Στην υπόθεση 317/81,
πού έχει ὡς ἀντικείμενο αίτηση τοῦ Bundesfinanzhof πρός τό Δικαστήριο, κατ᾽ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν ὁποία ζητείται, στό πλαίσιο τῆς διαφορᾶς πού εκκρεμεί ενώπιον τοῦ αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
HOWE & BAINBRIDGE BV, Mijdrecht (Κάτω Χῶρες),
καί
Oberfinanzdirektion Frankfurt am Main,
ή έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως ἐπί τῆς ερμηνείας καί τοῦ κύρους τῆς σημειώσεως 2 Α τοῦ κεφαλαίου 59 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο ἀπό τους Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: Sir Gordon Slynn
γραμματεύς: Ρ. Heim
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ εξέλιξη τῆς διαδικασίας καί οἱ παρατηρήσεις πού ὑπεβλήθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Όργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνοψίζονται ὡς έξῆς:
Ι — Περιστατικά καί διαδικασία
Ή υπόθεση στην κυρία δίκη άφορᾶ τήν κατάταξη ενός υφάσματος πού ἐχαρακτηρί-ζετο ὡς «καραβόπανο» καί εἶχε ἀποδεδειγμένως υποστεί ἐπεξεργασία μέ τεχνητές πλαστικές ύλες.
Ή Oberfinanzdirektion τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν κατέταξε τό εμπόρευμα αυτό, μέ γνωμάτευση περί δασμολογικῆς κατατάξεως πού ἐκοινοποιήθη στίς 22 Μαΐου 1975, στην διάκριση 51.04 Α τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (υφάσματα ἐκ συνθετικῶν υφαντικών ἰνῶν — δασμός 13 %). Ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη υπέβαλε κατά της γνωματεύσεως αυτής ένσταση ενώπιον της Oberfinanzdirektion, μέ την ὁποία ζητοῦσε τήν υπαγωγή τοῦ εμπορεύματος στην κλάση 59.08 (υφάσματα ἐμπεποτισμένα, ἐπικεχρισμένα ἡ ἐπικεκαλυμμένα διά παραγώγων τῆς κυτταρίνης ἡ δι' έτερων τεχνητών πλαστικών υλών καί υφάσματα μέ επαλλήλους στρώσεις ἐκ τῶν υλών τούτων — δασμός 14 %).
Ή Oberfinanzdirektion ἀπέρριψε τό αίτημα αυτό ἐν ὄψει τῆς σημειώσεως 2 Α τοῦ κεφαλαίου 59, ἡ ὁποία ὁρίζει τά έξης:
«Ἡ κλάσις 59.08 περιλαμβάνει τά υφάσματα τά ἐμπεποτισμένα, ἐπικεχρισμένα ή ἐπικεκαλυμμένα διά παραγώγων τῆς κυτταρίνης ἡ άλλων τεχνητών πλαστικών υλών ή μέ επαλλήλους στρώσεις ἐκ τῶν αυτών υλών, οἱουδήποτε βάρους κατά τετραγωνικό μέτρον καί οιασδήποτε φύσεως τεχνητής πλαστικῆς ύλης (συμπαγοῦς, σπογγώδους ἡ κυψελώδους).
Δέν περιλαμβάνει, ἐν τούτοις:
α)
Τά υφάσματα, τῶν όποιων ἡ ἐμπότισις, ἐπίχρισις ἡ ἐπικάλυψις δέν εἶναι καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ (κεφάλαια 50 μέχρι 58 καί 60 γενικώς). Δέν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, διά τήν ἐφαρμογήν της διατάξεως ταύτης, αϊ ἀλλαγαί χρωμάτων αἱ προκαλούμεναι διά τῶν εργασιών τούτων.
β)
Τά προϊόντα, τῶν ὁποίων δέν είναι δυνατή ἡ περιτύλιξις διά χειρός, χωρίς ταύτα νά ὑποστοῦν σχισμάς, ἐπί κυλίνδρου διαμέτρου 7 χιλιοστομέτρων, ὑπό θερμοκρασίαν μεταξύ 15 καί 30 βαθμών Κελσίου (κεφάλαιον 39 γενικώς).
γ)
Τά προϊόντα, εἰς τά όποια τό ὕφασμα ή είναι ἐξ ὁλοκλήρου περιβεβλημένον ὑπό τῆς τεχνητῆς πλαστικῆς ύλης ἡ είναι ἐπικεχρισμένο ἡ ἐπικεκαλυμμένον καί κατά τάς δύο αὐτοῦ ὄψεις ὑπό της αὐτης ὡς άνω ὕλης (κεφάλαιον 39).»
