Στην υπόθεση 295/81,
πού έχει ὡς ἀντικείμενο αίτηση τοῦ Bundesfinanzhof τῆς Όμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας πρός τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν ὁποία ζητείται, στό πλαίσιο τῆς διαφορᾶς πού εκκρεμεί ενώπιον τοῦ αἰτοῦντος δικαστηρίου μεταξύ
International Flavors and Fragrances IFF (Deutschland) GmbH, Reeser Straße 60, Emmerich,
καί
Hauptzollamt [Κεντρικοῦ Τελωνείου] Bad Reichenhall,
ἡ έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως ὡς πρός την εἑμηνεία τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ γενικοῦ κανόνος 2α γιά την ἑρμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοτνοῦ δασμολογίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο ἀπό τους Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: Sir Gordon Slynn
γραμματεύς: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ εξέλιξη τῆς διαδικασίας καί οἱ παρατηρήσεις πού κατετέθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ οργανισμοί) τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ συνοψίζονται ὡς έξῆς:
Ι — Περιστατικά καί διαδικασία
Ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ὅτι ἡ εταιρία International Flavors, ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη, ζήτησε στίς 15 Όκτωβρίου 1974 τόν εκτελωνισμό, προκειμένου νά τεθούν σέ ελεύθερη κυκλοφορία, ἑνός φορτίου συμπυκνωμένου βύσσινου καί συμπυκνωμένου ἀρώματος βύσσινου καί στίς 26 Μαρτίου 1975 ἑνός φορτίου συμπυκνωμένου φραγκοστάφυλου καί συμπυκνωμένου ἀρώματος φραγκοστάφυλου προελεύσεως Γιουγκοσλαβίας.
Τά προϊόντα αυτά λαμβάνονται ὡς ἑξῆς: ὁ χυμός τοῦ φρούτου, ἀμέσως μετά τήν συμπίεση τῶν φρούτων πρός εξαγωγή τοῦ ἀρώματος, θερμαίνεται ταχέως εντός ἑνός ἀνταλλάκτη θερμότητος σέ θερμοκρασία ή ὁποία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τό σημείο ζέσεως ὑπό ἀτμοσφαιρική πίεση. Οἱ ἀτμοί τοῦ χυμοῦ πού εξέρχονται ἀπό τόν ἐξατμιστή ὁδηγούνται σέ μία στήλη ἀντιρρεύματος, στην ὁποία εμπλουτίζονται οἱ ἀρωματικές ουσίες. Ή διάσπαση τῶν ἀτμῶν σέ άρωμα καί νερό επιτυγχάνεται μέ ἀπόσταξη ἀντιθέτου ρεύματος. Ό υπόλοιπος χυμός φρούτου συμπυκνώνεται εντός ἐξατμιστων. Γιά νά ἀποφευχθοῦν ἀπώλειες αυτών των εξαιρετικά πτητικῶν ἀρωματικών ουσιών, ὁ συμπυκνωμένος χυμός φρούτου καί τό άρωμα διατηρούνται καί μεταφέρονται χωριστά καί δέν ἀναμιγνύονται πάλι παρά μόνο ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ή τήν εμφιάλωση.
Τό Τελωνείο τοῦ Schwarzbach-Autobahn ἐξέδωσε προσωρινές ἀποφάσεις καί κατέταξε τό συμπυκνωμένο βύσσινο στην διάκριση 20.07 Β II α 6 αα (προτιμησιακός δασμός 17 %), τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο στην διάκριση 20.07 Β II α 6 ββ (προτιμησιακός δασμός 18 %) καί τά συμπυκνωμένα ἀρώματα στην κλάση 33.04 (προτιμησιακός δασμός: απαλλαγή) τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Όταν ἀπό την εξέταση τῶν δειγμάτων πού εἶχαν ληφθεί κατά τόν εκτελωνισμό προέκυψε ὅτι τό συμπυκνωμένο βύσσινο εἶχε πυκνότητα 1,37 στους 15o Κελσίου καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο 1,381, τό Τελωνεῖο, μέ δύο ἀποφάσεις, τῆς 30ῆς 'Ιανουαρίου καί της 22ας Μαίου 1975, τροποποίησε τίς προσωρινές ἀποφάσεις περί δασμολογικῆς κατατάξεως καί κατέταξε τους συμπυκνωμένους χυμούς φρούτων στην διάκριση 20.07 Α III α (δασμός 42 %), ἐπί πλέον δέ ἐπέβαλε τόν κανονικό δασμό 8 % στό άρωμα βύσσινου, ἀφοθ ἡ ἑταιρία δέν υπέβαλε τελικώς κανένα δικαιολογητικό προτιμήσεως γιά τό πρῶτο φορτίο.
Ή ένσταση πού υπεβλήθη ενώπιον τοῦ Κεντρικού Τελωνείου τοῦ Bad Reichenhall ἀπερρίφθη ὡς ἀβάσιμη, ούτε δέ ἡ προσφυγή πού ἠσκήθη ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Μονάχου είχε ἀποτέλεσμα.
Κατόπιν τῆς ἀσκήσεως Revision ἐκ μέρους τῆς προσφευγούσης, τό Bundesfinanzhof διεπίστωσε ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐπί τῆς νομι-μότητος τῶν προσβαλλόμενων ἀποφάσεων ἐξηρτατο ἀπό τήν ερμηνεία τοῦ δευτέρου ἐοαφίου τοῦ γενικού κανόνος 2α γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ὁ όποιος έχει ὡς ἑξῆς:
«Ἡ κατονομασία εἴδους τινός εἰς ὡρι-σμένην κλάσιν τοῦ δασμολογίου καλύπτει το εἶδος τοῦτο, ἔστω και ἄν τούτο εἶναι μή πλήρες ἡ μή τελειωμένον, ὑπό τήν προϋ-πόθεσιν ὅτι εἰς τήν κατάστασιν εἰς τήν ὁποίαν παρουσιάζεται εμφανίζει τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ πλήρους ή τελειωμένου είδους. Καλύπτει ἐπισης τό πλήρες ἡ τελειωμένον είδος ἡ τό θεωρού-μενον ὡς τοιούτον, βάσει τῶν προηγουμένων διατάξεων, εἰς περίπτωση κατά τήν ὁποίαν τούτο παρουσιάζεται ἀποσυνηρμο-λογημένον ἡ μή συνηρμολογημένον (zerlegt gestellt wird).»
