Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Συμβάσεις δημοσίων έργων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Ρήτρα περί δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου — Μονομερής καταγγελία κατ’ εφαρμογή των συμβατικών όρων — Αίτηση λύσεως της συμβάσεως με δικαστική απόφαση — Απαράδεκτη — Εφαρμοστέο δίκαιο — Κοινή βούληση των μερών — Συμβατική ευθύνη — Ζημία — Εκτίμηση
( Συνθήκη EOK , άρθρο 181· Συνθήκη EKAE , άρθρο 153 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση 318/81 ,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενη από τους Gianluigi Campogrande και Sergio Fabro , μέλη της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής , επικουρούμενους από τον Piero Ziccardi , δικηγόρο Μιλάνου , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή , μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
ενάγουσα ,
κατά
CO.DE.MI . SpA , με έδρα το Μιλάνο , εκπροσωπούμενης από το δικηγόρο Μιλάνου Mario Savanco και το δικηγόρο Λουξεμβούργου Ernest Arendt , 34 B , rue Philippe-II , τον οποίο όρισε και ως αντίκλητό της ,
εναγομένης και αντενάγουσας ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λύσεως δύο συμβάσεων δημοσίων έργων και την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1981 , η Επιτροπή άσκησε , κατ’ εφαρμογή των άρθρων 153 της Συνθήκης EKAE και 181 της Συνθήκης EOK , αγωγή με την οποία ζητεί κυρίως από το Δικαστήριο να λύσει με απόφασή του δύο συμβάσεις που είχε συνάψει η Επιτροπή με την εταιρία CO.DE.MI . και να υποχρεώσει την εν λόγω εταιρία να αποκαταστήσει όλη τη ζημία , την οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι υπέστη λόγω διαφόρων πλημμελειών της εταιρίας αυτής κατά την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων .
2 Στις 14 και 20 Δεκεμβρίου 1979 , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Κοινό Κέντρο Ερευνών — εκπροσωπούμενη από τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή της , συνήψε με την ιταλική εταιρία CO.DE.MI . SpA δύο συμβάσεις δημοσίων έργων για την κατασκευή δύο ξεχωριστών κτιρίων στο χώρο των εγκαταστάσεων της ISPRA .
3 H πρώτη από τις συμβάσεις αυτές ( σύμβαση 1239-73-12-ISP I ) αφορά την κατασκευή του κτιρίου που αποκαλείται « ingresso principale » ( στο εξής : σύμβαση ΙΡ ) · η δεύτερη σύμβαση ( 1244-79-12-ISP I ) αφορά την κατασκευή του κτιρίου που αποκαλείται « management building » ΜΒ ( στο εξής : σύμβαση MB ).
4 Το άρθρο 2 και των δύο συμβάσεων ορίζει ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των συμβάσεων ορισμένα συνημμένα έγγραφα , μεταξύ των οποίων και η συγγραφή των γενικών όρων που ισχύουν για τις συμβάσεις που συνάπτει το Κοινό Κέντρο Ερευνών ( Φεβρουάριος 1976 , XIX/A/50/76-I ), ( στο εξής : η « συγγραφή » ).
5 Το άρθρο 13 των δύο συμβάσεων καθορίζει την αμοιβή για τις εργασίες στα κτίρια IP και MB σε 1 068 351 682 λιρέτες και 1 370 000 000 λιρέτες αντίστοιχα . Δυνάμει των άρθρων 15 των συμβάσεων , οι τιμές αυτές είναι σταθερές και αμετάβλητες για όλη τη διάρκεια των εργασιών . Το άρθρο 18 ορίζει ότι η αμοιβή αυτή καταβάλλεται κατά το ήμισυ εντός εξήντα ημερών από την υπογραφή της σύμβασης , το υπόλοιπο δε εντός εξήντα ημερών από την αποπεράτωση κάθε τμήματος του έργου .
6 Οι προθεσμίες που καθορίστηκαν για την παράδοση των έργων ήταν 450 ημέρες και 420 ημέρες αντίστοιχα από τη σύνταξη του πρακτικού ενάρξεως των εργασιών για τα κτίρια MB και IP . Το πρακτικό αυτό υπογράφηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1980 για τη σύμβαση MB και στις 20 Μαρτίου 1980 για τη σύμβαση IP . Λαμβανομένης υπόψη της αναστολής των εργασιών που ενέκρινε η Επιτροπή , οι προθεσμίες που προέβλεπαν οι συμβάσεις για την παράδοση των κτιρίων εξέπνευσαν στις 13 Μα ΐου 1981 για το κτίριο IP και στις 30 Ιουνίου 1981 για το κτίριο MB .
7 Εν τω μεταξύ , κατά την εκτέλεση των συμβάσεων ανεφύησαν σημαντικές διαφωνίες μεταξύ Επιτροπής και CO.DE.MI . H εν λόγω εταιρία σταμάτησε τις εργασίες και έκλεισε τα εργοτάξια στις 14 Απριλίου 1981 , ειδοποίησε δε σχετικά την Επιτροπή με τηλετύπημα της 21ης Απριλίου .
8 Με συστημένη επιστολή της 1ης Ιουλίου 1981 , η Επιτροπή κατήγγειλε μονομερώς τις δύο συμβάσεις , σύμφωνα με το άρθρο 13.3 της « συγγραφής » , δυνάμει του οποίου « με την επιφύλαξη των άλλων δικαιωμάτων που προβλέπονται από το διέπον τις συμβάσεις έργου δίκαιο , η Επιτροπή μπορεί , σε περίπτωση μη εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου , να καταγγείλει τη σύμβαση , αυτοδικαίως και χωρίς δικαστική παρέμβαση , εφόσον έχει ήδη οχλήσει τον αντισυμβαλλόμενο και του έχει τάξει εύλογη προθεσμία , η δε όχληση έμεινε άκαρπη ... » . H Επιτροπή έταξε στην CO.DE.MI . προθεσμία δεκαπέντε ημερών για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της .
9 H επιστολή αυτή υπενθύμιζε επίσης στην εταιρία CO.DE.MI . τις διατάξεις του άρθρου 16 της « συγγραφής » , οι οποίες περιέχουν ρήτρα περί δικαιοδοσίας και σύμφωνα με τις οποίες : « αν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός , οι διαφορές ως προς την εκτέλεση ή την ερμηνεία των συμβάσεων που διέπονται από τους παρόντες γενικούς όρους υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Συνεπώς , συμφωνείται ρητά ότι αρμόδιο θα είναι το Δικαστήριο αυτό , σύμφωνα με το άρθρο 153 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και το άρθρο 181 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και αποκλείεται η αρμοδιότητα κάθε άλλου δικαστηρίου » .
10 Τέλος , η ίδια αυτή επιστολή υπενθύμιζε στην CO.DE.MI . τις διατάξεις του άρθρου 15 της « συγγραφής » , που αφορά τις περιπτώσεις αμφισβητήσεως και πραγματογνωμοσύνης και σύμφωνα με το οποίο « σε περίπτωση διαφοράς , η οποία απαιτεί εξακριβώσεις υλικής ή τεχνικής φύσεως , ο επιμελέστερος συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια παραγματογνωμοσύνης προτού υποβληθεί η διαφορά στο Δικαστήριο . Προς τούτο , ο επιμελέστερος συμβαλλόμενος γνωρίζει εγγράφως στον αντισυμβαλλόμενο το αντικείμενο της διαφοράς και του προτείνει έναν πραγματογνώμονα· ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει , εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών , να απαντήσει αν δέχεται ή όχι τον πραγματογνώμονα αυτό ... Όταν η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αντισυμβαλλομένων είναι αδύνατη , ο πραγματογνώμονας διορίζεται κατόπιν αιτήσεως του επιμελέστερου συμβαλλομένου από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων » . Προς το σκοπό αυτό , η Επιτροπή πρότεινε στην CO.DE.MI . τον πραγματογνώμονα στον οποίο επιθυμούσε να ανατεθεί να εξακριβώσει την κατάσταση της προόδου των εργασιών .
11 Με την εκπνοή της προαναφερθείσας δεκαπενθήμερης προθεσμίας , δηλαδή στις 18 Ιουλίου 1981 , και ελλείψει οποιασδήποτε απαντήσεως εκ μέρους της CO.DE.MI ., η δήλωση περί μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως άρχισε να παράγει τα αποτελέσματά της , χωρίς όμως να έχει διοριστεί πραγματογνώμονας , δεδομένου ότι η CO.DE.MI . δεν είχε συμφωνήσει , όπως απαιτεί το άρθρο 15 της « συγγραφής » .
