Στην υπόθεση 280/81,
Christiane Hoffmann, μόνιμη υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Ispra, εκπροσωπούμενη από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Jacques Delraoly, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της σιωπηρής αποφάσεως της Επιτροπής να μη προαγάγει την προσφεύγουσα, καθώς και αίτημα για την επιδίκαση αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέ- σεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Η Christiane Hoffmann, γερμανίδα υπήκοος προσελήφθη στην Επιτροπή της ΕΚΑΕ ως γραμματέας, από 1ης Οκτωβρίου 1960 και τοποθετήθηκε στη βιβλιοθήκη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (στο εξής Κέντρο), στο Ispra.
Αφού μονιμοποιήθηκε ως γραμματέας στο βαθμό C 3, με απόφαση της Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 1963, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1962, έλαβε άδεια άνευ αποδοχών διάρκειας ενός έτους, από τις 13 Ιανουαρίου 1964, που παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1965.
Κατόπιν αιτήσεως της, η Hoffmann επανεντάχθηκε, με απόφαση του διευθυντή του Κέντρου του ιδρύματος Ispra, της 8ης Νοεμβρίου 1965, σε θέση γραμματέα στε- νοδακτυλογράφου στην υπηρεσία "Βιβλιοθήκη και τεκμηρίωση" από 16 Νοεμβρίου 1965.
Με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1966, η Hoffmann ονομάστηκε, αναδρομικώς από 1ης Σεπτεμβρίου, δόκιμη υπάλληλος στο βαθμό Β 5 και τοποθετήθηκε σε θέση τεχνικού υπαλλήλου (βιβλιοθηκάριου)- με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1967 μονιμοποιήθηκε αναδρομικώς από 1ης Μαρτίου 1967 και με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1971 προήχθη, χωρίς να μεταβληθούν τα καθήκοντα της, στο βαθμό Β 4, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1970.
Οι ισχύουσες από 1ης Ιανουαρίου 1977 γενικές διατάξεις εφαρμογής που έχει θεσπίσει η Επιτροπή, όσον αφορά τη διαδικασία προαγωγής του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις για την έρευνα προβλέπουν ιδίως τη συγκρότηση δύο πρωτοβάθμιων και μιας δευτεροβάθμιας επιτροπής προαγωγών εκπροσωπήσεως, στις οποίες έχει ανατεθεί η κατάρτιση των σχεδίων των πινάκων των υπαλλήλων που συγκεντρώνουν τις κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προϋποθέσεις αρχαιότητας και που κρίνονται ως οι πλέον άξιοι προαγωγής, κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων όλων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής κατά την 31η Δεκεμβρίου του τρέχοντος έτους καθώς και των αντίστοιχων εκθέσεων κρίσεως και βάσει των αποτελεσμάτων μιας προπαρασκευαστικής εξετάσεως που γίνεται επί βάσεως ίσης εκπροσωπήσεως στο πλαίσιο καθεμιάς από τις εγκαταστάσεις του Κέντρου και κάθε προγράμματος ή δράσεως εκ των έμμεσων δράσεων. Τα σχέδια πινάκων των υπαλλήλων που κρίνονται ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα από τη δευτεροβάθμια επιτροπή διαβιβάζονται στις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές που καταρτίζουν τους οριστικούς πίνακες' μόνο οι υπάλληλοι που εγγράφονται στους πίνακεςαυτούς μπορούν να προαχθούν.
Όταν πληροφορήθηκε, το Σεπτέμβριο 1980 ότι δεν είχε περιληφθεί στο σχέδιο πίνακος των προτεινομένων για προαγωγή υπαλλήλων ενώ θεωρούσε ότι είχε σειρά προαγωγής, η Hoffmann απηύθυνε υπηρεσιακά σημειώματα, στις 12 Σεπτεμβρίου 1980 προς τον πρόεδρο της τοπικής επιτροπής προσωπικού, στις 13 Νοεμβρίου 1980 και 21 Ιανουαρίου 1981 προς το γενικό διευθυντή διοικήσεως και προσωπικού, πρόεδρο της δευτεροβάθμιας επιτροπής προαγωγών και στις 21 Ιανουαρίου 1981, προς τον προϊστάμενο του τμήματος για τα διοικητικά θέματα.