Τό ζήτημα ἑπομένως εἶναι ἄν οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων ἀφ᾽ ενός καί τά ἀρώματα ἀφ᾽ ἑτέρου πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς «ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα» εἴδη (zerlegte Waren) κατά τήν έννοια τῆς διατάξεως αὐτης: ἄν ὄχι, τότε οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων οἱ όποιοι, σύμφωνα μέ τά αποτελέσματα τῶν ἀναλύσεων τῆς διοικήσεως τῶν τελωνείων, έχουν πυκνότητα ἀνωτέρα τοῦ 1,33 στους 15o Κελσίου — ὅπως ἐν προκειμένω — πρέπει νά υπαχθούν στην διάκριση 20.07 Α III α καί τά ἀρώματα στην κλάση 33.04· ἄν ὅμως ναί, τότε συνάγεται ὅτι, κατ' εφαρμογή τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ γενικοῦ κανόνος 2α γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου, τό μίγμα τοῦ συμπυκνωμένου χυροῦ φρούτου καί τοῦ ἀρώματος στίς κατάλληλες ἀναλογίες εμφανίζει, λόγω τῆς χαμηλής πυκνότητος τοῦ ἀρώματος, συνολική πυκνότητα 1,33 στους 15o Κελσίου ἡ καί κατώτερη, οπότε επιβάλλεται ἡ κατάταξη στην διάκριση 20.07 Β II α 6 αα ἡ ββ, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως.
Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές τό Bundesfinanzhof ἀπεφάσισε, μέ διάταξη τῆς 20ής Ὀκτωβρίου 1981, νά ἀναβάλει τήν δίκη και νά ζητήσει ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ἀκολούθου ερωτήματος:
«Έχει ὁ κανόνας 2α, εδάφιο 2, των γενικών κανόνων ερμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου τήν έννοια ὅτι πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς “ἀποσυναρμολογημένα η μή συναρμολογημένα” εἴδη ἀφ᾽ ἑνός μέν το συμπυκνωμένο βύσσινο καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο, ἀφ᾽ ἑτερου δέ τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου καί τό συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστά-φυλου, πού λαμβάνονται ἀπό τόν χυμό βύσσινου καί τον χυμό φραγκοστάφυλου, ἄν οἱ συμπυκνωμένοι αυτοί χυμοί καί τά συμπυκνωμένα ἀρώματα, τά ὁποῖα διατίθενται στην ίδια τιμή, ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ἡ τήν ἐμφιάλωση τους;»
Ἡ διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 25 Νοεμβρίου 1981.
Γραπτές παρατηρήσεις, δυνάμει τοῦ άρθρου 20 τοῦ πρωτοκόλλου περί τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατέθεσαν ή ἑταιρία International Flavors & Fragrances, εκπροσωπούμενη ἀπό τους δικηγόρους Kulmsee καί Thomashoff, καί ἡ Ἐπιτροπή τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν R. Wägenbaur.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε, μέ διάταξη τῆς 5ης Μαΐου 1982, τήν ἀνάθεση τῆς εκδικάσεως τῆς υποθέσεως στό δεύτερο τμήμα καί τήν ἐναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς διεξαγωγή ἀποδείξεων. Κάλεσε πάντως τήν Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων νά ἀπαντήσει εγγράφως πρίν ἀπό τίς 28 Μαΐου 1982 — ἡ προθεσμία αυτή παρετάθη μέχρι τίς 11 'Ιουνίου 1982 — στά ἀκόλουθα ερωτήματα:
1.
Ή ἀγορά τῶν συμπυκνωμένων χυμών φρούτων ἀφ' ἑνός καί ἡ ἀγορά τῶν ἀρωμάτων ἀφ' έτερου, στην κατάσταση στην ὁποία εἰσάγονται, ἀποτελούν ενιαία ἀγορά ἡ δύο διαφορετικές ἀγορές γιά κάθε ἕνα ἀπό τά προϊόντα;
2.
α)
Ποιά ἀκριβώς εἶναι ἡ μέθοδος μέ τήν ὁποία διαχωρίζονται οἱ δύο ουσίες (οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί καί τά ἀντίστοιχα ἀρώματα);
β)
Ποιά εἶναι ἡ μέθοδος μέ τήν ὁποία ἀναμιγνύονται κατόπιν οἱ ουσίες αυτές, προκειμένου νά συναποτελέ-σουν πάλι τόν μή συμπυκνωμένο χυμό φρούτου;
3.
Γιατί ἐπιβάλλεται ὁ ἀποχωρισμός τῶν ἀρωμάτων ἀπό τους συμπυκνωμένους χυμούς φρούτων ; Ποιες ἀπώλειες ἀποφεύγονται μέ τόν ἀποχωρισμό αυτό;
4.
Δύναται ἡ Ἐπιτροπή νά επιβεβαιώσει τήν ἀπό κοινοῦ εμπορία καί πώληση τῶν δύο στοιχείων (συμπυκνωμένων χυμών καί ἀρωμάτων);
Ή Ἐπιτροπή έδωσε ἀπάντηση στά ερωτήματα αυτά εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας.
ΙΙ — Γραπτές παρατηρήσεις πού κατετέθησαν δυνάμει τοῦ άρθρου 20 τοῦ πρωτοκόλλου περί τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου
1.