12 H Επιτροπή άσκησε τότε την παρούσα αγωγή και ζήτησε κατ’ ουσία από το Δικαστήριο να λύσει με δικαστική απόφαση τις συμβάσεις και να καταδικάσει την εταιρία CO.DE.MI . να αποκαταστήσει το σύνολο των ζημιών που προκλήθηκαν από την ελλιπή εκτέλεση ή τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεών της , ιδίως δε να την καταδικάσει να αποδώσει το αχρεωστήτως εισπραχθέν ως προκαταβολή τμήμα της αμοιβής , να αποκαταστήσει τη ζημία που προκύπτει από τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες των μερικώς εκτελεσθέντων έργων , να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η Επιτροπή λόγω των υψηλότερων στο εξής δαπανών στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί , καθώς και την έμμεση ζημία της Επιτροπής .
13 Εξάλλου , η Επιτροπή υπέβαλε στο Δικαστήριο , στις 31 Μαρτίου 1982 , κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων , νέα αίτηση με την οποία ζητούσε , υπό τύπο προσωρινού μέτρου , το διορισμό πραγματογνώμονα , αποστολή του οποίου θα ήταν να διαπιστώσει την ποσοτική και ποιοτική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν στα επίμαχα εργοτάξια οι εργασίες , τα έργα και τα υλικά που δεν είχαν ακόμα χρησιμοποιηθεί καθώς επίσης και να διαπιστώσει τις ενδεχόμενες ελλείψεις ή ελαττώματα των έργων . Με Διάταξη της 28ης Απριλίου 1982 ( 318/81 R , Συλλογή σ . 1325 ), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε την αιτηθείσα πραγματογνωμοσύνη , η δε έκθεση του πραγματογνώμονα περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Νοεμβρίου 1982 .
14 Με το υπόμνημα αντικρούσεως , το οποίο περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 1982 , η εταιρία CO.DE.MI . άσκησε ανταγωγή διά των προτάσεών της και ζήτησε κατ’ ουσία από το Δικαστήριο να απορρίψει το σύνολο των αιτημάτων της Επιτροπής , να λύσει τις επίδικες συμβάσεις με δικαστική απόφαση « λόγω μη εκτελέσεως εκ μέρους του εργοδότη και/ή λόγω του υπερβολικού πλέον κόστους και/ή λόγω υπερβάσεως του ορίου του ενός έκτου της συμβατικής τιμής , που οφείλεται στις μετατροπές που ζητήθηκαν κατά την εκτέλεση του έργου » , και , τέλος , να καταδικάσει την Επιτροπή να καταβάλει στην CO.DE.MI . το ενδεχομένως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό για τις εκτελεσθείσες εργασίες και , εν πάση περιπτώσει , να αποκαταστήσει το σύνολο των ζημιών που υπέστη η εταιρία και οι οποίες συνίστανται κυρίως στο διαφυγόν κέρδος από τις μη εκτελεσθείσες εργασίες και στα έξοδα εργοταξίου στα οποία υποβλήθηκε άσκοπα .
15 Με Διάταξη της 18ης Μα ΐου 1983 ( 318/81 R , η οποία δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή ), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη , την οποία ανέθεσε σε επιτροπή τριών εμπειρογνωμόνων , από την οποία ζήτησε , κατ’ ουσία , να παράσχει στο Δικαστήριο περισσότερα στοιχεία επί των εξής ζητημάτων :
— του καθορισμού των ευθυνών για τη διακοπή των εργασιών εκ μέρους της CO.DE.MI ., την αρχική καθυστέρηση ενάρξεως των εργασιών , την καθυστέρηση κατά την ίδια την εκτέλεση των εργασιών , τις ελλείψεις και τα ελαττώματα που ενδεχομένως υπάρχουν στα ήδη εκτελεσθέντα τμήματα του έργου·
—της εκτιμήσεως των ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη κάθε συμβαλλόμενος .
Αυτή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Αυγούστου 1984 , οι δε παρατηρήσεις της CO.DE.MI . και της Επιτροπής επί της εκθέσεως αυτής πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 και 18 Σεπτεμβρίου 1984 αντίστοιχα .
Επί των αιτημάτων της Επιτροπής και επί των αιτημάτων της ανταγωγής της εταιρίας CO.DE.MI ., με τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο να λύσει με δικαστική απόφαση τις επίδικες συμβάσεις
16 Διαπιστώνεται αυτεπαγγέλτως ότι , όπως ελέχθη και προηγουμένως , η ίδια η Επιτροπή προέβη , βάσει του άρθρου 13 , παράγραφος 3 , της « συγγραφής » , στη μονομερή καταγγελία των συμβάσεων , αυτοδικαίως και χωρίς δικαστική παρέμβαση , την 1η Ιουλίου 1981 , με έναρξη ισχύος την 18η Ιουλίου 1981 . Επομένως , τα προαναφερθέντα αιτήματα , που υπέβαλαν η Επιτροπή στις 22 Δεκεμβρίου 1981 και η CO.DE.MI . στις 3 Φεβρουαρίου 1982 , δεν είχαν πλέον αντικείμενο κατά την ημέρα ασκήσεως της αγωγής και την ημέρα ασκήσεως της ανταγωγής . Κατά συνέπεια , τα αιτήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα .
Επί των αιτημάτων της Επιτροπής και επί των αιτημάτων της ανταγωγής της CO.DE.MI ., με τα οποία ζητείται η αποκατάσταση των ζημιών τις οποίες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν
17 Το Δικαστήριο φρονεί ότι θα πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά : πρώτον , ποιο είναι το διέπον τις συμβάσεις δίκαιο· δεύτερον , αν , δυνάμει αυτού του διέποντος τις συμβάσεις δικαίου , η εταιρία CO.DE.MI . είχε το δικαίωμα να παύσει μονομερώς να εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις της και να διακόψει κάθε δραστηριότητα στα επίμαχα εργοτάξια· τρίτον , ποιες είναι οι σχετικές συνέπειες όσον αφορά την ευθύνη των συμβαλλομένων και την αποκατάσταση των ζημιών που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν .
Επί του διέποντος τις συμβάσεις δικαίου
18 Το άρθρο 17 της « συγγραφής » , που αναφέρεται στο ισχύον δίκαιο , ορίζει ότι « η σύμβαση διέπεται από το βελγικό δίκαιο , εφόσον δεν έχει ρητά συμφωνηθεί παρέκκλιση στους ειδικούς όρους » .
19 H εταιρία CO.DE.MI . αμφισβητεί τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης αυτής στην προκειμένη περίπτωση για τους εξής λόγους :
— η « συγγραφή » έχει γενικό χαρακτήρα και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες συμβάσεις , ακριβώς δε βάσει αυτών των συμβάσεων θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ενδεχομένως υπάρχει παρέκκλιση . Όμως , για καθεμία ακριβώς από τις επίδικες συμβάσεις , η εταιρία CO.DE.MI . υπέβαλε πριν τις υπογράψει δήλωση με την οποία , δυνάμει του άρθρου 1341 του ιταλικού Αστικού Κώδικα , η εταιρία αυτή εξέφραζε ρητά τη συμφωνία της με ορισμένες διατάξεις της « συγγραφής » , μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το προαναφερθέν άρθρο 17·
— δεδομένου ότι η σύναψη των συμβάσεων έγινε στην ISPRA , για εργασίες που έπρεπε να πραγματοποιηθούν στην Ιταλία , το δίκαιο που διέπει φυσιολογικά τις συμβάσεις είναι το ιταλικό δίκαιο , κατά συνέπεια δε το άρθρο 17 της « συγγραφής » θα πρέπει να θεωρείται ως παρέκκλιση από το δίκαιο αυτό·
— οι αναφορές στις διατάξεις του ιταλικού Αστικού Κώδικα που υπάρχουν στις εν λόγω δύο συμβάσεις αρκούν για να αποκλειστεί η άποψη ότι τα μέρη είχαν την πρόθεση να παρεκκλίνουν από το ιταλικό δίκαιο κατά την εκτέλεση των ίδιων των συμβάσεων·
— η γενική συμπεριφορά των μερών κατά το χρόνο της σύναψης των συμβάσεων αποδεικνύει εξάλλου ότι τα μέρη έλαβαν υπόψη τους το ιταλικό δίκαιο και δεν είχαν την πρόθεση να αναφερθούν στο βελγικό δίκαιο . Άρα οι συμβαλλόμενοι εξέφρασαν σαφώς την πρόθεσή τους να εφαρμόσουν το ιταλικό δίκαιο .
