Στην υπόθεση 319/81
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Antonino Abate, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον J. D. Howes, Treasury Solicitor's Department, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Μεγάλης Βρετανίας,
παρεμβαίνον,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Arnaldo Squillante, διά του δικηγόρου Marcello Conti, Avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί, βάσει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος της συνθήκης ΕΟΚ, ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρ3ρου 95 της συνθήκης ΕΟΚ, σε ό,τι αφορά το σύστημα του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που εφαρμόζεται στα αποστάγματα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilman, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, O. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπο9έ-σεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί Kat τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
1. Το ιστορικό της διαφοράς
Η παρούσα προσφυγή εντάσσεται στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης δικαστικής επιλύσεως των καταστάσεων που προέκυψαν από τα συστήματα φορολογίας των οινοπνευματωδών ποτών στα διάφορα κράτη μέλη, και τις οποίες η Επιτροπή θεώρησε ότι αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΟΚ, μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κρατών μελών για την επίτευξη ομοιογενών, παράλληλων και ταυτόχρονων λύσεων για την κατάργηση όλων των φορολογικών διακρίσεων που ακόμη και σήμερα πλήττουν τα οινοπνευματώδη, τόσο αυτά που προέρχονται από ζύμωση, όσο και αυτά που προέρχονται από απόσταξη.
Οι διαπραγματεύσεις διάρκεσαν δύο περίπου χρόνια χωρίς θετική έκβαση. Στο αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διαπίστωσε οριστικά το Συμβούλιο των υπουργών στις 21 Οκτωβρίου 1981, οφείλεται η απόφαση της Επιτροπής να προσφύγει στο Δικαστήριο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται επίσης και η προσφυγή της Επιτροπής κατά του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση 170/78, που αφορά τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τον οίνο και την μπύρα.
2. Το ιταλικό σύστημα ΦΠΑ
Το ιταλικό σύστημα ΦΠΑ προβλέπει εκτός από το συνήάη συντελεστή, ο οποίος επί του παρόντος ανέρχεται σε 15 %, ένα μειωμένο συντελεστή και δύο προσαυξημένους συντελεστές.
Ο μειωμένος συντελεστής, που ανέρχεται σε 8 °/ο, εφαρμόζεται σε πράξεις που αφορούν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες, οι οποίες ουσιαστικά αντιστοιχούν σε βασικές ανάγκες.
Υπάρχουν επίσης δύο προσαυξημένοι συντελεστές, οι οποίοι πλήττουν την κατανάλωση μη απαραίτητων ή προϊόντων πολυτέλειας. Ο συντελεστής 20 ο/ο πλήττει ορισμένα προϊόντα, τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση του Ιταλού νομοθέτη, μολονότι δεν είναι απαραίτητα ή η κατανάλωση τους γίνεται μόνο χάριν απολαύσεως, δεν θεωρούνται ιδιαίτερα ως σύμβολα πολυτέλειας ή κοινωνικής προβολής. Ο συντελεστής 38 % εφαρμόζεται στην κατανάλωση πολυτελών προϊόντων ή προϊόντων κοινωνικής προβολής.
Υπό την έννοια αυτή, το decreto legge (νομοθετικό διάταγμα) 58 της 4ης Μαρτίου 1977, που μετατράπηκε στο νόμο 182 της 9ης Μαΐου 1977, προβλέπει ότι όλα τα αποστάγματα φορολογούνται με προσαυξημένους συντελεστές. Ο συντελεστής 38 ο/ο πλήττει το τζιν και τα «αποστάγματα με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως που ρυθμίζεται και προστατεύεται με ειδικά μέτρα στο έδαφος παραγωγής», τα οποία για το λόγο αυτό θεωρούνται ως ακριβά προϊόντα και προϊόντα πολυτέλειας. Τα υπόλοιπα αποστάγματα υπόκεινται στο συντελεστή 20 %.
II — Έγγραφη διαδικασία
Με δικόγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1981, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την επομένη, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 169, δεύτερη παράγραφος της συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η ιταλική κυβέρνηση δεν είχε συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη της 2ας Φεβρουαρίου 1979.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με έγγραφο του πάντως της 20ής Οκτωβρίου 1982, κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένο αριθμό ερωτήσεων προς διασάφηση της καταστάσεως, όπως πράγματι συνέβη εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
III — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«α)
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας διαφορετική φορολογία των αποσταγμάτων ανάλογα με την ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως — όπως προκύπτει από το decreto legge 58, της 4ης Μαρτίου 1977, περί ΦΠΑ — παρέβη, όσον αφορά τα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της συνθήκης ΕΟΚ,
6)
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
2.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Με την προσφυγή της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το επίδικο ιταλικό σύστημα παραβιάζει τις κοινοτικές διατάξεις και ιδίως το άρθρο 95 της συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι το κριτήριο «ονομασίες καταγωγής ή προελεύσεως» αφορά μόνο τα εισαγόμενα αποστάγματα, διότι η παραγωγή των εθνικών αποσταγμάτων δεν υπόκειται σε καμία παρόμοια ρύθμιση. Το ιταλικό σύστημα έχει ως συνέπεια να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων αποσταγμάτων από τα άλλα κράτη μέλη (ουίσκυ, κονιάκ, αρμανιάκ, ρούμι κλπ.), με συνέπεια να εισάγει δυσμενή διάκριση] ή προστατευτισμό.
Αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα υπάρξεως διαφοροποιημένων συντελεστών φορολογίας, όταν τηρείται το κριτήριο περί μη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ ομοειδών προϊόντων, η Επιτροπή διατείνεται ότι τα αποστάγματα (εθνικά ή εισαγόμενα) συνιστούν ομοειδή και/ή ανταγωνιστικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΟΚ και ότι η ιταλική φορολογία πλήττει με συντελεστή ανώτερο εκείνου που εφαρμόζεται στα ομοειδή εθνικά προϊόντα, τα εισαγόμενα αποστάγματα.
Η Επιτροπή αναφέρεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 244/80, Foglia κατά Novello (Συλλογή 1981, σ. 3045), όπου ήταν υπό αμφισβήτηση το γαλλικό σύστημα ειδικών φόρων καταναλώσεως για τους οίνους τύπου vins de liqueur (ηδυπότων). Το ιταλικό και γαλλικό σύστημα παρουσιάζουν ομοιότητες υπό την έννοια ότι και τα δύο αναφέρονται στο κριτήριο της καταγωγής και της προελεύσεως. Το πρώτο, το ιταλικό, για ευνοϊκότερη μεταχείριση των εθνικών προϊόντων σε περίπτωση που δεν ικανοποιούν το εν λόγω κριτήριο· το δεύτερο, το γαλλικό, για ευνοϊκότερη μεταχείριση των εθνικών προϊόντων όταν ικανοποιούν το ίδιο αυτό κριτήριο. Η Επιτροπή διατείνεται ότι και εδώ επίσης οι συνέπειες είναι πανομοιότυπες, αλλά τα προς προστασία εθνικά συμφέροντα αντίθετα.
Περαιτέρω, παρατηρεί η Επιτροπή, από την γεωγραφική συνισταμένη του επιλεγέντος κριτηρίου είναι δυνατόν να συναχθεί ότι τα εν λόγω δύο συστήματα παρουσιάζουν και πρόσθετη ομοιότητα. Όταν τα προϊόντα πλήττονται ή εξαιρούνται βάσει της καταγωγής ή της προελεύσεως τους, προφανώς είναι αδύνατη η επέκταση της ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχειρίσεως και στα ομοειδή και/ή εισαγόμενα ανταγωνιστικά προϊόντα. Από το γεγονός αυτό δημιουργείται μια γεωγραφική προστασία υπέρ των εθνικών μόνο προϊόντων, της οποίας ο αναπότρεπτος και αναπόφευκτος χαρακτήρας βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας της φορολογικής μεταχειρίσεως που επαναλαμβάνει κατά πάγιο τρόπο το Δικαστήριο.
Πράγματι, με την απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 26/80, Schneider, (Recueil 1980, σ. 3486), το Δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα περί μη δυσμενούς διακρίσεως ικανοποιείται
«όταν το σύστημα που εφαρμόζεται στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη αποστάγματα μπορεί να θεωρηθεί ως ισοδύναμο με το σύστημα που εφαρμόζεται στην εθνική παραγωγή, κατά τρόπο που τα εισαγόμενα προϊόντα να μπορούν να απολαύουν όντως τα ίδια πλεονεκτήματα με εκείνα που απολαύουν τα αντίστοιχα εθνικά προϊόντα».
Το ενδεχόμενο αυτό δεν υφίσταται κατά την άποψη της Επιτροπής και λογικά δεν μπορεί να υφίσταται στο πλαίσιο του συστήματος ΦΠΑ, δεδομένου ότι ο ιταλός νομοθέτης εξάρτησε την εφαρμογή του ευνοϊκού συντελεστή 20 ο/ο από όρο, τον οποίο δεν είναι δυνατό να ικανοποιούν ποτέ τα εισαγόμενα προϊόντα. Συνεπώς, συμπεραίνει η Επιτροπή, πρόκειται για όρο, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείσει a priori τα προϊόντα αυτά από το πλεονέκτημα της εν λόγω φορολογικής ελαφρύνσεως, την οποία προορίζει αποκλειστικά για τα εθνικά προϊόντα.
Κατά συνέπεια, το εν λόγω σύστημα φορολογίας έχει χαρακτήρα που εισάγει διάκριση και ως τέτοιο εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 95 της συνθήκης.
