Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Αλιεία — Διατήρηση τών θαλασσίων πόρων — Αρμοδιότης τής ΕΟΚ — Μή άσκηση κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου η οποία ορίσθη από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως — Προσωρινή αρμοδιότης τών κρατών μελών — Προϋποθέσεις ασκήσεως
( Πράξη προσχωρήσεως τής 22 . 1 . 1972 , άρθρο 102· ψήφισμα τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 )
2 . Αλιεία — Διατήρηση τών θαλασσίων πόρων — Αρμοδιότης τής ΕΟΚ — Μή άσκηση κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου η οποία ορίσθη από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως — Προσωρινή αρμοδιότης τών κρατών μελών — Μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως πού ελήφθησαν από κράτος μέλος συμφώνως πρός τή διαδικασία πού ορίσθη από τό ψήφισμα τής Χάγης — Καθορισμός συνολικής ποσοστώσεως αλιευμάτων , η οποία κατανέμεται μεταξύ ορισμένων κρατών μελών — Μέτρο αναγκαίο καί αντικειμενικώς δικαιολογημένο — Αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων — Παραβίαση — Δέν υφίσταται — Προϋποθέσεις
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 7· πράξη προσχωρήσεως τής 22 . 1 . 1972 , άρθρο 102· κανονισμός 101/76 τού Συμβουλίου , άρθρα 1 καί 2· ψήφισμα τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 , παράρτημα VI )
Περίληψη
1 . Τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως έτασσε νέα μεταβατική περίοδο , κατά τήν οποία τό Συμβούλιο ώφειλε νά λάβει τά αναγκαία μέτρα διατηρήσεως . Κατά τήν διάρκεια τής περιόδου αυτής καί εφ’ οσον τό Συμβούλιο δέν ειχε ασκήσει τήν αρμοδιότητά του , απέκειτο στά κράτη μέλη , οσον αφορά τίς υπαγό μενες στήν δικαιοδοσία τους θαλάσσιες ζώνες , νά λάβουν τά αναγκαία μέτρα διατηρήσεως , πρός τό κοινό συμφέρον καί τηρώντας τούς κανόνες ουσίας καί διαδικασίας τού κοινοτικού δικαίου , ιδίως εκείνους τού ψηφίσματος τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 .
2 . Εφ’ οσον η Κοινότης δέν ήσκησε τήν αρμοδιότητά της οσον αφορά τήν λήψη μέτρων διατηρήσεως τών βιολογικών πόρων τής θαλάσσης , ενα μέτρο διατηρήσεως καί διαχειρίσεως πού ελήφθη από κράτος μέλος κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου πού εξέπνευσε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 , τό οποίο απεφασίσθη σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται από τό ψήφισμα τού Συμβουλίου τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 καί πού αποσκοπούσε στόν καθορισμό μιάς συνολικής ποσοστώσεως αλιευμάτων , τήν οποία κατένειμε μεταξύ ορισμένων κρατών μελών , δέν δύναται νά θεωρηθεί ως αντίθετο πρός τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων τού άρθρου 7 τής συνθήκης καί τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 άν πρόκειται γιά μέτρο διατηρήσεως πού ανταπεκρίνετο σέ αποδεδειγμένη ανάγκη , η οποία υφίστατο στήν εν λόγω ζώνη , καί άν τό μέτρο εδικαιολογείτο από αντικειμενικούς λόγους πού αποσκοπούσαν στήν προστασία τών αναγκών τού ενδιαφερομένου παράκτιου πληθυσμού καί στήν διατήρηση μιάς καταστάσεως , η οποία ειχε δημιουργηθεί προσωρινά στήν εν λόγω ζώνη .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 287/81 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Oestre Landsret πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
ANKLAGEMYNDIGHEDEN ( εισαγγελικής αρχής )
καί
JACK NOBLE KERR ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί τής ερμηνείας τού άρθρου 7 τής συνθήκης καί τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 τού Συμβουλίου , τής 19ης Ιανουαρίου 1976 , περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τής αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ ., 04/001 , σ . 61 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ έγγραφο τής 29ης Οκτωβρίου 1981 πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 5 Νοεμβρίου 1981 , ο πρόεδρος τού 16ου τμήματος τού Oestre Landsret , εν συνεχεία διατάξεως τού ιδίου τμήματος τής 18ης Ιουνίου 1981 , υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα επί τής ερμηνείας τού άρθρου 7 τής συνθήκης καί τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 τού Συμβουλίου , τής 19ης Ιανουαρίου 1976 , περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τής αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ ., 04/001 , σ . 61 ).
