Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 20/81 R
1 . ARBED SA , Λουξεμβούργο ,
2 . STAHLWERKE ROECHLING-BURBACH GMBH , Voelklingen ,
3 . NEUNKIRCHER EISENWERK AKTIENGESELLSCHAFT , VORMALS GEBRUEDER STUMM , Neunkirchen ,
δικαστικοί πληρεξούσιοι : Οι δικηγόροι Arved Deringer καί Jochim Sedemund , Κολωνία , αντίκλητος στό Λουξεμβούργο : Georges Faber , Arbed SA , Avenue de la Liberte ,
προσφεύγουσες ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τό νομικό της σύμβουλο H . Matthies , επικουρούμενο από τόν E . Grabitz , καθηγητή στό Ελεύθερο Πανεπιστήμιο τού Βερολίνου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 39 τής συνθήκης περί ιδρύσεως τής Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα καί Χάλυβα , οι προσφυγές πού ασκούνται ενώπιον τού Δικαστηρίου δέν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα . Τό Δικαστήριο έχει πάντως τή δυνατότητα νά διατάξει τήν αναστολή εκτελέσεως τής προσβαλλόμενης αποφάσεως , άν κρίνει οτι τό απαιτούν οι περιστάσεις . Μπορεί επίσης νά διατάξει κάθε ασφαλιστικό μέτρο πού απαιτείται .
2 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 83 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου , η αναστολή εκτελέσεως καί η διάταξη περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων εξαρτώνται από τήν υπαρξη περιστατικών , από τά οποία προκύπτει τό επείγον καί από τήν απόδειξη περί τής αναγκαιότητας τής λήψεως αυτού τού ασφαλιστικού μέτρου .
3 Η γενική απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ τής 31ης Οκτωβρίου 1980 ( ABl . L 291 , σ . 1 ) καθόρισε ενα σύστημα ποσοστώσεων στήν παραγωγή χάλυβα γιά τίς επιχειρήσεις χαλυβουργίας . Σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγαφος 1 τής εν λόγω αποφάσεως , η Επιτροπή καθορίζει τριμηνιαίες ποσοστώσεις στήν παραγωγή ακατέργαστου χάλυβα , καθώς καί τεσσάρων κατηγοριών προϊόντων ελάσεως .
4 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 , η Επιτροπή καθορίζει τίς ποσοστώσεις αυτές γιά κάθε επιχείρηση «μέ βάση τίς παραγωγές αναφοράς τής επιχειρήσεως αυτής σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 καί κατ’ εφαρμογή τών συντελεστών μειώσεως στίς εν λόγω παραγωγές αναφοράς σύμφωνα μέ τό άρθρο 5» . Εν τούτοις , σύμφωνα μέ τό άρθρο 1 παράγραφος 3 , τόσο γιά τόν καθορισμό τών παραγωγών αναφοράς , οσο καί γιά τόν καθορισμό τών ποσοστώσεων παραγωγής , πού συνεπάγονται οι πρώτες , θεωρείται «ως επιχείρηση μιά ομάδα από επιχειρήσεις πού έχουν ενωθεί κατά τήν έννοια τού άρθρου 66 τής συνθήκης , ακόμα καί άν οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται σέ διάφορα Κράτη μέλη» .