Τα διαβήματα αυτά δεν απέδωσαν και στις 19 Μαρτίου 1981, η Hoffmann υπέβαλε διά του δικηγόρου της, στο γενικό διευθυντή, αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ένσταση, στηριζόμενη κυρίως στο ότι οι διάφορες επιτροπές, λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των τίτλων της, δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι ήταν υποψήφια για προαγωγή στο βαθμό Β 3, ενώ δέχτηκαν ως υποψήφια για προαγωγή μια συνάδελφο, την G. της οποίας οι τίτλοι εκτιμήθηκαν επίσης εσφαλμένα αλλά κατά την αντίστροφη έννοια.
Η Επιτροπή δεν απάντησε ρητώς επί της ενστάσεως αυτής, την οποία ακολούθησε η κατάθεση ολόκληρου του σχετικού φακέλου.
II — Έγγραφη διαδικασία
Η Hoffmann άσκησε στις 26 Οκτωβρίου 1981 την παρούσα προσφυγή κατά της αρνητικής αποφάσεως που θεωρείται ότι προκύπτει από τη σιωπή της Επιτροπής.
Η έγγραφη διαδικασία διεξάχθηκε ομαλά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως οι διάδικοι κλήθηκαν, κατά τη συζήτηση, να απαντήσουν σε δύο ερωτήσεις.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η προοφεύγονσα^ύ από το Δικαστήριο:
α)
να κηρύξει άκυρες και χωρίς έννομο αποτέλεσμα:
—
την απόφαση των οργάνων τα οποία αναφέρονται στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί της διαδικασίας προαγωγής του αμειβομένου από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικού, η οποία συνίσταται στο να μη προταθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή η εγγραφή την προσφεύγουσας στο σχέδιο πίνακα που προβλέπεται στο άρθρο 7 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων
—
την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να μη περιλάβει την προσφεύγουσα στον πίνακα που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, των διατάξεων
—
όλες και καθεμία από τις πράξεις τόσον προγενέστερες όσον και μεταγενέστερες, οι οποίες αναφέρονται στην εν λόγω διαδικασία προαγωγής, περιλαμβανομένων και των γενομένων προαγωγών καθόσον δύνανται να εμποδίσουν την αποκατάσταση της προσφεύγουσας, και ιδίως την προαγωγή της G. ·
6)
σωρευτικώς ή επικουρικώς
κρίνοντας κατά πλήρη δικαιοδοσία να υποχρεώσει την αντίδικο να καταβάλει για την ηθική βλάβη και υλική ζημία εν συνόλω, αποζημίωση ποσού βελγικών φράγκων που θα καθορίσει το Δικαστήριο ex aequo et bono ενδεχομένως δε και τόκους επί του ποσού αυτού, τους οποίους το Δικαστήριο θα θεωρήσει ως συνήθεις, από 19. 3. 1981
γ)
να καταδικάσει την αντίδικο στα δικαστικά και άλλα έξοδα της δίκης.
Η Επιτροπή ζψεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
6)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων που προβλήθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία
Α — Ως προς το παραοεκτό της προσφυγής
Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλει νομοτύπως ένσταση απαραδέκτου, παρατηρεί ότι το δικόγραφο της προσφυγής πρωτοκολλήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1981, ενώ βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των ΕΚ έπρεπε να έχει πρωτοκολληθεί το αργότερο μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 1981: δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας κατατέθηκε στις 19 Μαρτίου 1981, η σιωπηρή απορριπτική απόφαση από την οποία αρχίζει η τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, τοποθετείται στις 19 Ιουλίου 1981.
Η προσφεύγουσα δεν λαμβάνει θέση επί του σημείου αυτού.
Β — Επί της ουσίας
Η προσφεύγουσα στηρίζει την προσφυγή της στο ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες εκτίμησαν εσφαλμένα τους αντίστοιχους τίτλους και τα προσόντα των υποψήφιων για προαγωγή υπαλλήλων εξάλλου η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας στερούνται βάσεως.
1. Ως προς την εκτίμηση των τίτλων και των προσόντων των υποψηφίων
Η προσφεύγουσα προβάλλει κατά των επιδίκων αποφάσεων το ότι στηρίζονται σε σκέψεις και πραγματικά περιστατικά εσφαλμένα, ανακριβή ή που ερμηνεύτηκαν κατά τρόπο ανακριβή.
α)
Ούτε οι υπηρεσίες που, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί της διαδικασίας προαγωγής του αμειβόμενου από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικού, έχουν καθήκον να υποβάλουν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τον πίνακα των υπαλλήλων οι οποίοι έχουν τα περισσότερα προσόντα για να τύχουν προαγωγής ούτε η ίδια η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εκτίμησαν ορθά ότι οι σπουδές βιβλιοθηκονομίας της προσφεύγουσας ήταν ανώτερες από κάθε πλευρά σαφώς κατωτέρου επιπέδου σπουδών της G., υπαλλήλου που τη συναγωνιζόταν άμεσα.