Κατά τῆς ἀπορριπτικῆς ἀποφάσεως αὐτης ή Howe ἤσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof, τό ὁποῖο ζήτησε τήν διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ἀπό τό Bundesanstalt für Materialprüfung (ὁμοσπονδιακό 'ίδρυμα έλεγχου υλικών). Σύμφωνα μέ τό Bundesfinanzhof, ó πραγματογνώμονας δέν ἐχρησιμοποίησε μόνο τήν έννοια της καθαρά ὀπτικῆς ἱκανότητος ἀντιλήψεως (εξωτερική εμφάνιση ενός τεμαχίου υφάσματος ἁπλωμένου στό τραπέζι), άλλα καί τίς δυνατότητες ἐμμεσου ὀπτικοῦ έλεγχου (δηλαδή ἄν τό ύφασμα, τό όποιο συνήθως εισάγεται σέ τόπια, έχει λεία ἐπιφάνεια σέ όλες τίς κομμένες άκρες, ἄν τό ύφασμα εφάπτεται σέ ὅλα τά σημεία του ἐπί της επιφανείας ἐπί τῆς ὁποίας ευρίσκεται ἡ ἄν εμφανίζει παραδείγματος χάριν πτύχωση, πού θά ἠδύνατο μάλιστα νά προκληθεί γιά πρώτη φορά κατά τήν εξέταση του προκειμένου νά υπαχθεί σέ κάποια δασμολογική κλάση). Ό πραγματογνώμονας κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι τά τελευταία αυτά κριτήρια επέτρεπαν τήν διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ διαπίστωση ὅτι τό ύφασμα είχε υποστεί επεξεργασία κατά τήν έννοια της σημειώσεως 2 Α α, ἀφοῦ σέ ἀντίθετη περίπτωση θά ξέφτιζε στίς άκρες, θά ἐφάπτετο σέ ὅλα τά σημεία τῆς επιφανείας ἐπί της ὁποίας θά ἐτοποθετεῖτο καί επίσης δέν θά ήταν δυνατή ἡ δημιουργία πτυχώσεων.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, τό Bundesfinanzhof, πρίν εκδώσει ἀπόφαση, υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα δύο ερωτήματα:
«1.
Πώς πρέπει νά ερμηνευθεί ἡ σημείωση 2 Α α τοῦ κεφαλαίου 59 τοῦ κοινού δασμολογίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ή κλάση 59.08 δέν περιλαμβάνει τά υφάσματα, τῶν ὁποίων ἡ εμπότιση, ἡ επίχριση ἡ ἡ ἐπικάλυψη μέ παράγωγα τῆς κυτταρίνης ἡ άλλες τεχνητές πλαστικές ύλες δέν εἶναι καταφανής διά γυμνού ὀφθαλμού; Κριτήριο εἶναι ἡ υποκειμενική ικανότης ἀντιλήψεως ενός οἱουδήποτε παρατηρητοῦ, τοῦ μέσου ἡ τοῦ Ιδιαιτέρως εμπείρου τελωνειακού υπαλλήλου ἡ τοῦ εμπειρογνώμονος; Οἱ λέξεις “μή καταφανής διά γυμνού ὀφθαλμού” σημαίνουν ὅτι εξετάζεται ὀπτικώς ἁπλώς καί μόνο τό τεμάχιο υφάσματος πού ευρίσκεται ἁπλωμένο ἐπί μιᾶς επιφανείας ἡ επιτρέπουν την χρησιμοποίηση έμμεσων ὀπτικών τρόπων ἀναγνωρίσεως, μέ τους ὁποίους επιτυγχάνεται ἡ συναγωγή συμπερασμάτων ὡς πρός την σκληρότητα τοῦ υφάσματος, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη μέ την εμπότιση, την ἐπίχριση ἡ την επικάλυψη (πχ. τό γεγονός ὅτι τό ὕφασμα δέν “ξεφτίζει” στίς κομμένες άκρες ἡ ὅτι διατηρούνται οἱ πτυχώσεις στό ύφασμα);
2.