5 Κατά τήν άποψη τής Επιτροπής οι επιχειρήσεις Arbed SA Λουξεμβούργο , Me- tallurgique et Miniere de Rodange-Athus SA , Rodange , Sidmar , Gent ( Βέλγιο ), Stahlwerke Roechling-Burbach GmbH , Voelklingen , Neunkircher Eisenwerk AG , Neunkirchen , Lech-Stahlwerke GmbH , Meitingen-Herbertshofen , Eschweiler Bergwerksverein-Huettenbetriebe , Eschweiler/Aue , καί Trefil-Arbed Drahtwerk Koeln GmbH , Κολωνία ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας ), συνιστούν ομάδα κατά τήν έννοια αυτού τού άρθρου , μέ απόφαση δέ τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 , η Επιτροπή καθόρισε τίς ποσοστώσεις παραγωγής γιά τό σύνολο τών επιχειρήσεων τής ομάδας ως εξής :
6 Μέ δικόγραφο πού πρωτοκολλήθηκε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου τήν 4η Φεβρουαρίου 1981 , τρείς από τίς επιχειρήσεις αυτής τής ομάδας , ήτοι οι Arbed SA , Roechling-Burbach καί Neubkircher Eisenwerk , άσκησαν προσφυγή σύμφωνα μέ τό άρθρο 33 τής συνθήκης ΕΚΑΧ μέ τό κυρίως αίτημα νά ακυρωθεί η ατομική απόφαση τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 , κατά τό μέρος πού δέν καθορίζει υψηλότερες παραγωγές αναφοράς καί ποσοστώσεις παραγωγής από εκείνες πού τούς ανακοινώθηκαν γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 .
7 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής προβάλλεται κυρίως οτι τό άρθρο 1 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως παραβαίνει τά άρθρα 4 στοιχείο β , 58 παράγραφος 2 καί 80 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , εξομοιώνοντας γιά τό σκοπό τής εφαρμογής τού συστήματος ποσοστώσεων μιά ομάδα επιχειρήσεων πρός μιά καί μόνο επιχείρηση . Κατά συνέπεια , ειναι παράνομο τό οτι η Επιτροπή προέβη στήν εξέταση τών παραγωγών αναφοράς καί τών ποσοστώσεων παραγωγής πού απορρέουν , θεωρώντας τήν ομάδα επιχειρήσεων ως ενα ενιαίο σύνολο . Η μόνη μέθοδος πού θά ηταν σύμφωνη μέ τή συνθήκη , θά ηταν εκείνη πού θά καθόριζε τίς εν λόγω παραγωγές αναφοράς καί ποσοστώσεις παραγωγής χωριστά γιά κάθε επιχείρηση .
8 Άν εφαρμοζόταν αυτή η μέθοδος υπολογισμού γιά κάθε επιχείρηση χωριστά κατ’ αρχάς οι αθροισμένες παραγωγές αναφοράς τών επιχειρήσεων τής ομάδας θά υπερέβαιναν κατά 54 252 τόνους ανά τρίμηνο αυτές πού δόθηκαν γιά τό σύνολο τής ομάδας καί συνεπώς οι αθροισμένες ποσοστώσεις παραγωγής αυτών τών επιχειρήσεων θά υπερέβαιναν κατά 39 245 τόνους αυτές πού παραχωρήθηκαν στήν ομάδα γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 .
9 Περαιτέρω , οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις Arbed καί Neunkircher Eisenwerk θά μπορούσαν νά επικαλεστούν τό άρθρο 4 παράγραφος 5 τής γενικής αποφάσεως , σύμφωνα μέ τό οποίο ειναι δυνατή η αύξηση τών ποσοστώσεων σέ περίπτωση αναδιαρθρώσεως μιάς επιχειρήσεως . Η αύξηση αυτή θά ανερχόταν γιά τά προϊόντα ελάσεως κατά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 σέ περισσότερους από 210 000 τόνους γιά τήν Arbed καί περί τούς 34 000 τόνους γιά τήν Neunkircher Eisenwerk .
10 Τέλος , η προσφεύγουσα Roechling-Burbach GmbH θά μπορούσε νά επικαλεστεί τό άρθρο 4 παράγραφος 3 πού επιτρέπει επίσης τήν αύξηση τών ποσοστώσεων σέ σχέση μέ τίς συνέπειες τής απλής καί μόνο εφαρμογής τού άρθρου 4 παράγραφος 1 . Η αύξηση αυτή θά ανερχόταν κατά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 περίπου σέ 131 000 τόνους προϊόντων ελάσεως καί σέ 163 000 τόνους περίπου γιά τά προϊόντα ακατέργαστου χάλυβα .