Η διαφορά αυτή προκύπτει σαφώς από μια βεβαίωση της «Bayerische Beamtenfachhochscliule — Fachbereich Archiv- und Bibliothekswesen» της 23ης Οκτωρίου 1980' από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ότι το δίπλωμα της προσφεύγουσας ισοδυναμεί με πανεπιστημιακό δίπλωμα μηχανικού και μπορεί στο μέλλον να εξομοιωθεί με δίπλωμα μηχανικού που έτυχε ανώτατης τεχνικής εκπαιδεύσεως. Αντιθέτως, οι σπουδές της G. δεν της επιτρέπουν καν να θεωρηθεί ως εγκεκριμένη βιβλιοθηκονόμος — τεκμηριωτής είναι δε μικρότερης διάρκειας και κατά πολύ κατωτέρου από όλες τις πλευρές επιπέδου των σπουδών της προσφεύγουσας.
6)
Κάθε διαδικασία προαγωγής, εφόσον οι θέσεις που μπορούν να πληρωθούν είναι λιγότερες από τους προακτέους υπαλλήλους, συνεπάγεται κατ'ανάγκη «συναγωνισμό» μεταξύ των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων, ο πίνακας των οποίων πρέπει να υποβάλλεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι παράξενο το ότι η προσφεύγουσα θεωρεί ότι βρισκόταν σε άμεσο συναγωνισμό με μια άλλη βιβλιοθηκονόμο και όχι γενικά με όλους τους άλλους υπαλλήλους του βαθμού Β 4.
Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την προσφεύγουσα να ζητήσει την ακύρωση όλων των πράξεων, προγενεστέρων και μεταγενεστέρων που αφορούν την επίδικη διαδικασία προαγωγής.
γ)
Η προσφεύγουσα δεν ισχυρίζεται καθόλου ότι έπρεπε να προτιμηθεί για προαγωγή έναντι της G., αλλά ότι μια διαδικασία προαγωγής στο πλαίσιο της οποίας ούτε οι υπηρεσίες που προβλέπουν οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις ούτε η ίδια η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έλαβαν υπόψη όλα τα προσόντα των προακτέων υπαλλήλων ούτε όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, αποτελεί μη κανονική διαδικασία· πρέπει συνεπώς να υποστεί τον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν επιδιώκει ούτε τη διεξαγωγή διαδικασίας «προαγωγής βάσει τίτλων».
Ζητεί να ληφθούν υπόψη τα προσόντα της, μεταξύ των οποίων η κατοχή σημαντικού διπλώματος, ύστερα από επίπονες σπουδές ενόψει των οποίων μάλιστα χρειάστηκε να ζητήσει άδεια άνευ αποδοχών.
Δεν ισχυρίζεται καν ότι η κατοχή ενός τέτοιου διπλώματος αποτελεί κατ'ανάγκη το αποφασιστικό στοιχείο για την επιλογή της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής αλλά ότι πρόκειται για στοιχείο το οποίο έπρεπε να λάβει υπόψη η αρχή αυτή προκειμένου να αποφασίσει κατά τη μία ή κατά την άλλη έννοια. Όμως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και οι προπαρασκευαστικές υπηρεσίες δεν το έλαβαν υπόψη' αυτό ακριβώς προσάπτεται στην Επιτροπή.
Το γεγονός ότι τα διπλώματα, τη σημασία των οποίων εκτίμησε κακώς η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αποκτήθηκαν πριν από 15 έτη δεν μεταβάλλει καθόλου την κατάσταση.
δ)
Η Επιτροπή αναφέρει τη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δική του κρίση στις υποκειμενικές εκτιμήσεις της διοικήσεως· όμως, αυτό επιδιώκει να πράξει η ίδια προδικάζοντας την απόφαση των προπαρασκευαστικών υπηρεσιών και της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.
ε)
Δεν αρκεί να ισχυρίζεται η Επιτροπή ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έλαβαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία· οφείλει και να το αποδείξει.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει βεβαίως διακριτική ευχέρεια· πρέπει όμως να δίνει εξηγήσεις όσον αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο σχηματίζει την πεποίθηση της, έστω και κατά διακριτική ευχέρεια, καθώς και τα στοιχεία τα οποία λαμβάνει υπόψη.