20 Όπως σωστά υποστηρίζει η Επιτροπή , η επιχειρηματολογία αυτή θα πρέπει να απορριφθεί . Πράγματι , το άρθρο 2 και των δύο συμβάσεων αναφέρει ρητά ότι το σύνολο των διατάξεων της « συγγραφής » αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των συμβάσεων . Το άρθρο 17 της « συγγραφής » , κατά το οποίο η σύμβαση διέπεται από το βελγικό δίκαιο εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί ρητά παρέκκλιση στους ειδικούς όρους , αποτελεί επομένως και αυτό αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης . Οι ειδικοί όροι , δηλαδή οι δύο επίδικες συμβάσεις , δεν προβλέπουν ρητή παρέκκλιση από το προαναφερθέν άρθρο 17 . Το γεγονός και μόνο ότι οι δύο συμβάσεις περιέχουν ορισμένες αναφορές σε διατάξεις του ιταλικού Αστικού Κώδικα , όπως και η υποτιθέμενη γενική συμπεριφορά των μερών , δεν μπορούν να υπερισχύσουν των σαφών διατάξεων του άρθρου 17 και να οδηγήσουν στη σκέψη ότι τα μέρη εκδήλωσαν την πρόθεση να εφαρμόσουν το ιταλικό δίκαιο . Στην προκειμένη περίπτωση , η συναγωγή του συμπεράσματος αυτού επιβάλλεται και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι αναφορές των συμβάσεων είτε στο άρθρο 1341 είτε στο άρθρο 1664 του ιταλικού Αστικού Κώδικα έχουν απλώς ως αποτέλεσμα να εξασφαλίζουν ότι το κύρος ορισμένων ρητρών των συμβάσεων δεν θα αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεως . Επομένως οι αναφορές στα άρθρα αυτά αποτελούν απλή πρόνοια κατά των κινδύνων αμφισβητήσεων και δεν έχουν ως αποτέλεσμα να τεθεί σε αμφιβολία ο προσδιορισμός του διέποντος τις εν λόγω συμβάσεις δικαίου , ο οποίος προκύπτει από το άρθρο 17 της « συγγραφής » .
21 Εξάλλου , το κριτήριο του τόπου συνάψεως της συμβάσεως δεν μπορεί να χρησιμεύσει , υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως , για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου . Πράγματι , οι συμβατικές διατάξεις που εκφράζουν την κοινή βούληση των μερών θα πρέπει να υπερισχύουν όλων των άλλων κριτηρίων , τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν μόνο σε περίπτωση σιωπής της συμβάσεως .
22 Το Δικαστήριο συνάγει από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι , σύμφωνα με το άρθρο 17 της « συγγραφής » και δεδομένου ότι στους ειδικούς όρους δεν έχει συμφωνηθεί ρητά καμία παρέκκλιση , οι επίδικες συμβάσεις διέπονται από το βελγικό δίκαιο .
Επί της δυνατότητας της εταιρίας CO.DE.MI . να αποδεσμευτεί μονομερώς από τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε στο πλαίσιο των επίδικων συμβάσεων δημοσίων έργων
23 Ως προς το θέμα αυτό , το Δικαστήριο παρατηρεί ότι θα πρέπει καταρχάς να εξεταστούν οι σχετικές συμβατικές διατάξεις . Το άρθρο 19 και των δύο συμβάσεων ορίζει ότι « καμία δικαιολογία δεν θα γίνει δεκτή σε περίπτωση καθυστερήσεως ή αναστολής των εργασιών , εκτός αν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας . Οι περιπτώσεις αυτές ανακοινώνονται στην Επιτροπή , η οποία και τις αποδέχεται ... » . Εξάλλου , το άρθρο 13 της « συγγραφής » αναγνωρίζει μόνο στην Επιτροπή το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως , χωρίς δικαστική παρέμβαση , σε περίπτωση μη εκτελέσεως της συμβάσεως . H δυνατότητα αυτή δεν αναγνωρίζεται στους αντισυμβαλλομένους της Επιτροπής . Τέλος , από την εξέταση του συνδυασμού των διατάξεων των προαναφερθέντων άρθρων 15 και 16 της « συγγραφής » , που αφορούν τις περιπτώσεις αμφισβητήσεως και πραγματογνωμοσύνης και τη ρήτρα περί δικαιοδοσίας , προκύπτει ότι τα μέρη οφείλουν καταρχάς να επιδιώκουν τον εξώδικο διακανονισμό των διαφορών τους . Μόνο σε περίπτωση αδυναμίας επιτεύξεως εξώδικου διακανονισμού οι διαφορές ως προς την εκτέλεση των συμβάσεων υποβάλλονται στο Δικαστήριο . Συνεπώς , από τη γενική οικονομία των συμβατικών διατάξεων συνάγεται ότι απαγορεύεται στον αντισυμβαλλόμενο της Επιτροπής να προβεί σε διακοπή των εργασιών και , επομένως , να αποδεσμευτεί μονομερώς από τις συμβατικές υποχρεώσεις του . Ακόμα και όταν προτίθεται να προσφύγει στο αρμόδιο για τη σύμβαση δικαστήριο , εν προκειμένω στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , ο εργολάβος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να συνεχίσει την εκτέλεση των εργασιών μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου .
24 Οι συμβατικές αυτές διατάξεις πρέπει , επιπλέον , να εξεταστούν σε σχέση με το βελγικό δίκαιο , το οποίο , μολονότι υιοθετεί την ίδια λύση , θέτει εντούτοις ορισμένα όρια . Πράγματι , από την εξέταση του βελγικού δικαίου περί συμβάσεων δημοσίων έργων , και ιδίως από την εξέταση της νομολογίας των δικαστηρίων τα οποία είναι αρμόδια να κρίνουν επί διαφορών που αφορούν τις συμβάσεις αυτές , προκύπτει ότι ο αντισυμβαλλόμενος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν μπορεί να αποδεσμευτεί μονομερώς από τις συμβατικές υποχρεώσεις του και να αναστείλει ή να διακόψει τις εργασίες . Σε όλες τις περιπτώσεις ο εργολάβος υποχρεούται , εν αναμονή δικαστικής αποφάσεως , να συνεχίσει τις εργασίες όσο επαρκούν τα τεχνικά και οικονομικά μέσα που διαθέτει . Μόνο όταν η εκτέλεση αυτής της υποχρέωσης τον εκθέτει σε κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημίας ή καθίσταται αδύνατη λόγω μη εκτελέσεως εκ μέρους της διοικήσεως των υποχρεώσεών της , οπότε η στάση αυτή του εργοδότη εξομοιώνεται με περίπτωση ανωτέρας βίας , απαλλάσσεται ο εργολάβος από την υποχρέωση αυτή . Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση , εφόσον , πριν από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως , ο εργολάβος παύει να εκτελεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του , διαπράττει πταίσμα και φέρει μόνος την ευθύνη .
25 Στην προκειμένη περίπτωση , ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε από τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή κατέστησε τεχνικώς ή οικονομικώς αδύνατη τη συνέχιση των εργασιών εκ μέρους της CO.DE.MI . Βεβαίως , βάσει της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης , μπορούν να καταλογιστούν στην Επιτροπή ορισμένα σφάλματα ή ορισμένες παραλείψεις όσον αφορά τη συμβατική συμπεριφορά της , όπως η καθυστέρηση της διοικητικής έγκρισης των εναλλακτικών λύσεων για το κτίριο MB , ορισμένα σφάλματα κατά την έναρξη των εργασιών του κτιρίου IP , η κατάρτιση , για το κτίριο αυτό , προγράμματος εργασιών το οποίο δεν ήταν σύμφωνο με τις συμβατικώς καθορισθείσες προθεσμίες και , τέλος , η καθυστέρηση της έγκρισης του τελικού προγράμματος των εργασιών για το εν λόγω κτίριο . H εταιρία CO.DE.MI . όμως διέθετε , από τεχνική άποψη , τα απαραίτητα στοιχεία για τη συνέχιση των εργασιών . Έχει αποδειχτεί , εξάλλου , ότι η εταιρία αυτή δεν υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τις εργασίες για οικονομικούς λόγους : αφενός , είχε εισπράξει , δυνάμει των προαναφερθέντων όρων των συμβάσεων , σημαντικά ποσά ως προκαταβολή· αφετέρου , η CO.DE.MI ., όπως η ίδια διευκρίνισε με το υπόμνημα αντικρούσεώς της , την εποχή των επίμαχων περιστατικών βρισκόταν σε υγιή οικονομική κατάσταση .