11 Η αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων αποβλέπει στό νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά αυξήσει τίς ποσοστώσεις παραγωγής κατά τά δύο τρίτα τών αυξήσεων πού ζητούνται μέ τήν προσφυγή .
12 Μεταξύ τών διαδίκων δέν υφίσταται διαφωνία ως πρός τό οτι οι 3 προσφεύγουσες επιχειρήσεις ανήκουν σέ μιά ομάδα συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά τήν έννοια τού άρθρου 66 τής συνθήκης . Κατά συνέπεια , εν όψει τής διατάξεως τού άρθρου 1 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ , η Επιτροπή δέν έκανε χρήση μιάς διακριτικής εξουσίας πού τής ειχε παραχωρηθεί εν προκειμένω , αλλά εφάρμοσε άνευ ετέρου τά κριτήρια πού καθορίζονται στά άρθρα 3 ως 5 αυτής τής γενικής αποφάσεως κατά τρόπο σαφή καί λεπτομερή . Επομένως , η αίτηση αποβλέπει στό νά επιτύχει εν προκειμένω , μέσω τής διαδικασίας τών ασφαλιστικών μέτρων , εξαίρεση από τή γενική απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ , μέ τό νά εφαρμοστούν υπέρ τών ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων άλλα κριτήρια γιά τόν καθορισμό τών ποσοστώσεων από αυτά πού ισχύουν γιά τό σύνολο τών χαλυβουργικών επιχειρήσεων πού ανήκουν , οπως καί οι πρώτες , σέ μιά ομάδα κατά τήν έννοια τού άρθρου 1 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως . Τό εν λόγω αίτημα εξαιρέσεως στηρίζεται στό οτι τό άρθρο 1 παράγραφος 3 , πού συνιστά τή νομική βάση τής προσβαλλόμενης στήν κύρια δίκη ατομικής αποφάσεως , ειναι τό ίδιο παράνομο .
13 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 39 τής συνθήκης ΕΚΑΧ καί 83 τού κανονισμού διαδικασίας , καθώς καί μέ τήν πάγια νομολογία τού Δικαστηρίου , μπορούν νά ληφθούν τέτοια μέτρα κατά τή διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων , άν αποδεικνύεται η αναγκαιότητά τους πραγματικά καί νομικά , άν έχουν επείγοντα χαρακτήρα , υπό τήν έννοια οτι η λήψη τους ειναι αναγκαία γιά νά αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής καί ανεπανόρθωτης ζημίας πρίν ακόμα από τήν έκδοση αποφάσεως επί τής ουσίας , καί άν ειναι προσωρινά , υπό τήν έννοια οτι δέν προδικάζουν τήν απόφαση επί τής ουσίας , ήτοι οτι δέν κρίνονται νομικά καί πραγματικά ζητήματα τής διαφοράς καί δέ θίγουν εκ τών προτέρων τίς συνέπειες τής αποφάσεως πού πρόκειται νά εκδοθεί επί τής ουσίας .
14 Ως πρός τήν υπαρξη σοβαρής καί ανεπανόρθωτης βλάβης , ειναι φανερό οτι , καί άν ακόμα γινόταν δεκτή η άποψη τών προσφευγουσών περί τής εφαρμογής τού άρθου 4 παράγραφος 1 τής γενικής αποφάσεως , οι παραγωγές αναφοράς καί οι ποσοστώσεις παραγωγής πού συνεπάγονται θά μπορούσαν νά αυξηθούν , γιά τό σύνολο τών επιχειρήσεων τής ομάδας στήν οποία ανήκουν οι προσφεύγουσες , κατά 54 252 καί 39 245 τόνους αντίστοιχα γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 . Μάλιστα οι προσφεύγουσες διευκρίνισαν μεταγενέστερα οτι η σχετική αύξηση ανέρχεται μόνο σέ 2 260 τόνους . Μιά διαφορά τέτοιου μεγέθους , κατανεμημένη σέ διάστημα τριών μηνών , δέν μπορεί νά θεωρηθεί ικανή νά προκαλέσει σοβαρή καί ανεπανόρθωτη ζημία σέ επιχειρήσεις τών διαστάσεων τών επιχειρήσεων προσφευγουσών .
15 Οι προσφεύγουσες Arbed καί Neunkircher Eisenwerk υποστηρίζουν οτι μέ τό νά μή θεωρούνται σάν χωριστές επιχειρήσεις , εξαιρούνται από τήν εφαρμογή τού άρθρου 4 παράγραφος 5 . Εδώ πρέπει νά λεχθεί οτι οι δύο προσφεύγουσες δέν απέδειξαν ούτε πραγματικά ούτε νομικά τήν ανάγκη λήψεως τού αιτούμενου μέτρου .
16 Η Επιτροπή αμφισβητεί οτι , ακόμα καί χωριστά θεωρούμενες , οι δυό αυτές επιχειρήσεις μπορούν νά επικαλεστούν τήν εν λόγω παράγραφο 5 .
17 Επιπλέον , η εφαρμογή τής διατάξεως αυτής εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις , ήτοι οτι η συνολική παραγωγή καί στίς τέσσερις κατηγορίες τών προϊόντων ελάσεως υπολείπεται κατά τήν περίοδο αναφοράς τής παραγωγής τού ίδιου τριμήνου τού 1974 καί οτι η επιχείρηση αυτή πραγματοποίησε κατά τό οικονομικό έτος λήξεως 1979 «κέρδη πού αναγράφονται στήν ετήσια έκθεση χρήσεως ή έχουν δηλωθεί στήν αρμόδια γιά τήν κατάθεση τών ετήσιων ισολογισμών τών εταιρειών κρατική υπηρεσία» .
18 Τό άν οι προσφεύγουσες πληρούν ειδικότερα τή δεύτερη προϋπόθεση αμφισβητείται σέ τέτοιο βαθμό , ωστε δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι αποδείχθηκε πραγματικά καί νομικά η υπαρξή της , οπως απαιτείται γιά τή λήψη ασφαλιστικών μέτρων .
19 Τό ίδιο ισχύει καί ως πρός τόν ισχυρισμό τής προσφεύγουσας Roechling-Burbach οτι μέ τό νά μή θεωρείται χωριστή επιχείρηση στερείται τής δυνατότητας επικλήσεως τού άρθρου 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως . Η εφαρμογή τής ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως πού προβλέπει τό άρθρο 4 παράγραφος 3 εξαρτάται από τή διαπίστωση εκ μέρους τής Επιτροπής οτι «κατά τή χρονική περίοδο από τόν Ιούλιο 1977 ως τόν Ιούνιο 1980 , ο μέσος ορος χρησιμοποιήσεως τών δυνατοτήτων παραγωγής μιάς επιχειρήσεως υπολείπεται κατά 10 ή περισσότερες εκατοστιαίες μονάδες τού μέσου ορου απασχολήσεως τών ίδιων εγκαταστάσεων τών άλλων επιχειρήσεων τής Κοινότητας κατά τά έτη 1977 , 1978 καί 1979» .
20 Η Επιτροπή αμφισβητεί οτι , ακόμα καί ως μεμονωμένη επιχείρηση θεωρούμενη , η προσφεύγουσα συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις γιά τήν εφαρμογή αυτής τής διατάξεως . Ο μέσος ορος χρησιμοποιήσεως τής ικανότητας παραγωγής τής Roechling-Burbach δέ βρίσκεται ως πρός τά προϊόντα ελάσεως κατά 10 εκατοστά κάτω από τό μέσο ορο χρησιμοποιήσεως πού αναφέρεται στήν εν λόγω παράγραφο 3 , πράγμα πού αποκλείει τήν εφαρμογή αυτής τής διατάξεως . Αντίθετα , η προσφεύγουσα επιχείρηση προβάλλει οτι η παραγωγή της σέ ακατέργαστο χύλυβα βρίσκεται σέ τέτοιο χαμηλό επίπεδο , ωστε νά ειναι δυνατή η αύξηση τών ποσοστώσεων γιά τόν ακατέργαστο χάλυβα , καθώς καί γιά τά προϊόντα ελάσεως , έστω καί άν γιά τά τελευταία αυτά δέν επιτεύχθηκε τό επίπεδο τών μείον 10 εκατοστιαίων μονάδων .