Η ιναΑική κυοέρνηαη επικαλείται ιδίως τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Στο παρόν στάδιο του κοινοτικού δικαίου, ο εθνικός νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιλέξει το περισσότερο κατάλληλο σύστημα φορολογίας των καταναλώσεων για την επίτευξη ορισμένων νόμιμων στόχων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, κατ' εφαρμογή των γενικών αρχών — που διαπνέουν άλλωστε όλα τα σύγχρονα φορολογικά συστήματα — της φοροδοτικής ικανότητας και της αναλογικότητας της φορολογικής εισφοράς. Το άρθρο 95 επιτάσσει απλώς, κατά την ιταλική κυβέρνηση, το επιλεγέν φορολογικό σύστημα να εφαρμόζεται χωρίς διάκριση τόσο επί των εθνικών προϊόντων όσο και επί των εισαγόμενων προϊόντων από τα άλλα κράτη μέλη. Η έννοια της ομοιότητας δεν μπορεί να είναι γενική και αφηρημένη, αλλά πρέπει να εξετάζεται ενόψει των στόχων του συγκεκριμένου εθνικού φορολογικού συστήματος και σε σύγκριση με τη φύση των αναγκών που ικανοποιεί η κατανάλωση των αποσταγμάτων. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ούτε η εσωτερική νομιμότητα του κριτηρίου της διακρίσεως, ούτε ο προσήκων, ως προς την ουσία, χαρακτήρας των στοιχείων που επέλεξε ο νομοθέτης για να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα πολυτελή προϊόντα ή τα προϊόντα κοινωνικής προβολής. Πράγματι, πρόκειται, όπως υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση, για επιλογή που αναμφισβήτητα ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη, η οποία δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο, ενόσω δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει περίπτωση ακριβούς και συγκεκριμένης παραβιάσεως των αρχών που καθιερώνει το άρθρο 95.
Εξάλλου, παράβαση του άρθρου 95 είναι αστήρικτη, διότι ο ιταλός νομοθέτης δεν καθιερώνει διάκριση μεταξύ των εθνικών και των εισαγόμενων προϊόντων. Τα επίδικα προϊόντα πλήττονται με φόρους όχι λόγω του τόπου παραγωγής τους, αλλά λόγω της ποιότητας τους. Η κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπισθείσα κατάταξη είναι επομένως τέτοιας φύσεως που να επιτρέπει απολύτως την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου από τον ιταλό νομοθέτη σκοπού. 'Ετσι, οι αιτιάσεις της Επιτροπής στερούνται σημασίας, συμπεραίνει η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής, κατά τον οποίο η μη ύπαρξη εθνικής παραγωγής «με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως που ρυθμίζεται και προστατεύεται» οδηγεί σε δυσμενή διάκριση, η ιταλική κυβέρνηση απαντά ότι το κριτήριο είναι αφηρημένο, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία δεν ικανοποιούν τις αναγκαίες απαιτήσεις ή εκείνες που είναι επαρκείς ώστε να καταστεί δυνατό να θεωρηθούν ως προϊόντα κοινωνικής προβολής, μπορούν να απολαμβάνουν όντως των ίδιων πλεονεκτημάτων με εκείνα των ομοειδών εθνικών προϊόντων. Περαιτέρω, η ενδεχόμενη έλλειψη μιας αντίστοιχης εθνικής παραγωγής σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν να συνιστά επαρκή λόγο, ώστε να παρεμποδίζεται η εφαρμογή του γενικού κριτηρίου, με αποτέλεσμα να ευνοείται η επίδικη κατανάλωση. Η ιταλική κυβέρνηση αναφέρει επ' αυτού το παράδειγμα των χειροποίητων ταπήτων ανατολής, τα οποία είναι αναμφισβήτητα προϊόντα μεγάλης αξίας σε σύγκριση με τα αντίστοιχα βιομηχανικά προϊόντα.
Επίσης, το γεγονός ότι η Ιταλία δεν παράγει αποστάγματα ανώτερης ποιότητας δεν συνιστά επαρκή λόγο, ώστε η κατανάλωση των αποσταγμάτων που υπάγονται στην εν λόγω κατηγορία να μην είναι δυνατό να φορολογηθεί σύμφωνα με τις γενικές αρχές του ιταλικού συστήματος ΦΠΑ, η γενικότητα του οποίου αρκεί για να αποκλείσει οποιαδήποτε πρόθεση διακρίσεως.
Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση επικαλείται το γεγονός ότι ο προσαυξημένος συντελεστής δεν είναι φύσεως που να περιορίζει την κατανάλωση. Επειδή πρόκειται για προϊόντα πολυτέλειας, η ζήτηση τους χαρακτηρίζεται από μια τάση σταθερότητας, γεγονός που επιβεβαιώνουν και οι στατιστικές, οι οποίες αποκαλύπτουν αντιθέτως ότι η κατανάλωση ορισμένων αποσταγμάτων (ειδικότερα όσον αφορά το ουίσκυ), παρουσίασε πολύ σημαντική αναλογική αύξηση, παρά την ύπαρξη συντελεστού ΦΠΑ 35 %, από δε 1ης Οκτωβρίου 1982 38 %.
Όσον αφορά ειδικότερα το τζιν, η Επιτροπή δεν φαίνεται ότι αμφισβητεί το φορολογικό σύστημα. Η ιταλική κυβέρνηση διευκρινίζει επίσης ότι το εν λόγω προϊόν είναι ξένο προς το αντικείμενο της διαφοράς, δεδομένου ότι η φορολογία γίνεται αποκλειστικά βάσει των αντικειμενικών χαρακτηριστικών του προϊόντος σε συνάρτηση με τη χρησιμοποιούμενη πρώτη ύλη Kat τη διαδικασία παρασκευής. Εξάλλου, στην Ιταλία υπάρχει πλούσια παραγωγή τζιν και ο συντελεστής 38 % πλήττει αδιαφόρως τόσο το εθνικό όσο και το εισαγόμενο τζιν.
Με την απάντηοή της, η Επιτροπή σχολιάζει ειδικότερα τη νομολογία που έχει σχέση με την προκειμένη υπόθεση. Δέχεται ότι η απόφαση που εξεδόθη στις 14 Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 46/80 Vinal (Συλλογή 1981, σ. 77) καινοτομεί σε σχέση με την προηγούμενη νομολογία που αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 95, διότι για πρώτη φορά το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι δυνατό να συμβιβάζεται με το εν λόγω άρθρο ένα φορολογικό σύστημα που θεσπίζει διαφοροποιημένους συντελεστές φορολογίας, του οποίου ο υψηλότερος συντελεστής πλήττει προϊόν εισαγόμενο αποκλειστικά από άλλα κράτη μέλη και που έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της εισαγωγής στην Ιταλία του εν λόγω προϊόντος (συνθετικής αλκοόλης), προς όφελος του ομοειδούς εθνικού προϊόντος (αλκοόλης γεωργικής καταγωγής).
Πάντως, το επίδικο σύστημα δεν πληροί όλους τους όρους που έθεσε το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση του.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή την ισοτιμία του οικονομικού αποτελέσματος του ΦΠΑ επί των όμοιων εθνικών προϊόντων. Το εν λόγω επιχείρημα φαίνεται να είναι ακόμη λιγότερο κατάλληλο στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άποψη της Επιτροπής, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι σε καμιά περίπτωση η εφαρμογή του υψηλότερου συντελεστή δεν είχε ως αποτέλεσμα αποθάρρυνση της ιταλικής παραγωγής αποσταγμάτων του ίδιου τύπου. 'Ετσι, φωτίζεται πλήρως το εισάγον διάκριση στοιχείο του ΦΠΑ: πρόκειται για το γεγονός ότι πλήττεται πάντοτε και μόνον το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων αποσταγμάτων (ουίσκυ και κονιάκ).
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η επί οικονομικού επιπέδου διαφορά μεταξύ του συστήματος του ειδικού κρατικού φόρου (που αποτέλεσε αντικείμενο της υποθέσεως Vinal) και εκείνου του ΦΠΑ είναι ακόμη εντονότερη. Στην πρώτη περίπτωση, η έλλειψη παραγωγής συνθετικής αλκοόλης στην Ιταλία εξηγείται από τον υπολογισμό του κόστους παραγωγής και από τις φορολογικές επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η εν λόγω παραγωγή˙στη δεύτερη περίπτωση, η έλλειψη εθνικών αποσταγμάτων «ποιότητας» προέρχεται αποκλειστικά από την έλλειψη ad hoc νομοθεσίας, η οποία, παρέχοντας προστασία στα εν λόγω ποτά, θα τους παρείχε τη δυνατότητα να «υφίστανται» και να είναι παρόντα στην αγορά.
Η Επιτροπή επιμένει στο ότι, λαμβανόμενης υπόψη της εν λόγω καταστάσεως, είναι μάταιο να ισχυρίζεται κανείς ότι το σύστημα του ΦΠΑ είναι διαρθρωμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε «... η επέκταση» του ελαφρότερου συντελεστή 20 % «επί των αποσταγμάτων εισαγωγής», τα οποία δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια της ονομασίας καταγωγής και προελεύσεως που ρυθμίζεται, «είναι απολύτως εγγυημένη». Αν εξετάσει κανείς τη δομή της αγοράς των εν λόγω προϊόντων, διαπιστώνει κατ' ανάγκη ότι ο συντελεστής 20 % ευνοεί την εθνική παραγωγή αποστάγματος στο σύνολο της, δεδομένου ότι οι εισαγωγές ομοειδών προϊόντων από άλλα κράτη μέλη έχουν καθεαυτές περιθωριακή σημασία.