26 Συνεπώς , ναι μεν η εταιρία CO.DE.MI . μπορούσε , εφόσον πίστευε ότι τελούσε εν δικαίω , να ζητήσει από το αρμόδιο για τις συμβάσεις δικαστήριο είτε να λύσει με δικαστική απόφαση τις εν λόγω συμβάσεις , είτε , κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων , να υποχρεώσει την Επιτροπή να λάβει τις διοικητικές αποφάσεις με τις οποίες θα ενέκρινε επισήμως τα προγράμματα των εργασιών , ή τέλος να περιμένει την αποπεράτωση των έργων για να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας την οποία θα έκρινε ότι είχε υποστεί λόγω των καθυστερήσεων της Επιτροπής , δεν μπορούσε , όμως , να κλείσει τα εργοτάξια ή να παύσει μονομερώς να εκτελεί τις συμβατικές υποχρεώσεις της .
27 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η μονομερής λύση της σύμβασης και η παύση κάθε δραστηριότητας στα εργοτάξια της ISPRA ., τις οποίες αποφάσισε η CO.DE.MI ., πρέπει να καταλογιστούν αποκλειστικά στην εταιρία αυτή , αφού είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν κατέστησε αδύνατη για την επιχείρηση δημοσίων έργων τη συνέχιση των εργασιών ούτε εξέθεσε την επιχείρηση αυτή στον κίνδυνο να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία .
28 Υπό τις συνθήκες αυτές , η εταιρία CO.DE.MI . θα πρέπει να θεωρηθεί ότι φέρει την αποκλειστική ευθύνη της μονομερούς εγκαταλείψεως των εργοταξίων . Από αυτό έπεται ότι τα αιτήματα της ανταγωγής της εταιρίας CO.DE.MI ., με τα οποία ζητεί την αποκατάσταση των ζημιών τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της λύσεως της συμβάσεως , η οποία οφείλεται , κατά την εν λόγω εταιρία , στη συμπεριφορά της Επιτροπής — διαφυγόν κέρδος από τις εργασίες που υπολείπεται να εκτελεστούν και έξοδα εργοταξίου στα οποία υποβλήθηκε ασκόπως — πρέπει να απορριφθούν , χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ενστάσεως απαραδέκτου , την οποία προέβαλε η Επιτροπή κατά της ανταγωγής αυτής .
29 Οι πιο πάνω σκέψεις δεν εμποδίζουν να ληφθούν ενδεχομένως υπόψη , για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που οφείλει στην Επιτροπή η CO.DE.MI ., τα περιστατικά που δεν έχουν σχέση με την παράβαση της συμβάσεως , καταλογίζονται δε στην Επιτροπή και τα οποία συνετέλεσαν στην πρόκληση ή την επαύξηση ορισμένων ζημιών .
Επί των αιτημάτων της Επιτροπής περί αποκαταστάσεως των ζημιών που υπέστη
30 H Επιτροπή ζητεί αποζημίωση για τέσσερις κατηγορίες ζημιών :
— τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες που διαπιστώθηκαν στα μερικώς εκτελεσθέντα έργα·
— την επιστροφή της διαφοράς μεταξύ των ποσών που κατέβαλε στην CO.DE.MI . ως προκαταβολή και της πραγματικής αξίας των εκτελεσθέντων έργων·
— τη ζημία που προκύπτει από το υψηλότερο στο εξής κόστος των εργασιών , το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει για την εκτέλεση των ίδιων έργων με εκείνα που προέβλεπαν οι αρχικές συμβάσεις·
— έμμεσες ζημίες , οφειλόμενες στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της τα έργα κατά την ημερομηνία εκπνοής των συμβατικών προθεσμιών παραδόσεως .
31 Από όσα ελέχθησαν προηγουμένως προκύπτει ότι η CO.DE.MI ., η οποία φέρει την ευθύνη της μονομερούς λύσεως της συμβάσεως , θα πρέπει να υποστεί στο ακέραιο τις συνέπειες της λύσεως αυτής . Οι ζημίες που ισχυρίζεται η Επιτροπή ότι υπέστη αποτελούν όλες άμεση συνέπεια της μονομερούς αθετήσεως εκ μέρους της CO.DE.MI . των συμβατικών υποχρεώσεών της . Μολονότι τα ελαττώματα και οι κακοτεχνίες που διαπιστώθηκαν στα έργα προϋπήρχαν της λύσεως αυτής , εντούτοις αυτό ακριβώς το γεγονός εμπόδισε την Επιτροπή να επιτύχει την αποκατάσταση της ζημίας της κατά την απόδοση των λογαριασμών για το έργο , η οποία δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί . Επομένως , όλες οι ζημίες που επικαλείται η Επιτροπή εμπίπτουν ασφαλώς σ’ εκείνες τις ζημίες τις οποίες θα πρέπει να αποκαταστήσει η CO.DE.MI .
α ) Επί της πρώτης κατηγορίας ζημιών που επικαλείται η Επιτροπή : τα ελαττώματα και οι κακοτεχνίες που διαπιστώθηκαν στα μερικώς εκτελεσθέντα έργα
32 Αυτά τα ελαττώματα και οι κακοτεχνίες είχαν ήδη περιγραφεί στην προκαταρκτική τεχνική πραγματογνωμοσύνη που πραγματοποιήθηκε το 1982 , διαπιστώθηκαν δε και πάλι κατά τις επισκέψεις που πραγματοποίησε στα εργοτάξια της ISPRA . η επιτροπή εμπειρογνωμόνων που διόρισε το Δικαστήριο με τη Διάταξη της 18ης Μα ΐου 1983 . Οι εμπειρογνώμονες προέβησαν σε εκτίμηση του κόστους των εργασιών που ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων και κακοτεχνιών αυτών , λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία συνάψεως των συμβάσεων , δηλαδή το Δεκέμβριο του 1979 , για τον υπολογισμό της αξίας τους σύμφωνα με τις συμβατικές τιμές , και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη 18η Μα ΐου 1983 , ημερομηνία εκδόσεως της Διατάξεως του Δικαστηρίου , για τον υπολογισμό της αξίας τους σύμφωνα με τις « τρέχουσες τιμές » .
Επί της ημερομηνίας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των ποσών αυτών
33 Προκειμένου να εξασφαλιστεί η δίκαιη αποκατάσταση των ζημιών της κατηγορίας αυτής , θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ήταν πράγματι σε θέση να προβεί στην αποκατάσταση των ελαττωμάτων και των κακοτεχνιών αυτών . Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η CO.DE.MI . ελευθέρωσε τα εργοτάξια μόλις στις 21 Δεκεμβρίου 1982 . Εξάλλου , από την ημερομηνία αυτή , η Επιτροπή έπρεπε να έχει στη διάθεσή της ένα λογικό χρονικό διάστημα για να προβεί σε απογραφή του εργοταξίου , να υπολογίσει εκ νέου όλες τις τιμές , να προκηρύξει νέο διαγωνισμό και να συνάψει με άλλη επιχείρηση νέες συμβάσεις δημοσίων έργων για την αποπεράτωση των έργων και τη διόρθωση των κακοτεχνιών . Επομένως , προκειμένου να υπολογιστεί το ύψος της ζημίας που προέκυψε από τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες των έργων , θα πρέπει να ληφθεί ως βάση η 18η Μα ΐου 1983 , την οποία πρότειναν οι πραγματογνώμονες ως ημερομηνία αναφοράς για τις « τρέχουσες τιμές » .
