Στην υπόθεση 298/81,
Franco Colossi, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενος από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων την κατοικία του προσφεύγοντος στο Λουξεμβούργο, 36, rue de Wiltz,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από το διευθυντή προσωπικού και κοινωνικών υποθέσεων Martin Schmidt, επικουρούμενο από τον Alex Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων το γραφείο του εν λόγω δικηγόρου στο Λουξεμβούργο, 22, Côte d'Eich,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως προαγωγής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart και Y. Galmot, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέα
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
I — Ιστορικό
1.
Με την υπ' αριθ. 2690 της 14ης Ιουλίου 1980 ανακοίνωση κενής θέσεως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κίνησε τη διαδικασία πληρώσεως, καταρχάς με προαγωγή ή με μετάθεση, επτά θέσεων γλωσσομαθών συμβούλων, της σταδιοδρομίας LA 3 από τις οποίες μία στο τμήμα μεταφράσεων ιταλικής γλώσσας.
Η φύση των καθηκόντων περιγραφόταν ως εξής:
«Γλωσσομαθής σύμβουλος επιφορτισμένος ειδικότερα με ειδικευμένες εργασίες αναθεωρήσεως και μεταφράσεως και με την επαγγελματική επιμόρφωση των μόνιμων και δόκιμων υπαλλήλων του τμήματος.
Αναπληροί τον προϊστάμενο του τμήματος, κωλυόμενο.»
Τα αιτούμενα προσόντα και γνώσεις ήταν τα ακόλουθα:
«—
κατάρτιση πανεπιστημιακού επιπέδου πιστοποιούμενη με δίπλωμα ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα,
—
εξακριβωμένη πείρα στον τομέα της μεταφράσεως, της αναθεωρήσεως ή της ορολογίας,
—
γνώσεις στον τομέα των νομικών, πολιτικών και οικονομικών επιστημών, ή των θετικών επιστημών,
—
γνώσεις γλωσσών: πλήρης γνώση της δανικής, γερμανικής, αγγλικής, γαλλικής, ιταλικής ή ολλανδικής γλώσσας' οι υποψήφιοι πρέπει επί πλέον να έχουν βαθιά γνώση δύο άλλων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και καλή γνώση μιας τέταρτης από τις γλώσσες αυτές».
2.
Ο προσφεύγων, Franco Colussi, που είχε εισέλθει στην υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 24 Μαρτίου 1961 και διοριστεί στο βαθμό LA 4 ως αναθεωρητής από την 1η Ιουλίου 1973, υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του τμήματος μεταφράσεων ιταλικής γλώσσας.
Δύο άλλες υποψηφιότητες υποβλήθηκαν από υπαλλήλους που ανήκαν στο βαθμό LA 4, μεταξύ των οποίων η Canarino.
3.
Με επιστολή, που απηύθυνε στη γενική διεύθυνση διοικήσεως προσωπικού και οικονομικών υπηρεσιών, στις 3 Σεπτεμβρίου 1980, ημέρα καταθέσεως της υποψηφιότητας του, ο προσφεύγων επέστησε την προσοχή, συμπληρώνοντας την πράξη υποβολής υποψηφιότητας του, επί των προσόντων και πείρας του και, ιδίως, επί του γεγονότος ότι ήταν κάτοχος δύο πτυχίων, δηλαδή πτυχίου ξένων γλωσσών και φιλολογίας που έλαβε το 1954 και πτυχίου νομικής που απόκτησε το 1978 και ότι ήταν εγγεγραμμένος στο δικηγορικό σύλλογο Μιλάνου ως ασκούμενος δικηγόρος.
Την 1η Οκτωβρίου 1980, ο προσφεύγων απηύθυνε επιστολή στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου στην οποία ανέφερε ότι πληροφορήθηκε ότι, για την εν λόγω θέση η αρμόδια αρχή θα ελάμβανε κυρίως υπόψη την ηλικία του υποψηφίου, πράγμα που κατά τη γνώμη του θα ήταν αυθαίρετο και θα δημιουργούσε διάκριση ως προς αυτόν. Με αίτηση που υπέβαλε σύμφωνα με το άρθρο 90, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ζήτησε να ληφθεί απόφαση που να στηρίζεται στην πραγματική σύγκριση των τίτλων και προσόντων καθώς και 6άσει ανακοινώσεως κενής θέσεως που να είναι συντεταγμένη κατά τρόπο λιγότερο τυπικό, με άλλα λόγια βάσει ανακοινώσεως κενής θέσεως που να αποκλείει κάθε διάκριση ή αβεβαιότητα.