Όσον αφορά τα κριτήρια διαφοροποιήσεως των προϊόντων τα οποία υπόκεινται στην επιβάρυνση, δηλαδή στην ποιότητα και πολυτέλεια, η Επιτροπή επικαλείται ότι οι παράμετροι της «κοινής γνώμης» ή των «λαϊκών και πολυτελών καταναλώσεων», που αναφέρει η ιταλική κυβέρνηση για να δικαιολογήσει τους εν λόγω χαρακτηρισμούς, στερούνται επίσης οιασδήποτε σημασίας.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι πράγματι, από την επίπτωση των τεσσάρων καλά διαρθρωμένων φορολογικών συστημάτων, τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη αποστάγματα βαρύνονταν πάντοτε στην Ιταλία με φόρους πολύ μεγαλύτερους από εκείνους που εφαρμόζονται επί των ιταλικών αποσταγμάτων. Παρά την κατάσταση αυτή, οι τιμές λιανικής πωλήσεως των ιταλικών και ξένων αποσταγμάτων υπήρξαν πάντοτε πολύ παραπλήσιες και καθ' όλα συγκρίσιμες. Το συμπέρασμα που συνάγεται επομένως είναι ότι η φοροδοτική ικανότητα των διαφόρων καταναλωτών αποστάγματος είναι η ίδια.
Περαιτέρω φαίνεται ότι είναι αντιφατική η προσφυγή στο κριτήριο των «λαϊκών» καταναλωτικών αγαθών, ή «εκείνων που προορίζονται για ανώτερα κοινωνικά στρώματα», τη στιγμή κατά την οποία η ιταλική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για ποτά που καλούνται να ικανοποιήσουν ανάγκες πολυτέλειας. Επ' αυτού, η Επιτροπή αναφέρεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 95 αρμόζει να λαμβάνεται υπόψη η ικανότητα των προϊόντων να ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι βαλλόμενες παράμετροι συνιστούν έκδηλα υποκειμενικά κριτήρια' εκφράζουν επιλογές του νομοθέτη που θεωρούνται — εσφαλμένα κατά την καθής — ως «αποτέλεσμα διακριτικής ευχέρειας» και «μη υποκείμενες σε κανένα έλεγχο», μέχρι του σημείου να μην επαληθεύεται αν τηρείται το αίτημα για ουδετερότητα της εν λόγω φορολογίας.
Περαιτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόπειρα της ιταλικής κυβερνήσεως να εξομοιώσει το σύστημα του ΦΠΑ που εφαρμόζεται επί των εμπορευμάτων με σύστημα άμεσων φόρων που πλήττουν τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων δεν αξίζει καν να εξεταστεί. Τα κριτήρια που επέλεξε ο ιταλός νομοθέτης είναι και παραμένουν υποκειμενικά. Υπό την έννοια αυτή αντιτάσσονται στην απαίτηση που διατύπωσε με πολλές αποφάσεις του το Δικαστήριο και σύμφωνα με την οποία η ενδεχόμενη διαφοροποίηση μεταξύ των προϊόντων για φορολογικούς σκοπούς πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και αυτό ακριβώς για να αποκλείονται αυθαίρετες επιβαρύνσεις όπως αυτές που έχουν ως αφετηρία τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων (επί παραδείγματι σκωτσέζικο ουίσκυ).
Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξετάζει τη νομιμότητα του στόχου της φορολογικής πολιτικής της ιταλικής νομοθεσίας.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η γενική αναφορά σε στόχους φορολογικής φύσεως φαίνεται ότι στερείται σημασίας για διάφορους λόγους. Οι στόχοι φορολογικής πολιτικής συνιστούν εξ ορισμού το ίδιο όλων των φορολογικών συστημάτων. Οι στόχοι αυτοί δεν παίζουν κανένα ρόλο όταν συγκεκριμένο σύστημα δεν τηρεί τους όρους του άρθρου 95. Το Δικαστήριο ουδέποτε έλαβε υπόψη του στόχους φορολογικής πολιτικής που να θεωρούνται ως τέτοιοι. Το άρ9ρο 95 θέτει σχετικά πολύ συγκεκριμένα όρια στην κυριαρχία των κρατών μελών στα φορολογικά θέματα.
Πράγματι, η Επιτροπή περιορίζεται να παρατηρήσει ότι η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Recueil 1980, σ. 385), δεν επιτρέπει την έγκριση του επίδικου συστήματος ΦΠΑ.
Επί πλέον, το σύστημα αυτό παρουσιάζει κατά την Επιτροπή μια αδιαμφισβήτητη επιβαρυντική περίπτωση, ότι δηλαδή συνίσταται στο να πλήττει πάντοτε και αποκλειστικά το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων αποσταγμάτων (ουίσκυ και κονιάκ). Από την άποψη αυτή το καθεστώς των φορολογικών ταινιών που αποτελούσαν αντικείμενο της υποθέσεως 169/78, ήταν από μια άποψη πολύ ευνοϊκότερο, επειδή έπληττε τα αποστάγματα με βάση την πρώτη ύλη, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής ή προελεύσεως. Πράγματι, το κονιάκ και το γαλλικό στέμφυλο Βουργουνδίας πλήττονταν ακριβώς από τον ίδιο φόρο που εφαρμοζόταν στο μπράντυ και στην ιταλική γκράππα.
Συμπερασματικά, η Επιτροπή εμμένει στο ότι η παρούσα υπόθεση πρέπει να επιλυθεί σύμφωνα με τα ερμηνευτικά κριτήρια που θέσπισε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις που εξέδωσε σχετικά με τα φορολογικά συστήματα που εφαρμόζονται στα αποστάγματα, και ειδικότερα με την απόφαση 169/78. Ο τελείως ειδικός χαρακτήρας της αγοράς των αποσταγμάτων εμποδίζει στην πραγματικότητα την ενδεχόμενη επέκταση στην προκειμένη περίπτωση των κριτηρίων εκτιμήσεως που θέσπισε το Δικαστήριο σε σχέση με την αγορά της μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης στην υπόθεση 46/80, Vinal, αν και η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω σύστημα δεν ανταποκρίνεται ούτε αυτό στους όρους που το Δικαστήριο καθιέρωσε με την εν λόγω απόφαση.
Πάντως, αναγνωρίζοντας τις ερμηνευτικές δυσχέρειες που είναι δυνατό να ανακύψουν από την απόφαση Vinal, η Επιτροπή εύχεται παρέμβαση του Δικαστηρίου υπό μορφή ερμηνείας που θα ήταν ικανή να διαλύσει τις αμφιβολίες και αβεβαιότητες που υφίστανται.
Με την ανταπάντηοή της η ιταλική κυβέρνηση αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής και ιδίως εκείνα που αφορούν τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Καταρχάς, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν είναι ακριβές ότι η απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 140/79, Chemial (Συλλογή 1981, σ. Ι), καθώς και εκείνη στην προαναφερθείσα υπόθεση 46/80, καινοτόμησαν σε σύγκριση με όλη την προγενέστερη νομολογία γύρω από το άρθρο 95. Απεναντίας, κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, εντάσσονται κάλλιστα και αυτές στην εν λόγω αδιάσπαρτη αλληλουχία. Επί πλέον, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι αρχές της πάγιας νομολογίας επί του θέματος επιβεβαιώθηκαν με την απόφαση της 27ης Μαΐου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 142 και 143/80, Essevi και Salengo (Συλλογή 1981, σ. 1413).
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, ένα φορολογικό σύστημα, το οποίο προβλέπει διαφορετική μεταχείριση για κατηγορίες προϊόντων που διαφέρουν μεταξύ τους με βάση αντικειμενικά και ουδέτερα κριτήρια, κατ' ουδένα τρόπο αντίκεινται στο άρθρο 95. Αντιθέτως, η παράβαση του άρθρου 95 καθίσταται αδιαμφισβήτητη όταν εξατομικεύονται οι διάφορες κατηγορίες προϊόντων που υπόκεινται σε διαφορετική φορολογική μεταχείριση, κατά το μάλλον ή ήττον ρητά, με αναφορά στην εθνική ή αλλοδαπή προέλευση τους. Επ' αυτού, το απλό γεγονός ότι το εισαγόμενο προϊόν είναι στην πραγματικότητα το μόνο που φορολογείται βαρύτερα, δεν επαρκεί καθεαυτό για να συναγάγει κανείς ότι συντρέχει περίπτωση παράνομης διακρίσεως. Για να συναγάγει κανείς την ύπαρξη παρόμοιας διακρίσεως, είναι ανάγκη να εξεταστούν βαθύτερα και για κάθε ειδική περίπτωση τα κριτήρια, κατά τα οποία διαρθρώθηκε το υπό εξέταση φορολογικό σύστημα, καθώς και η σχέση που υφίσταται μεταξύ του συστήματος αυτού και των προσανατολισμών της εθνικής παραγωγής.
Επί του σημείου αυτού, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με τις αποφάσεις στις υποθέσεις Chemial και Vinal αποσαφηνίστηκε η νομολογία υπό την έννοια ότι η διάκριση που απαγορεύει το άρθρο 95 πρέπει να είναι πραγματική.
Η ιταλική κυβέρνηση τονίζει in extenso τον ουδέτερο και μη εισάγοντα διακρίσεις χαρακτήρα του επίδικου συστήματος λόγω του ότι τα πληττόμενα προϊόντα ανήκουν στην εθνική παραγωγή ή σε εκείνη των άλλων κρατών μελών, υπενθυμίζοντας τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του συστήματος.