21 Η διαμάχη μεταξύ τών διαδίκων ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 4 παράγραφος 3 αφορά τά ουσιαστικά κριτήρια τής διατάξεως αυτής . Υπό τίς περιστάσεις αυτές η προσφεύγουσα δέν απέδειξε πραγματικά καί νομικά τήν ανάγκη μερικής εφαρμογής τής παραγράφου 3 πού ζητά ως ασφαλιστικό μέτρο .
22 Οι προσφεύγουσες τονίζουν τά οικονομικά καί κοινωνικά ζητήματα πού προκύπτουν από τίς ανεπαρκείς ποσοστώσεις πού τούς παραχωρούνται . Εν τούτοις , δέν έχουν προσκομίσει σχετικά παρά μόνο γενικά ενδεικτικά στοιχεία πού δέν επιτρέπουν νά συναχθεί τό συμπέρασμα οτι οι θυσίες καί τά μειονεκτήματα πού απορρέουν γι’ αυτές ειναι βαρύτερα από εκείνα πού προκύπτουν αναγκαστικά από τήν εφαρμογή ενός συστήματος ποσοστώσεων γιά τό σύνολο τών επιχειρήσεων σιδηροβιομηχανίας καί ειδικότερα γιά πολυάριθμες άλλες ομάδες επιχειρήσεων στίς οποίες εφαρμόζεται τό άρθρο 1 παράγραφος 3 .
23 Γιά τούς λόγους αυτούς δέν μπορούν νά ληφθούν τά αιτούμενα μέτρα .
24 Βεβαίως , δέν πρέπει νά παραβλέπεται οτι σέ μιά περίπτωση οπως η προκειμένη , οπου πρόκειται γιά ιδιαίτερα δραστικά οικονομικά μέτρα , τά οποία εκτείνονται σέ διαδοχικές χρονικές περιόδους μικρής διάρκειας , υπάρχει κίνδυνος η απόφαση επί τής κύριας δίκης νά μήν επιτρέπει — εξαιτίας τού χρόνου πού μεσολαβεί — τήν απονομή πλήρους καί ουσιαστικής δικαιοσύνης . Άν στό πλαίσιο τής διαδικασίας τών ασφαλιστικών μέτρων η παρατήρηση αυτή δέν αρκεί γιά νά δικαιολογήσει τή λήψη μέτρων πού εξέρχονται τών πλαισίων αυτής τής διαδικασίας , ειναι εν τούτοις δυνατό νά κληθούν οι διάδικοι νά εξετάσουν από κοινού άν , καταφεύγοντας στίς δυνατότητες πού προσφέρει τό άρθρο 41 παράγραφος 1 τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου γιά τήν επιτάχυνση τής διεξαγωγής τής έγγραφης διαδικασίας , μπορεί νά αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος οσο ειναι αυτό δυνατό .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών εξόδων
25 Ως πρός τήν επιβολή τών δικαστικών εξόδων τό Δικαστήριο επιφυλάσσεται .
Διατακτικό
Διά ταύτα
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
κρίνοντας κατά τή διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων
διατάσσει :
1 ) Απορρίπτει τίς αιτήσεις .
2)Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
3)Καλούνται οι διάδικοι νά εξετάσουν από κοινού τή δυνατότητα επιταχύνσεως τής εκδικάσεως τής κύριας υποθέσεως κατ’ ουσίαν μέσω μιάς συνοπτικής έγγραφης διαδικασίας .
Full & Egal Universal Law Academy