4.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 8ης Οκτωβρίου 1980, ο προϊστάμενος του τμήματος μεταφράσεων ιταλικής γλώσσας, Fuá, ενημέρωσε το διευθυντή του μεταφραστικού τμήματος και ορολογίας για το αποτέλεσμα της εξετάσεως των υποψηφιοτήτων και πρότεινε την προαγωγή της Cattarino λαμβανομένου υπόψη του ότι ο προσφεύγων και εκείνη είχαν κριθεί και οι δύο με το βαθμό άριστα και ότι η Cattarino, που από πολλών ετών αντικαθιστούσε κανονικά τον προϊστάμενο του τμήματος, απουσιάζοντα, ήταν η πρεσβύτερη και η αρχαιότερη στο βαθμό και στην υπηρεσία.
Με απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1980, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ενεργώντας ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, προήγαγε την Cattarino σε γλωσσομαθή σύμβουλο με το βαθμό LA 3 κατόπιν της υπ' αριθ. 2690 ανακοινώσεως κενής θέσεως. Η προαγωγή ίσχυε από την 1η Οκτωβρίου 1980.
Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε κατόπιν στο προσωπικό με τοιχοκόλληση και ο προσφεύγων έλαβε γνώση της αποφάσεως.
Με επιστολή της 28ης Ιανουαρίου 1981, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι η υποψηφιότητα του για την εν λόγω θέση δεν έγινε δεκτή.
5.
Με επιστολή της 15ης Απριλίου 1981, που πρωτοκολλήθηκε στις 21 Απριλίου 1981, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητας του και κατά της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως του της 1ης Οκτωβρίου 1980, ισχυριζόμενος ότι η επιλογή των υποψηφίων έπρεπε να γίνει με διαγωνισμό, ότι σημειώθηκε κατάχρηση εξουσίας λόγω του ότι η θέση είχε επιφυλαχθεί για τους πρεσβύτερους υπαλλήλους και ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων δεν έγινε κατά ορθό τρόπο.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του προέδρου του Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 1981.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1981, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, ζητώντας από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του προέδρου με την οποία διορίστηκε γλωσσομαθής σύμβουλος στο ιταλικό τμήμα η Cattarino,
—
να ακυρώσει, εφόσον θα ήταν αναγκαίο, την από 4 Σεπτεμβρίου 1981 ρητή απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος,
και
—
να καταδικάσει το αντίδικο στα δικαστικά και λοιπά έξοδα.
2.
Με την απάντηση του ο προσφεύγων ζητεί επί πλέον από το Δικαστήριο:
—
εφόσον θα ήταν αναγκαίο, να ακυρώσει την υπ' αριθ. 2690 ανακοίνωση κενής θέσεως.
3.
Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή
και
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
4.
H έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα), κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως, έθεσε στους διαδίκους ορισμένα ερωτήματα στα οποία απάντησαν αυτοί εγγράφως πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας
Το Κοινοβούλιο δεν αντιτίθεται στο παραδεκτό της προσφυγής, θεωρεί όμως ότι, κατά τον κανονισμό διαδικασίας, ο προσφεύγων δεν μπορεί με την απάντηση του να συμπληρώνει τα αιτήματα που υπέβαλε με την προσφυγή.