Επί του ύψους των ποσών που οφείλει η CO.DE.MI . λόγω των ελαττωμάτων και κακοτεχνιών
— Κτίριο MB
34 Παρατηρείται , καταρχάς , ότι οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν στο κτίριο MB ορισμένα ελαττώματα και κακοτεχνίες που δεν αμφισβήτησε η εταιρία CO.DE.MI . Πρόκειται για τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες που διαπιστώθηκαν :
— στα δάπεδα του ισογείου και υπολογίζονται στο ποσό των 22 776 970 λιρετών
— στους αγωγούς του κτιρίου και υπολογίζονται στο ποσό των 13 657 000 λιρετών
— στις αντιβαθμίδες και υπολογίζονται στο ποσό των 2 546 973 λιρετών
— στις επενδύσεις της πρόσοψης και υπολογίζονται στο ποσό των 2 014 388 λιρετών
— στα τσιμεντένια πλαίσια των παραθύρων
και υπολογίζονται στο ποσό των
5 324 347 λιρετών
Επομένως , η CO.DE.MI . υποχρεούται να αποκαταστήσει το
σύνολο των ζημιών αυτών , που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 46 319 678 λιρετών
35 Δεύτερον , οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι στο κτίριο MB η αντοχή του σκυροδέματος ήταν μικρότερη από την προβλεπόμενη στις προδιαγραφές της σύμβασης . H ζημία αυτή υπολογίστηκε στο ποσό των 12 983 366 λιρετών . Οι πραγματογνώμονες έκριναν , πάντως , ότι το ελάττωμα αυτό , το οποίο συνίσταται στην κατασκευή προϊόντος μικρότερης αντοχής και , κατά συνέπεια , μικρότερης αξίας σε σχέση με o,τι προέβλεπε η σύμβαση , δεν επηρεάζει την αντοχή του κτιρίου στο σύνολό του . Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να θεωρηθούν ως ελαττώματα ή κακοτεχνίες παρά μόνο εκείνες οι πλημμέλειες κατά την εκτέλεση , οι οποίες είναι ικανές να επηρεάσουν την αντοχή του κτιρίου ή να το καταστήσουν ακατάλληλο για τον προορισμό του και οι οποίες , κατά συνέπεια , απαιτούν την πραγματοποίηση συμπληρωματικών εργασιών από τη νέα επιχείρηση που θα γίνει ανάδοχος του έργου , προκειμένου να διορθωθούν αυτά τα ελαττώματα και οι κακοτεχνίες . Εφόσον αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση , δεν θα πρέπει να θεωρηθεί η μικρότερη αντοχή του σκυροδέματος ως ελάττωμα ή κακοτεχνία , θα πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό όταν θα πρόκειται να εκτιμηθεί η αξία των εργασιών που πραγματοποίησε η CO.DE.MI .
36 Τέλος , η τρίτη κατηγορία κακοτεχνιών που σημείωσαν οι πραγματογνώμονες στο κτίριο MB αφορά τη μείωση της αξίας του κτιρίου λόγω της ελαττωματικής κατασκευής των δαπέδων του υπογείου και του πρώτου και δευτέρου ορόφου , της κακής τοποθετήσεως των προκατασκευασμένων στοιχείων και της ελαττωματικής κατασκευής των απολήξεων για τα καλώδια της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως . Οι πραγματογνώμονες υπολόγισαν σε 47 346 000 λιρέτες το ποσό που απαιτείται για τη διόρθωση των κακοτεχνιών αυτών , κυρίως για την τοποθέτηση ψευδοροφών .
37 H εταιρία CO.DE.MI . υποστήριξε καταρχάς , αφενός , ότι οι ψευδοροφές αυτές θα αποτελούσαν σαφή βελτίωση σε σχέση με τις αρχικές προδιαγραφές της συμβάσεως και , αφετέρου και κυρίως , ότι οι ψευδοροφές αυτές είχαν ήδη τοποθετηθεί και ότι είχε επιβαρυνθεί η ίδια με το ποσό των 47 εκατομμυρίων λιρετών . Κατά συνέπεια , δεν δεχόταν να θεωρηθεί υπεύθυνη γι’ αυτή τη ζημία . Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά . Πράγματι , αφενός μεν , η βελτίωση σε σχέση με τις αρχικές προδιαγραφές της συμβάσεως έχει ήδη ληφθεί υπόψη από τους πραγματογνώμονες , οι οποίοι αφαίρεσαν ποσοστό 20 % από την κανονική τιμή για την τοποθέτηση ψευδοροφής , αφετέρου δε , οι πραγματογνώμονες επισκέφθηκαν επανειλημμένα τους χώρους και είναι οι πλέον αρμόδιοι για να βεβαιώσουν αν υπήρχαν ή όχι οι ψευδοροφές αυτές . Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει όμως σαφώς ότι οι ψευδοροφές αυτές δεν υπάρχουν και κανένα έγγραφο της δικογραφίας δεν αποδεικνύει το ανακριβές της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ως προς το σημείο αυτό .
38 Αντιθέτως , από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι , αν τα ελαττώματα αυτά οφείλονται στην κακή κατασκευή των προκατασκευασμένων δαπέδων από την επιχείρηση , η στάση της αναθέτουσας και της επιβλέπουσας αρχής , οι οποίες ουδέποτε διατύπωσαν αντιρρήσεις κατά τη διάρκεια των εργασιών , επηρέασε αναμφισβήτητα το συνολικό ύψος της ζημίας . Είναι , συνεπώς , σαφές ότι η στάση της επιβλέπουσας αρχής ευνόησε τη δημιουργία και τη βαρύτητα των κακοτεχνιών αυτών . Εν προκειμένω , κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων , η εταιρία CO.DE.MI . θα πρέπει να παράσχει αποζημίωση μόνο για το μισό της ζημίας αυτής και να καταδικαστεί , ως εκ τούτου , να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 23 673 000 λιρετών .
39 Επομένως , για το κτίριο MB , η CO.DE.MI . πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στην Επιτροπή το συνολικό ποσό των 69 992 678 λιρετών , προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η Επιτροπή λόγω των ελαττωμάτων και κακοτεχνιών που διαπιστώθηκαν στο κτίριο αυτό .
— Κτίριο IP
40 Οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν , για το κτίριο IP , πρώτον , μια κακοτεχνία την οποία αποκάλεσαν « εμφανές σκυρόδεμα » , και η οποία συνίσταται στο ότι το χύσιμο του σκυροδέματος ( καλούπωμα ) δεν έγινε με όλους τους κανόνες της τεχνικής και έτσι δεν παρουσιάζει όψη λεία και ομοιόμορφη . Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει , πράγμα που δεν αμφισβήτησε η CO.DE.MI ., ότι το έργο δεν είναι σύμφωνο , ως προς το σημείο αυτό , με τις προδιαγραφές της συμβάσεως ούτε με τις αλλαγές που συμφωνήθηκαν αργότερα και ότι υπέστη αναμφισβήτητα ζημία από αισθητική άποψη , η οποία πρέπει να αποκατασταθεί . H ζημία αυτή , για την οποία οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι η CO.DE.MI . φέρει στο ακέραιο την ευθύνη , ανέρχεται στο ποσό των 9 881 758 λιρετών , το οποίο δεν αμφισβητήθηκε .
41 Οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ένα δεύτερο είδος ελαττωμάτων ή κακοτεχνιών , το οποίο συνίσταται συγχρόνως στο ότι η αντοχή του σκυροδέματος είναι μικρότερη από o,τι προέβλεπαν οι αρχικές προδιαγραφές που όριζε η σύμβαση και στο ότι τα τοιχία έχουν μειωμένο πάχος , με αποτέλεσμα μειωμένη αντοχή στο σημείο της μεγαλύτερης τάσης . Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι η CO.DE.MI . φέρει εξ ολοκλήρου την ευθύνη για τα ελαττώματα αυτά , τα οποία και εκτίμησαν συνολικά στο ποσό των 1 712 050 λιρετών , χωρίς να προβούν σε χωριστή εκτίμηση για κάθε ένα από τα εν λόγω ελαττώματα .