Κατά τήν ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη εταιρία, ὁ γενικός κανόνας 2 γιά τήν ερμηνεία τῆς ονοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου ἀποδίδει ἀποφασιστική σημασία στην έννοια «είδος». Ή εταιρία παρατηρεί ὅτι ὁ κανόνας αυτός ἀναφέρεται σέ «εἴδη» πού πρέπει νά μνημονεύονται, μή πλήρη ἡ μή τελειωμένα, σέ ὁρισμένη κλάση τοῦ δασμολογίου, ῦπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἐμφανίζουν στην κατάσταση στην ὁποία παρουσιάζονται «τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ πλήρους ή τελειωμένου εἴδους» (γενικός κανόνας 2α, πρώτο εδάφιο, γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ δασμολογίου). Ή έννοια τοῦ είδους ἀπό τῆς ἀπόψεως αυτής εἶναι επομένως γενικότατη, χωρίς νά υφίσταται οιουσδήποτε περιορισμούς, καί ἀφορᾶ ὅλα τά εἴδη στό πρώτο στάδιο τῆς κατασκευῆς τους. Ή εταιρία παρατηρεί ὅτι αυτό ὀρθώς τονίζεται καί στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς ὀνοματολογίας τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (στό ἑξης ΟΣΤΣ) γιά τόν γενικό κανόνα 2α. Ό περιορισμός τῆς διατάξεως αυτής σέ καθορισμένα εμπορεύματα ἀποφεύγεται επιμελώς καί συνεπώς ἡ έννοια τοῦ είδους τοῦ γενικού κανόνος 2α, πρώτο εδάφιο, τοῦ κοινοῦ δασμολογίου ἀφορᾶ ὅλα τά εἴδη τῶν τμημάτων Ι ως ΧΧΙ. Ὁ γενικότατος αυτός ὁρισμός τοῦ «εἴδους» κατά τήν έννοια τοῦ γενικού κανόνος 2α, πρώτο εδάφιο, γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου καλύπτει συνεπώς καί τά υγρά. Ή ευρεία αυτή θεώρηση τῆς εννοίας τοῦ είδους ενισχύεται ἀπό τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής καί τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως στην υπόθεση 165/78 (ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 29ης Μαΐου 1979, Slg. 1979, σ. 1837). Ή ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη εταιρία παρατηρεί σχετικώς ὅτι ὑπε-στηρίχθη ἡ άποψη ὅτι πρίν ἀπό τήν θέσπιση τοῦ ἑρμηνευτικού κανόνος 2α τήν 1η 'Ιανουαρίου 1972 προεβλέπετο παρόμοια διάταξη μόνο σέ σχέση μέ τά εἴδη τῶν τμημάτων XVI καί XVII τοῦ κοινοῦ δασμολογίου καί ὅτι ἡ διάταξη αυτή ἐπεξε-τάθη, μέ τήν θέσπιση τοῦ γενικού κανόνος 2α γιά την ερμηνεία τοῦ κοινού δασμολογίου, σέ ὅλα τά εμπορεύματα τοῦ κοινοῦ δασμολογίου.
Ή ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη εταιρία παραδέχεται ὅτι ἡ εφαρμογή τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ κανόνος στά υγρά προϋποθέτει ἐπί πλέον την ύπαρξη τῶν άλλων χαρακτηριστικών τοῦ γενικού κανόνος 2α, πρώτο εδάφιο, γιά την ἑρμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου. Παρατηρεί σχετικῶς ὅτι τό είδος (ἐν προκειμένω: τό υγρό) πρέπει νά εἶναι «μη πλῆρες ἡ μη τελειωμένο» καί αυτό συμβαίνει ὅταν εμφανίζει ἤδη «στην κατάσταση στην ὁποία παρουσιάζεται, τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ πλήρους ἡ τελειωμένου είδους». Προσθέτει δέ ὅτι ἀπό τῆς ἀπόψεως αυτής τό είδος εἶναι δυνατόν νά παρουσιάζεται καί «ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» («zerlegt»), σύμφωνα μέ τόν γενικό κανόνα 2α, δεύτερο εδάφιο.
Σύμφωνα μέ τήν ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη εταιρία, γιά τήν ερμηνεία τῆς εκφράσεως «παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» («zerlegt») πρέπει νά ληφθεῖ ὑπ᾿ ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ ἔννοια αύτη εἶναι πολύ ευρεία καί δύναται, σύμφωνα μέ τήν χρήση τῆς στην γλώσσα, νά καλύπτει καί τόν διαχωρισμό τῶν συστατικών στοιχείων ενός υγρού μέ μεθόδους τῆς φυσικής. Αυτό ἀκριβώς διευκρινίζουν και οἱ σημειώσεις τῆς ΟΣΤΣ στην παράγραφο Χ (σ. ΓΚ 2.3). Ή ἑταιρία παρατηρεί ὅτι ἀπό τήν διατύπωση τῶν σημειώσεων τῆς ΟΣΤΣ συνάγεται πράγματι ὅτι τά «εἶδη πού ἀποτελούνται ἀπό διάφορες ύλες» δύνανται καί αυτά νά καλύπτονται ἀπό τόν γενικό κανόνα 2α. Προσθέτει δέ ὅτι κατ' αυτό τόν τρόπο ἀποδεικνύεται συνεπώς ὅτι οἱ σημειώσεις τῆς ΟΣΤΣ συμπεριλαμβάνουν καί αυτές τά υγρά στά εἴδη κατά τήν έννοια τοο γενικού κανόνος 2α, διότι μόνο βάσει τοῦ κανόνος αὐτοῦ εἶναι δυνατή ἡ κατονομασία ενός είδους πού ἀποτελείται ἀπό πλείονες ύλες σέ μία μόνο κλάση τοῦ δασμολογίου. Ἀπό τό γεγονός ὅτι τά εἴδη «ἐν ἀναμίξει» ή «ἐν συναφεία» ἀντιμετωπίζονται κατά τόν ἴδιο τρόπο στίς σημειώσεις τῆς ΟΣΤΣ καθίσταται επομένως σαφές ὅτι ὁ ὁρισμός τοῦ εἴδους στόν γενικό κανόνα 2α εἶναι γενικότατος καί ὅτι συνεπώς καί τά υγρά δύνανται νά παρουσιάζονται «ἀποσυναρμολογημένα ή μή συναρμολογημένα» («zerlegt»).