2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά τού Noble Kerr , πλοιάρχου ενός βρετανικού αλιευτικού σκάφους , λόγω παραβάσεως τής δανικής υπουργικής αποφάσεως 88 , τής 10ης Μαρτίου 1978 , περί περιορισμού τών αλιευμάτων στήν ζώνη αλιείας ανοικτά τής Γροιλανδίας γιά τό 1978 . Η απόφαση αυτή καθορίζει ποσοστώσεις αλιευμάτων γιά ορισμένα είδη ιχθύων σέ ορισμένους τομείς τής ζώνης αλιείας τής Γροιλανδίας .
3 Η ανωτέρω απόφαση ελήφθη κατ’ εφαρμογή τού νόμου 413 τής 13ης Ιουνίου 1973 γιά τήν Γροιλανδία , περί αλιείας , αλιευμάτων καί θήρας πού ασκούνται κατ’ επάγγελμα , οπως ετροποποιήθη μέ τόν νόμο 624 τής 22ας Δεκεμβρίου 1976 , ο οποίος ορίζει ιδίως οτι η θαλάσσια αλιεία πού ασκείται πρός οικονομική εκμετάλλευση ανοικτά τής Γροιλανδίας εντός ορίου 200 ναυτικών μιλίων από τίς γραμμές βάσεως , οπως καθορίζονται από τόν υπουργό γροιλανδικών υποθέσεων , ασκείται μόνον από πρόσωπα καί εταιρίες πού έχουν μέ τήν Γροιλανδία στενούς καί σαφώς καθορισμένους δεσμούς ( άρθρο 1 ). Γενική παρέκκλιση από τόν ως άνω κανόνα εφαρμόζεται πάντως οταν αλλοδαποί υπήκοοι απολαύουν στήν Γροιλανδία ορισμένων δικαιωμάτων δυνάμει διεθνών συμφωνιών ( άρθρο 11 ). Εξ άλλου χωρεί παρέκκλιση από τόν κανόνα αυτό οταν οι αρχές τό θεωρούν αναγκαίο γιά τήν ανάπτυξη τού τομέως τής αλιείας στήν Γροιλανδία ή οταν πρέπει νά επιτραπεί στά πρόσωπα καί στίς εταιρίες , πού ήδη καλύπτονται από προγενέστερες νομοθετικές διατάξεις , νά εξακολουθήσουν τίς αλιευτικές δραστηριότητές τους καί νά χρησιμοποιούν πρός τούτο πλοία νηολογημένα σέ άλλες περιοχές τού βασιλείου .
4 Τό άρθρο 4 τού νόμου προβλέπει οτι ο υπουργός γροιλανδικών υποθέσεων ή οι πρός τούτο εξουσιοδοτούμενες από αυτόν τοπικές αρχές δύνανται νά λάβουν μέτρα γιά τήν προστασία ορισμένων ειδών ζώων καί ιχθύων . Η διάταξη αυτή παραθέτει παραδείγματα τέτοιων μέτρων διατηρήσεως , ιδίως τόν περιορισμό καί τήν κατανομή τών αλιευμάτων , ειδικότερα τήν εθνική κατανομή τών ποσοστώσεων καί τών αλιευτικών δραστηριοτήτων .
5 Τό άρθρο 5 τής αποφάσεως 88 ορίζει οτι τά αλιεύματα γαρίδων εκτός τών αβαθών πού περιβάλλουν τήν ακτή στούς τομείς 0 + 1 , οι οποίοι ορίζονται από τήν διεθνή σύμβαση περί αλιείας στόν βορειοδυτικό Ατλαντικό , δέν δύνανται νά υπερβούν τούς 40 000 τόννους καί οτι τά αλιεύματα στήν περιοχή αλιείας ανοικτά τών δυτικών ακτών τής Γροιλανδίας δέν δύνανται νά υπερβούν τούς 35 000 τόννους .