42 Παρατηρείται , πρώτον , ότι , όπως ελέχθη και προηγουμένως , η μικρότερη αντοχή του σκυροδέματος , εφόσον δεν επηρεάζει την αντοχή του έργου , δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελάττωμα ή κακοτεχνία , αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της αξίας των εργασιών που πραγματοποίησε η CO.DE.MI . Όσον αφορά , δεύτερον , τη μείωση του πάχους της εγκαρσίας τομής των τοιχίων , σημειώνεται ότι η CO.DE.MI ., με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης , υποστήριξε , χωρίς να αντικρουστεί , ότι αν τα τοιχία εμφανίζουν πράγματι μικρότερο πάχος εγκαρσίας τομής σε σχέση με τα αρχικώς προβλεφθέντα , αυτό οφείλεται στην πραγματικότητα στο ότι η μείωση αυτή έγινε με σύμφωνη γνώμη της επιβλέπουσας αρχής , λόγω της ανάγκης να προστεθεί στο τοιχίο και μια αδιάβροχη επένδυση . Θα πρέπει , επομένως , να γίνει δεκτό ότι δεν πρόκειται για κακοτεχνία , αλλά για μετατροπή την οποία δέχτηκε η επιβλέπουσα αρχή , η οποία ουδέποτε διατύπωσε αντιρρήσεις σχετικά . Κατά συνέπεια , δεν θα πρέπει να καταδικαστεί η CO.DE.MI . σε αποζημίωση για το θέμα αυτό .
43 Από όλα όσα ελέχθησαν προηγουμένως προκύπτει ότι η CO.DE.MI . πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στην Επιτροπή , για τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες που παρατηρήθηκαν στο κτίριο MB , το ποσό των 69 992 678 λιρετών και , για τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες που παρατηρήθηκαν στο κτίριο IP , το ποσό των 9 881 758 λιρετών , ήτοι συνολικά ποσό 79 874 436 λιρετών . Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την κατά τη 18η Μα ΐου 1983 αξία όλων των ελαττωμάτων και κακοτεχνιών που διαπιστώθηκαν στα κτίρια , η οποία πρέπει να επιβαρυνθεί με τόκο , από την ημερομηνία αυτή και μέχρι την καταβολή του , προς 5 % , επιτόκιο που η ίδια η Επιτροπή ζήτησε να ισχύσει για όλα τα ποσά που θα της επιδικαστούν ως αποζημίωση για το σύνολο ζημιών τις οποίες υπέστη .
β ) Επί της δεύτερης κατηγορίας ζημιών που επικαλείται η Επιτροπή : το επιπλέον μεταξύ των προκαταβληθέντων στην CO.DE.MI . ποσών και της πραγματικής αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών
44 Οι πραγματογνώμονες εκθέτουν με ακρίβεια τη συλλογιστική τους στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης : θεωρούν ότι η έννοια των « εκτελεσθεισών εργασιών » θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο o,τι χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του κτιρίου ή o,τι συνδέεται στενά με την κατασκευή και επομένως δεν λαμβάνεται υπόψη , για την κατάρτιση του απολογισμού κάθε εργοταξίου , ούτε η αξία των υλικών που βρίσκονται στα εργοτάξια χωρίς να έχουν χρησιμοποιηθεί ούτε οι απαραίτητες δαπάνες για τη διόρθωση των ελαττωμάτων , των κακοτεχνιών και της χειροτερεύσεως των κτιρίων . Επ’ αυτής της βάσεως , η έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταλήγει στα εξής πορίσματα :
— για το κτίριο MB :
σύνολο καταβληθέντων ποσών
( βάσει των συμβατικών τιμών ) 861 380 201 λιρέτες
σύνολο εκτελεσθεισών εργασιών
( βάσει των συμβατικών τιμών )
555 838 017 λιρέτες
* Υπόλοιπο υπέρ της Επιτροπής
( βάσει των συμβατικών τιμών ) 305 542 184 λιρέτες
—για το κτίριο IP :
σύνολο καταβληθέντων ποσών
( βάσει των συμβατικών τιμών ) 591 396 569 λιρέτες
σύνολο εκτελεσθεισών εργασιών
( βάσει των συμβατικών τιμών )
115 609 817 λιρέτες
* Υπόλοιπο υπέρ της Επιτροπής
( βάσει των συμβατικών τιμών )
475 786 752 λιρέτες
—´Ητοι συνολικό υπόλοιπο υπέρ της Επιτροπής 781 328 936 λιρέτες
45 H CO.DE.MI . αμφισβητεί πλήρως την ακρίβεια των αριθμών αυτών και υποστηρίζει ότι και για τα δύο εργοτάξια δαπάνησε περίπου 200 εκατομμύρια λιρέτες περισσότερες από όσες είχε εισπράξει από την Επιτροπή . H διαφορά αυτή εξηγείται από τα εξής τρία στοιχεία :
— όταν η CO.DE.MI . εισέπραξε την προκαταβολή του 50 % , την οποία κατέβαλε η Επιτροπή για καθένα από τα δύο εργοτάξια , προκατέβαλε η ίδια το 50 % της αξίας των συμβάσεων υπεργολαβίας σε καθένα από τους υπεργολάβους·
—επιπλέον , η CO.DE.MI . αγόρασε όλο το απαραίτητο υλικό για « την πλήρη εκτέλεση της σύμβασης και την πλήρη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών »·
—τέλος , η CO.DE.MI . στηρίζεται , για όλες τις δαπάνες που πραγματοποίησε , στην αναλυτική λογιστική της και έχει προσκομίσει σχετικά ορισμένα έγγραφα τα οποία αποτελούν , κατά την άποψή της , « την ακριβή και αληθή έκφραση της λογιστικής εργοταξίου τόσο για το εργοτάξιο MB όσο και για το εργοτάξιο IP » .
46 Αντιθέτως , η Επιτροπή συμφωνεί με τους αριθμούς στους οποίους κατέληξαν οι πραγματογνώμονες , οι οποίοι , σύμφωνα με τη μέθοδο που ακολούθησαν , στηρίχτηκαν στις συνομολογηθείσες τιμές με τις συμβάσεις έργου και σε εκτίμηση , κατόπιν καταμετρήσεως , των εκτελεσθεισών εργασιών . Υπολόγισαν , κατόπιν , τη διαφορά μεταξύ των αρχικών συμβατικών τιμών και της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών σε σταθερό νόμισμα .
47 Τα επιχειρήματα της εταιρίας CO.DE.MI . δεν μπορούν να γίνουν δεκτά . Πράγματι , τα προσκομισθέντα έγγραφα αναλυτικής λογιστικής αποτελούν καθαρά εσωτερικά έγγραφα , τα οποία δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία , δεδομένου μάλιστα ότι από το συγκεκριμένο έλεγχο τριών πραγματογνωμόνων ιδιαιτέρως εξειδικευμένων αποδεικνύεται ότι οι αναφερόμενοι στα έγγραφα αυτά αριθμοί δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική αξία των πράγματι εκτελεσθεισών εργασιών στο εργοτάξιο . Εξάλλου , και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι η CO.DE.MI . κατέβαλε αλυσιτελώς το 50 % του ποσού που προέβλεπαν οι συμβάσεις υπεργολαβίας σε όλους τους υπεργολάβους , δεν έχει δικαίωμα να παραπονείται ότι , λόγω της μονομερούς διακοπής την οποία η ίδια αποφάσισε , δαπάνησε τα ποσά αυτά χωρίς καμία χρησιμότητα και ότι δήθεν αδυνατεί να τα αναζητήσει . Επομένως , ως βάση εκτιμήσεως θα πρέπει να ληφθούν οι αριθμοί που περιέχονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και οι οποίοι έχουν υπολογιστεί βάσει των συμβατικών τιμών .
48 H CO.DE.MI . ζητεί επίσης να θεωρηθούν τα υλικά που εγκατέλειψε στο εργοτάξιο ως παραδοθέντα αγαθά , η αξία των οποίων θα πρέπει να προστεθεί στην αξία των εκτελεσθεισών εργασιών . Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό υπό τη μορφή αυτή , δεδομένου ότι τα εν λόγω υλικά , αυτά καθαυτά , δεν προσθέτουν καμία αξία στις εκτελεσθείσες εργασίες . Αντιθέτως , εφόσον η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι τα εν λόγω υλικά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τη συνέχιση των εργασιών , η αξία τους θα πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί το κόστος των εργασιών με τις οποίες θα επιβαρυνθεί η Επιτροπή για την περάτωση των εν λόγω κτιρίων .