Ειδικότερα, σκοπός του συστήματος αυτού δεν είναι να αποθαρρύνει την κατανάλωση των φορολογούμενων αγαθών, αλλά τα τελευταία αυτά να βαρυνθούν με φορολογική εισφορά δίκαιη και σύμφωνη με τους γενικότερους στόχους φορολογικής πολιτικής. Κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πανομοιότυπη με εκείνη που αποτέλεσε αντικείμενο των προαναφερθεισών υποθέσεων 140/79 και 46/80.
Το γεγονός ότι στην Ιταλία δεν υφίσταται ρύθμιση σχετικά με την ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως δεν είναι δυνατό να έχει αποφασιστική σημασία για τον εισάγοντα ή μη διακρίσεις χαρακτήρα του ιταλικού συστήματος. Για να το αποδείξει, η ιταλική κυβέρνηση δηλώνει ότι τόσο η παραγωγή ιταλικού τζιν όσο και εκείνη του εισαγόμενου πλήττονται με τον ίδιο συντελεστή ύψους 38%.
Δεύτερον, η ιταλική κυβέρνηση εμμένει στο ότι τα συνήθη αποστάγματα, καθώς και εκείνα με ονομασία καταγωγής, είναι προϊόντα σαφώς διαφοροποιημένα, μη εναλλάξιμα, που απευθύνονται σε πολύ διαφορετικές αγορές.
Επ' αυτού, γεγονός είναι ότι απλώς στην Ιταλία δεν παράγονται αποστάγματα ποιότητας (όπως δεν κατασκευάζονται περσικά χαλιά ούτε ρωσικό χαβιάρι), αυτό όμως δεν μπορεί κατ' ουδένα τρόπο να αποτελέσει λόγο εξαιρέσεως των αλλοδαπών αποσταγμάτων ποιότητας (όπως και για τα περσικά χαλιά και το χαβιάρι) από τη φορολογική μεταχείριση όλων των προϊόντων πολυτέλειας.
Όσον αφορά το κριτήριο διαφοροποιήσεως, η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει ακόμη ότι τα αποστάγματα που ικανοποιούν συγχρόνως τα κριτήρια της ονομασίας καταγωγής και της ειδικής ρυθμίσεως, είναι ακριβώς εκείνα, στα οποία οι καταναλωτές αποδίδουν γενικά μια ιδιαίτερη κοινωνική προβολή. Επομένως, δεν πρόκειται για αυθαίρετες και «υποκειμενικές» εκτιμήσεις, όπως αποδεικνύουν και αναλύσεις της αγοράς.
Ο ιταλός νομοθέτης έχει συνεπώς τη δυνατότητα να κατατάξει μόνο μεταξύ των προϊόντων πολυτέλειας τα υποκείμενα σε ρύθμιση αποστάγματα που φέρουν ονομασία καταγωγής.
Επίσης, δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος περί «αντιφάσεως», όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών προϊόντων, που πάντως και τα δύο εμπίπτουν στην κατηγορία εκείνων που προορίζονται για μη αναγκαίες ή πολυτελείς καταναλώσεις.
Όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής αμφισβήτηση της νομιμότητας των στόχων φορολογικής πολιτικής, η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι το κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητας ενδιαφέρει τόσο για τις άμεσες όσο και για τις έμμεσες επιβαρύνσεις. Ισχυρίζεται ότι όλα τα σύγχρονα φορολογικά συστήματα εμπνέονται από το κριτήριο της αναζητήσεως μιας προοδευτικότητας όλων των φόρων, τόσο άμεσων όσο και έμμεσων. Ειδικότερα, όλα τα συστήματα φορολογίας των καταναλωτικών αγαθών στηρίζονται στο κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ των αναγκαίων καταναλώσεων, των συχνών καταναλώσεων και των πολυτελών καταναλώσεων με σκοπό ακριβώς να πλήξει, όσον αφορά τις πολυτελείς καταναλώσεις, την αδιαμφισβήτητη και χαρακτηριστική εκδήλωση μιας μεγαλύτερης φοροδοτικής ικανότητας.
Δεύτερον, η ιταλική κυβέρνηση απαντά στο επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο το ιταλικό σύστημα ΦΠΑ επί των αποσταγμάτων δεν είναι δυνατό να είναι νόμιμο λόγω του ότι δεν αποσκοπεί στην εφαρμογή στόχων οικονομικής ή βιομηχανικής πολιτικής του είδους που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη στις αποφάσεις του Chemical και Vinal. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η εν λόγω αντίρρηση στηρίζεται προσφανώς σε διφορούμενη έννοια. Η απαίτηση, κατά την οποία η θέσπιση φορολογικών συστημάτων με διαφοροποιημένους συντελεστές για παρόμοια προϊόντα αποσκοπεί στην πραγματοποίηση νόμιμων στόχων, δεν είναι δυνατόν να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι εν πάση περιπτώσει πρέπει να υφίσταται ένας εξωφορολογικός σκοπός (οικονομικής ή βιομηχανικής πολιτικής) και ότι πρέπει ο σκοπός αυτός να μπορεί να κριθεί ως θετικός στην ουσία του. Στην πραγματικότητα, αυτό που απαιτείται κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, είναι το εν λόγω φορολογικό σύστημα να μην επιδιώκει σκοπούς που παραβιάζουν όχι μόνο το άρθρο 95, αλλά επίσης και άλλους κανόνες ή αρχές του κοινοτικού δικαίου ή ορισμένες απαιτήσεις ασκήσεως πολιτικής που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο της Κοινότητας. Πέραν της καθαρά αποθετικής αυτής απαιτήσεως, δεν υπάρχει άλλη, ώστε ένα φορολογικό σύστημα με διαφοροποιημένους συντελεστές να είναι νόμιμο, στο μέτρο βεβαίως που τηρεί τη θεμελιώδη απαίτηση η διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών προϊόντων με διαφοροποιημένους συντελεστές φορολογίας να βασίζεται σε αντικειμενικά και ουδέτερα κριτήρια, τα οποία να μην εισάγουν διακρίσεις, απαίτηση που άλλωστε συντρέχει πλήρως στην παρούσα υπόθεση.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου που παρενέβη προς υποστήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Η έννοια της ομοιότητας πρέπει να είναι ταυτόσημη για το σύνολο της Κοινότητας, καθοριζόμενη με βάση αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία βασίζονται στον προορισμό που οι καταναλωτές δίνουν στο εν λόγω προϊόν. Η βρετανική κυβέρνηση εμμένει στο ότι οι δύο κατηγορίες προϊόντων, με ή χωρίς ονομασία καταγωγής, βρίσκονται σε κατάσταση ανταγω-γνισμού και επομένως εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος.
Η διάκριση, βάσει της οποίας διαφοροποιούνται οι συντελεστές του ΦΠΑ, δεν αντιστοιχεί, κατά την άποψη της παρεμβαίνουσας κυβερνήσεως, σε καμία διαφορά ποιότητας και σε κανένα αντικειμενικό κριτήριο. Στηρίζεται αποκλειστικά σε μία διάκριση μεταξύ των ισχυουσών στο έδαφος όπου παράγονται τα αποστάγματα νομοθεσιών. Η φορολογική διάκριση που θεσπίζεται κατ' αυτό τον τρόπο ευνοεί όλα τα αποστάγματα που παράγονται στην Ιταλία, δεδομένου ότι η ιταλική νομοθεσία προέβλεψε ώστε κανένα απόσταγμα που έχει παραχθεί στο εθνικό έδαφος να μην είναι ποτέ δυνατό να υπόκειται σε βαρύτερο συντελεστή. Επομένως, η παρούσα υπόθεση διακρίνεται σαφώς από την υπόθεση Vinal.
Αντιστρόφως, δεδομένου ότι οι εισαγωγές στην Ιταλία αποσταγμάτων χωρίς ονομασία καταγωγής και προελεύσεως άλλων κρατών μελών έχουν περιθωριακή σημασία, η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η διάκριση αυτή αντιστοιχεί ουσιαστικά σε διάκριση μεταξύ εισαγόμενων και παραγόμενων στο εθνικό έδαφος αποσταγμάτων.
Ακόμη κι αν έπρεπε κανείς να αποδεχθεί το ιταλικό κριτήριο περί φοροδοτικής ικανότητας, η βρετανική κυβέρνηση ισχυρίζεται σχετικά ότι τα συστήματα φορολογίας που ενθαρρύνουν και περιστέλλουν τις συνήθειες των καταναλωτών και αποθαρρύνουν ως εκ τούτου οποιαδήποτε δυνητική εξέλιξη της αγοράς, δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί με οιαδήποτε στατιστική αντίληψη των τάσεων των καταναλωτών. Η φορολογία ενός αντικείμενου με το πρόσχημα ότι είναι «λεπτό ή μέσο κοινωνικής προβολής» εμπίπτει σε έναν υπολογισμό που προορίζεται να διαιωνίσει την ίδια τη διάκριση στην οποία στηρίζεται η συμπεριφορά αυτή. Η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση παρατηρεί ότι τίποτα δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι το ουίσκυ δεν θα καταναλωνόταν στην Ιταλία από έναν ευρύ κύκλο κοινωνικοοικονομικών ομάδων, αν δεν υπόκεινταν στη διπλή αυτή δυσμενή διάκριση.