6 Από τόν συνδυασμό τών διατάξεων τού άρθρου 8 καί τού παραρτήματος ΙΙ τής αποφάσεως προκύπτει οτι οι ποσότητες γαρίδων πού δύνανται νά αλιευθούν στήν ζώνη αλιείας ανοικτά τής Γροιλανδίας ηταν κατανεμημένες σέ ποσοστώσεις αλιευμάτων πού ειχαν χορηγηθεί στήν Γροιλανδία , τήν Δανία , τήν Γαλλία καί τίς νήσους Φερόε . Τό άρθρο 10 προβλέπει προειδοποίηση ή πρόστιμο σέ περίπτωση παραβάσεως τών ως άνω διατάξεων , καθώς καί τήν κατάσχεση τού αλιευτικού υλικού καί τών αλιευμάτων .
7 Κατόπιν ελέγχου τών εγγράφων τού πλοίου , στίς 16 Ιουνίου 1978 , στήν θαλάσσια ζώνη τής Γροιλανδίας πού ευρίσκεται μεταξύ 12 καί 200 ναυτικών μιλίων από τίς γραμμές βάσεως τής Γροιλανδίας , ο Noble Kerr κατεδικάσθη από τό Landsret τής Γροιλανδίας λόγω παραβάσεως τής ως άνω δανικής νομοθεσίας σέ πρόστιμο 100 000 κορονών καθώς καί σέ κατάσχεση 41 150 κορονών πού αντιστοιχούν στήν αξία τών αλιευθεισών γαρίδων . Ο παραβάτης καί η εισαγγελική αρχή ήσκησαν αμφότεροι έφεση κατά τής ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον τού Oestre Landsret .
8 Πρέπει νά διευκρινισθεί οτι ο πλοίαρχος Kerr ηταν κάτοχος αδείας πού ειχε εκδοθεί στίς 14 Απριλίου 1978 από τό βρετανικό υπουργείο αλιείας , μέ τήν οποία επετρέπετο στό σκάφος νά αλιεύσει , από τής 6ης Ιουνίου 1978 , 475 τόννους γαρίδων στούς ως άνω τομείς 0-1 .
9 Μέ τή σκέψη οτι μία απόφαση τού Δικαστηρίου τού ηταν αναγκαία γιά νά »αποφανθεί επί τού ζητήματος άν συμβιβάζεται η δανική απόφαση 88 πρός τό κοινοτικό δίκαιο , τό Oestre Landsret υπέβαλε τά ακόλουθα ερωτήματα :
«1 . Ειναι σύμφωνο πρός τίς διατάξεις τής συνθήκης περί ιδρύσεως τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος , ιδίως πρός τό άρθρο 7 , τό γεγονός οτι ενα κράτος μέλος κατένειμε κατά τό 1978 μέ εθνικά μέτρα αλιείας τό σύνολο τών επιτρεπομένων αλιευμάτων γιά ενα ορισμένο ειδος σέ μία συγκεκριμένη ζώνη , καθορισμένη εντός τής περιοχής αλιείας τού κράτους , βάσει τής αλιείας πού ειχε διενεργηθεί μέχρι τότε γιά αυτό τό ειδος στήν ίδια ζώνη , κατά τρόπο ωστε στά κράτη μέλη πού ειχαν συμμετάσχει στήν αλιεία πρίν από τήν έναρξη τής ισχύος τών εν λόγω διατάξεων εχορηγήθη ποσόστωση αλιευμάτων , ενώ τά αλιευτικά τών άλλων κρατών μελών απεκλείσθησαν από τήν διενέργεια αλιείας ;
2 . Τό γεγονός οτι ενα κράτος μέλος κατένειμε κατά τό 1978 μέ εθνικά μέτρα αλιείας τό σύνολο τών επιτρεπομένων αλιευμάτων γιά ενα ορισμένο ειδος σέ μία συγκεκριμένη ζώνη , καθορισμένη εντός τής περιοχής αλιείας τού κράτους , βάσει τής αλιείας πού ειχε διενεργηθεί μέχρι τότε γιά αυτό τό ειδος στήν ίδια ζώνη , κατά τρόπο ωστε στά κράτη μέλη πού ειχαν συμμετάσχει στήν αλιεία πρίν από τήν έναρξη τής ισχύος τών εν λόγω διατάξεων εχορηγήθη ποσόστωση αλιευμάτων , ενώ τά αλιευτικά τών άλλων κρατών μελών απεκλείσθησαν από τήν διενέργεια αλιείας , αντίκειται πρός τίς διατάξεις τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) 101/76 τού Συμβουλίου , τής 19ης Ιανουαρίου 1976 , περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τής αλιείας;»
10 Τό άρθρο 7 τής συνθήκης ορίζει οτι εντός τού πεδίου εφαρμογής της καί μέ τήν επιφύλαξη τών ειδικών διατάξεών της , απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας .
11 Τό άρθρο 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 τού Συμβουλίου , τής 19ης Ιανουαρίου 1976 , περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τής αλιείας ( ΕΕ , ειδ . έκδ ., 04/001 , σ . 61 ), ορίζει οτι τό σύστημα τό εφαρμοζόμενο από κάθε κράτος μέλος στήν άσκηση τής αλιείας στά θαλάσσια υδατα τά οποία υπάγονται στήν κυριαρχία ή τήν δικαιοδοσία του δέν δύναται νά προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι άλλων κρατών μελών . Τά κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως τήν ισότητα τών ορων προσβάσεως καί εκμεταλλεύσεως τών αποθεμάτων πού ευρίσκονται στά εν λόγω υδατα σέ ολα τά αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός τών κρατών μελών πού ειναι νηολογημένα στό έδαφος τής Κοινότητος .
12 Ο κατηγορούμενος , υποστηριζόμενος εν προκειμένω από τίς κυβερνήσεις τού Ηνωμένου Βασιλείου καί τών Κάτω Χωρών , θεωρεί οτι τά μέτρα πού ελήφθησαν από τό βασίλειο τής Δανίας παραβιάζουν τίς ανωτέρω διατάξεις καί ειναι συνεπώς ασυμβίβαστα πρός τό κοινοτικό δίκαιο . Δέν αμφισβητεί τό δικαίωμα ενός κράτους μέλους , κατά τό χρόνο τών σχετικών περιστατικών , δηλαδή πρό τής εκπνοής τής προθεσμίας πού τάσσεται από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , νά λαμβάνει μέτρα διατηρήσεως στόν τομέα τής αλιείας , αλλά θεωρεί οτι μέτρα , οπως τά επίμαχα , υπερβαίνουν τήν αρμοδιότητα τών κρατών μελών . Έστω καί άν ο καθορισμός ενός συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων TAC γιά ορισμένα είδη αποτελεί αναγκαίο μέτρο διατηρήσεως , δέν ειναι απαραίτητη η εφαρμογή ενός τέτοιου ανωτάτου ορίου αλιευμάτων βάσει ποσοστώσεων επιβαλλομένων από τό παράκτιο κράτος .
13 Η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει οτι ενα τέτοιο μέτρο δέν ειναι νόμιμο , δεδομένου οτι θά αρκούσαν μέτρα μή εισάγοντα διακρίσεις γιά τήν επίτευξη τού ιδίου αποτελέσματος , δηλαδή τού περιορισμού τού συνόλου τών αλιευμάτων μέχρις ενός ορισμένου αριθμού . Θά ηταν επί παραδείγματι δυνατό νά επιτραπεί στά αλιευτικά σκάφη ολων τών κρατών μελών νά αλιεύουν μέχρις εξαντλήσεως τού TAC ή νά καθιερωθεί ενα σύστημα αδειών προσιτό στούς αλιείς ολων τών κρατών μελών .
14 Η κυβέρνηση τών Κάτω Χωρών υποστηρίζει οτι η κατανομή ποσοστώσεων πού διενεργείται από παράκτιο κράτος δέν δύναται νά θεωρηθεί ως αναγκαίο μέτρο προστασίας . Αυτό αποτελεί μάλλον καθήκον τού κράτους μέλους τού οποίου τήν σημαία φέρει τό πλοίο , ο δέ έλεγχος καί η τήρηση τών μέτρων αυτών πρέπει επίσης νά εξασφαλίζεται από τό κράτος μέλος τήν σημαία τού οποίου φέρει τό πλοίο .
15 Πρέπει νά υπομνησθεί οτι τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως τού 1972 ορίζει οτι τό αργότερο από τό εκτο έτος μετά τήν προσχώρηση , δηλαδή στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο , προτάσει τής Επιτροπής καθορίζει τούς ορους ασκήσεως αλιευτικών δραστηριοτήτων γιά νά εξασφαλίσει τήν προστασία τών αλιευτικών αποθεμάτων καί τήν διατήρηση τών βιολογικών πόρων τής θαλάσσης .