Με τον πρώτο ισχυρισμό τον, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή βρέθηκε σε αδυναμία να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που μπορούσαν να προαχθούν χωρίς τη διεξαγωγή εσωτερικού διαγωνισμού, όπως προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, 6, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, δεδομένου ότι ορισμένα από τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσεως, όπως η επαγγελματική επιμόρφωση, δεν είχαν ακόμα ασκηθεί μέχρι τότε από τους υπαλλήλους LA 4. Ελλείψει οιουδήποτε πλαισίου αναφοράς και λόγω του ότι επρόκειτο περί νέας θέσεως, δεν κατέστη δυνατό να περιοριστεί η εξέταση στην έκθεση κρίσεως διότι η τελευταία δεν μπορούσε να περιέχει καμιά πληροφορία σχετική με τα καθήκοντα αυτά, που άλλωστε ούτε η ανακοίνωση κενής θέσεως περιέγραφε κατά ορθό τρόπο. Επομένως, η ανακοίνωση κενής θέσεως είναι άκυρη. Η εν λόγω ακυρότητα στοιχείου της διαδικασίας προσλήψεως συνεπάγεται την ακυρότητα της επίδικης αποφάσεως περί προαγωγής.
Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται πρώτον ότι ο ισχυρισμός αυτός που αναφέρεται στην ακυρότητα της ανακοινώσεως κενής θέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπάρχει παρόμοιο αίτημα μεταξύ των αιτημάτων που περιέχονται στην προσφυγή.
Το Κοινοβούλιο τονίζει εξάλλου ότι ετήρησε απλώς τη χρονολογική σειρά που προβλέπεται από το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για την εξέταση των διαφόρων φάσεων της διαδικασίας προσλήψεως. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι ελεύθερη να επιλέξει τους διάφορους τρόπους προσλήψεως. Επίσης, η περιγραφή της φύσεως των καθηκόντων που αφορούν μια κενή θέση εξαρτώνται αποκλειστικά από τη διοίκηση.
Με το οεντερο ισχυρισμό τον, ο προσφεύ)>ων προβάλλει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου ήταν αρμόδιος να ενεργήσει εν προκειμένω ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η υπόδειξη του προέδρου ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, που έγινε με την υπ' αριθ. 175/62 απόφαση του προεδρείου του Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1962, με τη μορφή περαιτέρω εξουσιοδοτήσεως δεν είναι έγκυρη διότι το προεδρείο ήταν και το ίδιο αναρμόδιο. Δεν περιέχονται στον κανονισμό του Κοινοβουλίου της 26ης Ιουλίου 1958, που στο σημείο αυτό είναι ταυτόσημος με το άρθρο 49 του κανονισμού του Νοεμβρίου 1969, καμία διάταξη που να απονέμει στο προεδρείο εξουσίες στον τομέα αυτό. Επομένως, το ίδιο το θεσμικό όργανο, δηλαδή το Κοινοβούλιο, έπρεπε να υποδείξει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά το άρθρο 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Εφόσον δεν υφίσταται μια τέτοια απόφαση, μόνο το ίδιο το Κοινοβούλιο ήταν αρμόδιο να ενεργήσει ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Το Κοινοβούλιο αναφέρει ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη βάσει της υπ' αριθ. 175/62 αποφάσεως του προεδρείου της 12ης Δεκεμβρίου 1962, περί υποδείξεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, κατά την οποία το προεδρείο:
«έχοντας υπόψη το άρθρο 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων...
—
αποφασίζει ότι οι εξουσίες που απονέμονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή... ασκούνται:
i)
...
γ)
από τον πρόεδρο, κατόπιν προτάσεως του γενικού γραμματέα,
—
για την εφαρμογή στους υπαλλήλους της κατηγορίας Α μέχρι του βαθμού 7 περιλαμβανομένου και του γλωσσικού κλάδου μέχρι του βαθμού 6 περιλαμβανομένου, των διατάξεων των άρθρων ..., 29, ... 45, ...· πάντως, ενδείκνυται η προηγούμενη ενημέρωση του προεδρείου επί των αποφάσεων που αφορούν την πλήρωση των θέσεων της κατηγορίας Α·
...».