Σέ περίπτωση πού τό κριτήριο ἀποτελεί ή ικανότης ἀντιλήψεως τοῦ οιουδήποτε παρατηρητοῦ ἡ τοῦ μή εμπείρου τελωνειακού υπαλλήλου:
Ἰσχύει ἡ ἀνωτέρω σημείωση, ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι θέτει τά ἀνωτέρω πρόσωπα ενώπιον προβλημάτων πού σχεδόν δέν επιδέχονται λύση;»
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 20 τοῦ Όργανισμού τοῦ Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν τό Συμβούλιο, εκπροσωπούμενο ἀπό τόν νομικό σύμβουλό του Α. Sacchettini, καί ἡ Ἐπιτροπή, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν νομικό σύμβουλο τῆς R. Wägenbaur, επικουρούμενο ἀπό τόν Τ. van Rijn, μέλος τῆς νομικής υπηρεσίας της.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστού καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε την έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
Μέ διάταξη τῆς 19ης Μαΐου 1982 τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά ἀναθέσει τήν εκδίκαση τῆς υποθέσεως στό δεύτερο τμήμα.
II — 'Ιστορικό καί ερμηνεία τῆς σημειώσεως 2Α
Στό κοινό δασμολόγιο τοῦ 1968 ή σημείωση αυτή ἀπαιτούσε, κατά τό παράδειγμα τῆς ὀνοματολογίας τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (ΣΤΣ), ἡ επεξεργασία τοῦ υφάσματος νά εἶναι «καταφανής».
Μέ ἀπόφαση τοῦ 1966 ἡ επιτροπή ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ ἐπεβεβαίωσε ὅτι ὁ ὅρός «καταφανής»ἔχει τήν έννοια «ὁρατή διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ» καί ἀπέκλεισε τήν δυνατότητα νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπεξεργασία ήταν αισθητή στην ἁφή ή ήταν δυνατόν νά διαπιστωθεί μέ τήν βοήθεια ὀργάνου.
Μετά τίς τροποποιήσεις τῆς ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ καί τοῦ κοινοῦ δασμολογίου τό 1969 καί τό 1972, ἡ σημείωση διετυπώθη ὅπως ισχύει σήμερα.
Σέ μία συνεδρίαση τῆς επιτροπής ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ τόν 'Ιανουάριο 1976 ἡ επιτροπή αυτή ερμήνευσε τήν σημείωση ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ κλάση 59.08 δέν εφαρμόζεται στό εμπόρευμα ἡ επεξεργασία τοῦ ὁποίου διαπιστώνεται διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ μόνο μετά ἀπό δίπλωμα καί τό 1978 ἡ επιτροπή ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ, σέ μία ἀπόφαση σχετικά μέ τήν δασμολογική κατάταξη ενός πλεκτοῦ υφάσματος εμποτισμένου μέ πλαστική ύλη, ἀπεφάνθη ὅτι:
«ὁ ὅρός “καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ” πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό τήν στενή έννοια τοῦ ὅρού, δηλαδή ὑπό τήν έννοια τῆς ἀμεσου αντιλήψεως βάσει τῆς ὀπτικής εξετάσεως τῆς επιφανείας τοῦ υφάσματος. Τό γεγονός ὅτι ὁ εμποτισμός έχει προσδώσει ὁρισμένη σκληρότητα στό ύφασμα, ἐφ' ὅσον ὅμως ἐπί τῆς επιφανείας τοῦ υφάσματος δέν εἶναι ὁρατά διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ 'ίχνη τοῦ προϊόντος πού ἐχρησιμοποιήθη γιά τόν εμποτισμό, δέν ἐπιτρέπει τήν κατάταξη τοῦ υφάσματος αὐτοῦ στην κλάση 59.08».
III — Γραπτές παρατηρήσεις
1. Ἐπί τῆς ἑρμηνείας
Ἡ Ἐπιτροπή προτείνει στενή ερμηνεία, εννοώντας δηλαδή τήν άμεση ἀντίληψη βάσει τῆς ὀπτικής ἐξετάσεως τῆς ἐπιφανείας τοῦ υφάσματος. Γιά νά εἶναι δυνατή ή ἀντίληψη διά γυμνοῦ ὀφθαλμού, πρέπει ἐπί τῆς επιφανείας τοῦ υφάσματος νά εἶναι ὁρατά διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ἴχνη τοῦ προϊόντος πού ἐχρησιμοποιήθη γιά τόν εμποτισμό.