Όσον αφορά το ιταλικό επιχείρημα, κατά το οποίο οι εισαγωγές σε τζιν και σκοτσέζικο ουίσκυ αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που ακολούθησαν τη θέσπιση του ΦΠΑ στην Ιταλία, η βρετανική κυβέρνηση απαντά ότι η αύξηση αυτή θα μπορούσε να είναι ουσιαστικά ανώτερη, αν δεν υπήρχαν συντελεστές φορολογίας εισάγοντες δυσμενή διάκριση. Πράγματι, μεταξύ 1979 και 1980, ενώ η αξία των εξαγωγών σε σκωτσέζικο ουίσκυ προς την Ιταλία αυξήθηκε κατά 2 %, η κατ' όγκο ποσότητα μειώθηκε κατά 6 %.
Συνεπώς, το Ηνωμένο Βασίλειο συμπεραίνει ότι το ιταλικό καθεστώς παρέχει τουλάχιστον έμμεση προστασία κατά του ανταγωνισμού των εν λόγω αποσταγμάτων.
V — Απαντήσεις στα τεθέντα ερωτήματα
1.
Το πρώτο ερώτημα έχει ως εξής:
«Ποια είναι τα ιταλικά αποστάγματα που φορολογούνται με συντελεστή ύψους 18 % και εκείνα που φορολογούνται με συντελεστή ύψους 35 %;»
Η ιταΑική κυβέρνηση απαντά ότι επί του παρόντος εκτός από το τζιν δεν υπάρχουν αποστάγματα ιταλικής παραγωγής που ανταποκρίνονται στους αναγκαίους όρους για την εφαρμογή του συντελεστού 38 %. Όλα τα ιταλικά αποστάγματα φορολογούνται με συντελεστή 20%. Αντιθέτως, όλη η ιταλική παραγωγή σε τζιν φορολογείται όπως το εισαγόμενο τζιν με συντελεστή 38 °/ο (από 1ης Οκτωβρίου 1982, ο συντελεστής 18 % έγινε 20% και ο συντελεστής 35 % έγινε 38 %).
Η Επιτροπή είναι κι αυτή της ίδιας γνώμης και παρατηρεί ότι οι εν λόγω αριθμοί επιβεβαιώνουν τον εισάγοντα διακρίσεις χαρακτήρα του εν λόγω συστήματος. Ο υψηλότερος συντελεστής 38 % πλήττει τελικά το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων από τα λοιπά κράτη μέλη αποσταγμάτων.
Η βρετανική κυοέρνηση εξηγεί ότι τα αποστάγματα που φορολογούνται με 20% είναι η grappa, το απόσταγμα οίνου και το ρούμι. Το τζιν, μοναδικό απόσταγμα που παράγεται στην Ιταλία, φορολογείται με 38 %.
2.
Το δεύτερο ερώτημα έχει ως εξής:
«Ποια είναι τα εισαγόμενα από τα λοιπά κράτη μέλη αποστάγματα που πλήττονται με συντελεστές 18 % και 35 %; Ποια είναι η ποσότητα των εν λόγω προϊόντων που εισάχθηκαν από το 1977 έως το 1981 σε σύγκριση με το παρελθόν;»
Η Επιτροπή δίδει σε παράρτημα λεπτομέρειες από τις οποίες προκύπτει ότι για το συνολικό όγκο των εισαγωγών που έγιναν το 1981 (106162 εκατόλιτρα αλκοόλης με 100 % vol.), 98,67 % των προερχόμενων από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία αποσταγμάτων φορολογήθηκαν με συντελεστή 35 % (σήμερα 38 %), ενώ ο χαμηλός συντελεστής 18% (σήμερα 20%) εφαρμόστηκε στο υπόλοιπο 1,33 %.
Ειδικότερα, οι εισαγωγές αποσταγμάτων στην Ιταλία, που φορολογούνται με συντελεστές ΦΠΑ 35 % και 18 % αντιστοίχως, κατανέμονται ως εξής:
α)
ΦΠΑ με συντελεοτή ρψονς 35 %
εκατόλιτρα αλκοόλης για 100 % vol.
— τζιν
2 220
— σκωτσέζικο και ιρλανδικό ουίσκυ
96 657
—
γαλλικά αποστάγματα οίνου και στεμφύλων στα-φύλου (κονιάκ, αρμανιάκ, στέμφυλο Βουργουνδίας κλπ.)
5 716
—
γαλλικά αποστάγματα φρούτων (καλβαντός, μιραμπέλ κλπ.)
154
104747
6)
ΦΠΑ με ονντεΑεοτή Ρψονς 18 ΨΌ
εκατόλιτρα αλκοόλης για 100 % vol.
—
ρούμι, 6ότκα και λοιπά αποστάγματα
1415
Η ιταλική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι είναι αδύνατο να παράσχει πλήρη κατάλογο όλων των αποσταγμάτων που παράγονται στα κράτη μέλη και πληρούν τους δύο όρους, δηλαδή εκείνο της ονομασίας καταγωγής και της υπαγωγής τους στο έδαφος παραγωγής σε ειδική ρύθμιση και προστασία σχετικά με τις διαδικασίες παραγωγής κλπ.
Λαμβάνοντας υπόψη τη σύνθεση των εισαγωγών στην Ιταλία, είναι δυνατό να θεωρηθούν ενδεικτικά ως προϊόντα ευρύτερης καταναλώσεως που πλήττονται από το συντελεστή 38 °/ο: το σκωτσέζικο ουίσκυ, το κονιάκ και το τζιν. Επί πλέον, πρέπει να αναφερθούν το ιρλανδικό ουίσκυ, το αρμανιάκ και τα γαλλικά αποστάγματα των στεμφύλων που υπόκεινται σε ρύθμιση, όπως το στέμφυλο Βουργουνδίας και Καμπάνιας.
Σε παράρτημα των απαντήσεων της, η ιταλική κυβέρνηση δίδει τα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τις εισαγωγές από χώρες της Κοινότητας κατά τα έτη 1975 έως 1981 με τη διευκρίνιση ότι δεν είναι δυνατό να παράσχει ακριβή στοιχεία σχετικά με τη σύνθεση των εισαγωγών αποσταγμάτων που υπόκεινται στο συντελεστή 20 °/ο.
Η βρετανική κνοέρνηοη περιορίζεται στις εισαγωγές στην Ιταλία από το Ηνωμένο Βασίλειο που αφορούν βασικά το σκωτσέζικο και το ιρλανδικό ουίσκυ, καθώς και το τζιν και το ρούμι. Κατά τη διάρκεια των ετών 1969 έως και 1974, οι εισαγωγές σε σκωτσέζικο ουίσκυ, σύμφωνα με τους αριθμούς που παρέσχε η βρετανική κυβέρνηση, αυξήθηκαν κατά 199 °/ο, από 38330 εκατόλιτρα σε 114480, ενώ κατά τη διάρκεια των ετών 1975 έως και 1980 αυξήθηκαν κατά 66 °/ο, δηλαδή σύμφωνα πάντοτε με τους εν λόγω αριθμούς, από 72520 εκατόλιτρα σε 120700 εκατόλιτρα. Όσον αφορά το τζιν, η σημειωθείσα αύξηση ήταν 70 °/ο κατά τη διάρκεια των ετών 1969 έως 1974, δηλαδή από 1822 εκατόλιτρα σε 3099 εκατόλιτρα, ενώ κατά τη διάρκεια των ετών 1977 έως 1980, η αύξηση ήταν 36°/ο, δηλαδή, σύμφωνα με τους αριθμούς που παρέσχε η βρετανική κυβέρνηση από 2647 εκατόλιτρα σε 3380 εκατόλιτρα. Λεπτομερή στοιχεία παρέχονται σε παράρτημα.
3.
Με το τρίτο ερώτημα του, το Δικαστήριο ερωτά τους διαδίκους αν θεωρούν «ότι τα εθνικά και εισαγόμενα αποστάγματα έχουν ή δεν έχουν ανάλογες ιδιότητες ή αν ανταποκρίνονται ή δεν ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες».
Η Επιτροπή εξηγεί ότι θεωρούνται ως «αποστάγματα» τα αποσταγμένα οινοπνευματώδη ποτά που ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά που δίνονται με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας των Βρυξελλών υπό την έννοια αυτή συνεπώς παρουσιάζουν κατ' ανάγκη ανάλογες ιδιότητες και ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών. Για τους λόγους αυτούς, παρατηρεί η Επιτροπή, η νομολογία του Δικαστηρίου αναγνώρισε πάγια ότι όλα τα αποστάγματα βρίσκονται σε σχέση ομοιότητας ή ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 95 της συνθήκης.
Κατά την άποψη της ιταλικής κυοερνή-αεως, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν όλα τα αποστάγματα ως ταυτόσημα ή όμοια προϊόντα. Θεωρεί ειδικότερα ότι πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των αποσταγμάτων οίνου και των αποσταγμάτων σιτηρών. Πράγματι, τα μεν παρουσιάζουν διαφορετικές οργανοληπτικές ικανότητες από τα δε, και όσον αφορά τους καταναλωτές, αντιστοιχούν σε διαφορετικές ανάγκες.
Αντιθέτως, η ιταλική κυβέρνηση δεν πιστεύει ότι για την ίδια κατηγορία αποστάγματος είναι δυνατό να αναγνωρίζονται διαφορετικές ιδιότητες στα εθνικά προϊόντα και σε εκείνα που εισάγονται, ενώ κατά την άποψη της είναι αδύνατο να θεωρηθεί ότι τα μεν και τα δε αντιστοιχούν σε διαφορετικές ανάγκες.
Αντιθέτως, όσον αφορά τη διάκριση στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ των δύο συντελεστών ΦΠΑ, αυτή στηρίζεται στην παρουσία ή την έλλειψη δύο ορισμένων κριτηρίων (ονομασία καταγωγής και υπαγωγή στους συγκεκριμένους κανόνες παραγωγής) και που, κατά την ιταλική κυβέρνηση, είναι ικανά να χαρακτηρίσουν τα αποστάγματα που τα ικανοποιούν ως προϊόντα υψηλής ποιότητας.