16 Πρέπει επί πλέον νά υπομνησθεί οτι τό Συμβούλιο εθέσπισε στήν Χάγη , στίς 3 Νοεμβρίου 1976 , ψήφισμα μέ τό οποίο συνεφωνείτο οτι τά κράτη μέλη , μέ συντονισμένες ενέργειες , θά επεξέτειναν από 1ης Ιανουαρίου 1977 στά 200 μίλια τά ορια τών ζωνών αλιείας τους πού περιβάλλουν τίς ακτές τής Βορείου Θαλάσσης καί τού βορείου Ατλαντικού καί οτι από τής ανωτέρω ημερομηνίας , η εκμετάλλευση από αλιευτικά πλοία τρίτων χωρών τών αλιευτικών πόρων πού ευρίσκονται εντός τών ζωνών αυτών θά διείπετο από συμφωνίες μεταξύ τής Κοινότητος καί τών ενδιαφερομένων τρίτων χωρών . Κατόπιν τού ψηφίσματος αυτού , τό βασίλειο τής Δανίας προέβη στήν εν λόγω επέκταση .
17 Τό Δικαστήριο εδέχθη επανειλημμένα οτι τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως έτασσε νέα μεταβατική περίοδο , κατά τήν οποία τό Συμβούλιο ώφειλε νά λάβει τά αναγκαία μέτρα διατηρήσεως . Κατά τήν διάρκεια τής περιόδου αυτής καί εφ’ οσον τό Συμβούλιο δέν ειχε ασκήσει τήν αρμοδιότητά του , απέκειτο στά κράτη μέλη , οσον αφορά τίς υπαγόμενες στήν δικαιοδοσία τους θαλάσσιες ζώνες , νά λάβουν τά αναγκαία μέτρα διατηρήσεως , πρός τό κοινό συμφέρον καί τηρώντας τούς κανόνες ουσίας καί διαδικασίας τού κοινοτικού δικαίου , ιδίως εκείνους τού ψηφίσματος τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 .
18 Μέ τό ως άνω ψήφισμα , τό Συμβούλιο ενέκρινε ( παράρτημα VI τού ψηφίσματος ) δήλωση τής Επιτροπής πού έχει τό ακόλουθο περιεχόμενο :
«Εν ανομονή τής εφαρμογής τών υπό επεξεργασία κοινοτικών μέτρων γιά τήν διατήρηση τών αλιευτικών πόρων , τά κράτη μέλη δέν λαμβάνουν μονομερώς μέτρα διατηρήσεως τών αλιευτικών πόρων .
Πάντως , εάν δέν επιτευχθεί συμφωνία στά πλαίσια τών διεθνών επιτροπών αλιείας γιά τό έτος 1977 καί εάν κατόπιν δέν καταστεί δυνατό νά ληφθούν αμέσως αυτοτελή κοινοτικά μέτρα , τά κράτη μέλη θά δύνανται νά λάβουν , προληπτικά καί κατά τρόπο μή εισάγοντα διακρίσεις , τά κατάλληλα μέτρα γιά τήν εξασφάλιση τής προστασίας τών αλιευτικών πόρων πού ευρίσκονται στίς ζώνες αλιείας , οι οποίες περιβάλλουν τίς ακτές τους .
Πρό τής θεσπίσεως τών ως άνω μέτρων , τό ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ζητεί τήν έγκριση τής Επιτροπής , τήν οποία οφείλει νά συμβουλεύεται καθ’ ολα τά στάδια τής διαδικασίας .
Τέτοια μέτρα πού ενδεχομένως θά ελαμβάνοντο , δέν προδικάζουν τίς κατευθυντήριες γραμμές πού θά θεσπισθούν γιά τήν εφαρμογή τών διατάξεων κοινοτικού χαρακτήρος οσον αφορά τήν διατήρηση τών αλιευτικών πόρων.»