Κατά συνέπεια, ἡ Ἐπιτροπή ἀποκλείει την χρησιμοποίηση ὀργάνων ὁπως ὁ μεγεθυντικός φακός ἡ τό μικροσκόπιο ἡ την διεξαγωγή χημικῶν ἀναλύσεων. Κατ' αυτό τόν τρόπο ἡ Ἐπιτροπή ἀπορρίπτει τήν ἰδέα τῆς «έμμέσου ἀντιλήψεως», πού τό Bundesanstalt für Materialprüfung θεωρεί ὅτι επιτρέπεται βάσει τῶν ὅσων ὁρίζει ἡ σημείωση 2 Α. Ἑπομένως, δέν επιτρέπεται ἡ συναγωγή συμπερασμάτων ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ὕφασμα έχει λεία επιφάνεια σέ ὅλες τίς κομμένες άκρες ἡ ἀπό τό ὅτι ὁ εμποτισμός προσδίδει στό ύφασμα τέτοια σκληρότητα ώστε τό ύφασμα νά μή εφάπτεται σέ ὅλα τά σημεία του ἐπί τῆς επιφανείας ἐπί τῆς ὁποίας ευρίσκεται. Δέν ἐπιτρέπεται ἐξ άλλου τό ύφασμα νά διπλωθεί ἤ νά ψαυσθεῖ, προκειμένου νά διαπιστωθεί ἄν διατηρείται ὁριζόντιο.
2. Ἐπί τον κύρους
Τόσο τό Συμβούλιο ὅσο καί ἡ Ἐπιτροπή υποστηρίζουν ὅτι ἡ επίδικη σημείωση εἶναι έγκυρη. Παρατηρούν δέ ὁμοφώνως ὅτι οἱ τελωνειακές ἀρχές έχουν καθήκον νά ὀργανώσουν τίς υπηρεσίες τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε νά εἶναι ὀρθή ἡ εφαρμογή τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Δέν πρέπει νά ληφθεί
ὑπ' ὄψη ἡ ικανότης ἀντιλήψεως ενός οιουδήποτε παρατηρητοῦ ἡ τοῦ μή εμπείρου τελωνειακού, ἀλλα ἡ ἱκανότης τοῦ μέσου τελωνειακού. Ό υπάλληλος αυτός εἶναι πλήρως σέ θέση νά ἀποφανθεί ἐπί περιπτώσεων ὅπως ἡ προκειμένη, επειδή ἔχει υποστεί τήν ἀνάλογη εκπαίδευση καί επειδή κατόπιν έχει ἀποκτήσει ὁρισμένη πείρα στην πράξη. Ἐξ άλλου, οἱ ὅροί πού χρησιμοποιεί ή σημείωση εἶναι ἴδιοι μέ τους ὅρους τῆς ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ. Τό Συμβούλιο παραθέτει καί άλλα παραδείγματα σημειώσεων πού ὁρίζουν κριτήρια βασιζόμενα στίς ικανότητες τῶν αισθητηρίων τῶν τελωνειακών υπαλλήλων πού καλούνται νά εφαρμόσουν τήν ὀνοματολογία αυτή. Τά ὑποκειμενικά αυτά κριτήρια δικαιολογούνται, προκειμένου νά επιτευχθεί ή ταχεία εξακρίβωση κατά τόν ἐκτελωνισμό.
ΙV — Προφορική διαδικασία
Κατά τήν συνεδρίαση τῆς 15ης 'Ιουλίου 1982 ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν Ν. Pfeiffer, δικηγόρο Düsseldorf, τό Συμβούλιο, εκπροσωπούμενο ἀπό τόν νομικό σύμβουλό του Α. Sacchettini, καί ἡ Ἐπιτροπή, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν Τ. van Rijn, μέλος τῆς νομικής υπηρεσίας της.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν συνεδρίαση τῆς ἰδίας ημέρας.
Σκεπτικό
1
Μέ διάταξη τῆς 17ης Νοεμβρίου 1981, πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 21 Δεκεμβρίου 1981, τό Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ὡς πρός τήν ερμηνεία καί τό κύρος τῆς σημειώσεως 2 Α α τοῦ κεφαλαίου 59 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου.