49 Επιπλέον , προκειμένου να εκτιμηθεί προσηκόντως η αξία των εργασιών που εκτέλεσε η εταιρία CO.DE.MI ., πρέπει να αφαιρεθεί , όπως ελέχθη προηγουμένως , από την αξία των εκτελεσθεισών εργασιών , την οποία υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες βάσει των συμβατικών τιμών , το ποσό που αντιπροσωπεύει η μικρότερη αντοχή του σκυροδέματος σε σχέση με τις προδιαγραφές που όριζε η σύμβαση . H αξία αυτή θα πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των συμβατικών τιμών που έγιναν δεκτές από τους πραγματογνώμονες . Για το κτίριο MB , οι πραγματογνώμονες εκτίμησαν τη μείωση αυτή της αξίας των πραγματοποιηθεισών εργασιών στο ποσό των 7 129 800 λιρετών . Για το κτίριο IP , οι πραγματογνώμονες κατέληξαν στο ποσό των 940 170 λιρετών , το ποσό όμως αυτό αντιπροσωπεύει τόσο τη μείωση της αξίας που προκύπτει από τη μικρότερη αντοχή του σκυροδέματος όσο και το κόστος της μερικής επισκευής των τοιχίων των εξωστών , χωρίς όμως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης να επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ των δύο . Υπό τις συνθήκες αυτές , η μείωση της αξίας των πραγματοποιηθεισών εργασιών , λόγω της μικρότερης αντοχής του σκυροδέματος σε σχέση με τις προδιαγραφές που προέβλεπαν οι συμβάσεις , θα πρέπει να οριστεί , κατά δίκαιη κρίση , στο ποσό των 7 500 000 λιρετών και για τα δύο κτίρια MB και IP .
50 H Επιτροπή ζητεί να υπολογιστεί το συνολικό ποσό , το οποίο δικαιούται λόγω της προκαταβολής προς την CO.DE.MI ., βάσει της πραγματικής αξίας του τον Ιανουάριο του 1985 . Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό . Το ποσό αυτό προκύπτει από τη σύγκριση των συμβατικών τιμών και θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπολογίζεται βάσει των τιμών αυτών . Κατέστη όμως απαιτητό , εκ μέρους της Επιτροπής , στις 18 Ιουλίου 1981 , ημερομηνία της καταγγελίας της συμβάσεως . Επομένως , η Επιτροπή δικαιούται να λάβει τόκους επί του ποσού αυτού από τις 18 Ιουλίου 1981 .
51 Για όλους αυτούς τους λόγους , το Δικαστήριο καταδικάζει την CO.DE.MI . να καταβάλει στην Επιτροπή , επειδή τα ποσά που εισέπραξε ως προκαταβολή υπερβαίνουν την αξία των πράγματι εκτελεσθεισών εργασιών , το ποσό των 781 328 936 λιρετών , συν 7 500 000 λιρέτες ( για τη μικρότερη αντοχή του σκυροδέματος ), ήτοι ποσό 788 828 936 λιρετών . Για τους ήδη εκτεθέντες λόγους , το ποσό αυτό είναι έντοκο προς 5 % από τις 18 Ιουλίου 1981 και μέχρι την πραγματική καταβολή του .
γ ) Επί της τρίτης κατηγορίας ζημιών που επικαλείται η Επιτροπή : το υψηλότερο κόστος των εργασιών που θα απαιτηθούν για την αποπεράτωση των κτιρίων σύμφωνα με τις αρχικές προδιαγραφές των συμβάσεων
52 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή θα πρέπει , πράγματι , να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος για την αποπεράτωση των έργων που δεν εκτέλεσε η CO.DE.MI . και τα οποία δημοπρατήθηκαν εκ νέου . H αύξηση αυτή του κόστους οφείλεται κατ’ ουσία στην άνοδο των τιμών και των εργατικών από την ημερομηνία της συνάψεως των αρχικών συμβάσεων μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ήταν σε θέση να προβεί σε νέο διαγωνισμό . Για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν πιο πάνω , το Δικαστήριο κρίνει ότι ο υπολογισμός του επιπλέον κόστους των εναπομενουσών εργασιών θα πρέπει να γίνει με βάση τη 18η Μα ΐου 1983 , ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ήταν πράγματι σε θέση να αναθέσει την αποπεράτωση των εργασιών σε άλλη επιχείρηση . Επομένως , θα πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της CO.DE.MI . σύμφωνα με τα οποία η ζημία που υπέστη για το λόγο αυτό η Επιτροπή θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση είτε την 21η Δεκεμβρίου 1982 , ημερομηνία ελευθερώσεως των εργοταξίων , ή μάλιστα ακόμη και τη 18η Ιουλίου 1981 , ημερομηνία από την οποία άρχισε να ισχύει η καταγγελία των συμβάσεων .
53 Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν τη μέθοδο που ακολούθησαν οι πραγματογνώμονες κατά την εκτίμηση αυτής της κατηγορίας των ζημιών . H μέθοδος αυτή συνίσταται στον υπολογισμό , για κάθε κτίριο , των αρχικών τιμών που προέβλεπαν οι συμβάσεις έργου και των εκτελεσθεισών εργασιών , χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μεταγενέστερες αλλαγές στα έργα ή τα υλικά που εγκαταλείφθηκαν στα εργοτάξια . Οι ίδιοι υπολογισμοί γίνονται κατόπιν με βάση τη 18η Μα ΐου 1983 . Τέλος , από τη διαφορά των δύο τιμών προκύπτει το υψηλότερο κόστος των εναπομενουσών εργασιών που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η Επιτροπή , με βάση τη 18η Μα ΐου 1983 . Το ποσό που προκύπτει έτσι ανέρχεται σε 704 263 865 λιρέτες για το κτίριο MB και σε 782 201 071 λιρέτες για το κτίριο IP , ήτοι συνολικά σε 1 486 464 936 λιρέτες .
54 Θα πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της CO.DE.MI ., σύμφωνα με τα οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη , κατά την προσαρμογή των τιμών , η καθυστέρηση των 45 ημερών κατά την έναρξη των εργασιών στο εργοτάξιο IP , για την οποία , σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης , ευθύνεται η Επιτροπή . Πράγματι , από την εξέταση της ίδιας της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι , όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή , η αρχική αυτή καθυστέρηση απορροφήθηκε κατά μεγάλο μέρος από την ακόμα σημαντικότερη καθυστέρηση που προκάλεσε η επιχείρηση κατά την εκτέλεση των εργασιών .
55 Αντιθέτως , όπως αναφέρθηκε προηγουμένως , θα πρέπει να γίνει δεκτό το επιχείρημα της εταιρίας CO.DE.MI ., σύμφωνα με το οποίο η αξία των υλικών που έχουν εγκαταλειφθεί στο εργοτάξιο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το κόστος των εναπομενουσών εργασιών . Κατά συνέπεια , από το ποσό των 1 486 464 936 λιρετών θα πρέπει να αφαιρεθεί η αξία την οποία είχαν τα υλικά αυτά στις 18 Μα ΐου 1983 . Κατά την εκτίμηση των πραγματογνωμόνων , η αξία των υλικών αυτών ήταν , στις 21 Δεκεμβρίου 1982 , 125 616 769 λιρέτες : θα πρέπει , επομένως , να εφαρμοστεί στο ποσό αυτό διορθωτικός συντελεστής ανάλογος με τη μεταβολή του κόστους κατασκευής στην Ιταλία μεταξύ της 21ης Δεκεμβρίου 1982 και της 18ης Μα ΐου 1983 , προκειμένου η αξία να υπολογιστεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία . Όπως πρότειναν και οι πραγματογνώμονες , ο διορθωτικός αυτός συντελεστής θα πρέπει να καθοριστεί βάσει της μεταβολής που υπέστη μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών ο δείκτης τον οποίο υπολογίζει το Istituto centrale di statistica ( δείκτης ISTAT ).
56 Για όλους αυτούς τους λόγους , η εταιρία CO.DE.MI . πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στην Επιτροπή , προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η τελευταία λόγω του υψηλότερου κόστους των εργασιών , το οποίο θα υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει , το ποσό των 1 486 464 936 λιρετών , μείον το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχαν στις 18 Μα ΐου 1983 τα υλικά που εγκατέλειψε στα εργοτάξια η CO.DE.MI . Το ποσό αυτό πρέπει να είναι έντοκο προς 5 % από τις 18 Μα ΐου 1983 και μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής καταβολής του .
δ ) Επί της τέταρτης κατηγορίας ζημιών που επικαλείται η Επιτροπή : το γεγονός ότι τα έργα δεν ήταν έτοιμα κατά την εκπνοή των προθεσμιών που προέβλεπε η σύμβαση για την παράδοσή τους
57 Το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε πολύ αργά στη διάθεσή της τα έργα και , εν πάση περιπτώσει , πολύ αργότερα από την ημερομηνία εκπνοής των προθεσμιών που προέβλεπε η σύμβαση για την παράδοσή τους προκάλεσε ζημία και στέρηση της χρήσεως και καρπώσεως , για τις οποίες κατά το βελγικό δίκαιο περί συμβάσεων δημοσίων έργων οφείλεται αποζημίωση , εφόσον η ζημία αποδειχθεί επαρκώς .
58 H Επιτροπή υποστηρίζει , κυρίως , ότι η αποκατάσταση των ζημιών αυτών προβλέπεται από τα άρθρα 19 των δύο συμβάσεων , περί κυρώσεων λόγω καθυστερήσεως και σύμφωνα με τα οποία για κάθε ημέρα καθυστερήσεως οφείλεται χρηματική ποινή . Κατά την Επιτροπή , θα ήταν πράγματι λογικό να γίνει δεκτό ότι η αποζημίωση αυτή οφείλεται μέχρι την ημερομηνία εκκενώσεως των εργοταξίων από την CO.DE.MI ., δηλαδή την 21η Δεκεμβρίου 1982 , διότι μέχρι την ημερομηνία αυτή εξακολουθούσε να υφίσταται η ζημία που είχε υποστεί και της οποίας η αποκατάσταση επιδιώκεται με την ποινική ρήτρα λόγω καθυστερήσεως . Για το λόγο αυτό , η Επιτροπή προτείνει να ερμηνευτούν τα άρθρα 19 των συμβάσεων υπό την έννοια ότι η τελευταία ημερομηνία για την κατάπτωση των χρηματικών ποινών είναι η ημερομηνία διακοπής των σχέσεων των μερών και όχι αυτό καθαυτό το νομικό γεγονός της λύσεως της συμβάσεως . Επικουρικώς , η Επιτροπή υποστηρίζει ότι , αν η άποψη αυτή δεν γίνει δεκτή , θα πρέπει τότε να αποκατασταθεί η έμμεση αυτή ζημία βάσει των διατάξεων των άρθρων 19 των συμβάσεων εφαρμοζομένων κατ’ αναλογία .
59 Τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν μπορούν να γίνουν δεκτά . Το άρθρο 12 της « συγγραφής » ορίζει ότι « σε περίπτωση υπερβάσεως της προθεσμίας εκτελέσεως , η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο την καταβολή ποινής λόγω καθυστερήσεως κατά τη διαδικασία που καθορίζεται στους ειδικούς όρους της συμβάσεως ( άρθρο 19 ). Σε περίπτωση καταγγελίας , η προαναφερθείσα ποινή καταβάλλεται μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η σύμβαση λόγω της καταγγελίας » . Από τις ίδιες τις συμβατικές αυτές διατάξεις , όπως εξάλλου και γενικότερα από το σκοπό των ποινών λόγω καθυστερήσεως που προβλέπουν οι συμβάσεις δημοσίων έργων , προκύπτει ότι η καταβολή των ποινών αυτών έχει έννοια μόνο όταν οι συμβατικές σχέσεις δεν έχουν διακοπεί . Πράγματι , οι ποινές αυτές αποβλέπουν στην κατ’ αποκοπή αποζημίωση λόγω καθυστερήσεως κατά την εκτέλεση , η οποία διαπιστώνεται κατά την εκπνοή των συμβατικών προθεσμιών παραδόσεως των έργων , και όχι στην αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει από την καθυστέρηση που οφείλεται σε ρήξη των συμβατικών σχέσεων .
60 Υπό τις περιστάσεις αυτές , θα πρέπει , για την αποκατάσταση του είδους αυτού της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η Επιτροπή , να γίνει εφαρμογή των γενικών αρχών του δικαίου περί ευθύνης . Επομένως , εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της ζημίας και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας αυτής και της μονομερούς διακοπής των εργασιών την οποία αποφάσισε η CO.DE.MI . H Επιτροπή , όμως , δεν προσπάθησε καθόλου να αποδείξει την ύπαρξη της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω καθυστερημένης παραδόσεως του έργου και δεν απέδειξε π.χ . ότι υποχρεώθηκε να μισθώσει άλλα κτίρια ή να υποβληθεί σε συμπληρωματικά έξοδα για την οργάνωση των υπηρεσιών της . Επομένως , τα αιτήματα της Επιτροπής όσον αφορά αυτή την κατηγορία ζημιών πρέπει να απορριφθούν .
61 Από όλες τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι η εταιρία CO.DE.MI . θα πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στην Επιτροπή :
— για τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες που διαπιστώθηκαν στα κτίρια MB και IP , το ποσό των 79 874 436 λιρετών , εντόκως προς 5 % από τις 18 Μα ΐου 1983 και μέχρι την πραγματική καταβολή του ποσού αυτού·
—επειδή τα ποσά που εισέπραξε ως προκαταβολή υπερβαίνουν την αξία των πράγματι εκτελεσθεισών εργασιών , το ποσό των 788 828 936 λιρετών , εντόκως προς 5 % από τις 18 Ιουλίου 1981 και μέχρι την πραγματική καταβολή του ποσού αυτού·
—λόγω του υψηλότερου κόστους των εργασιών που θα υποχρεωθεί η Επιτροπή να υποστεί , το ποσό των 1 486 464 936 λιρετών , μείον την αξία που είχαν στις 18 Μα ΐου 1983 , βάσει του δείκτη ISTAT του κόστους οικοδομικών υλικών , τα υλικά που εγκατέλειψε η CO.DE.MI . στα εργοτάξια , εντόκως προς 5 % από τις 18 Μα ΐου 1983 και μέχρι την πραγματική καταβολή του ποσού αυτού .
Θα πρέπει , εξάλλου , να απορριφθούν τα λοιπά αιτήματα της αγωγής της Επιτροπής καθώς και το σύνολο των αιτημάτων της ανταγωγής της CO.DE.MI .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι η CO.DE.MI . ηττήθηκε καθόσον αφορά τους ουσιωδέστερους ισχυρισμούς της , πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα :
— της παρούσας διαδικασίας·
— της πραγματογνωμοσύνης που διατάχτηκε με Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1982 στην υπόθεση 318/81 Ρ·
— της πραγματογνωμοσύνης που διατάχτηκε με Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Μα ΐου 1983 στην υπόθεση 318/81 R .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Καταδικάζει την εταιρία CO.DE.MI . να καταβάλει στην Επιτροπή , για τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες που διαπιστώθηκαν στα κτίρια MB και IP , το ποσό των 79 874 436 λιρετών , εντόκως προς 5 % από τις 18 Μα ΐου 1983 και μέχρι την πραγματική καταβολή του ποσού αυτού .
Καταδικάζει την εταιρία CO.DE.MI ., επειδή τα ποσά που εισέπραξε ως προκαταβολή υπερβαίνουν την αξία των πράγματι εκτελεσθεισών εργασιών , να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 788 828 936 λιρετών , εντόκως προς 5 % από τις 18 Ιουλίου 1981 και μέχρι την πραγματική καταβολή του ποσού αυτού .
Καταδικάζει την εταιρία CO.DE.MI . να καταβάλει στην Επιτροπή , ως αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η τελευταία λόγω του υψηλότερου κόστους των εργασιών που θα υποχρεωθεί να υποστεί , το ποσό των 1 486 464 936 λιρετών , μείον την αξία που είχαν στις 18 Μα ΐου 1983 βάσει του δείκτη ISTAT του κόστους οικοδομικών υλικών , τα υλικά που εγκατέλειψε η CO.DE.MI . στα εργοτάξια , εντόκως προς 5 % από τις 18 Μα ΐου 1983 και μέχρι την πραγματική καταβολή του ποσού αυτού .
2 ) Απορρίπτει τα λοιπά αιτήματα της Επιτροπής .
3 ) Απορρίπτει το σύνολο των αιτημάτων της CO.DE.MI .
4 ) Καταδικάζει την CO.DE.MI . στο σύνολο των εξόδων της δίκης , συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων των πραγματογνωμοσυνών που διατάχτηκαν με τις Διατάξεις 318/81 R της 28ης Απριλίου 1982 και 318/81 R της 18ης Μα ΐου 1983 .
Full & Egal Universal Law Academy