Εν προκειμένω όμως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν εξέτασε το εν λόγω δίπλωμα και το πιστοποιητικό ικανότητας ή, αν τα εξέτασε, δεν αντιλήφθηκε τη διαφορά ως προς το επίπεδο των τίτλων αυτών άρα, έλαβε την απόφαση της βάσει στοιχείων ατελών ή εν πάση περιπτώσει που ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα.
Αυτό αρκεί για να καταστήσει άκυρες έναντι της προσφεύγουσας, τις αποφάσεις περί προαγωγής αφενός, περί μη προαγωγής αφετέρου.
Κατά την Επιτροπή, ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι νόμω και ουσία αβάσιμος.
α)
Η ίδια η διατύπωση του μαρτυρεί κακή εκτίμηση των αρχών που διέπουν τη διαδικασία προαγωγών.
Οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις στηρίζονται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, των υπαλλήλων, σύμφωνα με το οποίο η προαγωγή
«... γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει ένα ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο 6α9μό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν υπάρχει ούτε στο επίπεδο των επιτροπών προαγωγής ούτε στο επίπεδο της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ιδιαίτερος «συναγωνισμός» μεταξύ των προακτέων υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια διοικητική μονάδα· τα όργανα αυτά προβαίνουν σε συγκριτική εξέταση των προσόντων όλων των προακτέων υπαλλήλων χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το αν ανήκουν σε συγκεκριμένη διοικητική μονάδα. Η προαγωγή της G. δεν εμποδίζει «καθόλου» την προαγωγή της προσφεύγουσας.
Επομένως, η σύγκριση που κάνει η προσφεύγουσα μεταξύ του επιπέδου του διπλώματος της και του διπλώματος της G. στερείται ενδιαφέροντος: ούτε οι υπηρεσίες που ασχολούνται με τις προαγωγές ούτε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή όφειλαν να προβούν ειδικά στην εξέταση των τίτλων των δύο αυτών υπαλλήλων.
6)
Εν πάση περιπτώσει, από τη σύγκριση δεν προκύπτει καθόλου ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να προαχθεί κατά προτίμηση αντί της G.
Το μόνο επιχείρημα που προβάλλει η προσφεύγουσα αφορά το επίπεδο των διπλωμάτων της σε σύγκριση με τα διπλώματα της G. Όμως, δεν επρόκειτο καθόλου για ένα είδος «προαγωγής βάσει τίτλων» αλλά για προαγωγές αποκλειστικά κατ' επιλογή, βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και των σχετικών εκτελεστικών διατάξεων, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς. Το επίπεδο του διπλώματος ενός υπαλλήλου δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για την εκτίμηση των προσόντων του σε περίπτωση προαγωγής, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, το δίπλωμα αποκτήθηκε πριν από 15 έτη και όταν, λοιπόν, οι υπηρεσίες που ασχολούνται με τις προαγωγές έχουν στη διάθεση τους πολυάριθμα στοιχεία εκτιμήσεως μεταγενέστερα του διπλώματος αυτού.
γ)
Σημειωτέον, τελείως επικουρικώς, ότι ναι μεν το δίπλωμα της G. είναι πράγματι κατώτερο του διπλώματος της προσφεύγουσας πλην όμως και το ένα και το άλλο δίνουν πρόσβαση στην κατηγορία Β και αποκτήθηκαν το 1965, δηλαδή 15 έτη πριν από την επίδικη διαδικασία προαγωγής.
Κατά την εκτίμηση των προσόντων των προακτέων υπαλλήλων, οι υπηρεσίες που ασχολούνται με τις προαγωγές λαμβάνουν υπόψη όλα τα στοιχεία που προκύπτουν τόσο από τους ατομικούς φακέλους όσο και από τις κρίσεις των ιεραρχικώς προϊσταμένων των υπαλλήλων για τους οποίους πρόκειται· μεταξύ όλων των στοιχείων αυτών, το επίπεδο ενός διπλώματος που αποκτήθηκε πριν από 15 έτη και το οποίο γνώριζαν οι υπηρεσίες που ασχολούνται με τις προαγωγές δεν αποτελεί πρωταρχικό ούτε καν σημαντικό στοιχείο.
Η εκτίμηση των διαφόρων αυτών στοιχείων και η σημασία καθενός ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια των υπηρεσιών που ασχολούνται με τις προαγωγές, ορθώς δε το Δικαστήριο αρνήθηκε επανειλημμένα να υποκαταστήσει την κρίση του, όσον αφορά τις προαγωγές, στις υποκειμενικές εκτιμήσεις της διοικήσεως.