Η ιταλική κυβέρνηση δέχεται ότι η παρουσία σε ένα προϊόν συγκεκριμένου τύπου ειδικών ποιοτικών χαρακτηριστικών δεν επαρκεί καθ' εαυτή, ώστε να το καταστήσει τελείως διαφορετικό από τα άλλα ανάλογα προϊόντα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί στις υποθέσεις 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και 216/81, COGIS, ότι τα αποστάγματα σιτηρών, ένα σημαντικό μέρος των οποίων εισάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, και τα αποστάγματα οίνου, ένα σημαντικό μέρος των οποίων παράγεται εντός της χώρας, ικανοποιούν τις ίδιες ή παρόμοιες ανάγκες των καταναλωτών.
4.
Με το τέταρτο ερώτημα καλούνται οι διάδικοι να «υποβάλουν πίνακα των μέσων λιανικών τιμών, αναφέροντας την τιμή χωρίς ΦΠΑ, κάνοντας μια επιλογή που αυτοί θεωρούν ως αντιπροσωπευτική των ιταλικών και των εισαγόμενων από τα άλλα κράτη μέλη αποσταγμάτων».
Κατόπιν κοινής συμφωνίας, οι διάδικοι (Επιτροπή και ιταλική κυβέρνηση), κατήρτισαν πίνακα (που επισυνάπτεται σε παράρτημα με τις απαντήσεις) των μέσων λιανικών τιμών, με και χωρίς ΦΠΑ, αντιπροσωπευτικών της ιταλικής αγοράς προϊόντων που επιλέγησαν.
Αντιθέτως, το Ηνωμένο Βασίλειο εκφράζει τη λύπη του που δεν κατέστη δυνατό να δώσει τα στοιχεία που ζητούνται με κοινή συμφωνία. Πάντως, δίνει πίνακα με ορισμένες πληροφορίες.
5.
Το πέμπτο ερώτημα αποσκοπεί στο να καταστεί γνωστό το αποτέλεσμα της εν λόγω ρυθμίσεως επί των εισαγωγών μετά τη θέσπιση της.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να εκτιμηθούν αντικειμενικά και ορθά οι συνέπειες του συστήματος ΦΠΑ που θεσπίστηκε το 1977 στην Ιταλία.
Πρώτο, το εν λόγω καθεστώς θεσπίστηκε για μια αγορά προϊόντων — των αποσταγμάτων — που έχουν ήδη καταστήσει τεχνητή οι υπόλοιποι φόροι που βαρύνουν την αλκοόλη και που επίσης εισάγουν διακρίσεις. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε των τροποποιήσεων που επέφερε το νομοθετικό διάταγμα 58 της 4ης Μαρτίου 1977 (που αποτελεί και αντικείμενο στην παρούσα υπόθεση), ο ΦΠΑ έπληττε σε πολύ σημαντικότερο βαθμό τα εισαγόμενα από τα λοιπά κράτη μέλη αποστάγματα.
Δεύτερο, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη επίπτωση των εισαγουσών διακρίσεις φορολογιών επί των ομοειδών ή ανταγωνιστικών προϊόντων που εισάγονται από τα λοιπά κράτη μέλη. Το ίδιο το Δικαστήριο απέρριψε με προηγούμενες αποφάσεις του όλα τα επιχειρήματα που αποσκοπούν στο να εξαρτήσουν την εφαρμογή του άρθρου 95 σχετικά με την εξέλιξη των εισαγωγών από τα αποτελέσματα ενδεχόμενων ερευνών αγοράς ή από στατιστικές αποδείξεις για το προστατευτικό αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου φορολογικού συστήματος. Αλλιώς, η απαγόρευση φορολογικής διακρίσεως δεν θα ήταν αποτελεσματική.
Κατόπιν αυτού και δεδομένου ότι κανένα στατιστικό στοιχείο δεν παρουσιάζει σπουδαιότητα στο πλαίσιο του άρθρου 95, η Επιτροπή δεν αρνείται ότι, παρά την είσπραξη τουλάχιστο τεσσάρων φόρων επί του οινοπνεύματος, εισαγόντων δυσμενή διάκριση, μεταξύ των οποίων ο ΦΠΑ, κατά το διάστημα 1977-1981 οι εισαγωγές σκωτσέζικου και ιρλανδικού ουίσκυ στην Ιταλία αυξήθηκαν η αύξηση των εν λόγω εισαγωγών είναι ακόμη εμφανέστερη, αν συγκρίνει κανείς τα δεδομένα που ισχύουν τα έτη 1971 και 1981.
Πάντως, είναι εξίσου αδιαμφισβήτητο ότι, κατά το χρονικό διάστημα 1975-1981, η ιταλική παραγωγή αποσταγμάτων παρέμεινε στα αυτά επίπεδα, ενώ οι εξαγωγές ιταλικών αποσταγμάτων σημείωσαν σημαντική αύξηση, δεδομένου ότι αυξήθηκαν από 13600 εκατόλιτρα αλκοόλης για 100 ο/ο vol. το 1975 σε 76270 εκατόλιτρα αλκοόλης για 100 ο/ο vol. το 1981.
Η ιταλική κυδέρνιρί) θεωρεί ότι τα στοιχεία που δίνονται σε παράρτημα αποδεικνύουν σαφώς ότι το επίδικο φορολογικό καθεστώς δεν είχε κανένα περιοριστικό επί των εισαγωγών αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, λαμβάνει υπόψη την περίπτωση του ουίσκυ, όπου, από τη σύγκριση μεταξύ των εισαγωγών των δύο ετών που προηγήθηκαν της θεσπίσεως του επίδικου μέτρου (1975 και 1976) με εκείνες των δύο τελευταίων ετών (1980 και 1981), προκύπτει ότι επήλθε αύξηση ύψους 21,88 °/ο. Πάντως, δέχεται ότι, ενώ η κατανάλωση του εισαγόμενου προϊόντος προσλάμβανε τόσο σημαντικές διαστάσεις, η συνολική κατανάλωση σημείωσε μείωση ή παρέμεινε στάσιμη.
Αντιθέτως, κατά τη δρετανική κνΰέρνηοη, οι αριθμοί που αφορούν τις εισαγωγές απεικονίζουν το μειωμένο συντελεστή αυξήσεως των ποσοτήτων σε σκοτσέζικο ουίσκυ και τζιν που εισήχθησαν στην Ιταλία μετά την έναρξη ισχύος από το 1974 του επίδικου νομοθετικού διατάγματος. Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να καταστεί εντονότερη εξαιτίας της αυξημένης διαφοράς μεταξύ των συντελεστών ΦΠΑ που εφαρμόζονται από τον Ιούλιο 1982.
6.
Το έκτο ερώτημα έχει ως εξής:
«Οι διάδικοι καλούνται να υποοάλουν πίνακα συγκριτικό των επιπέδων παραγωγής και καταναλώσεως στην Ιταλία, τζιν και αποσταγμάτων ιταλικής καταγωγής.»
Όσον αφορά την κατανάλωση τζιν ιταλικής παραγωγής, η Επιτροπή προσκομίζει τον ακόλουθο πίνακα, ο οποίος καταρτίστηκε κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων:
Κατανάλωση ιταλικών αποσταγμάτων (συμπεριλαμβανομένου και του τζιν) σε εκατόλιτρα αλκοόλης (για 100 Ψο vol.)
Έτος
1975
1976
1977
1978
1979
1980
1981
Συνολική κατανάλωση (εσωτερική και εξαγόμενη)
336 633
400 441
339 478
348 082
369 384
351 743
343 248
Εσωτερική κατανάλωση
323 033
368 644
322 325
336 130
357 580
325 053
266 978
Για την παραγωγή, η Επιτροπή δεν παρέχει σχετικά στοιχεία, λόγω ελλείψεως κατάλληλων δεδομένων.
Περαιτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι, ελλείψει συγκεκριμένων δεδομένων, η ετήσια κατανάλωση υπολογίζεται ότι πρέπει να ανέρχεται στα 4000 περίπου εκατόλιτρα — μικρή και αμελητέα ποσότητα.
Όσον αφορά την παραγωγή και την κατανάλωση ιταλικού τζιν, η ιταλική κυδέρνηση υποστηρίζει ότι δεν εμφαίνεται σε επίσημες στατιστικές. Βάσει εκτιμήσεων που προέρχονται από πληροφορίες, τις οποίες έδωσαν οι παραγωγοί, θεωρεί ότι είναι σε θέση να εκτιμήσει την κατανάλωση ιταλικού τζιν στην Ιταλία σε 4000 περίπου ανύδρων (που ισοδυναμεί με 10000 υδατικών εκατόλιτρων — «idrati»), η οποία παραμένει σχεδόν στάσιμη κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.
Σε παράρτημα παραθέτει τα συνολικά δεδομένα σχετικά με την κατανάλωση των ιταλικών αποσταγμάτων. Δεν δίνεται αριθμός σχετικά με την αποθεματοποίηση.
Η δρενανική κυδέρνηση δεν ήταν σε θέση να παράσχει τους ακριβείς ή προσήκοντες αριθμούς που θα επέτρεπαν μια έγκυρη σύγκριση.
VI — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Antonino Abate, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον R. J. Α. Carnwath, και η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Marcello Conti, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1981, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμόζοντας, όσον αφορά το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), στα αποστάγματα καθεστώς διαφοροποιημένης φορολογίας βάσει του κριτηρίου της ονομασίας καταγωγής ή προελεύσεως.