Η απόφαση αυτή ελήφθη κατ' εφαρμογή του προηγούμενου κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων που ήδη περιείχε, στο άρθρο του 2, ταυτόσημη διάταξη με αυτή που περιέχει το ισχύον άρθρο 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η άποψη του προσφεύγοντος κατά την οποία η ολομέλεια του Κοινοβουλίου όφειλε να ενεργήσει προς ρύθμιση της διοικητικής του οργανώσεως είναι παράλογη, προκειμένου περί συνεδριάζοντος σώματος που έχει μεγάλο αριθμό μελών. Για το λόγο αυτόν, το Κοινοβούλιο, με τον εσωτερικό κανονισμό, τόσο όσον αφορά αυτόν που ίσχυε κατά την επίδικη προαγωγή (άρθρο 49) όσο και όσον αφορά τον κανονισμό που ίσχυε κατά τη λήψη της υπ' αριθ. 175/62 αποφάσεως του προεδρείου και δημοσιεύτηκε στην υπ' αριθ. 2449/762 Επίσημη Εφημερίδα της 15ης Οκτωβρίου 1962, όρισε ότι:
«Το Κοινοβούλιο επικουρείται από το γενικό γραμματέα, που διορίζεται από το προεδρείο.
«Ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου διευθύνει τη γραμματεία, της οποίας η σύνθεση και η οργάνωση αποφασίζονται από το προεδρείο.
Το προεδρείο, κατόπιν διαβουλεύσεως με την αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου, καθορίζει τον αριθμό των υπαλλήλων, και θεσπίζει τους κανονισμούς που αφορούν τη διοκητική και οικονομική κατάσταση.»
Επομένως, το προεδρείο ήταν αρμόδιο για να υποδείξει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Με τον τρίτο ισχυρισμό νου, ο προσφεύγων, προβάλλει ότι η προαναφερθείσα απόφαση του προεδρείου δεν έγινε σεβαστή διότι δεν προηγήθηκε εν προκειμένω η ενημέρωση του προεδρείου. Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η διάκριση στην απόφαση του προεδρείου μεταξύ υπαλλήλων Α και LA εξηγείται από λάθος γραφής.
Το ΚοινοοούΑιο τονίζει ότι το κείμενο της αποφάσεως του προεδρείου περιορίζει σαφώς την προηγούμενη ενημέρωση στους υπαλλήλους της κατηγορίας Α και ότι η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να επεκταθεί, ερμηνευτικώς, στους υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου. Αναφέρεται, σχετικώς, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1972 (υπόθεση 90/71, Bernardi κατά Κοινοβουλίου, Recueil σ. 603). Επί πλέον, η διάταξη περιέχει απλή σύσταση και όχι υποχρέωση και, επομένως, δεν μπορεί να συνεπάγεται ακυρότητα.
Με τον τέταρτο ισχυρισμό του, ο προσφεύγων, προβάλλει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου προέβη στη συγκριτική εξέταση που προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεδομένου ότι στην επιστολή του της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, με την οποία απέρριψε τη διοικητική ένσταση, δεν ανέφερε παρά την εμπεριστατωμένη μελέτη των υπηρεσιών του προέδρου χωρίς να βεβαιώνει ότι προέβη ο ίδιος στη μελέτη αυτή. Το Κοινοβούλιο φέρει, επομένως, το βάρος της αποδείξεως ότι ο πρόεδρος προέβη προσωπικώς στην εξέταση των εκθέσεων κρίσεως και των προσόντων των υποψηφίων.
Το Κοινοβούλιο βεβαιώνει ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη πράγματι από τον ίδιο τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Ο προσφεύγων φέρει το βάρος της αποδείξεως του εναντίου και δεν προσκομίζει την απόδειξη αυτή.
Με τον πέμπτο ισχυρισμό του, ο προσφεύγων προβάλλει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε πράγματι εξετάσει τα προσόντα και τις εκθέσεις κρίσεως και ότι δεν αρκέστηκε στην εξέταση του υπηρεσιακού σημειώματος του Fuá της 8ης Οκτωβρίου 1980, στην οποία τα κρίσιμα στοιχεία παρουσιάστηκαν με ελλιπή και ανακριβή τρόπο.
Το Κοινοβούλιο απαντά αναφερόμενο στην έλλειψη κάθε αποδείξεως και τονίζει ότι το εν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα ήταν σύμφωνο με την πρακτική της διοικήσεως. Δεν αποδεικνύει ότι δεν έγινε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή η εξέταση των κριτηρίων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως.
Με τον έκτο ισχυρισμό του, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έλαβε υπόψη της ότι οι ικανότητες του προσφεύγοντος ήταν ανώτερες από τις ικανότητες του προαχθέντος υπαλλήλου. Δεν έλαβε υπόψη της τα διπλώματα και πτυχία, ιδίως νομικής, των οποίων ήταν κάτοχος καθώς και των δύο διατριβών επί οικονομικών θεμάτων που είχε εκπονήσει κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονταν στο φάκελο του και ο ίδιος είχε επίσης επιστήσει την προσοχή επ' αυτών, κατά την υποβολή της υποψηφιότητας του. Τουναντίον, η Canarino δεν κατέχει ειδικές γνώσεις στον τομέα των νομικών, πολιτικών ή οικονομικών επιστημών ή των θετικών επιστημών. Όπως προκύπτει από το υπηρεσιακό σημείωμα του Fuá της 8ης Οκτωβρίου 1980 η εξέταση των φακέλων των υποψηφίων δεν ήταν πλήρης, ευσυνείδητη και αμερόληπτη, παρέλειψε δε ιδίως να αναφέρει το γεγονός ότι ο προσφεύγων, εν αντιθέσει προς την Canarino, είχε συμμετάσχει πολλές φορές σε εξεταστικές επιτροπές.
Κατά το Κοινοβούλιο, ο ισχυρισμός αυτός προσβάλλει τη διακριτική εξουσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Τα προσόντα του υποψηφίου περιλαμβάνονταν στην έκθεση κρίσεως και ελήφθησαν υπόψη κατά την εξέταση των προσόντων, όπως προκύπτει επίσης από το εν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα του Fuá.
Ο έβοομος ισχυρισμός του προσφεύγοντος στηρίζεται στην κατάχρηση εξουσίας. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν απέρριψε σαφώς την αιτίαση που διατύπωσε ο προσφεύγων στην αίτηση του της 1ης Οκτωβρίου 1980, καθώς και στη διοικητική του ένσταση της 19ης Απριλίου 1981, κατά την οποία οι εν λόγω θέσεις προορίζονταν για τους περσβύτερους υπαλήλους. Το περιεχόμενο του υπηρεσιακού σημειώματος του Fuá ενισχύει άλλωστε τον ισχυρισμό αυτό. Έτσι, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επέλεξε, εξαιρέσει του αγγλικού και δανικού τμήματος, αυτομάτως τον πρεσβύτερο υπάλληλο. Πράγματι, διερωτάται κανείς αν η ηλικία των υποψηφίων δεν συνιστά μάλλον αρνητικό στοιχείο κατά την πρόσληψη με διαγωνισμό. Επομένως, οι εν λόγω θέσεις προορίζονταν εκ των προτέρων για τους πρεσβύτερους υποψηφίους, πράγμα που συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί ότι οι εν λόγω θέσεις προορίζονταν εκ των προτέρων για τον πρεσβύτερο ή τον αρχαιότερο υπάλληλο κάθε τμήματος, τονίζει εξάλλου ότι η ηλικία και η αρχαιότητα μπορούσαν να αποτελέσουν αποφασιστικό στοιχείο στην περίπτωση που οι άλλοι όροι και τα άλλα προσόντα θα ήταν τα ίδια.
Με τον όγδοο ισχυρισμό του, ο προσφεύγων, προβάλλει ότι η αρχή «nemo judex in re sua» παραβιάστηκε κατά το ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου είχε αποφανθεί τόσο επί της προαγωγής όσο και επί της διοικητικής ενστάσεως. Η απόφαση επί της ενστάσεως έπρεπε να ληφθεί από το προεδρείο του Κοινοβουλίου.
Το Κοινοβούλιο απαντά στον ισχυρισμό αυτό ότι οι αρχές που διέπουν τις δικαστικές υποθέσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη διοικητική διαδικασία, που στερείται οιουδήποτε χαρακτήρα αμφισβητήσεως, και θέσπισε το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Προς απόδειξη των διαφόρων αυτών ισχυρισμών, ο προσφεύγων θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο οφείλει να συμπληρώσει τη δικογραφία προσκομίζοντας όλα τα αναγκαία έγγραφα και ιδίως τα έγγραφα που αφορούν την περιγραφή των καθηκόντων του γλωσσομαθούς συμβούλου, τη σύνταξη της ανακοινώσεως κενής θέσεως, την επιλογή της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, α, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τις γνώσεις, τους τίτλους και τα προσόντα της Cattarino συμπεριλαμβανομένου του ατομικού της φακέλου και των εκθέσεων κρίσεως της, καθώς και τα έγγραφα των οποίων ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου όφειλε να λάβει γνώση εκτός του υπηρεσιακού σημειώματος του Fuá της 8ης Οκτωβρίου 1980 και ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει το Κοινοβούλιο να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά.
Το Κοινοβούλιο απαντά ότι προσεκόμισε το φάκελο του προσφεύγοντος και τα αναγκαία ή χρήσιμα έγγραφα με το υπόμνημα αντικρούσεως του. Το συμπληρωματικό αίτημα του προσφεύγοντος, ειδικότερα όσον αφορά την προσκόμιση του προσωπικού φακέλου ενός υπαλλήλου που δεν είναι διάδικος στη δίκη, είναι αδικαιολόγητο.
IV — Προφορική διαδικασία
Στη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 1983, αγόρευσαν ο προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Slusny, και το Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από το δικηγόρο Bonn.
Κατά την ίδια συνεδρίαση, ο προσφεύγων παραιτήθηκε από τον τρίτο ισχυρισμό του.
Η γενική εισαγγελέας ανάπτυξε τις προτάσεις της στη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατάθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1981, ο Franco Colussi, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του προέδρου του Κοινοβουλίου περί διορισμού της Cattarino ως γλωσσομαθούς συμβούλου στο τμήμα μεταφράσεων ιταλικής γλώσσας.
2
Με την υπ' αριθ. 2690 της 14ης Ιουλίου 1980 ανακοίνωση κενής θέσεως, το Κοινοβούλιο είχε κινήσει τη διαδικασία πληρώσεως, καταρχάς με προαγωγή ή με μετάθεση, επτά θέσεων γλωσσομαθών συμβούλων, της σταδιοδρομίας LA 3, μία από τις οποίες στο τμήμα μεταφράσεων ιταλικής γλώσσας.
3
O προσφεύγων καθώς και δύο άλλοι υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων η Canarino, που ανήκαν και οι τρεις στο βαθμό LA 4, υπέβαλαν την υποψηφιότητα τους για τη θέση στο ιταλικό τμήμα.
4
Συμπληρώνοντας την πράξη υποψηφιότητας του, ο προσφεύγων επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι ήταν κάτοχος, εκτός πτυχίου γλωσσών, πτυχίου νομικής από το 1978. Ζήτησε ρητώς να ληφθεί η απόφαση διορισμού στην ανωτέρω θέση βάσει πραγματικής συγκρίσεως των τίτλων και προσόντων και όχι λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία των υποψηφίων.
5
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 8ης Οκτωβρίου 1980, ο προϊστάμενος του τμήματος μεταφράσεων ιταλικής γλώσσας γνωστοποίησε στο διευθυντή της διευθύνσεως μεταφράσεων και ορολογίας το αποτέλεσμα της εξετάσεως από αυτόν των υποψηφιοτήτων. Πρότεινε την προαγωγή της Canarino λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και τόσο η τελευταία όσο και ο προσφεύγων είχαν και οι δύο κριθεί με το βαθμό άριστα, η Canarino, που από πολλών ετών αντικαθιστούσε κανονικά τον προϊστάμενο του τμήματος απουσιάζοντα, ήταν η πρεσβύτερη και η αρχαιότερη στο βαθμό και στην υπηρεσία.
6
Την 1η Δεκεμβρίου 1980, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ενεργώντας ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, προήγαγε την Canarino σε γλωσσομαθή σύμβουλο με το βαθμό LA 3.
7
Δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, που υπέβαλε ο προσφεύγων κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητας του και κατά της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως που συνόδευε την υποψηφιότητα του, απορρίφθηκε με απόφαση του προέδρου του Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
8
Για να στηρίξει την προσφυγή του, ο προσφεύγων προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς από τους οποίους ορισμένοι αφορούν τον τύπο και τη διαδικασία και άλλοι την ουσία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ως προς τους ισχυρισμούς που αφορούν τον τύπο και τη διαδικασία
9
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται, πρώτον, ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν ήταν αρμόδιος για να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν υφίστατο έγκυρη εξουσιοδότηση λήψεως αποφάσεως για τέτοια προαγωγή.
10
Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι, με την υπ' αριθ. 175/62 της 12ης Δεκεμβρίου 1962 απόφαση του προεδρείου του Κοινοβουλίου, που ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ενεργώντας κατόπιν προτάσεως του γενικού γραμματέα, υποδείχθηκε ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ιδίως για την εφαρμογή του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των κατηγοριών Α και LA στο βαθμό για τον οποίο πρόκειται. Κατά τον εσωτερικό κανονισμό του Κοινοβουλίου, τόσο τον ισχύοντα κατά τη λήψη της εν λόγω αποφάσεως του προεδρείου όσο και τον ισχύοντα κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η σύνθεση και η οργάνωση της γραμματείας του Κοινοβουλίου αποφασίζονται από το προεδρείο, που ορίζει επίσης τον αριθμό των υπαλλήλων και θεσπίζει τους κανονισμούς που αφορούν τη διοικητική και οικονομική τους κατάσταση και που, επομένως, είναι αρμόδιο για να υποδείξει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν δύναται να αμφισβητηθεί η αρμοδιότητα του προέδρου του Κοινοβουλίου για να λάβει την επίδικη απόφαση.
11
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δυνάμει της αρχής «nemo judex in re sua», ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν έπρεπε να λάβει απόφαση επί της ενστάσεως που είχε υποβληθεί κατ' αποφάσεως που είχε ο ίδιος λάβει.
12
Σχετικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 90, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχει τη δυνατότητα υποβολής διοικητικής προσφυγής που επιτρέπει στη διοίκηση να επανεξετάσει την απόφαση της πριν επιληφθούν τα δικαστήρια. Κατά το άρθρο αυτό, η ένσταση πρέπει να υποβληθεί ιεραρχικά προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, δυνάμει της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 175/62 της 12ης Δεκεμβρίου 1962 αποφάσεως, στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Σύμφωνα, επομένως, με τις επιταγές του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο πρόεδρος δεν είχε άλλη εναλλακτική λύση και ήταν υποχρεωμένος να λάβει ο ίδιος την απόφαση επί της ενστάσεως.
13
O προσφεύγων υποστηρίζει τέλος ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν έλαβε ο ίδιος την απόφαση επί της ενστάσεως. Αυτό προκύπτει από τη διατύπωση της απορριπτικής αποφάσεως, η οποία αναφέρεται σε εμπεριστατωμένη μελέτη των υπηρεσιών του.
14
Σχετικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι διοικητικές υπηρεσίες μπορούν να επικουρούν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κατά την εκπλήρωση της αποστολής της. Στην προκειμένη περίπτωση την απόφαση υπέγραψε ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου και τίποτε δεν επιτρέπει να υποτεθεί ότι η απόφαση αυτή δεν ελήφθη από τον ίδιο τον πρόεδρο αυτοπροσώπως, ακόμα και αν οι υπηρεσίες του έχουν συμμετάσχει στην προετοιμασία της.
15
Επομένως, οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος που αναφέρονται στον τύπο και τη διαδικασία είναι αβάσιμοι.
Ως προς τους ισχυρισμούς επί της ουσίας
16
Ο προσφεύγων υποστηρίζει πρώτον ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως, κατόπιν της οποίας ελήφθη η επίδικη απόφαση, είναι άκυρη λόγω του ότι δεν προέβλεψε την οργάνωση εσωτερικού διαγωνισμού παρόλον ότι, δεδομένου ότι η θέση ήταν νέα, ο διαγωνισμός αποτελούσε το μόνο μέσο εκτιμήσεως των προσόντων των υποψηφίων.
17
Πρέπει να υπομνησθεί σχετικά ότι το άρθρο 29, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει διάφορες δυνατές διαδικασίες προς πλήρωση των κενών θέσεων, από τις οποίες πρώτη είναι η εξέταση των δυνατοτήτων προαγωγής ή μεταθέσεως στους κόλπους του θεσμικού οργάνου. Εναπόκειται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να εκτιμήσει αν αυτή η πρώτη διαδικασία επιτρέπει την πλήρωση της κενής θέσεως ή αν είναι σκόπιμο να προσφύγει στη δεύτερη προβλεπόμενη διαδικασία, δηλαδή την οργάνωση εσωτερικού διαγωνισμού. Εφόσον σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως είναι δυνατές προαγωγές ή μεταθέσεις στους κόλπους του θεσμικού οργάνου η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει σχετικά ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
18
Στην προκειμένη περίπτωση, τίποτε δεν επιτρέπει να οδηγήσει στην κρίση ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έκαμε εσφαλμένη χρήση της εξουσίας αυτής κρίνοντας ότι η εξέταση των δυνατοτήτων προαγωγής ή μεταθέσεως επέτρεπε την πλήρωση των κενών θέσεων.
19
Ο προσφεύγων υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξέτασε πράγματι τις ικανότητες και τις εκθέσεις κρίσεως των διαφόρων υποψηφίων, ότι η εν λόγω θέση, όπως όλες οι θέσεις συμβούλων στα άλλα τμήματα, προοριζόταν για τον πρεσβύτερο υπάλληλο και ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα προσόντα και τα πτυχία του προσφεύγοντος ήταν πιο αποφασιστικά από εκείνα του προαχθέντος υπαλλήλου.
20
Προκειμένου περί αποφάσεως προαγωγής, πρέπει καταρχάς να τονισθεί ότι, προς εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας καθώς και των προσόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της αποφάσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και ότι, στον τομέα αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί στην εξέταση του ζητήματος αν, ενόψει των μεθόδων και μέσων που οδήγησαν τη διοίκηση στην εκτίμηση της, η διοίκηση εκινήθη εντός νομίμων ορίων και δεν έκαμε χρήση της εξουσίας της κατά προδήλως πεπλανημένο τρόπο.
21
Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν εκτίμησε πράγματι τα προσόντα και τις ικανότητες των διαφόρων υποψηφίων. Ειδικότερα, ο προσφεύγων δεν απόδειξε ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου επέλεξε από την αρχή, ανεξαρτήτως των ικανοτήτων και των προσόντων των διαφόρων υποψηφίων, τον πρεσβύτερο υποψήφιο, ενώ ο ισχυρισμός αυτός αντιθέτως ανατρέπεται από τους διορισμούς που έγιναν σε διάφορα άλλα τμήματα.
22
Προκειμένου περί υπαλλήλων που διαθέτουν μεγάλη επαγγελματική πείρα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορούσε να λάβει υπόψη, προς εκτίμηση των προσόντων τους ενόψει της εν λόγω θέσεως, εκτός από τον αριθμό και τη φύση των πτυχίων των οποίων ο προσφεύγων και η Cattarino είναι κάτοχοι, την ικανότητα και την απόδοση που επέδειξαν εντός της υπηρεσίας. Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πεπλανημένη άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως το ότι, παράλληλα προς τα άλλα στοιχεία, ελήφθησαν επίσης υπόψη η ηλικία των υποψηφίων και η αρχαιότητα τους στο βαθμό. Πράγματι, σε περίπτωση ίδιων προσόντων και ικανότητας των υποψηφίων, τα στοιχεία αυτά μπορούν μάλιστα να αποτελέσουν αποφασιστικό παράγοντα για τη γενόμενη από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επιλογή.
23
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την ουσία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει επίσης να απορριφθούν. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
24
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρ9ρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως αβάσιμη.
2)
ΚάΦε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Everling
Mackenzie Stuart
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Μαρτίου 1983.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. A. Pompe
Βοη9ός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
Full & Egal Universal Law Academy