Ή ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη εταιρία ἀναφέρει σχετικώς ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 29ης Μαΐου 1979 στην υπόθεση 165/78, ὅτι ὁ γενικός κανόνας 2α περιλαμβάνει τά μή εισέτι συναρμολογηθέντα εἴδη ὅπως καί τά ἀποσυναρμολογημένα. Επομένως, ή ἀπάντηση στό ερώτημα πού έχει υποβληθεί τώρα στό Δικαστήριο δέν εἶναι δυνατόν νά εξαρτάται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ χυμός φρούτου εἶναι φυσικό προϊόν καί ἀποτελεί ἐκ πρώτης ὄψεως πλήρες είδος. Κατά συνέπεια, τό γεγονός ὅτι τοῦ διαχωρισμοί) τοῦ φυσικοῦ αυτού προϊόντος στά συστατικά του δέν προηγήθη συναρμολόγηση εἶναι άνευ σημασίας γιά τόν γενικό κανόνα 2α, σύμφωνα μέ τήν υπόθεση 165/78, ἡ ὁποία ἔχει ήδη κριθεί.
Κατά τήν ἀσκήσασα Revision στην κυρία δίκη εταιρία, ἀπό τήν ἔννοια καί τόν σκοπό τοῦ γενικοῦ κανόνος 2α καθίσταται σαφές ὅτι οἱ τρόποι μεταφοράς κατά τήν εισαγωγή τῶν ειδών πρέπει νά παραμένουν άνευ σημασίας, ὅσον άφορα τόν εκτελωνισμό. Παρατηρεί δέ ὅτι ὁ γενικός κανόνας 2α, δεύτερο εδάφιο, γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ κοινοῦ δασμολογίου λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη τήν γενική αυτή ἀρχή τοῦ τελωνειακού δικαίου, καθ' ὅσον τό εμπόρευμα πού παρουσιάζεται «ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» κατατάσσεται ὡς σύνολο στην ἴδια δασμολογική κλάση ὅπως καί τά «συναρμολογούμενα τεμάχιά του», δηλαδή στην κλάση πού θά κατετάσσετο καί τό ἐμπόρευμα πού δέν παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο κατά τήν εἰσαγωγή του. Ἐξ αυτών συνάγεται ὅτι ὁ γενικός αυτός κανόνας περί δασμολογικής κατατάξεως σκοπίμως δέν λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη τους διαφόρους τρόπους μεταφοράς κατά τήν εἰσαγωγή τῶν εμπορευμάτων καί ὅτι, σύμφωνα μέ τό σημείο V τῶν σημειώσεων τῆς ΟΣΤΣ γιά τόν κανόνα 2α, τά εἴδη κατατάσσονται στην ἴδια κλάση, ἐφ᾿ ὅσον παρουσιάζονται ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα μόνο γιά λόγους συσκευασίας, φορτώσεως ἡ μεταφοράς.
Ή εταιρία υποστηρίζει ὅτι ἡ άποψη αυτή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά εἴδη πού ἀποτελούν ένα σύνολο πρέπει κατά τήν εἰσαγωγή νά καταταχθούν στην ἴδια δασμολογική κλάση, ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορετικών τρόπων μεταφοράς, ἀκόμη καί ὅταν παρουσιάζονται«ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα», ἐφαρμόζεται κατ᾽ ἀρχήν σε ὅλα τά εἴδη γιά τά όποια υπάρχει πλήρως ἡ δυνατότης, γιά καθαρά τεχνικούς λόγους, νά παρουσιασθούν ὡς «ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα». Ὅσον άφορᾶ τήν εισαγωγή χυμῶν φρούτων, πρέπει σχετικῶς νά ἀναφερθεί ὅτι ἡ εἰσαγωγή χυμοῦ σέ εμπορεύσιμες ποσότητες δέν εἶναι ἀπό τεχνικής ἀπόψεως δυνατή χωρίς «ἀποσυναρμολόγηση». Κατά τήν ἑταιρία, σέ περίπτωση εἰσαγωγῆς τοῦ χυμοῦ φρούτου στην φυσική του κατάσταση, ὁ πρός μεταφορά ὄγκος καί τά έξοδα μεταφορᾶς θά εἶναι κατ' ἀνάγκη τόσο μεγάλα, ώστε ἡ εἰσαγωγή αυτή δέν θά είχε έννοια ἀπό οικονομικής ἀπόψεως. Παρατηρεί δέ ὅτι ἡ εἰσαγωγή χυμοῦ φρούτου δέν εἶναι δυνατή παρά μόνο ἄν ὁ χυμός πού λαμβάνεται αρχικώς ἀπό τήν συμπίεση τῶν φρούτων συμπυκνωθεί καί ὅτι, γιά νά ἀποφευχθούν οἱ ἀπώλειες σέ ἄρωμα, ὁ συμπυκνωμένος χυμός καί τό άρωμα πρέπει νά διαχωρισθοῦν. Παρατηρεί επίσης ὅτι τό συμπυκνωμένο φροῦτο πού λαμβάνεται κατ' αυτό τόν τρόπο (διαχωρισμένο σέ συμπυκνωμένο χυμό καί σέ άρωμα) διατίθεται ἐν συνεχεία στην ἀγορά ὡς ενιαίο εἶδος, πράγμα πού συνάγεται ήδη ἀπό τά προσαχθέντα εμπορικά τιμολόγια, στά όποια ἐπί πλέον ἡ τιμή τοῦ συμπυκνωμένου χυμοῦ καί τοῦ ἀρώματος εἶναι συνεπώς ἡ ἴδια, άρα καί τό είδος εἰσάγεται ὡς ἑνιαῖο, ἐνῶ ἡ μετάπτωση στην ἀρχική κατάσταση τοῦ είδους, δηλαδή στον συμπυκνωμένο χυμό φρούτου, επιτυγχάνεται ἐκ τῶν υστέρων κατά τήν χρήση, διά τῆς ἀναμίξεως τοῦ συμπυκνωμένου χυμοῦ καί τοῦ ἀρώματος.