2
Το ιταλικό σύστημα ΦΠΑ προβλέπει, εκτός από το συνήθη συντελεστή, ένα μειωμένο συντελεστή, καθώς και δύο προσαυξημένους συντελεστές. Ο πρώτος από τους προσαυξημένους συντελεστές, ο οποίος ανερχόταν σε 18 °/ο κατά το χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, αυξήθηκε σε 20 °/ο με το decreto legge [νομοθετικό διάταγμα] 697 της Ι ης Οκτωβρίου 1982 (GU RI [Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας] αριθ. 273 της 4ης Οκτωβρίου 1982). Ο εν λόγω συντελεστής πλήττει ορισμένα προϊόντα, τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση του ιταλού νομοθέτη, προορίζονται για κατανάλωση μη αναγκαία ή πολυτέλειας. Ο δεύτερος προσαυξημένος συντελεστής, ο οποίος εφαρμόζεται στα προϊόντα, η κατανάλωση των οποίων, σύμφωνα με τον εθνικό νομοθέτη, έχει χαρακτήρα πολυτέλειας ή κοινωνικής προβολής, ανερχόταν σε 35 °/ο κατά το χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής, και αυξήθηκε σε 38 °/ο με το νομοθετικό διάταγμα 697 της 1ης Οκτωβρίου 1982.
3
Κατά το νομοθετικό διάταγμα 58, της 4ης Μαρτίου 1977 (GU RI αριθ. 70 της 14ης Μαρτίου 1977), που κατέστη ο νόμος 183 της 9ης Μαΐου 1977 (GU RI αριθ. 129 της 13ης Μάιου 1977) και τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 697 της 1ης Οκτωβρίου 1982 (GU RI αριθ. 273 της 4ης Οκτωβρίου 1982), όλα τα αποστάγματα υπόκεινται σε φορολογία με αυξημένους συντελεστές. Πάντως, γίνεται διάκριση υπό την έννοια ότι το τζιν, καθώς και τα αποστάγματα με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως που ρυθμίζεται ή προστατεύεται με ειδικά μέτρα στο έδαφος παραγωγής, πλήττονται με συντελεστή 35 °/ο, ήδη δε 38 °/ο, ενώ στα υπόλοιπα αποστάγματα επιβάλλεται συντελεστής ύψους 18 °/ο, ήδη δε 20 ο/ο.
4
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στην Ιταλία δεν υφίσταται ρύθμιση ικανή να προστατεύει τις ονομασίες καταγωγής ή προελεύσεως σχετικά με τα αποστάγματα εθνικής παραγωγής — κυρίως τα αποστάγματα που φέρουν την ονομασία «grappa» —, η Επιτροπή θεώρησε ότι το εν λόγω καθεστώς καθιερώνει μέσω του κριτηρίου που προαναφέρθηκε φορολογική διάκριση, η οποία καταλήγει στο να πλήττει βαρύτερα το σύνολο σχεδόν των αποσταγμάτων που εισάγονται από τα λοιπά κράτη μέλη, σε σχέση με τα ομοειδή ή ανταγωνιστικά εθνικά προϊόντα.
5
Θεωρώντας ότι το εν λόγω καθεστώς είναι για το λόγο αυτό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 95 της συνθήκης, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της συνθήκης και διατύπωσε στις 2 Φεβρουαρίου 1979 αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αυξημένη φορολογία του τζιν, καθώς και των αποσταγμάτων με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως που παράγονται στα λοιπά κράτη μέλη. Με την εν λόγω γνώμη, αναγνωρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας το εν λόγω καθεστώς φορολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της συνθήκης, καλείται δε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να θέσει τέρμα στην προβαλλόμενη παράβαση.
6
Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω πρόσκληση, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7
Η Επιτροπή, τα αιτήματα της οποίας υποστηρίζει η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, διατείνεται στην ουσία ότι το επίδικο σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας έχει ως συνέπεια να πλήττεται το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων από τα άλλα κράτη μέλη αποσταγμάτων και να προστατεύεται κατ' αυτόν τον τρόπο η εθνική παραγωγή. Μολονότι δέχεται τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν συντελεστές διαφοροποιημένης φορολογίας ακόμη και για ομοειδή ή ανταγωνιστικά προϊόντα, τηρώντας τις προϋποθέσεις που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981 (Vinal, 46/80, Συλλογή σ. 77), η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κριτήρια που επέλεξε η ιταλική κυβέρνηση δεν ανταποκρίνονται προς τις εν λόγω προϋποθέσεις. Το κριτήριο της ελεγχόμενης ονομασίας καταγωγής ή προελεύσεως έχει ως συνέπεια να αποκλείει a priori από το πεδίο εφαρμογής του ολιγότερο υψηλού συντελεστή το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων αποσταγμάτων, επιφυλάσσοντας το όφελος αυτό στο σύνολο σχεδόν της ιταλικής παραγωγής, ενώ το γεγονός ότι και άλλα κράτη μέλη παρέχουν προστασία στις ονομασίες καταγωγής ή προελεύσεως των αποσταγμάτων δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει διάκριση μεταξύ των εν λόγω αποσταγμάτων και των ιταλικών, ώστε να δικαιολογείται διαφοροποιημένη μεταχείριση. Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η χωρίς φόρο τιμή ορισμένων εισαγόμενων αποσταγμάτων είναι όμοια με εκείνη ορισμένων ιταλικών προϊόντων η ομοιότητα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη βεβαίωση της ιταλικής κυβερνήσεως ότι τα προϊόντα που υπόκεινται σε υψηλότερο συντελεστή καταναλώνονται από πελατεία που προτιμά προϊόντα πολυτέλειας ή κοινωνικής προβολής και έχει μεγαλύτερη φοροδοτική ικανότητα.
8
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν έπαυσε, τόσο κατά τη διάρκεια της διοικητικής όσο και κατά τη διάρκεια της δικαστικής φάσεως της παρούσας διαδικασίας, να αμφισβητεί τη φερόμενη παράβαση. Πρώτον, παρατηρεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να καθιερώνουν συστήματα διαφοροποιημένων επιβαρύνσεων ακόμη και για όμοια προϊόντα βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως οι όροι παραγωγής ή οι χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες (22 Ιουνίου 1976, Bobie, 127/75, Race. σ. 107910 Οκτωβρίου 1978, Hansen, 148/77, Race. σ. 1787' 30 Οκτωβρίου 1980, Schneider, 26/80, Race. σ. 3469' 14 Ιανουαρίου 1981, Chemia/, 140/79, και Vinal, 46/80, Συλλογή σ. 1 και 7727 Μαΐου 1981, Essevi και Salengo, 142 και 143/80, Συλλογή σ. 1413). Ειδικότερα, σημειώνει ότι με τις δύο αποφάσεις Chemial και Vinal της 14ης Ιανουαρίου 1981, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εφαρμογή συστήματος διαφοροποιημένης φορολογίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί έμμεση προστασία της εθνικής παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, απλώς και μόνο διότι το προϊόν που φορολογείται βαρύτερα είναι στην πραγματικότητα προϊόν που εισάγεται αποκλειστικά από τα άλλα κράτη μέλη.
9
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η προσαυξημένη φορολογία τόσο του τζιν όσο και των αποσταγμάτων με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως που ρυθμίζεται ή προστατεύεται με ειδικά μέτρα στο έδαφος παραγωγής, ανταποκρίνεται σε αντικειμενικά κριτήρια. Ο υψηλότερος συντελεστής ΦΠΑ που πλήττει τα εν λόγω αποστάγματα ανταποκρίνεται στη νόμιμη μέριμνα, που αποτελεί ίδιο γνώρισμα κάθε συστήματος ΦΠΑ, να πλήττονται με διαφορετικούς συντελεστές τα καταναλωτικά προϊόντα που ανταποκρίνονται σε ουσιώδεις ανάγκες ή που είναι εν πάση περιπτώσει αναγκαία, τα μη αναγκαία, και τέλος τα προϊόντα πολυτέλειας ή κοινωνικής προβολής.
10
Τα αποστάγματα που προστατεύονται με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως ανήκουν, χάρη ακριβώς στο χαρακτηριστικό αυτό, στην τελευταία κατηγορία, που για το λόγο αυτό τη ζητούν ειδικά οι πλέον ευνοημένες κοινωνικές ομάδες κατά τρόπο που η αυξημένη φορολογία τους να αποσκοπεί «μόνο στο να πλήττεται βαρύτερα για λόγους διανεμητικής δικαιοσύνης η κατανάλωση πολυτέλειας που, λόγω της ιδιότητας αυτής, συνιστά ένδειξη ευρύτερης φοροδοτικής ικανότητας». Το επίδικο σύστημα φορολογίας ανταποκρίνεται έτσι στις απαιτήσεις αντικειμενικότητας και ουδετερότητας που είναι αναγκαίες για να δικαιολογήσουν τις διαφοροποιημένες φορολογίες ομοειδών ή ανταγωνιστικών προϊόντων, τηρώντας το άρθρο 95.
11
Επί πλέον, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι το τζιν εθνικής παραγωγής, η ποσότητα του οποίου είναι μεγαλύτερη από εκείνη των εισαγόμενων προϊόντων, πλήττεται, με βάση τις ίδιες σκέψεις, με τον υψηλότερο συντελεστή. Προσθέτει ότι η αυξημένη φορολογία των αποσταγμάτων με ονομασία καταγωγής ή ελεγμένης προελεύσεως δεν επέφερε το αποτέλεσμα που απαγορεύει το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, δηλαδή προστασία άλλων παραγωγών. Τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισαν αμφότερες οι πλευρές αποδεικνύουν πράγματι ότι οι εισαγωγές στην Ιταλία από τα άλλα κράτη μέλη — ειδικότερα από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία — τόσο του τζιν όσο και των αποσταγμάτων με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως αυξήθηκαν στο σύνολο τους κατά πολύ από το 1971 έως το 1981.
12
Πριν εξεταστούν οι διάφορες απόψεις που υποστηρίζουν οι διάδικοι στην παρούσα διαφορά, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, όπως άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο της προσφυγής, το επιβεβαίωσε δε και η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η παρούσα δίκη δεν αφορά τη φορολογία του τζιν, αλλά αποκλειστικά των αποσταγμάτων με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως που προστατεύεται ή ρυθμίζεται από ειδικά μέτρα στο έδαφος παραγωγής.
13
Όσον αφορά τα εν λόγω αποστάγματα, δικαίως η ιταλική κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «το κοινοτικό δίκαιο στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δεν περιορίζει την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα σύμφωνα με ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια. Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο αν επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής που και αυτοί συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις της συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε ν' αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως άμεσης ή έμμεσης, σε σχέση με εισαγωγές που πραγματοποιούνται από άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής» (απόφαση της 27ης Μαίου 1981, Essevi και Salengo, 142 και 143/80, Συλλογή σ. 1413).
14
Εξάλλου, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι, στο πλαίσιο των εναρμονισμένων συστημάτων ΦΠΑ, τα κράτη μέλη διαθέτουν την ευχέρεια να φορολογούν βαρύτερα ιδίως ορισμένα καταναλωτικά αγαθά που θεωρούνται ως προϊόντα πολυτέλειας. Πάντως, η ελευθερία επιβολής εσωτερικών φόρων που κατ' αυτόν τον τρόπο αφίεται στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 95, κατά την οποία απαγορεύονται οι φορολογικές διακρίσεις, αλλ' αντιθέτως πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως και να σέβεται τις απαγορεύσεις.
15
Η εξέταση του επίδικου φορολογικού καθεστώτος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ανταποκρίνεται στις εν λόγω απαιτήσεις.
16
Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο επανειλημμένα, εκτός των άλλων και με τις αποφάσεις του της 27ης Φεβρουαρίου 1980, {Επιτροπή κατά ΓαΑΑίας, 168/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 169/78, και Επιτροπή κατά Δανίας, 171/78, Race. σ. 347, 385 και 447), μεταξύ όλων των αποσταγμάτων υπάρχει ένας απροσδιόριστος αριθμός ποτών που πρέπει να χαρακτηριστούν ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, και ότι ακόμη και για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί επαρκής βαθμός ομοιότητας μεταξύ των οικείων προϊόντων, υπάρχουν πάντως μεταξύ όλων αυτών των αποσταγμάτων κοινά χαρακτηριστικά αρκετά έντονα ώστε να γίνει δεκτό ότι υπάρχει ανταγωνιστική σχέση, τουλάχιστο μερική ή ότι δύναται να υπάρχει. Η διαπίστωση αυτή αρκεί για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η αντίστοιχη φορολογία τους δεν πρέπει να ενεργεί προστατευτικά για την εθνική παραγωγή. Για το σκοπό αυτό σημασία έχει, αφήνοντας κατά μέρος τη σύγκριση των αριθμών καταναλώσεως και εισαγωγής, να ληφθεί υπόψη η δυνητικότητα αγοράς των εν λόγω προϊόντων, αν δεν υφίσταντο μέτρα προστατευτικά.
17
Δεδομένου ότι πρόκειται για προϊόντα, τα οποία είναι είτε ομοειδή είτε βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με αποτέλεσμα να εμπίπτουν στη σφαίρα εφαρμογής του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων, που περιέχει η εν λόγω διάταξη, κριτήριο που συνεπάγεται αυξημένη φορολογία, όπως η ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως, που εξ ορισμού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμόζεται επί ομοειδών εθνικών προϊόντων ή προϊόντων, τα οποία βρίσκονται στη σχέση ανταγωνισμού, που περιγράφηκε ανωτέρω με τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα. Παρόμοιο σύστημα έχει ως συνέπεια τον εκ των προτέρων αποκλεισμό των εθνικών προϊόντων από το σύστημα βαρύτερης φορολογίας, εφόσον δεν θα συγκεντρώνουν ποτέ τους όρους της εν λόγω αυξημένης επιβαρύνσεως, ενώ εξαρτάται από τη μόνη βούληση του εθνικού νομοθέτη, με το να μη προβαίνει στην καθιέρωση ενός γενικού συστήματος που να εφαρμόζεται στο σύνολο των αποσταγμάτων, να παρατείνει επ' αόριστο την εν λόγω κατάσταση, ανεξάρτητα μάλιστα από τις ομοιότητες ή αποκλίσεις των προϋποθέσεων παραγωγής, ποιότητας, τιμής και ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών και των εισαγόμενων από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντων.
18
Η ιδιότητα της εν λόγω φορολογίας εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και, εν πάση περιπτώσει, να προστατεύει την εθνική παραγωγή αποκαλύπτεται πλήρως με τη διαπίστωση που προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που παρέσχε η καθής και σύμφωνα με τα οποία για το χρονικό διάστημα 1975-1981, τουλάχιστο 98,5 ο/ο των εισαχθέντων αποσταγμάτων επλήγησαν με τον αυξημένο συντελεστή 35 ο/ο (κατά την εκτίμηση της ιταλικής κυβερνήσεως, η Ιταλία δεν εισήγαγε παρά 2000 έως 3000 εκατόλιτρα αποσταγμάτων που φορολογήθηκαν με συντελεστή 18 °/ο επί ετήσιου συνόλου εισαγωγών που κυμαινόταν μεταξύ 194099 και 284087 εκατολίτρων), ενώ για την ίδια περίοδο περισσότερο από 98,5 ο/ο ιταλικών αποσταγμάτων ευνοήθηκαν με συντελεστή 18 °/ο (η ετήσια κατανάλωση ιταλικού τζιν που υπόκειται στο συντελεστή 35 °/ο εκτιμήθηκε σε 4000 περίπου εκατόλιτρα, ενώ η συνολική κατανάλωση εθνικών αποσταγμάτων κυμαινόταν μεταξύ 266978 και 368644 εκατολίτρων ετησίως).
19
Επί πλέον, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι παρόλο ότι μεταξύ των ονομασιών καταγωγής ή προελεύσεως, ορισμένες μπορεί να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να προσδίδουν στα προϊόντα που φέρουν αυτή την ονομασία τη φήμη της ανώτερης ποιότητας, οι εν λόγω ονομασίες δεν αποδίδουν πάντως, κατά τρόπο γενικό και αυτόματο, στα αποστάγματα επί των οποίων εφαρμόζονται το χαρακτήρα καταναλωτικών αγαθών πολυτέλειας ή κοινωνικής προβολής. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν δεν φέρουν τον εν λόγω χαρακτήρα στο κράτος μέλος καταγωγής.
20
Αν άλλωστε — γεγονός που δεν μπόρεσε να αποδειχθεί — το τεκμήριο προϊόντος πολυτέλειας ή κοινωνικής προοολής που η ιταλική νομοθεσία συνάγει από την ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως, ανταποκρινόταν, προς στιγμή, εντός του ενός ή του άλλου κράτους μέλους, σε προγενέστερες καταναλωτικές συνήθειες θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η δημιουργία κοινής αγοράς, στην οποία σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης τα εμπορεύματα κυκλοφορούν ελεύθερα υπό συνθήκες ανόθευτου ανταγωνισμού, έχει ως σκοπό την κατάργηση των αποκρυσταλλωμένων αυτών καταναλωτικών συνηθειών, εξασφαλίζοντας, στο μέτρο του δυνατού και για το σύνολο των καταναλωτών, να είναι εξίσου προσιτά όλα τα κοινοτικά προϊόντα.
21
Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι ανωτέρω σκέψεις με κανένα τρόπο δεν εμποδίζουν την ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν, τηρώντας τις σχετικές οδηγίες, συντελεστή ΦΠΑ ανώτερο για τα προϊόντα πολυτέλειας σε σχέση με τα εθνικά ή εισαγόμενα προϊόντα που δεν έχουν το χαρακτήρα αυτό, υπό τον όρο, πάντως, ότι τα κριτήρια που επιλέγησαν για τον προσδιορισμό της κατηγορίας των προϊόντων που φορολογούνται βαρύτερα δεν εισάγουν διάκριση εις βάρος των ομοειδών εισαγόμενων προϊόντων, ή εκείνων που βρίσκονται έναντι των εθνικών προϊόντων σε σχέση ανταγωνισμού κατά το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος.
22
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα αποστάγματα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας βάσει του κριτηρίου της ονομασίας καταγωγής ή προελεύσεως — όπως προκύπτει από το νομοθετικό διάταγμα 58 της 4ης Μαρτίου 1977, περί ΦΠΑ — παρέβη, όσον αφορά τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντα, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρ9ρο 95 της συνθήκης ΕΟΚ.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα αποστάγματα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας βάσει του κριτηρίου της ονομασίας καταγωγής ή προελεύσεως — όπως προκύπτει από το νομοθετικό διάταγμα 58 της 4ης Μαρτίου 1977, περί ΦΠΑ — παρέβη, όσον αφορά τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντα, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilman
Pescatore
O'Keeffe
Evening
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Μαρτίου 1983.
Ο γραμματέας
P. Heim
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy