημία λόγω της αβεβαιότητας που υπήρχε ως προς την τιμή που έπρεπε τελικά να καταβάλει για το ελαιόλαδο. Η ζημία αυτή εκτιμάται προσωρινώς σε 20 0/0 της ζημίας που θα προέκυπτε από τη διατήρηση των επιδίκων κανονισμών, δηλαδή 268420000 λιρέτες.
Η Επιτροπή απαντά ότι έστω και αν το Δικαστήριο ακύρωνε τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, πρέπει ακόμα να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή παραβίασε κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια εντός των οποίων οφείλει να ενεργεί κατά την άσκηση των εξουσιών της. Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν παραβίασε κανένα ανώτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Εν πάση περιπτώσει, ενδεχόμενη παραβίαση δεν Sa ήταν επαρκώς χαρακτηριστική διότι δεν εθίγη κανένα δικαίωμα, ιδίως δικαίωμα κυριότητας, και ότι έστω και αν αυτό είχε συμβεί, τα δικαιώματα της προσφεύγουσας ελήφθησαν υπόψη με την πώληση σε ευνοϊκή τιμή ελαιολάδου που, επιπλέον, μπόρεσε να προμηθευτεί πολύ γρήγορα.
Η προσφεύγουσα κακώς επικαλείται την αβεβαιότητα που προέκυψε από την εν λόγω υπόθεση, δεδομένου ότι οι ενέργειες της στην αγορά κατευθύνονται από την τιμή αγοράς που πράγματι καταβάλλει. Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρξε πράγματι ζημία λόγω της δήθεν εμπορικής αβεβαιότητας. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει επισταμένως να επαληθευτούν τα ποσά αυτά.
2. Επικουρική προσφυγή
(α)
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα απέρριπτε την προσφυγή ακυρώσεως λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως'της προσφεύγουσας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί δεν είναι μόνο παράνομοι αλλά η θέσπιση τους συνιστά πταίσμα, καθόσον αποτελεί σοβαρή και χαρακτηριστική παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου, που επισύρει την ευθύνη της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης.
Η προσφεύγουσα προβαίνει στην εκτίμηση της ζημίας αναφερόμενη στη διαφορά μεταξύ της τιμής του παλαιού διαγωνισμού (210000 λιρέτες ανά 50 χιλιόγραμμα) και της τιμής του νέου διαγωνισμού (235000 λιρέτες ανά 50 χιλιόγραμμα) δηλαδή 25000 λιρέτες ανά 50 χιλιόγραμμα ή 1342100000 λιρέτες συνολικά.
Η Επιτροπή δηλώνει ότι αν το Δικαστήριο κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως, η επικουρική προσφυγή θα προσκρούσει στις επί της ουσίας αντιρρήσεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω.
Η προσφεύγουσα απαντά ότι αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την άποψη της Επιτροπής και χαρακτηρίσει τις επίδικες πράξεις ως κανονισμούς, η προσφεύγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που της προκάλεσε ενέργεια της καθής, σύμφωνα με το άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης έστω και αν επικαλείται ότι ο κανονισμός είναι παράνομος και η θέσπιση του συνιστά πταίσμα για την Επιτροπή. Προς το σκοπό αυτό η προσφεύγουσα στηρίζεται στις ίδιες αιτιάσεις που προβάλλει στην προσφυγή ακυρώσεως και από τις οποίες προκύπτει ότι η καθής παραβίασε κατά τρόπο σοβαρό και χαρακτηριστικό υπέρτερους κανόνες δικαίου, η παραβίαση δε αυτή ισοδυναμεί με θετική ενέργεια.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατά του αιτήματος αυτού μπορούν να προβληθούν οι ίδιες αντιρρήσεις που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως και ότι το αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, δηλαδή ο σε επαρκή βαθμό χαρακτηριστικός παράνομος χαρακτήρας της ενέργειας της Επιτροπής και η πραγματικότητα της ζημίας.
(β)
Αν η προσφυγή ακυρώσεως θεωρηθεί παραδεκτή αλλά αβάσιμη, η προσφεύγουσα μπορεί ακόμα να απαιτήσει την επανόρθωση της ζημίας που υπέστη, έστω και αν η θέσπιση των επιδίκων πράξεων δεν συνιστά πταίσμα της Επιτροπής.
Αυτό προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Συνθήκης και από το γεγονός ότι το άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης παραπέμπει στις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι πλέον εξελιγμένες νομοθεσίες των κρατών μελών καθιερώνουν την ευθύνη του κράτους προς επανόρθωση ζημίας που προκύπτει από οιωνεί απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίου συμφέροντος, έννοια του γερμανικού δικαίου στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η Επιτροπή θεωρεί την άποψη αυτή μάλλον πρωτότυπη. Η προσφεύγουσα δεν έλαβε υπόψη της την πρόσφατη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Όταν δεν υφίσταται οπωσδήποτε εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας ακόμα και όταν κηρύσσεται ανίσχυρη ή ακυρώνεται μια κοινοτική πράξη, πρέπει να συντρέχει και μια σειρά άλλων προϋποθέσεων, κατά μείζονα δε λόγο, η ευθύνη αυτή δεν συντρέχει όταν απορρίπτεται ως αβάσιμη μια προσφυγή ακυρώσεως.
Η προοφεΰγουσα θεωρεί ότι δεν προκύπτει οπωσδήποτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ποτέ εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας όταν δεν υφίσταται παράνομη πράξη που η θέσπιση της να συνιστά πταίσμα.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας υπάρχει και στην περίπτωση σοβαρής και εξαιρετικής ζημίας που ανατρέπει την ισότητα των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών. Η αρχή αυτή βρίσκει έρεισμα τόσο στο άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης όσο και στη νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς Kat τις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών.
Σε ό,τι αφορά το άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης η έλλειψη του όρου «πταίσμα» δεν είναι τυχαία. Ο όρος αυτός είχε περιληφθεί στην αρχική διατύπωση, αλλά απορρίφθηκε εκουσίως στην τελική διατύπωση. Σκοπός της Συνθήκης ήταν να δώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διαμορφώσει, με βάση τις αρχές που είναι κοινές στις εθνικές νομοθεσίες, τις προϋποθέσεις εφαρμογής της αντικειμενικής ευθύνης των δημοσίων αρχών.
Η προσφεύγουσα αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε στην απόφαση της 13ης Ιουνίου 1972 (Compagnie d'approvisionnement, de transport et de crédit και Grands Moulins de Paris κατά Επιτροπής, υποθ. 9 και 11/71, Racc., σ. 391, σκέψη 46). Στην υπόθεση εκείνη διατυπώθηκε σαφώς η αρχή κατά την οποία είναι δυνατόν να υπάρξει ευθύνη της Κοινότητας από μια νόμιμη κανονιστική πράξη. Εξάλλου, οι προσβαλλόμενες πράξεις ήταν διοικητικές πράξεις που εσφαλμένως είχαν χαρακτηριστεί ως κανονιστικές.
Σε ό,τι αφορά τις εθνικές νομοθεσίες, παρατηρείται μια τέτοια σύγκλιση που επιτρέπει την καθιέρωση της αντικειμενικής ευθύνης των δημοσίων αρχών έστω και για κανονιστικές ή ακόμα και νομοθετικές πράξεις σε περίπτωση ειδικής σοβαρής και εξαιρετικής ζημίας. Την αρχή αυτή καθιερώνουν, ιδίως, το γαλλικό, το γερμανικό, το βελγικό και το ιταλικό δίκαιο. Δεν απαιτείται ομοφωνία όλων των κρατών μελών προκειμένου να υιοθετήσει το κοινοτικό δίκαιο την αρχή αυτή.
Η προσφεύγουσα, έχοντας συνείδηση των περιοριστικών προϋποθέσεων από τις οποίες το Δικαστήριο εξαρτά την ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης των Κοινοτήτων, λόγω νομοθετικών τους πράξεων, υπογραμμίζει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος. Η ύπαρξη σοβαρής και εξαιρετικής προσβολής ιδιωτικού συμφέροντος πρέπει να δικαιολογεί, υπό αυστηρές ίσως προϋποθέσεις, την ύπαρξη ευθύνης λόγω νομίμων κανονιστικών πράξεων ή, εν πάση περιπτώσει, λόγω νομίμων διοικητικών πράξεων.
Η ζημία που υπέστησαν οι προσφεύγουσες είναι ειδική. Για το ύψος της δεν χωρεί αμφιβολία. Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προβαλλόμενης ζημίας και των επιδίκων πράξεων δεν αμφισβητείται.
Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το ζήτημα της αντικειμενικής ευθύνης έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο στην υπόθεση 26/81 Oleifici Mediterranei.
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι το Δικαστήριο δεν φαίνεται να έχει δεχτεί την αντικειμενική ευθύνη της Κοινότητας. Η Επιτροπή αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου (ιδίως στην απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, Bayerische HNL κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Race. σ. 1209, σσ. 1224-1225). Το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να απαιτηθεί από έναν ιδιώτη να υποστεί, εντός ευλόγων ορίων, τις επιζήμιες επιπτώσεις μιας κανονιστικής πράξεως, έστω και αν αυτή κρίνεται ανίσχυρη. Κανά μείζονα λόγο πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένας ιδιώτης οφείλει να υποστεί, όχι ζημία, αλλά απλώς διαφυγόν κέρδος, στην περίπτωση νόμιμης πράξεως.
IV — Εξέταση του μάρτυρα
Κατά την εξέταση του ο μάρτυρας — Guida — δήλωσε ότι οι τιμές αποτελούν το καλύτερο θερμόμετρο της αγοράς. Μεταξύ Οκτωβρίου 1980 και Οκτωβρίου 1981η τιμή του φωτιστικού ελαιολάδου αυξήθηκε κατά 15 %. Η αύξηση αυτή οφείλεται σε διάφορους λόγους: πρώτον, στην εφαρμογή των μηνιαίων αυξήσεων της τιμής παρεμβάσεως, κατόπιν, στην υποτίμηση της πράσινης λιρέτας και, τέλος, στον πληθωρισμό στην Ιταλία. Εξάλλου, είναι φυσικό να παρατηρείται αύξηση της τιμής κατά το καλοκαίρι που η κατανάλωση ελαιολάδου είναι μεγαλύτερη και έχει ως συνέπεια η ζήτηση να υπερβαίνει την προσφορά. Η εξέλιξη των τιμών πρέπει να θεωρηθεί ως ομαλή.
Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη, υπό την έννοια της παντελούς έλλειψης εμπορευμάτων: το γεγονός ότι προσκομίστηκε τελικά προς τον οργανισμό παρεμβάσεως μικρή μόνο ποσότητα φωτιστικού ελαιολάδου σημαίνει απλώς ότι μπόρεσε να διατεθεί στην αγορά και ότι, επομένως, υπήρχε επαρκής ποσότητα για να καλύψει τις ανάγκες τις καταναλώσεως. Ως προς τις βιομηχανίες εξευγενισμού, από ορισμένου χρόνου εργάζονται με ζημία λόγω του ανεπαρκούς περιθωρίου μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πωλήσεως των προϊόντων τους. Ωστόσο, ο μάρτυς δεν είχε υπόψη του καμία περίπτωση κατά την οποία οι βιομηχανίες εξευγενισμού να είχαν δυσκολίες να προμηθευτούν φωτιστικό ελαιόλαδο.
V — Προφορική διαδικασία
Στη συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 1984, η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Μ. Mahieu και η Επιτροπή εκπροσωπούμενη από τον G. Berardis, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Απαντώντας σε ερώτημα που υπέβαλε το Δικαστήριο, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ως κίνδυνο διαταραχής της αγοράς ελαιολάδου εννοούσε τον κίνδυνο να καταλάβει η προσφεύγουσα μέρος της αγοράς το οποίο δεν της ανήκει, αποκλείοντας έτσι άλλους εμπόρους από την ίδια αυτή αγορά.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 1981, η SpA Savma, Μιλάνο, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού της Επιτροπής 2238/81, της 3ης Αυγούστου 1981, περί καταργήσεως του κανονισμού 71/81 περί της θέσεως σε πώληση ελαιολάδου που ευρίσκεται στην κατοχή του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως (ΕΕ L 218, σ. 27), και του κανονισμού της Επιτροπής 2239/81, της 3ης Αυγούστου 1981, περί θέσεως εκ νέου προς πώληση με διαγωνισμό του ελαιολάδου που ευρίσκεται στην κατοχή του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως (ΕΕ L 218, σ. 28). Συμπληρωματικώς — ή επικουρικώς, για την περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής ακυρώσεως — η προσφεύγουσα ζητεί, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, την καταβολή αποζημιώσεως που εκτιμάται αντίστοιχα σε 268420000 και 1342100000 ιταλικές λιρέτες.
2
Πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 136/66, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248), προβλέπει, ως μέσο σταθεροποιήσεως της αγοράς ελαιολάδου, την υποχρέωση των οργανισμών παρεμβάσεως, που ορίζονται από τα κράτη μέλη παραγωγής, να αγοράζουν υπό ορισμένους όρους και στην τιμή παρεμβάσεως που ορίζεται για τη σχετική περίοδο εμπορίας το ελαιόλαδο κοινοτικής καταγωγής που τους προσφέρεται από τους παραγωγούς. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, οι οργανισμοί παρεμβάσεως πωλούν το ελαιόλαδο αυτό στο εσωτερικό της Κοινότητας με τέτοιους όρους ώστε να μη διαταράσσεται η αγορά στο στάδιο της παραγωγής.
3
Η θέση προς πώληση του ελαιολάδου που βρίσκεται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως ρυθμίζεται με τους κανονισμούς 2960/77 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών πωλήσεως του ελαιολάδου που 6ρίσκεται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 221) και 2754/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί της παρεμβάσεως στον τομέα του ελαιολάδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 65). Οι αιτιολογικές σκέψεις των δύο αυτών κανονισμών υπογραμμίζουν ότι η πώληση πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς διακρίσεις μεταξύ των αγοραστών της Κοινότητας και με τους καλύτερους δυνατούς οικονομικούς όρους, καθώς και ότι η μέθοδος της δημοπρασίας φαίνεται ως η πλέον ενδεδειγμένη για το σκοπό αυτό. Για το λόγο αυτό τα άρθρα 2, παράγραφοι 1, των κανονισμών προβλέπουν ότι η πώληση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με άλλη διαδικασία παρά μόνο αν το επιβάλλουν ειδικές περιστάσεις. Τέλος στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2960/77 δηλώνεται σαφώς ότι σε περίπτωση κινδύνου διαταραχής της αγοράς, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα περιορισμού της μεγίστης ποσότητας η οποία μπορεί να κατακυρωθεί σε καθέναν από τους συμμετέχοντες στη δημοπρασία.
4
Με τον κανονισμό 71/81, της 12ης Ιανουαρίου (ΕΕ L 11, σ. 5), η Επιτροπή διέταξε να τεθούν προς πώληση, από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως, τον «ΑΙΜΑ», 33000 τόνοι περίπου παρθένου ελαιολάδου προερχόμενου από παρεμβάσεις της ελαιοκομικής περιόδου 1977/78, κατανεμημένου σε έξι παρτίδες 5500 τόνων περίπου έκαστη στην ορισμένη τιμή των 210000 ιταλικών λιρετών ανά 100 χιλιόγραμμα. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, το ελαιόλαδο που αγόρασε ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου είχε τεθεί επανειλημμένα προς πώληση με δημοπρασία, όμως μικρό μόνο μέρος του ελαιολάδου αυτού μπόρεσε να πωληθεί. Σύμφωνα πάντα με τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, η κατάσταση της αγοράς κατά την εποχή εκείνη εμφανιζόταν ευνοϊκή για την εκ νέου θέση προς πώληση των ελαίων αυτών, η δε παραγωγή ελαιολάδου κατά την περίοδο 1980-81 αναμενόταν μεγάλη. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθούν διαταραχές της κανονικής διαθέσεως της παραγωγής της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου, με τις αιτιολογικές σκέψεις κρίθηκε σκόπιμο να προβλεφθεί η υποχρέωση για τον αγοραστή να προβεί σε εξευγενισμό των ελαίων που θα αγοράσει ή να τα διαθέσει στο εμπόριο εκτός της ιταλικής και της ελληνικής αγοράς.
5
Ο προαναφερθείς κανονισμός προέβλεπε ότι η πώληση αρχίζει τη δεκάτη ημέρα μετά την τοιχοκόλληση της ανακοινώσεως της πωλήσεως και ότι η χορήγηση των παρτίδων πραγματοποιείται ανάλογα με τη σειρά καταθέσεως των αιτήσεων αγοράς μέχρι να εξαντληθούν οι παρτίδες. Σε περίπτωση αιτήσεων που έχουν κατατεθεί την ίδια ημέρα για την ίδια παρτίδα, ο ΑΙΜΑ ορίζει ως αγοραστή εκείνον που υπέβαλε αίτηση αγοράς για πολλές παρτίδες ή, άλλως, ορίζει τον αγοραστή με κλήρωση. Τέλος, το έλαιο έπρεπε να αποσύρεται κάθε τριάντα ημέρες, από της 15ης Μαρτίου 1981, σε ίσες δόσεις τουλάχιστον των 10 ο/ο και το πολύ των 20 ο/ο της αγορασθείσας ποσότητας. Για κάθε αποσυρόμενη δόση ελαίου, ο αγοραστής όφειλε να καταβάλει την τιμή αγοράς το αργότερο κατά τη λήξη του πέμπτου μήνα μετά την απόσυρση της σχετικής ποσότητας.
6
Από τις 2 Φεβρουαρίου 1981, πρώτη ημέρα κατά την οποία μπορούσαν να υποβληθούν οι αιτήσεις, εξήντα επιχειρήσεις υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις, η καθεμιά για το σύνολο των παρτίδων που είχαν τεθεί προς πώληση. Η διάθεση των παρτίδων καθυστέρησε, με τη συναίνεση της Επιτροπής, διότι ορισμένοι επιχειρηματίες αμφισβήτησαν το παραδεκτό των αιτήσεων που υπέβαλαν άλλες επιχειρήσεις. Έτσι, η κλήρωση που προέβλεπε ο κανονισμός έγινε μόλις την 1η Ιουνίου 1981, αναδεικνύοντας την προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση καθώς και πέντε άλλες επιχειρήσεις (προσφεύγουσες στην υπόθεση 232/81) καθεμιά από αυτές ως αγοράστρια μιας από τις έξι παρτίδες.
7
Στις 3 Αυγούστου 1981, η Επιτροπή θέσπισε τον πρώτο από τους κανονισμούς, την ακύρωση των οποίων ζητεί η προσφεύγουσα, δηλαδή τον κανονισμό 2238/81 ο οποίος καταργούσε, από 13ης Ιανουαρίου 1981, τον προαναφερθέντα κανονισμό 71/81. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2238/81η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η πραγματοποίηση της πωλήσεως καθυστέρησε λόγω της εξετάσεως των προαναφερθεισών ενστάσεων, αλλά ότι τελικώς, οι παρτίδες που είχαν τεθεί σε πώληση κατακυρώθηκαν σε ορισμένους από εκείνους που είχαν λάβει μέρος στο διαγωνισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 71/81. Περαιτέρω η Επιτροπή αναφέρει ότι «εν τω μεταξύ οι συνθήκες αγοράς ελαιολάδου εξελίχθηκαν κατά τρόπο που η πραγματοποίηση της πωλήσεως βάσει των όρων που αρχικά προεβλέποντο θα προκαλούσε σοβαρές διαταραχές στην εν λόγω αγορά ότι κυρίως θα ήταν δυνατόν να τεθούν σε εμπορία από τους εμπόρους αυτούς ποσότητες σε τιμές που θα απέκλειαν από την αγορά άλλους εμπόρους» και ότι, για το λόγο αυτό, «είναι απαραίτητο προς μέγιστο [ύψιστο] κοινωνικό [δημόσιο] συμφέρον να ακυρωθεί η εν λόγω πώληση». Τέλος, προβλεπόταν η λήψη παραλλήλων μέτρων προκειμένου να ληφθεί υπόψη η κατάσταση εκείνων από τους συμμετάσχοντες στο διαγωνισμό στους οποίους είχαν κατακυρωθεί οι παρτίδες.
8
Τα μέτρα αυτά θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 2239/81, της ιδίας ημέρας, που αποτελεί το δεύτερο από τους επίδικους κανονισμούς και δυνάμει του οποίου οι ποσότητες ελαιολάδου στις οποίες αναφέρεται ο κανονισμός 71/81 τέθηκαν προς πώληση με διαγωνισμό, κατανεμημένες σε έξι παρτίδες. Στην πώληση αυτή «συμμετέχουν μόνον οι υποβάλλοντες (αιτήσεις) που καθορίζονται σύμφωνα με ... κανονισμό 71/81». Το ελαιόλαδο έπρεπε να πωληθεί το βραδύτερο μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου και η απόσυρση κατά δόσεις των ποσοτήτων που θα αγοράζονταν έπρεπε να αρχίσει στις 15 Σεπτεμβρίου 1981. Ο αγοραστής είχε την υποχρέωση να καταβάλει την τιμή αγοράς για κάθε δόση ελαίου κατά τη στιγμή της απόσυρσης.
9
Κατόπιν αιτήσεως των προσφευγουσών στην υπόθεση 232/81, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε, με διάταξη της 21ης Αυγούστου 1981 (Συλλογή σ. 2193), τη μερική αναστολή εκτελέσεως του κανονισμού 2239/81, υπό την έννοια ιδίως ότι οι προσφεύγουσες δεν όφειλαν να καταβάλουν, για την παρτίδα που τους κατακυρώθηκε κατόπιν της προσφοράς τους, παρά εκείνο μόνο το μέρος του προ-σφερθέντος τιμήματος που αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο όφειλαν να καταβάλουν εις εκτέλεση της πωλήσεως που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του κανονισμού 71/81. Η καταβολή του επιπλέον ποσού ανεστάλη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ουσίας της προσφυγής.
Επί της προσφυγής ακυρώσεως των κανονισμών 2238 και 2239/81
Επί vov παραδεκτού νου εν λόγω αινήμανος
10
Η Επιτροπή διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό του αιτήματος αυτού της προσφυγής. Παρατηρεί ότι οι επίδικοι κανονισμοί έχουν γενικό και αφηρημένο περιεχόμενο και ότι, επομένως, δεν αφορούν άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω κανονισμών, ο ΑΙΜΑ δεν είχε ακόμα αποστείλει στην προσφεύγουσαέγγραφο κατακυρώσεως της εν λόγω παρτίδας. Μόνο το έγγραφο αυτό κατακυρώσεως θα είχε ολοκληρώσει τη διαδικασία πωλήσεως και θα είχε αναδείξει την προσφεύγουσα κυρία των παρτίδων.
11
Πρέπει σχετικά να υπογραμμιστεί ότι ο κανονισμός 71/81 καθόρισε, χωρίς καμία επιφύλαξη, όχι μόνο την τιμή και τις ποσότητες των εμπορευμάτων που θα ετίθεντο προς πώληση, αλλά επίσης και όλους τους άλλους όρους της πωλήσεως, ώστε να μην έχει αφήσει χώρο για συμπληρωματικές συμβατικές διατάξεις. Οι αιτήσεις αγοράς ήταν ανέκκλητες και ο κανονισμός προέβλεπε τον καθορισμό με κλήρωση των αγοραστών μεταξύ όλων εκείνων που είχαν υποβάλει αιτήσεις, χωρίς οι συνέπειες της κληρώσεως αυτής να εξαρτώνται από την αποστολή οποιουδήποτε «εγγράφου κατακυρώσεως». Επομένως, το βραδύτερο από την πραγματοποίηση της κληρώσεως η κατάσταση είχε διαμορφωθεί μεταξύ αγοραστή και πωλητή. Χωρίς να απαιτείται να επιλυθεί το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση της ικανότητας, είναι φανερό ότι κάθε παρέμβαση των κοινοτικών οργάνων που έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίσει τον ΑΙΜΑ να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του έναντι εκείνων από τους συμ-μετάσχοντες στο διαγωνισμό που αναδείχτηκαν με την κλήρωση, συνιστά χωρίς αμφιβολία πράξη που ενδιαφέρει τους τελευταίους κατά τρόπο άμεσο και ατομικό. Κατά συνέπεια η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
12
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θεσπίζοντας τους κανονισμούς 2238 και 2239/81 υπερέβη τις εξουσίες που της απονέμει η Συνθήκη και το παράγωγο δίκαιο περί οργανώσεως της εν λόγω αγοράς, προβλέποντας ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ενεργήσει παρά μόνο προκειμένου να προστατεύσει τον ανταγωνισμό στο στάδιο της παραγωγής και όχι στο στάδιο της εμπορίας. Εξάλλου, η Επιτροπή έκανε πεπλανημένη χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει: αφενός μεν, η εξέλιξη της αγοράς ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αφετέρου δε, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος διαταράξεως της αγοράς. Εξάλλου οι επίδικοι κανονισμοί παραβιάζουν το άρθρο 222 της Συνθήκης και τις γενικές αρχές περί της ασφαλείας δικαίου και, ιδίως, περί της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
13
Η Επιτροπή, ως μόνο λόγο που δικαιολογεί την αναδρομική κατάργηση του κανονισμού 71/81, επικαλείται το γεγονός ότι η εκτέλεση της πωλήσεως υπό τους όρους που προέβλεπε ο καταργηθείς κανονισμός θα προκαλούσε σοβαρές διαταραχές στην αγορά ελαιολάδου. Ισχυρίζεται, ότι κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο προαναφερθέντων κανονισμών, οι όροι της αγοράς μεταβλήθηκαν ριζικά. Αφενός μεν, η συγκομιδή 1980/81 ήταν κατά πολύ μικρότερη από τις προβλέψεις- αφετέρου δε, οι τιμές αυξήθηκαν πέρα από κάθε πρόβλεψη λόγω της μειώσεως της παραγωγής και των μικρών ποσοτήτων φωτιστικού ελαιολάδου που ήταν διαθέσιμες στην παγκόσμια αγορά, καθώς και λόγω της υποτιμήσεως της πράσινης λιρέτας.
14
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι όροι της πωλήσεως που ήταν ήδη ευνοϊκοί κατέστησαν υπέρμετρα ευνοϊκοί και έδιναν τη δυνατότητα σε μικρό αριθμό επιχειρηματιών όχι μόνο να πραγματοποιήσουν τεράστια κέρδη εις βάρος του ευρωπαίου φορολογούμενου, αλλά επίσης και τη δυνατότητα «να καθορίζουν το πότε θα βρέξει ή το πότε θα έχει ήλιο» στην αγορά ελαιολάδου της Ιταλίας, αποκλείοντας από την αγορά όλους τους άλλους επιχειρηματίες οι οποίοι δεν μπορούσαν να προμηθευτούν τον τύπο αυτό ελαιολάδου παρά μόνο υπό όρους πολύ λιγότερο ευνοϊκούς.
15
Ενόψει αυτών των επιχειρημάτων πρέπει πρώτα να υπογραμμιστεί ότι και μόνο ο αριθμός αιτήσεων αγοράς που υποβλήθηκαν την πρώτη ημέρα της θέσεως προς πώληση, έπρεπε να κάνει την Επιτροπή να καταλάβει ότι οι όροι πωλήσεως ήταν ηδη, από τότε, ιδιαίτερα ευνοϊκοί σε σχέση με τους συνήθεις όρους της αγοράς. Εξάλλου, τα μέσα παρακολουθήσεως της αγοράς που διαθέτει η Επιτροπή θα έπρεπε να της είχαν επιτρέψει να αναθεωρήσει τις προβλέψεις της ως προς τη συγκομιδή 1980/81 πολύ πριν από τη θέσπιση των επιδίκων κανονισμών.
16
Επιπλέον, από τις πληροφορίες που συγκέντρωσε το Δικαστήριο δεν προκύπτει καθόλου ότι οι αλλαγές για τις οποίες γίνεται λόγος είχαν χαρακτήρα τόσο ριζικό όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. 'Ετσι, ένας μάρτυρας, την αρμοδιότητα του οποίου αναγνώρισαν όλοι οι διάδικοι, διευκρίνισε ότι για την εν λόγω περίοδο δεν μπορεί να γίνει λόγος για πραγματική έλλειψη και ότι αγνοούσε την ύπαρξη καταστάσεως κατά την οποία οι βιομηχανίες εξευγενισμού να αντιμετώπισαν δυσκολίες για να προμηθευτούν φωτιστικό ελαιόλαδο. Σε ό,τι αφορά τις τιμές, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι παρατηρήθηκε αύξηση περίπου 15 ο/ο για το φωτιστικό ελαιόλαδο μεταξύ Οκτωβρίου 1980 και Οκτωβρίου 1981 και ότι η εξέλιξη αυτή έπρεπε να θεωρηθεί ως φυσιολογική, αν ληφθούν υπόψη οι εποχικές διακυμάνσεις, οι μηνιαίες αυξήσεις της τιμής παρεμβάσεως και η υποτίμηση της πράσινης λιρέτας, καθώς και ο πληθωρισμός στην Ιταλία.
17
Εξάλλου, η Επιτροπή δεν εξήγησε πώς είναι δυνατόν να διαταραχθεί μια αγορά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη προϊόντων και από ανοδική τάση των τιμών από μόνο το γεγονός της αφίξεως, σε κανονικά διαστήματα, συμπληρωματικής ποσότητας εμπορευμάτων που μπορούν να πωληθούν σε μικρότερες τιμές. Επίσης, η Επιτροπή δέχτηκε, ιδίως κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ότι διαταραχή που φοβόταν είχε περισσότερο έμμεσο χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι τα κέρδη που θα πραγματοποιούσαν οι επιχειρήσεις τις οποίες ευνόησε η κλήρωση θα τους επέτρεπε να καταλάβουν μέρος της αγοράς το οποίο δεν τους ανήκε, αποκλείοντας έτσι άλλους επιχειρηματίες από την ίδια αγορά.
18
Ως προς το θέμα αυτό, μόνο το γεγονός ότι οι όροι που καθόρισε η Επιτροπή για την πώληση των προϊόντων από τον εθνικό οργανισμό αποδείχτηκαν ευνοϊκοί, και μάλιστα εξαιρετικά ευνοϊκοί, για τους αγοραστές, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρεμβολή από την Επιτροπή εμποδίων στην εκτέλεση συμβάσεως που έχει συνάψει ο εν λόγω οργανισμός σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους. Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως των κερδών, πρέπει να υπομνηστεί ότι η ποσότητα που τέθηκε προς πώληση κατανεμήθηκε μεταξύ έξι ανεξαρτήτων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή δεν επιχείρησε καν να αποδείξει πώς και γιατί η μια ή η άλλη από τις εν λόγω επιχειρήσεις θα έκανε χρήση των κερδών που πέτυχε με τον τρόπο αυτό, με σκοπό ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από την αγορά άλλων επιχειρηματιών.
19
0 μοναδικός, επομένως, λόγος που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την κατάργηση του κανονισμού 71/81 είναι πεπλανημένος περί τα πράγματα. Κατά συνέπεια, και χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν, υπό άλλες περιστάσεις, η Επιτροπή θα είχε το δικαίωμα να καταργήσει αναδρομικώς τον εν λόγω κανονισμό και ποιες θα ήταν οι συνέπειες αυτής της καταργήσεως ως προς το δικαίωμα των επιχειρήσεων για αποζημίωση, πρέπει να ακυρωθεί ο κανονισμός 2238/81, που κατάργησε τον κανονισμό 71/81, και, κατά συνέπεια και ο κανονισμός 2239/81.
20
Ενόψει αυτού του ενδεχομένου, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 174, δεύτερη παράγραφος, κρίνοντας ότι η κατάργηση των προθεσμιών πιστώσεως που προέβλεπε ο κανονισμός 71/81 πρέπει να θεωρηθεί ως οριστική. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι προθεσμίες αυτές συντελούν στην περαιτέρω μείωση της πραγματικής τιμής, ενώ η ονομαστική τιμή είναι ήδη εξαιρετικά ευνοϊκή.
21
Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Οι εν λόγω προθεσμίες πιστώσεως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των όρων πωλήσεως που καθόριζε ο κανονισμός 71/81. Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να επιφυλαχθεί διαφορετική μεταχείριση στον όρο αυτό σε σχέση με τον όρο που αφορά την τιμή.
Επί της αιτήσεως αποζημιώσεως
22
Μετά την ακύρωση των κανονισμών 2238 και 2239/81, το αίτημα αποζημιώσεως που υποβλήθηκε επικουρικώς από την προσφεύγουσα έχασε το αντικείμενό του.
23
Σε ό,τι αφορά το αίτημα αποζημιώσεως που υποβλήθηκε συμπληρωματικώς, για την περίπτωση που η προσφυγή ακυρώσεως δεν θα αρκούσε να εξασφαλίσει στην προσφεύγουσα πλήρη επανόρθωση της προβαλλομένης ζημίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ακύρωση του κανονισμού 2238/81 έχει, καταρχήν, ως συνέπεια την πλήρη εκτέλεση της πωλήσεως, υπό τους όρους που προέβλεπε ο κανονισμός 71/81. Στην περίπτωση κατά την οποία ο ΑΙΜΑ δεν τηρήσει πλήρως τους όρους αυτούς, η προσφεύγουσα μπορεί να διεκδικήσει τα συμβατικά δικαιώματα της, κατά το εθνικό δίκαιο και, ενδεχομένως, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Μόνο, επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία η προσφεύγουσα μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη συμπληρωματικής ζημίας, μη συμβατικής φύσεως, θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
24
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται πράγματι ότι υπέστη σημαντική εμπορική ζημία λόγω της αβεβαιότητας που υπήρχε ως προς την τιμή που έπρεπε να καταβάλει τελικά για το ελαιόλαδο, δεν απέδειξε, όμως, την αντικειμενική υπόσταση τέτοιας ζημίας.
25
Κατά συνέπεια, το αίτημα αποζημιώσεως που υπέβαλε συμπληρωματικώς η προσφεύγουσα πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε καθόσον αφορά τους ουσιωδέστερους ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τον κανονισμό 2238/81 της Επιτροπής, της 3ης Αυγούστου 1981, περί καταργήσεως του κανονισμού 71/81 περί της θσεως σε πώληση ελαιόλαδου που ευρίσκεται στην κατοχή του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως.
2)
Ακυρώνει τον κανονισμό 2239/81 της Επιτροπής, της 3ης Αυγούστου 1981, περί θέσεως εκ νέου προς πώληση με διαγωνισμό του ελαιολάδου που ευρίσκεται στην κατοχή του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως.
3)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Due
Κακούρης
Everling
Galmot
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Ο. Due
Full & Egal Universal Law Academy