Σύμφωνα μέ τήν ἑταιρία, ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι ὁ γενικός κανόνας 2α, δεύτερο εδάφιο, γιά τήν ἑρμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, μετά τήν θέσπιση του τήν 1η Ἰανουαρίου 1972, έχει τήν έννοια ὅτι πρέπει νά θεωρηθούν ὡς ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα εἴδη ἀφ᾽ ἑνός μέν τό συμπυκνωμένο βύσσινο ἡ τό συμπυκνωμένο ωραγκο-στάφυλο, ἀφ᾽ έτερου δέ τό άρωμα βύσσινου ή φραγκοστάφυλου, τά ὁποῖα λαμβάνονται ἀπό τόν χυμό τοῦ βύσσινου ἡ τόν χυμό τοῦ φραγκοστάφυλου, δεδομένου ὅτι οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων καί τά ἀρώματα, πού διατίθενται στην ἴδια τιμή, ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση τους ἡ τήν εμφιάλωση τους.
2.
Ή Ἐπιτροπή νῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων παρατηρεί οτι, ἄν γιά τόν προσδιορισμό τῆς εννοίας τοῦ είδους πού «παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» (zerlegt gestellte Ware) ληφθεί ὡς βάση ἀρχικώς ἡ κατά λέξη έννοια τῆς ἐκφράσεως αυτής, δέν είναι δυνατόν, ὅσον ἀφορᾶ τόν μή προϊδεασμένο ἀναγνώστη, νά γίνει λόγος γιά είδος πού «παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» στην περίπτωση παραδείγματος χάριν ἑνός είδους πού ἀποτελείται ἀπό δύο μέρη, παρά μόνο ἐφ᾽ ὅσον τά μέρη αυτά εἶναι δυνατόν νά ἀναγνωρίζονται (ὅπως καί πρίν) στό συναρμολογημένο είδος.
Αυτό ὅμως δέν ισχύει, κατά τήν Ἐπιτροπή, στην περίπτωση τῆς ἀναμίξεως τοῦ συμπυκνωμένου χυμοῦ φρούτων μέ τό άρωμα. Ή μέθοδος τῆς παρασκευής ἀπό τόν χυμό φρούτου ἀφ᾽ ενός μέν τοῦ συμπυκνωμένου χυμοῦ φρούτου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τοῦ ἀρώματος, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀρκετά πολύπλοκη τεχνική. Σύμφωνα μέ τό σύστημα τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, τό λαμβανόμενο προϊόν ἀποτελεί νέο προϊόν πού δέν έχει καμμία πλέον σχέση μέ τήν ἀρχική ὕλη κατά τήν έννοια τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Γιά τόν λόγο αυτό καλύπτονται, κατά τήν Ἐπιτροπή, οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων (πού έχουν πυκνότητα ἀνώτερη τοῦ 1,33 στους 15o Κελσίου) ἀπό τόν ὁρισμό τῆς διακρίσεως 20.07 Α, ἐνῶ οἱ μή συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων υπάγονται στην διάκριση 20.07 Β καί τά ἀρώματα πρέπει νά ὑπαχθοῦν στην κλάση 33.04.
Ἐξ άλλου, ὅσον άφορα τά προϊόντα πού λαμβάνονται ἀπό τόν χυμό βύσσινου ή φραγκοστάφυλου, ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι δέν υπάρχει καμμία εγγύηση γιά τό ὅτι τά δύο προϊόντα ἀναμιγνύονται πάντοτε καί ἀποκλειστικώς μεταξύ τους, σημειώνει δέ ἐπί πλέον ὅτι τα αρώματα εἶναι δυνατόν πράγματι νά προορίζονται γιά άλλες χρήσεις πού έχουν κάποια οικονομική σπουδαιότητα. Στην περίπτωση αυτή δέν είναι δυνατόν νά γίνει λόγος, ἀπό σημασιολογικής ἀπόψεως, γιά «ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» είδος ἐν προκειμένω, ἀφοῦ δέν πρόκειται γιά ένα μόνο είδος (πού παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο), αλλά γιά περισσότερα ἀπό ένα εἴδη, πού έχουν διαφορετικές Ιδιότητες (ἀκόμη καί ἄν στην πράξη τά ἐν λόγω εἴδη γενικῶς προορίζονται νά αναμιχθοῦν τό ένα μέ τό άλλο ὑπό ὁρισμένη ἀναλογία, αυτό δέν συμβαίνει κατ' ἀνάγκη πάντοτε).
Ή Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι τό ἀνωτέρω συμπέρασμα δύναται νά τεθεί ἐν ἀμφιβόλω, επειδή οἱ ὅροι «ἀποσυναρμολογημένο» καί «μή συναρμολογημένο» περιλαμβάνουν — ὅπως ἐδέχθησαν τό Bundesfinanzhof καί πρίν ἀπό αυτό τό Finanzgericht τοῦ Μονάχου — καί τόν διαχωρισμό των συστατικών ἑνός ὑγροῦ μέ μεθόδους της φυσικής. Ή ἀπόδοση στά γερμανικά τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ γενικού κανόνος 2α γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου εἶναι δυνατόν επομένως νά δημιουργήσει τήν εντύπωση ὅτι καί τά ὑγρά δύνανται νά παρουσιάζονται «ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα». Ἡ ἴδια πάντως εντύπωση δέν δημιουργείται κατά τήν Ἐπιτροπή ἀπό τήν ἀπόδοση τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ ἐν λόγω κανόνος στίς άλλες γλώσσες. Ή Ἐπιτροπή ἀναφέρεται στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου σύμφωνα μέ τήν ὁποία πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ άλλες αυτές γλωσσικές ἀποδόσεις, ἀφοῦ τό κοινό δασμολόγιο (ὅπως καί ὅλο τό κοινοτικό δίκαιο) εἶναι δεσμευτικό ὄχι μόνο σέ μία, άλλά σέ έξι γλώσσες. Ή Ἐπιτροπή ἀναφέρεται σχετικῶς στόν κανόνα ερμηνείας σύμφωνα μέ τόν όποιο οἱ λιγότερο ἀκριβείς ἀποδόσεις πρέπει νά εξετάζονται μέ τήν βοήθεια τῶν σαφέστερων ἀποδόσεων (υπόθεση 108/76, Klöckner, Slg. 1977 σ. 1047, ιδίως δέ σ. 1055). Παρατηρεί δέ ὅτι βάσει της μεθόδου αυτής καθίσταται εμφανές ὅτι ή έκφραση πού περιέχουν τά κείμενα στίς άλλες γλώσσες εἶναι πολύ ἀκριβέστερη ἀπό τήν έκφραση πού χρησιμοποιεί τό γερμανικό κείμενο.
—
αγγλικά:«unassembled or disassembled»
—
όλλανβικά:«gedemonteerde of in niet gemonteerde staat»
—
ιταλικά:«smontato o non montato»
—
γαλλικά:«à l'état démonté ou non monté»
Ή Ἐπιτροπή συμφωνεί μέ τό Finanzgericht τοῦ Μονάχου, τό όποιο τόνισε στην ἀπόφαση του ὅτι οἱ ἀκριβέστερες αὐτές εκφράσεις — έναντι τῶν εκφράσεων πού χρησιμοποιούνται στό γερμανικό κείμενο — δείχνουν σαφώς ὅτι πρέπει νά πρόκειται γιά εἴδη, τά συστατικά μέρη τῶν οποίων διεχωρίσθησαν ἀφοῦ είχαν πρώτα συναρμολογηθεί μέ μεθόδους τῆς μηχανικής («disassembled» ἡ «démonté» = ἀποσυναρμολογημένα), ἡ γιά εἴδη πού πρέπει πράγματι νά συναρμολογηθούν γιά πρώτη φορά («unassembled» ἡ «non monté» = μή συναρμολογημένα).
Τέλος, κατά τήν Ἐπιτροπή, οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς ΟΣΤΣ συνηγορούν σαφώς υπέρ τῆς ἑρμηνείας πού προτείνει ή ίδια γιά τό δεύτερο εδάφιο τοῦ γενικοῦ κανόνος 2α γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοί) δασμολογίου.
Σύμφωνα μέ τήν παράγραφο VI τῶν ἐν λόγω επεξηγηματικών σημειώσεων, ὡς ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα εἴδη νοούνται ἐκεῖνα, τά διάφορα συστατικά μέρη τῶν ὁποίων προορίζονται νά συναρμολογηθούν εἴτε μέ ἁπλά μέσα (κοχλίες, πείρους κλπ.) εἴτε, παραδείγματος χάριν, μέ κάρφωμα ἡ συγκόλληση, ἐφ' ὅσον πρόκειται πράγματι γιά απλή συναρμολόγηση.
Τό ζήτημα ἑπομένως εἶναι ἄν τό ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο εἶδος δύναται νά μεταποιηθεί σέ τελειωμένο είδος μέ ἁπλή συναρμολόγηση βάσει μεθόδων τῆς μηχανικής, πράγμα πού δέν σημαίνει ὅτι ἡ συναρμολόγηση καλύπτει τήν σύμμιξη καί τήν σύγχυση.
Ή Ἐπιτροπή προσθέτει ἐξ άλλου ὅτι ἡ παράγραφος VII τῶν ἐν λόγω ἐπεξηγματικῶν σημειώσεων ρητώς ὁρίζει ὅτι ἡ διάταξη αυτή δέν εφαρμόζεται στά προϊόντα τῶν τμημάτων Ι ὡς VI (κεφάλαια 1 ὡς 38) καί ὅτι, ἐνῶ τό γαλλικό κείμενο περιέχει τήν έκφραση «ἐν γένει», τό ἀγγλικό κείμενο ὁρίζει κατηγορηματικώς τά έξῆς: «Ἐν ὄψει τῆς εκτάσεως εφαρμογής τῶν κλάσεων τῶν τμημάτων Ι ὡς VI τῆς ὀνοματολογίας, ὁ παρών κανόνας δέν εφαρμόζεται στά προϊόντα τῶν τμημάτων αυτών».
Κατά συνέπεια, ἡ Ἐπιτροπή προτείνει νά δοθεί ἡ έξῆς ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ Bundesfinanzhof:
«Τό συμπυκνωμένο βύσσινο ἡ φραγκοστάφυλο ἀφ' ενός καί τό άρωμα βύσσινου ή φραγκοστάφυλου ἀφ᾽ ἑτερου, τά ὁποία λαμβάνονται ἀπό τόν χυμό βύσσινου ή φραγκοστάφυλου καί ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση τους ή την εμφιάλωση τους, δέν πρέπει νά θεωρηθούν ὡς “ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα” εἴδη κατά την έννοια τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ γενικού κανόνος 2α γιά την ἑρμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου.»
ΙΙΙ — Ἀπαντήσεις στά ερωτήματα τοῦ Δικαστηρίου
Μέ τίς ἀπαντήσεις πού έδωσε εγγράφως στά ἐρωτήματα τοῦ Δικαστηρίου, ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι, ὅσον άφορᾶ τίς ἀγορές τῶν συμπυκνωμένων χυμῶν φρούτων καί τῶν ἀρωμάτων, καθένα ἀπό τά προϊόντα αυτά δύναται νά χρησιμοποιηθεί χωριστά καί συνεπῶς οἱ χυμοί φρούτων καί τά ἀρώματα ἀποτελοῦν τρεις διαφορετικές ἀγορές, ἀνάλογα μέ τήν προβλεπόμενη χρήση.
Όσον άφορα τήν ἀκριβή μέθοδο ἀποχω-ρισμοῦ τῶν δύο ουσιών, ἡ Ἐπιτροπή παραθέτει ένα σχετικό άρθρο καί διευκρινίζει ὅτι ἡ περιγραφή πού γίνεται στό άρθρο αυτό ἀνταποκρίνεται στίς τελευταῖες εξελίξεις τῆς τεχνικής. Ή ἀντίστροφη διαδικασία τῆς ἀνασυνθέσεως τοῦ μή συμπυκνωμένου χυμοῦ πραγματοποιείται εντός ἀναμικτων μέ προσθήκη ύδατος.
Ὅσον ἀφορᾶ τους λόγους τοῦ ἀποχωρισμού τῶν ἀρωμάτων ἀπό τους συμπυκνωμένους χυμούς φρούτων, ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς μεθόδου αυτής εξαρτᾶται ἀπό τήν επιθυμητή ποιότητα, τίς δυνατότητες εναποθηκεύσεως καί μεταφορᾶς καί τόν υπολογισμό τῶν ἐξόδων. Ἐφ᾽ ὅσον εφαρμοσθεί ἡ μέθοδος συμπυκνώ-σεως, ὁ ἀποχωρισμός τῶν ἀρωμάτων εἶναι ἀναγκαίος, ἀφοῦ σέ ἀντίθετη περίπτωση τά ἀρώματα θά κατεστρέφοντο κατά τήν συμπύκνωση.
Τέλος, ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον ὁ συμπυκνωμένος χυμός καί τό συμπυκνωμένο άρωμα προορίζονται νά ἀναμιχθοῦν προκειμένου νά ληφθεί ὁ χυμός φρούτου, συνηθίζεται νά πωλούνται μαζί. Σέ ἀντίθετη περίπτωση τά προϊόντα αυτά πωλούνται χωριστά.
ΙV — Προφορική διαδικασία Ἡ άσκήσασα Revision εταιρία, εκπροσωπούμένη ἀπό τόν Lothar Kulmsee, δικηγόρο Düsseldorf, καί ἡ Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμενη ἀπό τόν Rolf Wägenbaur, μέλος τῆς νομικής υπηρεσίας της, ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους καί ἀπήντησαν στίς ερωτήσεις τοῦ Δικαστηρίου κατά τήν συνεδρίαση τῆς 17ης 'Ιουνίου 1982.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν συνεδρίαση τῆς 15ης'Ιουλίου 1982.
Σκεπτικό
1
Μέ διάταξη τῆς 20ής Όκτωβρίου 1981, πού περιῆλθε στό Δικαστήριο στίς 25 Νοεμβρίου 1981, τό Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ᾽ ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ἐρώτημα ὡς πρός τήν σημασία τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ γενικοῦ κανόνος 2α γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοί) δασμολογίου (AB1. L 1 τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1974, σ. 11), προκειμένου νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς δασμολογικής κατατάξεως τῶν συμπυκνωμένων χυμῶν βύσσινου καί φραγκοστάφυλου καί τῶν ἀντιστοίχων συμπυκνωμένων ἀρωμάτων πού εισήχθησαν ἀπό την ἀσκήσασα την Revision εταιρία τό 1974-1975 ἀπό την Γιουγκοσλαβία καί προορίζοντο, κατ' αύτη, νά αναμιχθοῦν, προκειμένου νά διατεθούν στό εμπόριο ὡς χυμός βύσσινου καί χυμός φραγκοστάφυλου.
2
Τό Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνεῖο) Bad Reichenhall ἀπέρριψε την ένσταση κατά τῆς δασμολογικῆς κατατάξεως στην ὁποία εἶχε προβεί τό Τελωνείο τοῦ Schwarzbach-Autobahn καί κατέταξε ὁριστικῶς τους συμπυκνωμένους χυμούς στην διάκριση 20.07 Α III α (δασμός 42 ο/ο) καί τά ἀρώματα στην κλάση 33.04 (δασμός 8 %).
3
Ό γενικός κανόνας 2α γιά την ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου προβλέπει ὅτι «ή κατονομασία είδους τινός εἰς ὡρισμένην κλάσιν τοῦ δασμολογίου καλύπτει τό εἶδος τοῦτο, έστω καί ἄν τοῦτο εἶναι μη πλῆρες ἤ μη τελειωμένον, ὑπό την προϋπόθεσιν ὅτι εἰς την κατάστασιν εἰς τήν ὁποίαν παρουσιάζεται εμφανίζει τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ πλήρους ἡ τελειωμένου εἴδους. Καλύπτει επίσης τό πλήρες ἡ τελειωμένον είδος ἡ τό θεωρούμενον ὡς τοιούτον, βάσει τῶν προηγουμένων διατάξεων, εἰς περίπτωσιν κατά τήν ὁποίαν τοῦτο παρουσιάζεται ἀποσυνηρμολογημένον ἡ μή συνηρμολογημένον».
4
Ἀντικείμενο τῆς διαφοράς εἶναι τό κατά πόσο οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί καί τά ἀρώματα πρέπει νά θεωρηθούν ὡς «ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα» ἤδη κατά τήν ἔννοια τοῦ ἀνωτέρω γενικοῦ κανόνος ἑρμηνείας. Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί καί τά ἀρώματα θά πρέπει νά υπαχθούν στην διάκριση 20.07 ΒII α 6 αα (ό χυμός βύσσινου) ἡ 66 (ὁ χυμός φραγκοστάφυλου), πράγμα πού θά ὁδηγοῦσε στην επιβολή δασμοῦ 17 ο/ο καί 18 % ἀντιστοίχως.
5
Προκειμένου νά επιλύσει τό πρόβλημα αυτό, τό Bundesfinanzhof υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ἔχει ὁ κανόνας 2α, εδάφιο 2, τῶν γενικών κανόνων ερμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου τήν ἔννοια ὅτι πρέπει νά θεωρηθούν ὡς “ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα” εἴδη, ἀφ᾽ ενός μέν τό συμπυκνωμένο βύσσινο καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο, άφ' έτερου δέ τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου καί τό συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστάφυλου, πού λαμβάνονται ἀπό τόν χυμό βύσσινου καί τόν χυμό φραγκοστάφυλου, ἄν οἱ συμπυκνωμένοι αυτοί χυμοί καί τά συμπυκνωμένα ἀρώματα, τά όποια διατίθενται στην ἴδια τιμή, ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ἡ τήν εμφιάλωση τους;»
6
Ἐπιβάλλεται ἑπομένως ἡ εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν οἱ ἐν λόγω συμπυκνωμένοι χυμοί και τά ἀρώματα πρέπει να θεωροῦνται κατά τήν διέλευση τους ἀπό τό τελωνείο ὡς «ἀποσυναρμολογημένα ἤ μή συναρμολογημένα» προϊόντα κατά την ἔννοια του γενικοῦ κανόνος 2α.
7
Σχετικώς φαίνεται ὅτι ἡ έκφραση «zerlegt gestellt wird», ἡ ὁποία χρησιμοποιείται στό γερμανικό κείμενο, εἶναι δυνατόν νά εφαρμοσθεί στον διαχωρισμό ἤ την ἀνάμιξη τῶν συστατικῶν τῶν ὑγρῶν.
8
Οἱ άλλες πάντως γλωσσικές ἀποδόσεις τοῦ ἰδίου κειμένου δέν ἐπιτρέπουν τόσο ευρεία ἑρμηνεία. Τό γαλλικό κείμενο ἀναφέρεται σέ «état démonté ou non monté», στό ιταλικό γίνεται λόγος γιά «smontato ο non montato», τό ἀγγλικό ἀναφέρεται σέ προϊόν «non assembled or dissassembled». Ή ἀπόδοση τοῦ κειμένου αὐτοῦ στην ὀλλανδική, δανική καί ελληνική γλώσσα συμπορεύεται μέ τό γαλλικό, ιταλικό καί ἀγγλικό κείμενο.
9
Ὑπό τίς συνθήκες αυτές ἡ γερμανική ἀπόδοση τοῦ κειμένου πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τό φῶς τῶν άλλων γλωσσικών ἀποδόσεων.
10
Στην καθομιλουμένη, ὡς συναρμολόγηση νοείται ἡ διαδικασία τῆς συνδέσεως τῶν μερών (ενός μηχανισμοῦ, μιας συσκευής, ενός συνθέτου ἀντικειμένου) μέ σκοπό νά καταστεί δυνατή ἡ χρησιμοποίηση ἤ ἡ λειτουργία τοῦ τελειωμένου ἀντικειμένου.
11
Τό ουσιώδες στοιχείο εἶναι ἑπομένως ἀφ᾽ ενός μέν τό ἀποσυναρμολογημένο προϊόν νά μή δύναται νά χρησιμοποιηθεί γιά τόν ἴδιο σκοπό ὅπως τό τελειωμένο προϊόν, ἀφ᾽ έτερου δέ τά μέρη ἀπό τά όποια ἀποτελείται τό προϊόν αὐτό νά δύνανται κανονικώς νά χρησιμοποιηθούν μόνο ἐφ᾽ ὅσον συνδεθούν καί συναπο-τελέσουν τό τελειωμένο προϊόν.
12
Ἀπό τήν δικογραφία ὅμως συνάγεται ὅτι τά προϊόντα, στην προκειμένη υπόθεση δηλαδή οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί καί τά ἀρώματα, στην κατάσταση στην ὁποία εισάγονται δύνανται νά χρησιμοποιηθοῦν γιά διαφόρους σκοπούς καί δύνανται νά πωληθούν χωριστά, ἡ ἀνάμιξη τους δέ ἀποτελεί ἁπλώς καί μόνο μία δυνατότητα.
13
Συνεπώς, γιά την δασμολογική κατάταξη τῶν υγρών κατά την εισαγωγή τους, δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ενδεχομένη ἀνάμιξη ἡ «συναρμολόγηση» τους, ἐφ' ὅσον ἡ διαδικασία αύτη δέν εἶναι οὔτε ἀναγκαία ούτε προδήλως βεβαία.
14
Ή ἑρμηνεία αύτη επιβεβαιώνεται ἐξ άλλου ἀπό την παράγραφο VΙ τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων τῆς ὀνοματολογίας τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ως ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα εἴδη νοούνται τά εἴδη εκείνα, τά διάφορα συστατικά μέρη τῶν ὁποίων προορίζονται νά συναρμολογηθούν εἴτε μέ ἀπλά μέσα (κοχλίες, πείρους κλπ.) εἴτε, παραδείγματος χάριν, μέ κάρφωμα ἡ συγκόλληση.
15
Ἐπί πλέον, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο VΙΙ τῶν σημειώσεων αυτών, ὁ επίδικος κανόνας δέν εφαρμόζεται ἐν γένει στά προϊόντα τῶν τμημάτων Ι ως VΙ (κεφάλαια 1 ως 38 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου).
16
Ή ἀπάντηση επομένως στό ερώτημα τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου εἶναι ὅτι τό δεύτερο ἐδάφιο τοῦ γενικοῦ κανόνος 2α γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου ἔχει τήν έννοια ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθούν ὡς αποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα προϊόντα ἀφ' ενός μέν τό συμπυκνωμένο βύσσινο καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο, ἀφ' έτερου δέ τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου καί τό συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστάφυλου, πού λαμβάνονται ἀπό τά φροῦτα αυτά, ἀκόμη καί ὅταν οἱ συμπυκνωμένοι αυτοί χυμοί καί τά συμπυκνωμένα ἀρώματα, πού διατίθενται στην ἴδια τιμή, ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ἤ τήν εμφιάλωση τους.
Ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων
17
Τά έξοδα στά όποια υπεβλήθη ἡ Ἐπιτροπή τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, ή ὁποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ή παρούσα διαδικασία έχει ὡς πρός τους διαδίκους τῆς κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, πού ἀνέκυψε ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνοντας ἐπί τοῦ ερωτήματος πού τοῦ υπέβαλε μέ διάταξη τῆς 20ής Όκτωβρίου 1981 τό Bundesfinanzhof ἀποφαίνεται:
Τό δεύτερο εδάφιο του γενικοῦ κανόνος 2α γιά τήν ἑρμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου ἔχει τήν έννοια ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθοῦν ὡς ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα προϊόντα αφ' ἑνός μέν τό συμπυκνωμένο βύσσινο και τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο, αφ' έτερου δέ τό συμπυκνωμένο ἄρωμα βύσσινου και τό συμπυκνωμένο ἄρωμα φραγκοστάφυλου, πού λαμβάνονται ἀπό τά φροῦτα αυτά, ἀκόμη καί ὅταν οἱ συμπυκνωμένοι αυτοί χυμοί και τά συμπυκνωμένα ἀρώματα, πού διατίθενται στην ίδια τιμή, ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ἡ τήν εμφιάλωση τους.
Due
Χλωρός
Grévisse
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμθοῦργο στίς 30 Σεπτεμβρίου 1982.
Ὁ γραμματεύς κ.ἀ.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματεύς
Ὁ πρόεδρος τοῦ δευτέρου τμήματος
Ο. Due
Full & Egal Universal Law Academy