δ)
Κακώς η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι αρμόδιες αρχές δεν εκτίμησαν το επίπεδο του διπλώματος της και του διπλώματος της G.
ε)
Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα απέκτησε το δίπλωμα της 15 έτη πριν από την επίδικη διαδικασία προαγωγής δεν στερείται σημασίας.
Με την απόκτηση του διπλώματος αυτού, η προσφεύγουσα, που ανήκε μέχρι τότε στην κατηγορία C και ασκούσε καθήκοντα γραμματέως, μπόρεσε κυρίως να προαχθεί στην κατηγορία Β.
Αντιθέτως, κατά την εκτίμηση των προσόντων της προσφεύγουσας ενόψει ενδεχομένης προαγωγής στα πλαίσιο της χρήσεως 1980, οι αρμόδιες αρχές όφειλαν, προπαντός, να λάβουν υπόψη τα προσόντα της όπως φαίνονται από την άσκηση των καθηκόντων της κατά τα τελευταία έτη.
Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, οι υπηρεσίες που ασχολούνται με τις προαγωγές έκριναν, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τους αναγνωρίζεται, ότι τα προσόντα της Hoffmann δεν δικαιολογούσαν την εγγραφή της στον πίνακα των υπαλλήλων «που κρίνονται ότι διαθέτουν τα περισσότερα προσόντα» για να τύχουν προαγωγής στο 6αθμό Β 3.
Η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων που έγινε κατ' αυτό τον τρόπο φέρει το στίγμα προφανούς πραγματικής πλάνης.
2. Ως προς το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
Η προοφεύγουσα προβάλλει, με την απάντηση της, ένα πρόσθετο λόγο ακυρώσεως, αρυόμενο από τη μη τήρηση των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
α)
Η προβολή αυτού του νέου λόγου ακυρώσεως επιτρέπεται βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας: ο λόγος αυτός στηρίζεται σε έγγραφα των οποίων η προσφεύγουσα έλαβε γνώση μόλις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
6)
Η ομάδα ίσης εκπροσωπήσεως που προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, σε περίπτωση προαγωγών («υπηρεσία Ο») κατάρτισε πίνακα προακτέων χωρίς να αποδεικνύεται ότι εξέτασε τις σχετικές εκθέσεις και τους ατομικούς φακέλους του, πράγμα που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια συγκριτική, πλήρη και επί ίσης βάσεως εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων.
—
Η πρωτοβάθμια επιτροπή προαγωγών δεν προέβη στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των προακτέων υπαλλήλων, των ατομικών τους φακέλων και των σχετικών εκθέσεων.
—
Από καμιά διάταξη των πρακτικών της συνόδου τους της 27ης Νοεμβρίου 1980 δεν προκύπτει ότι οι γενικοί διευθυντές που κατάρτισαν τον οριστικό πίνακα των προακτέων υπαλλήλων είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν τους ατομικούς φακέλους και ήταν επομένως τελείως και εξίσου για όλους πληροφορημένοι.
γ)
Οι διάφορες υπηρεσίες που επιτελούν προπαρασκευαστικό έργο όφειλαν οι ίδιες να προβούν κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στην αρμόδια yta τους διορισμούς αρχή και αντιστοίχως στις διάφορες «υπηρεσίες» έχει ως αντίβαρο την υποχρέωση να γίνεται «συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς». Στο σημείο αυτό όμως δεν προκύπτει ότι το «δευτεροβάθμιο» όργανο τήρησε τις απαιτήσεις που συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή θεωρεί απαράδεκτο αυτόν το δεύτερο λόγο ακυρώσεως και εν πάση περιπτώσει αβάσιμο.
α)
Η προβολή του προσκρούει στο άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.
6)
Ο λόγος ακυρώσεως, ανατοποθετούμενος στο πλαίσιο των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας προαγωγής στερείται ερείσματος και στα τρία σκέλη του.
—
Η διαδικασία που διέπεται από τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί της διαδικασίας προαγωγής του αμειβόμενου από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικού αρχίζει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, με τη σύνοδο στο πλαίσιο κάθε εγκαταστάσεως του Κέντρου και κάθε προγράμματος ή δράσεως που εντάσσεται στις «έμμεσες δράσεις» μιας ομάδας ίσης εκπροσωπήσεως που έχει ως καθήκον να προβαίνει στην προκαταρκτική εξέταση των προσόντων όλων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής. Η ομάδα αυτή που αποκαλείται «όργανο Ο» που συστήθηκε εν προκειμένω στο πλαίσιο της εγκαταστάσεως του Κέντρου της Ispra συνήλθε στις 4 Σεπτεμβρίου 1980 και δεν περιέλαβε την προσφεύγουσα στον πίνακα των υπαλλήλων που θα προτείνονταν για προαγωγή στο βαθμό Β 3.