19 Επί πλέον , κατά τήν σύνοδο τής 30ής καί 31ης Ιανουαρίου 1978 , τό Συμβούλιο προέβη στήν ακόλουθη δήλωση :
«Τό Συμβούλιο ενέκρινε τήν ανακοίνωση τής Επιτροπής , κατά τήν οποία , ελλείψει κοινού συστήματος , εθνικά μέτρα δύνανται νά ληφθούν μόνον κατά τό μέτρο πού ειναι απολύτως αναγκαία γιά τήν διατήρηση καί τήν διαχείριση τών αλιευτικών πόρων , δέν εισάγουν διακρίσεις , ειναι σύμφωνα μέ τήν συνθήκη καί λαμβάνονται μετά από έγκριση τής Επιτροπής.»
20 Τό πρόβλημα πού τίθεται εν προκειμένω ειναι άν κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου , κατά τήν άσκηση τής αρμοδιότητός τους οσον αφορά τήν «διατήρηση καί διαχείριση» , τά κράτη μέλη ηδύναντο όχι μόνο νά προβαίνουν στόν καθορισμό TAC γιά ορισμένα είδη στίς υπαγόμενες στήν δικαιοδοσία τους ζώνες , αλλά επί πλέον νά προβαίνουν σέ κατανομή μεταξύ τών κρατών μελών , περιορίζοντας τήν κατανομή αυτή σέ ορισμένα κράτη μέλη .
21 Μέ τήν απόφαση τής 14ης Ιουλίου 1976 ( Kramer , υποθέσεις 3 , 4 καί 6/76 , Recueil σ . 1279 ), τό Δικαστήριο εδέχθη οτι η Κοινότης διαθέτει , στό εσωτερικό πεδίο , εξουσία λήψεως οιωνδήποτε μέτρων πού αποσκοπούν στήν διατήρηση τών βιολογικών πόρων τής θαλάσσης καί πού περιλαμβάνουν τόν καθορισμό ποσοστώσεων αλιευμάτων καί τήν κατανομή τους μεταξύ τών διαφόρων κρατών μελών .
22 Πρέπει επίσης νά γίνει δεκτό οτι τά κράτη μέλη ειχαν κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου , η οποία εξέπνευσε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 , τήν ίδια εξουσία καθορισμού καί κατανομής τών ποσοστώσεων εφ’ οσον τό Συμβούλιο δέν ειχε ασκήσει τήν εν λόγω αρμοδιότητα . Ελλείψει μέτρων ληφθέντων επί κοινής βάσεως , τά οποία θά ειχαν επιτρέψει τήν ανάθεση τής ευθύνης στό κράτος μέλος τού οποίου τήν σημαία φέρει τό πλοίο , τό παράκτιο κράτος ευρίσκετο στήν πλέον κατάλληλη θέση γιά νά εκτιμήσει τά στοιχεία πού επιτρέπουν τόν καθορισμό μιάς συνολικής ποσοστώσεως αλιευμάτων γιά τά διάφορα είδη καί τήν κατανομή της μεταξύ τών διαφόρων κρατών μελών .
23 Όσον αφορά τόν καθορισμό τού TAC , δέν αμφισβητείται οτι τό συγκεκριμένο TAC ηταν σύμφωνο μέ τήν σύσταση τής επιτροπής πού ειχε ιδρυθεί από τήν διεθνή σύμβαση αλιείας τού βορειοδυτικού Ατλαντικού καί οτι συνιστούσε πρόσφορο μέτρο διατηρήσεως .
24 Όσον αφορά τήν κατανομή τού TAC , πρέπει κατ’ αρχάς νά υπομνησθεί οτι η χορηγηθείσα στίς νήσους Φερόε ποσόστωση ειναι αποτέλεσμα , οπως συνάγεται από τόν κανονισμό 1848/78 τού Συμβουλίου , τής 25ης Ιουλίου 1978 ( JO L 211 , σ . 6 ), μιάς συμφωνίας-πλαισίου περί αλιείας πού υπεγράφη μεταξύ τής Κοινότητας αφ’ ενός καί τής δανικής κυβερνήσεως καί τής τοπικής κυβερνήσεως τών νήσων Φερόε αφ’ ετέρου , καί διαβουλεύσεων πού επραγματοποιήθησαν μεταξύ τών μερών .
25 Τά πλεονεκτήματα πού παρεχωρήθησαν στούς αλιείς τών νήσων αυτών ησαν τό αντιστάθμισμα τών δικαιωμάτων αλιείας άλλων ειδών πού εχορηγήθησαν στούς αλιείς τής Κοινότητος στήν θαλάσσια ζώνη τήν υπαγομένη στήν δικαιοδοσία τών νήσων Φερόε , ποσοστώσεις τίς οποίες τό Συμβούλιο κατένειμε μεταξύ ορισμένων κρατών μελών στό πλαίσιο τής κοινής πολιτικής , ιδίως γιά νά αντισταθμίσει τήν απώλεια τής δυνατότητος αλιείας στά υδατα τρίτων χωρών , οπως συνάγεται από τόν κανονισμό 1846/78 τού Συμβουλίου , τής 25ης Ιουλίου 1978 , ( JO L 211 , σ . 1 ).
26 Η διαθέσιμη ποσότης γαρίδων πού περιελάμβανε η συνιστωμένη ποσόστωση αλιευμάτων , μετά τήν αφαίρεση τού τμήματος πού εχορηγείτο στίς νήσους Φερόε , δέν ηταν αρκετή γιά νά επιτρέψει κατανομή πού θά έδινε σέ κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ποσόστωση αποδοτικά εκμεταλλεύσιμη . Υπό τίς συνθήκες αυτές , η Δανία αποφάσισε νά κατανείμει τήν διαθέσιμη ποσόστωση μόνον σέ δύο κράτη μέλη . Έτσι , εχορήγησε στήν Γροιλανδία , οπου ο εντόπιος πληθυσμός εξαρτάται ιδιαιτέρως από τήν αλιεία στά εν λόγω υδατα , τήν μεγαλύτερη ποσότητα ( δηλαδή 15 245 τόννους ) καί κατένειμε τό υπόλοιπο μεταξύ τής Γαλλίας ( 692 τόννοι ) καί τής Δανίας ( 2 900 τόννοι ), ακολουθώντας τίς προτάσεις περί κατανομής γιά τό 1978 πού η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ειχε υποβάλει στό Συμβούλιο τόν Οκτώβριο τού 1977 . Εχορήγησε έτσι ποσόστωση αλιευμάτων μόνον στά κράτη μέλη πού ειχαν ασκήσει τήν αλιεία γαρίδας στήν εν λόγω ζώνη πρό τού τέλους τού 1976 .
27 Σημειωτέον τέλος οτι τό σχέδιο τών δανικών μέτρων ειχε υποβληθεί εγκαίρως στήν Επιτροπή καί οτι η δανική κυβέρνηση ειχε ζητήσει τήν έγκρισή του σύμφωνα μέ τίς απαιτήσεις πού απέρρεαν τότε από τό ψήφισμα τής Χάγης .
28 Η απάντηση στά υποβληθέντα από τό Oestre Landsret ερωτήματα πρέπει νά επιτρέψει στό εθνικό δικαστήριο νά αποφανθεί άν τό δανικό μέτρο πού εισήχθη υπό τίς ανωτέρω περιγραφείσες συνθήκες , ειναι σύμφωνο πρός τόν κανόνα τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων πού διατυπώνεται στό άρθρο 7 τής συνθήκης καί εξειδικεύεται στά άρθρα 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 .
29 Εν όψει τής απαντήσεως αυτής , πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη οτι η δανική κυβέρνηση ευρίσκεται ενώπιον τής ανάγκης λήψεως ενός προστατευτικού μέτρου πού νά ειναι συγχρόνως αποτελεσματικό καί εφαρμόσιμο , εντός περιορισμένης θαλασσίας ζώνης υπαγομένης στήν άμεση αρμοδιότητά της . Γιά τόν καθορισμό τού μέτρου αυτού έλαβε υπ’ όψη τίς προτάσεις πού ειχαν υποβληθεί τότε από τήν Επιτροπή γιά τήν συνολική έκταση τών υδάτων πού υπήγοντο στήν δικαιοδοσία τών κρατών μελών καί ενεπνέοντο από μία συνολική ισορροπία μεταξύ τών ενδιαφερόντων τών αλιέων τών κρατών μελών . Ετήρησε τήν διαδικασία τής προηγουμένης διαβουλεύσεως πού προεβλέπετο στό ψήφισμα τής Χάγης .
30 Η εξέταση τής εφαρμοσθείσης μεθόδου καταδεικνύει οτι οι δανικές αρχές προέβησαν στήν κατανομή αυτή σύμφωνα μέ αντικειμενικά κριτήρια , λαμβάνοντας υπ’ όψη αφ’ ενός τίς ανάγκες τού παράκτιου πληθυσμού καί αφ’ ετέρου τήν διατήρηση μιάς καταστάσεως πού ειχε δημιουργηθεί προσωρινά στήν εν λόγω ζώνη , έστω καί άν η ανακάλυψη καί εκμετάλλευση τής εν λόγω αλιευτικής ζώνης ηταν ακόμη πρόσφατες .
31 Υπό τίς συνθήκες αυτές καί λαμβανομένης υπ’ όψη τής νομικής καταστάσεως κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου , δέν ειναι δυνατόν νά θεωρηθεί η κατανομή τής ποσοστώσεως αλιευμάτων πού απορρέει από τό μέτρο πού ελήφθη από τίς δανικές αρχές οτι συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας , αντίθετη πρός τό άρθρο 7 τής συνθήκης καί πρός τίς διατάξεις τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 .
32 Η απάντηση επομένως στό υποβληθέν ερώτημα ειναι οτι εφ’ οσον η Κοινότης δέν ήσκησε τήν αρμοδιότητά της οσον αφορά τήν λήψη μέτρων διατηρήσεως τών βιολογικών πόρων τής θαλάσσης , ενα μέτρο διατηρήσεως καί διαχειρίσεως πού ελήφθη από κράτος μέλος κατά τή διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου πού εξέπνευσε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 , τό οποίο απεφασίσθη σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται από τό ψήφισμα τού Συμβουλίου τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 καί πού αποσκοπούσε στόν καθορισμό μιάς συνολικής ποσοστώσεων αλιευμάτων , τήν οποία κατένειμε μεταξύ ορισμένων κρατών μελών , δέν δύναται νά θεωρηθεί ως αντίθετο πρός τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων τού άρθρο 7 τής συνθήκης καί τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 άν πρόκειται γιά μέτρο διατηρήσεως πού ανταπεκρίνετο σέ αποδεδειγμένη ανάγκη , η οποία υφίστατο στήν εν λόγω ζώνη , καί άν τό μέτρο εδικαιολογείτο από αντικειμενικούς λόγους πού αποσκοπούσαν στήν προστασία τών αναγκών τού ενδιαφερομένου παράκτιου πληθυσμού καί στήν διατήρηση μιάς καταστάσεως η οποία ειχε δημιουργηθεί προσωρινά στήν εν λόγω ζώνη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
33 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν οι κυβερνήσεις τού βασιλείου τής Δανίας , τής Γαλλικής Δημοκρατίας , τού βασιλείου τών Κάτω Χωρών καί τού Ηνωμένου Βασιλείου , καθώς καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ έγγραφο τής 29ης Οκτωβρίου 1981 τό Oestre Landsret , αποφαίνεται :
«Εφ’ οσον η Κοινότης δέν ήσκησε τήν αρμοδιότητά της οσον αφορά τήν λήψη μέτρων διατηρήσεως τών βιολογικών πόρων τής θαλάσσης , ενα μέτρο διατηρήσεως καί διαχειρίσεως πού ελήφθη από κράτος μέλος κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου πού εξέπνευσε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 , τό οποίο απεφασίσθη σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται από τό ψήφισμα τού Συμβουλίου τής Χάγης τής 3ης Νοεμβρίου 1976 καί πού αποσκοπούσε στόν καθορισμό μιάς συνολικής ποσοστώσεως αλιευμάτων , τήν οποία κατένειμε μεταξύ ορισμένων κρατών μελών , δέν δύναται νά θεωρηθεί ως αντίθετο πρός τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων τού άρθρου 7 τής συνθήκης καί τών άρθρων 1 καί 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 101/76 άν πρόκειται γιά μέτρο διατηρήσεως πού ανταπεκρίνετο σέ αποδεδειγμένη ανάγκη , η οποία υφίστατο στήν εν λόγω ζώνη , καί άν τό μέτρο εδικαιολογείτο από αντικειμενικούς λόγους πού αποσκοπούσαν στήν προστασία τών αναγκών τού ενδιαφερομένου παράκτιου πληθυσμού καί στήν διατήρηση μιάς καταστάσεως , η οποία ειχε δημιουργηθεί προσωρινά στήν εν λόγω ζώνη.»
Full & Egal Universal Law Academy