2
Τά ἐρωτήματα αυτά υποβάλλονται στό πλαίσιο τῆς διαφορᾶς πού ἀνέκυψε μεταξύ μιᾶς ολλανδικῆς επιχειρήσεως, προσφευγούσης στην κυρία δίκη, καί της Oberfinanzdirektion ('Ανωτέρας Διευθύνσεως Οικονομικῶν) τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν ὡς πρός μία δεσμευτική γνωμάτευση, τῆς 22ας Μαΐου 1975, περί τῆς δασμολογικής κατατάξεως ενός προϊόντος πού ἡ προσφεύγουσα χαρακτηρίζει ὡς «καραθόπανο».
3
Μέ την γνωμάτευση αυτή ἡ Oberfinanzdirektion κατέταξε τό προϊόν στην διάκριση 51.04 Α τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (υφάσματα ἐκ συνθετικών υφαντικῶν ινών), ἐνῶ ἡ προσφεύγουσα ζητούσε τήν υπαγωγή του στην κλάση 59.08 (υφάσματα ἐμπεποτισμένα, ἐπικεχρισμένα ἡ ἐπικεκαλυμμένα διά παραγώγων της κυτταρίνης ἡ δι' έτερων τεχνητών πλαστικών ὑλών καί υφάσματα μέ επαλλήλους στρώσεις ἐκ τῶν υλών τούτων).
4
'Από τήν δικογραφία συνάγεται ὅτι τό ἐν λόγω προϊόν έχει πράγματι υποστεί τήν επεξεργασία πού προβλέπεται στην κλάση 59.08, άλλα ἡ Oberfinanzdirektion ἀπέρριψε τήν ὑπαγωγή του στην κλάση αυτή βάσει τῆς σημειώσεως 2 Α τοῦ κεφαλαίου 59, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ κλάση 59.08 δέν περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, καί:
«α)
τά υφάσματα τῶν ὁποίων ἡ ἐμπότισις, ἐπίχρισις ἡ ἐπικάλυψις δέν είναι καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ...».
5
Ή ὀλλανδική επιχείρηση προσέφυγε κατά τῆς γνωματεύσεως περί δασμολογικής κατατάξεως ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof, τό όποιο υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
Πώς πρέπει νά ερμηνευθεί ἡ σημείωση 2 Α α τοῦ κεφαλαίου 59 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ κλάση 59.08 δέν περιλαμβάνει τά υφάσματα, τῶν ὁποίων ἡ εμπότιση, ἡ επίχριση ἤ ἡ επικάλυψη μέ παράγωγα τῆς κυτταρίνης ἡ ἄλλες τεχνητές πλαστικές ὕλες δέν εἶναι καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ; Κριτήριο εἶναι ἡ ὑποκειμενική ἱκανότης ἀντιλήψεως ἑνός οιουδήποτε παρατηρητοῦ, τοῦ μέσου ἡ τοῦ ιδιαιτέρως εμπείρου τελωνειακοί} ὑπαλλήλου ἡ τοῦ εμπειρογνώμονος; Οἱ λέξεις “μή καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ” σημαίνουν ὅτι εξετάζεται ὀπτικώς ἁπλώς καί μόνο τό τεμάχιο υφάσματος πού ευρίσκεται ἁπλωμένο ἐπί μιᾶς επιφανείας ἤ επιτρέπουν τήν χρησιμοποίηση έμμεσων ὀπτικών τρόπων ἀναγνωρίσεως, μέ τους ὁποίους επιτυγχάνεται ἡ συναγωγή συμπερασμάτων ὡς πρός τήν σκληρότητα τοῦ υφάσματος, ἡ οποία εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν εμπότιση, τήν επίχριση ἡ τήν επικάλυψη (π.χ. τό γεγονός ὅτι τό ύφασμα δέν “ξεφτίζει” στίς κομμένες άκρες ἡ ὅτι διατηρούνται οἱ πτυχώσεις στό ύφασμα);
2.
Σέ περίπτωση πού τό κριτήριο ἀποτελεί ἡ Ικανότης ἀντιλήψεως τοῦ οιουδήποτε παρατηρητοῦ ἡ τοῦ μή έμπειρου τελωνειακοί) υπαλλήλου:
'Ισχύει ἡ ἀνωτέρω σημείωση, ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι θέτει τά ἀνωτέρω πρόσωπα ενώπιον προβλημάτων πού σχεδόν δέν επιδέχονται λύση;»
6
Τό πρώτο ερώτημα έχει δύο σκέλη, τό πρώτο σκέλος δέ, τό ὁποῖο άφορᾶ τόν παρατηρητή πού πρέπει νά ληφθεί ὡς γνωμών γιά τήν ἑρμηνεία καί τήν εφαρμογή τῆς σημειώσεως, εἶναι στενά συνδεδεμένο μέ τό δεύτερο ερώτημα, πού άφορᾶ τό κύρος τῆς σημειώσεως. Ἑπομένως, πρέπει νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ενιαίας εξετάσεως, ἐνῶ ενδείκνυται νά εξετασθεί κατ᾽ἀρχάς τό τελευταίο σκέλος τοῦ πρώτου ερωτήματος.
7
Μέ τό σκέλος αυτό τό Bundesfinanzhof έρωτᾶ ουσιαστικῶς ἄν ἡ ἐν λόγω σημείωση προϋποθέτει, προκειμένου νά εφαρμοσθεί ἡ κλάση 59.08, ἡ εμπότιση, ή επίχριση ἤ ἡ ἐπικάλυψη νά εἶναι άμεσα ὁρατές μέ ἁπλή ὀπτική εξέταση ἡ ἄν αντιθέτως επιτρέπεται ἡ συναγωγή τοῦ συμπεράσματος ὅτι τό ύφασμα έχει υποστεί επεξεργασία ἀπό τήν σκληρότητά του, πού προέρχεται ἀπό τήν επεξεργασία αὐτή.
8
Μέ τίς παρατηρήσεις πού κατέθεσε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἡ Ἐπιτροπή τόνισε κυρίως τά ερμηνευτικά στοιχεία πού ἀντλούνται ἀπό τήν ιστορική εξέλιξη τῆς επιδίκου σημειώσεως καί ἀπό τήν εξέλιξη τῆς ἀκριβώς όμοιας σημειώσεως τοῦ ἀντιστοίχου κεφαλαίου τῆς ὀνοματολογίας τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακῆς Συνεργασίας (ἐφεξῆς ΣΤΣ), καθώς καί ἀπό τήν παγία πρακτική ὡς πρός τήν ἐφαρμογή τῶν σημειώσεων αυτών ἀφ᾽ ενός μέν τῆς ἐπιτροπής ὀνοματολογίας τοῦ κοινοί) δασμολογίου, ἀφ᾽ ἑτερου δέ τῆς ἐπιτροπής ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ.
9
Σχετικώς πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι οἱ σημειώσεις αυτές προέβλεπαν, ὅπως ἀρχικώς ἴσχυαν, νά μή περιλαμβάνει ἡ κλάση 59.08 τά υφάσματα, ἡ εμπότιση ή ή επίχριση τῶν ὁποίων δέν ἦταν «καταφανείς». Ἐπειδή ἡ επιτροπή ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ εἶχε ἑρμηνεύσει τόν ὅρο αυτό ὑπό τήν έννοια «ὁρατές διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ», τό κείμενο τῆς ὀνοματολογίας αυτής ἐτροποποιήθη ἀναλόγως τό 1969. Στήν συνέχεια ἐτροποποιήθη κατά τόν ἴδιο τρόπο καί τό κοινό δασμολόγιο, μέ τόν κανονισμό 1/72 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου 1981 (ABl. L 1 τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1972, σ. 1).
10
Μετά την τροποποίηση, οἱ δύο επιτροπές ὀνοματολογίας εκλήθησαν νά ἀποφανθούν ἐπί τῆς ερμηνείας τοῦ νέου κειμένου τῶν σημειώσεων. Τό 1976 ἡ επιτροπή τοῦ κοινοῦ δασμολογίου έκρινε ὅτι ἡ κλάση 59.08 δέν εφαρμόζεται στά υφάσματα, ἡ επεξεργασία τῶν ὁποίων δέν γίνεται ἀντιληπτή παρά μόνο μετά ἀπό δίπλωμα τοῦ δείγματος. Τό 1978 ἡ επιτροπή τοῦ ΣΤΣ έκρινε ὅτι ὁ ὅρός «καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ» έχει τήν έννοια τῆς «ἀμεσου ἀντιλήψεως» βάσει της ὀπτικής εξετάσεως τῆς επιφανείας τοῦ υφάσματος καί ὅτι τό γεγονός ὅτι ὁ εμποτισμός έχει προσδώσει ὁρισμένη σκληρότητα στό ύφασμα δέν επιτρέπει τήν υπαγωγή τοῦ υφάσματος στην κλάση 59.08.
11
Ή ερμηνεία πού ὑποδεικνύεται επομένως ἀπό τήν τροποποίηση τῶν κειμένων καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν πρακτική αὐτῶν τῶν επίτροπων ὀνοματολογίας, ή ὁποία συμπίπτει ἐπί πλέον καί μέ τήν πρώτη ἐναλλακτική λύση πού προτείνει τό ἐθνικό δικαστήριο, συμφωνεί πράγματι μέ τήν έννοια πού ἀποδίδεται στους ὅρούς αυτούς στην καθομιλουμένη.
12
Ή ερμηνεία αύτη ἀνταποκρίνεται καί στόν σκοπό τῆς επιδίκου σημειώσεως. Όπως τόνισε τό Συμβούλιο στίς παρατηρήσεις πού κατέθεσε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, οἱ λόγοι γιά τους ὁποίους οἱ ισχύοντες κοινοτικοί καί διεθνείς κανόνες καθορίζουν αυτά τά κριτήρια γιά τήν δασμολογική κατάταξη σέ ιδιαίτερες περιπτώσεις ἀνάγονται κυρίως στην επιδίωξη ταχείας εξακριβώσεως κατά τόν εκτελωνισμό.
13
Ἐπί πλέον, ἡ προσθήκη στό εδάφιο α τῆς σημειώσεως, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ ἀλλαγές χρωμάτων πού προκαλοῦνται ἀπό τήν επεξεργασία, συνηγορεί υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ διαπίστωση τῆς υπάρξεως επεξεργασίας πρέπει νά εἶναι δυνατή ἄμεσα καί ὄχι νά συνάγεται ἀπό άλλες ιδιότητες πού πιθανῶς νά έχει προσδώσει στό ύφασμα ἡ επεξεργασία αυτή.
14
Ή ἀπάντηση επομένως στό σκέλος αυτό τοῦ πρώτου ερωτήματος εἶναι ὅτι οἱ λέξεις «καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ» τῆς σημειώσεως 2 Α α τοῦ κεφαλαίου 59 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου έχουν τήν έννοια ὅτι ἡ εμπότιση, ἡ επίχριση ἡ ή επικάλυψη τοῦ υφάσματος πρέπει νά εἶναι άμεσα ὁρατές μέ μία ἁπλή ὀπτική εξέταση καί ὅτι οἱ λέξεις αυτές τῆς σημειώσεως δέν επιτρέπουν νά συναχθεί ἀπό τήν σκληρότητα τοῦ υφάσματος τό συμπέρασμα ὅτι τό ύφασμα αυτό έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία.
15
Μέ το πρώτο σκέλος τοῦ πρώτου ἐρωτήματος τό Bundesfinanzhof έρωτᾶ ἄν γιά την ερμηνεία καί την ἐφαρμογή τῆς επιδίκου σημειώσεως πρέπει νά ληφθεί ὡς κριτήριο ἡ υποκειμενική ικανότης ἀντιλήψεως ἑνός οιουδήποτε παρατηρητοῦ, τοῦ μέσου ἡ τοῦ ιδιαιτέρως εμπείρου τελωνειακού υπαλλήλου ἡ τοῦ εμπειρογνώμονος.
16
Σχετικῶς πρέπει νά τονισθεί ὅτι τό κοινό δασμολόγιο ἀποτελεί μέν πράξη κοινοτικοῦ δικαίου πού πρέπει νά ερμηνεύεται ὁμοιομόρφως σέ ὅλα τά κράτη μέλη, ή εφαρμογή του ὅμως έχει ἀνατεθεί στά κράτη μέλη.
17
Ή ἀπάντηση επομένως στό σκέλος αυτό τοῦ πρώτου ερωτήματος εἶναι ὅτι εναπόκειται στά κράτη μέλη νά ὁρίζουν τίς ἀρχές καί τά πρόσωπα πού έχουν ὡς έργο τήν δασμολογική κατάταξη τῶν προϊόντων, καθώς καί νά ἀποφασίζουν τά της εκπαιδεύσεως τῶν προσώπων αυτῶν, προκειμένου νά εκπληρώνουν τά καθήκοντα τους κατά τρόπο ὀρθό.
18
Μέ τό δεύτερο ερώτημα του τό Bundesfinanzhof έρωτᾶ ουσιαστικώς ἄν, λόγω τοῦ ἀμφισβητουμένου ὅρου, εἶναι έγκυρη ἡ σημείωση, ἐν ὄψει τῶν δυσχερειών πού ἡ εφαρμογή τοῦ ὅρού αὐτοῦ εἶναι δυνατόν νά προκαλέσει στά πρόσωπα πού καλοῦνται νά κατατάξουν δασμολογικῶς τό οικείο προϊόν.
19
Σχετικώς πρέπει νά τονισθεί ὅτι οἱ δυσχέρειες τῆς εφαρμογής μιᾶς κοινοτικής διατάξεως εἶναι δυνατόν μέν νά έχουν σημασία γιά τήν ερμηνεία τῆς διατάξεως, δέν εἶναι ὅμως ικανές νά επηρεάσουν τό κύρος της.
20
Πρέπει ἐξ άλλου νά προστεθεί ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς επιδίκου σημειώσεως σύμφωνα μέ τήν ἀνωτέρω ερμηνεία δέν φαίνεται νά παρουσιάζει τίς δυσχέρειες στίς όποιες ἀναφέρεται τό ερώτημα. Σέ ὅσες περιπτώσεις τά πρόσωπα, στά όποια έχουν ἀναθέσει τό καθήκον αυτό τά κράτη μέλη, δέν δύνανται νά διαπιστώσουν τήν επεξεργασία τοῦ υφάσματος μέ ἀπλή ὀπτική εξέταση, συνάγεται ἀπό τήν σημείωση ὅτι ἡ ἐπεξεργασία αυτή, ἀκόμη καί ἄν έχει πραγματοποιηθεί, δέν ἀρκεῖ γιά τήν υπαγωγή τοῦ υφάσματος στην ειδικώς προβλεπομένη κλάση 59.08 ἀντί γιά τήν κλάση στην ὁποία κανονικώς θά ὑπήγετο αὐτοῦ τοῦ είδους τό ύφασμα. Ἑπομένως, ἡ σημείωση ἀποκλείει, προκειμένου νά διαπιστωθεῖ ἄν τό ύφασμα έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία, κάθε ἀκριβώς έλεγχο πού θά υπερέβαινε τίς ικανότητες τῶν προσώπων αυτών.
21
Ή ἀπάντηση ἑπομένως, στό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα εἶναι ὅτι ἀπό την εξέταση τῆς σημειώσεως δέν προέκυψαν στοιχεία Ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος της.
Ἐπί τῶν δικαστικῶν εξόδων
22
Τά έξοδα στά όποια υπεβλήθησαν τό Συμβούλιο καί ἡ Ἐπιτροπή τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ἡ παρούσα διαδικασία έχει ὡς πρός τους διαδίκους της κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, πού ἀνέκυψε ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σ᾿ αυτό εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνοντας ἐπί τῶν ερωτημάτων πού τοῦ υπέβαλε μέ διάταξη τῆς 17ης Νοεμβρίου 1981 τό Bundesfinanzhof ἀποφαίνεται:
1)
Οἱ λέξεις «καταφανής διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ» τῆς σημειώσεως 2 Α α τοῦ κεφαλαίου 59 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου έχουν τήν έννοια ὅτι ἡ εμπότιση, ή ἐπίχριση ἡ ἡ επικάλυψη τοῦ υφάσματος πρέπει νά εἶναι ἄμεσα ὁρατές μέ μία ἁπλή ὀπτική ἐξέταση. Οἱ λέξεις αυτές τῆς σημειώσεως δέν ἐπιτρέπουν νά συναχθεί ἀπό τήν σκληρότητα τοῦ υφάσματος τό συμπέρασμα ὅτι τό ὕφασμα αυτό έχει υποστεί τέτοια ἐπεξεργασία.
2)
Ἐναπόκειται στά κράτη μέλη νά ὁρίζουν τίς ἀρχές καί τά πρόσωπα πού έχουν ὡς έργο τήν δασμολογική κατάταξη τῶν προϊόντων, καθώς καί νά ἀποφασίζουν τά τῆς εκπαιδεύσεως τῶν προσώπων αυτών, προκειμένου νά εκπληρώνουν τά καθήκοντά τους κατά τρόπο ὀρθό.
3)
'Από την ἐξέταση τῆς σημειώσεως δέν προέκυψαν στοιχεία Ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος της.
Due
Χλωρός
Grévisse
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 30 Σεπτεμβρίου 1982.
Ὁ γραμματεύς
κ.ἀ.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματεύς
Ό πρόεδρος τοῦ δευτέρου τμήματος
Ο. Due
Full & Egal Universal Law Academy