Η ομάδα πραγματοποίησε την προπαρασκευαστική εξέταση αφού διαπίστωσε ότι «οι μετέχοντες στη σύνοδο είχαν στη διάθεση τους όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, συγκεκριμένα, λεπτομερείς πίνακες των προτάσεων για προσαγωγές και απονομές πρόσθετων κλιμακίων, καθώς και φακέλους που περιείχαν τα σχετικά δικαιολογητικά για τον καθένα». Εξάλλου, από νομικής πλευράς πρέπει να σημειωθεί ότι η προπαρασκευαστική εξέταση στην οποία προβαίνει η επιτροπή ad hoc δεν ανήκει στην κατά κυριολεξία διαδικασία προαγωγής.
—
Η πρωτοβάθμια επιτροπή προαγωγών συνήλθε στις 25 Σεπτεμβρίου 1980 και αφού προέβη στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων αποφάσισε να περιλάβει στο σχέδιο πίνακα των υπαλλήλων που κρίνονται ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα για προαγωγή στο βαθμό Β 3 δώδεκα υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων δεν περιελήφθη η προσφεύγουσα. Από τα πρακτικά των εργασιών της προκύπτει ότι η εν λόγω επιτροπή είχε πράγματι στη διάθεση της τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
—
Η δευτεροβάθμια επιτροπή προαγωγών, αρμόδια για όλο το αμειβόμενο από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικό συνήλθε στις 19 Νοεμβρίου 1980, προκειμένου να καταρτίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις των πρωτοβάθμιων επιτροπών, τα σχέδια πινάκων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που είχαν τα περισσότερα προσόντα· η επιτροπή αυτή πρότεινε δέκα υπαλλήλους για προαγωγή στο βαθμό Β 3.
—
Σύμφωνα με το άρθρο 7 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, τα διάφορα σχέδια πινάκων διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές. Με απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1980, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατάρτισε τον «πίνακα των υπαλλήλων που κρίνονται ότι διαθέτουν τα περισσότερα προσόντα για να τύχουν προαγωγής στον επόμενο βαθμό της σταδιοδρομίας ...» όσον αφορά τις προαγωγές στο βαθμό Β 3, στον πίνακα αυτόν υπήρχαν δέκα ονόματα. Όπως προκύπτει από την κοινή απόφαση του γενικού διευθυντή του Κέντρου και του διευθυντή προσωπικού περί καταρτίσεως του πίνακα οι ανωτέρω «είχαν τη δυνατότητα να συμβουλευτούν τους ατομικούς φακέλους όλων των μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων που μπορούσαν να τύχουν προαγωγής». Οι αρχές αυτές δεν είχαν την υποχρέωση να προβούν στην εξέταση των ατομικών φακέλων.
Η υποχρέωση αυτή δεν προκύπτει καθόλου από τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί της διαδικασίας προαγωγής· αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές, κατ' εφαρμογή του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, θεσπίζουν ένα σύστημα δυνάμει του οποίου, της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής περί καταρτίσεως του «πίνακα των υπαλλήλων που κρίνονται ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα ...» προηγούνται, προετοιμάζοντας την, οι εργασίες των οργάνων που ασχολούνται με τις προαγωγές, τα οποία απαρτίζονται κατά το ήμισυ από αντιπροσώπους του προσωπικού, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η λεπτομερής και επί ίσης βάσεως εξέταση των προσόντων των προακτέων υπαλλήλων και η τήρηση των επιταγών του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
3. Ως προς τα αιτήματα της προσφυγής
Η Επιτροπή θεωρεί τελείως επικουρικά, στην περίπτωση που η προσφυγή κριθεί βάσιμη, ότι δεν συντρέχει λόγος ακυρώσεως όλων των αποφάσεων περί προαγωγών στο βαθμό Β 3 που έγιναν βάσει της επίδικης διαδικασίας η ακύρωση αυτή θα προκαλούσε στους προαχθέντες υπαλλήλους δυσανάλογη ζημία σε σχέση με τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα.
Επίσης, η ακύρωση της αποφάσεως περί προαγωγής της G., για το λόγο ότι έχει τοποθετηθεί στην ίδια διοικητική μονάδα με την προσφεύγουσα θα ήταν αυθαίρετη.
Η προοφεύγουοα παρατηρεί ότι το αιτητικό της προσφυγής της αναφέρεται στην ακύρωση ολόκληρης της διαδικασίας, προγενέστερης και μεταγενέστερης, κατά το ότι της προκαλεί βλάβη, περιλαμβανομένων και όλων των προαγωγών, εφόσον παρίσταται αναγκαίο.
Αν όμως η ακύρωση που ζητείται κατά κύριο λόγο αποτελεί υπερβολικό μέτρο το Δικαστήριο καλείται να ακυρώσει μόνο την προαγωγής της G., η οποία εμποδίζει την προαγωγή της προσφεύγουσας ή να καταδικάσει την Επιτροπή να καταβάλει στην προσφεύγουσα αποζημίωση.
Ως προς το ζήτημα αν ενδείκνυται κάποια ακύρωση ή η επιδίκαση αποζημιώσεως στην προσφεύγουσα ή η λήψη και των δύο αυτών μέτρων συγχρόνως, η προσφεύγουσα επικαλείται το αξίωμα «jura novit curia».
V — Προφορική διαδικασία
Η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από τον Slusny και η καθής εκπροσωπούμενη από τον Jacob, αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1982.
Όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, οι διάδικοι συμφώνησαν για το ότι, αφενός η ένσταση της προσφεύγουσας ασκήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα έλαβε γνώση των επίδικων αποφάσεων περί προαγωγής μόλις στις 19 Δεκεμβρίου 1980 και αφετέρου, ότι και η προσφυγή ασκήθηκε εντός την προθεσμίας του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού, λαμβανομένης υπόψη της παρεκτάσεως λόγω αποστάσεως, των 10ημερών που ορίζεται, για την Ιταλία, στο παράρτημα II του κανονισμού διαδικασίας.
Η προσφεύγουσα διατυπώνει κατά της Επιτροπής την αιτίαση ότι δεν προσκόμισε ορισμένα έγγραφα.
Επί της ουσίας, οι διάδικοι επανέλαδαν και διευκρίνισαν τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν κατά τη διάρκεια της γραπτής διαδικασίας.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Οκτωβρίου 1981, η Christiane Hoffmann, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βαθμό Β 4, τοποθετημένη ως τεχνική υπάλληλος (βιβλιοθηκάριος) στην υπηρεσία Βιβλιοθήκη και Τεκμηρίωση του Κοινού Κέντρου Ερευνών, στο Ispra, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να την προαγάγει στο βαθμό Β 3. Παραλλήλως ή επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί την επιδίκαση αποζημιώσεως.
2
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το 1980η προσφεύγουσα συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις για να τύχει προαγωγής στο βαθμό Β 3, όπως και 121 άλλοι μόνιμοι υπάλληλοι, αμειβόμενοι από τις πιστώσεις για την έρευνα, ενώ οι δυνατότητες του προϋπολογισμού περιορίζονταν σε 9 θέσεις. Η προσφεύγουσα δεν περιελήφθη στους προακτέους ούτε από τις επιτροπές προαγωγών, που προβλέπουν οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί της διαδικασίας προαγωγής του αμειβόμενου από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικού, τις οποίες θέσπισε η Επιτροπή και ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 1977, ούτε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή η οποία, στις 19 Νοεμβρίου 1980, εξέδωσε απόφαση για όλες τις προαγωγές, σύμφωνα με τις προτάσεις των εν λόγω επιτροπών.
3
Αφού απηύθυνε διάφορα υπηρεσιακά σημειώματα στα πρόσωπα που μετέχουν στη διαδικασία προαγωγής και υπέβαλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ένσταση βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, στην οποία δεν δόθηκε συνέχεια, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή που στηριζόταν, αρχικά σε ένα μοναδικό λόγο ακυρώσεως αρυόμενο από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά τον οποίο και οι επιτροπές που προετοιμάζουν τους πίνακες προαγωγών και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν εκτίμησαν προσηκόντως τους τίτλους και τα προσόντα της προσφεύγουσας και, συγκεκριμένα, την αξία του διπλώματος βιβλιοθηκονομίας που είχε αποκτήσει, σε σχέση ιδίως με μια άλλη υποψήφια, τοποθετημένη, όπως και η ίδια, σε υπηρεσία βιβλιοθήκης, της οποίας όμως το δίπλωμα ήταν σαφώς κατωτέρου επιπέδου από το δικό της.
4
Μετά την κατάθεση από την Επιτροπή, ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως της, των πρακτικών των διαφόρων επιτροπών προαγωγών και του πλήρους κειμένου της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η προσφεύγουσα, με την απάντηση της, συμπλήρωσε τα επιχειρήματα της προβάλλοντας ότι οι εν λόγω επιτροπές, όπως και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, δεν τήρησαν την υποχρέωση που είχαν να εξετάσουν επιμελώς τον ατομικό της φάκελο ούτε το φάκελο των άλλων υποψηφίων, αντίθετα προς τις απαιτήσεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που προβλέπει «συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων». Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι οι επιτροπές και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχαν, πράγματι, στη διάθεση τους τους ατομικούς φακέλους αλλά δεν αποδεικνύεται ότι τους συμβουλεύτηκαν με την αναγκαία επιμέλεια, πράγμα που εξηγεί την αδικία που διαπράχτηκε εις βάρος της προσφεύγουσας.
5
Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα επισύρουν τις ακόλουθες παρατηρήσεις, χωρίς να συντρέχει λόγος να εξεταστεί η αντίρρηση της Επιτροπής όσον αφορά το όψιμο των νέων επιχειρημάτων που προβάλλονται με την απάντηση.
6
Από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι σχετικά με τις εργασίες των επιτροπών προαγωγής και τις συνθήκες υπό τις οποίες ελήφθη η επίδικη απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία προαγωγής τηρήθηκαν οι κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και οι εσωτερικές διατάξεις που ισχύουν εν προκειμένω.
7
Η παρεμβολή, στη διαδικασία προαγωγής, πολλών επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως, ο έλεγχος των αποφάσεων της πρωτοβάθμιας επιτροπής από μια δευτεροβάθμια, πριν από κάθε απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η δυνατότητα των ενδιαφερομένων υπαλλήλων να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στους υπεύθυνους για τη διενέργεια της εν λόγω διαδικασίας, δυνατότητας της οποίας έκανε χρήση η προσφεύγουσα, παρέχουν σε κάθε ενδιαφερόμενο την εγγύηση ότι τα προσωπικά του προσόντα εξετάζονται λεπτομερώς και αντικειμενικά και συγκρίνονται με τα προσόντα των άλλων υποψηφίων. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι επιτροπές προαγωγής όπως και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχαν στη διάθεση τους τους ατομικούς φακέλους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. Αντιθέτως, θα ήταν υπερβολικό να απαιτείται, να δικαιολογούν οι επιτροπές αυτές, καθώς και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, τη χρήση που κάνουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, των στοιχείων που έχουν στη διάθεση τους.
8
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε καμιά σοβαρή ένδειξη για το ότι οι επιτροπές προαγωγής ή αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επηρεάστηκαν από σκέψεις ξένες προς τη στάθμιση των προσόντων των υποψηφίων και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
9
Όσον αφορά το λόγο ακυρώσεως ότι συγκριτικά δεν αναγνωρίστηκε η πραγματική αξία του διπλώματος της προσφεύγουσας, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτού του είδους οι σκέψεις έχουν ενδεχομένως σημασία στην πρόσληψη των υπαλλήλων, στη μονιμοποίηση τους, ιδίως δε στην ανακατάταξη, όπως συνέβη με την προσφεύγουσα όταν διορίστηκε στο βαθμό Β, στις 3 Οκτωβρίου 1966. Αντιθέτως, όσον αφορά τις μεταγενέστερες προαγωγές, λαμβάνονται υπόψη άλλοι παράγοντες για τη σύγκριση των προσόντων των προακτέων υπαλλήλων και, ιδίως, το γενικό επίπεδο των υπηρεσιών που έχουν παράσχει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
10
Από τα ανωτέρω έπεται ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να διαμαρτύρεται επειδή, μεταξύ των υπαλλήλων που επιλέχτηκαν για προαγωγή περιλαμβάνεται άτομο, το δίπλωμα του οποίου ήταν, κατά τη γνώμη της, κατωτέρου επιπέδου από το δικό της. Εκτός της αμφισβητήσεως αυτής όσον αφορά συγκριτικά την αξία των διπλωμάτων, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε καμιά ένδειξη για το ότι η απόφαση των αρμόδιων οργάνων νοθεύτηκε από σκέψεις ξένες προς τα κριτήρια των άρθρων 5 και 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
11
Άρα, η προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή είναι απορριπτέα. Η απόρριψη της συνεπάγεται και την απόρριψη των αιτημάτων περί επιδικάσεως αποζημιώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
12
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Pescatore
Due
Bahlmann
Κρίθηκε και δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαρτίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Ρ. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy