Στην υπόθεση 206/81 α,
José Alvarez, πρώην δόκιμος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Λουξεμβούργου, 83, rue de la Semois, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Victor Biel, 18 A, rue des Glacis, Λουξεμβούργο, τον οποίο όρισε και αντίκλητό του,
αιτών,
κατά
Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Martin Schmidt, διευθυντή προσωπικού και κοινωνικών υποθέσεων, επικουρούμενο από το δικηγόρο Alex Bonn, 22, Côte d'Eich, Λουξεμβούργο, τον οποίο όρισε και αντίκλητό του,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ερμηνείας της απόφασης την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπό9εση 206/81,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Πραγματικά και νομικά περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το αντικείμενο της αίτησης και οι απόψεις των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και γραπτή διαδικασία
Με την απόφαση του της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) ακύρωσε την απόφαση απόλυσης, την οποία είχε λάβει κατά του Alvarez η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 26 Ιουνίου 1981.
Όπως αναφέρεται στις σκέψεις 5 και 6 της απόφασης αυτής, το Δικαστήριο αιτιολόγησε την ακύρωση της απόφασης του Κοινοβουλίου βάσει του γεγονότος ότι η εν λόγω απόφαση απόλυσης είχε ληφθεί κατά το πέρας μιας διαδικασίας κατά την οποία δεν δόθηκε η δυνατότητα αμφισβήτησης (σκέψη 6), κατ' ουσίαν επειδή ορισμένα έγγραφα, βάσει των οποίων ελήθη η απόφαση δεν γνωστοποιήθηκαν στον προσφεύγοντα (σκέψη 5).
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε αμέσως τα έγγραφα αυτά στον αιτούντα. Ο τελευταίος αρνήθηκε να λάβει θέση επί των εγγράφων αυτών και ζήτησε την εκτέλεση της απόφασης που, κατά την άποψη του, δεν μπορούσε να σημαίνει παρά την επανένταξη του. Το Κοινοβούλιο απέρριψε την άποψη αυτή σχετικά με την εκτέλεση της απόφασης και επανέλαβε το αίτημα προς τον αιτούντα να λάβει θέση επί των εγγράφων, τα οποία του γνωστοποίησε, δηλώνοντας ότι η παράλειψη του να απαντήσει επί δεκαπενθήμερο θα θεωρηθεί ως αποδοχή του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων. Ο αιτών επανέλαβε την άποψη του ζητώντας την επανένταξη του. Ενώπιον της άρνησης αυτής που διαπιστώθηκε με τον τρόπο αυτό, το Κοινοβούλιο έλαβε νέα απόφαση απόλυσης στις 6 Δεκεμβρίου 1982.
Ο αιτών προσέβαλε ήδη αυτήν τη δεύτερη απόφαση υποβάλλοντας ένσταση ακολουθούμενη αμέσως από προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 27 Δεκεμβρίου 1982 ζήτησε επίσης την αναστολή εκτέλεσης της νέας αυτής απόφασης απόλυσης του.
Στις 17 Ιανουαρίου 1983, ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος εξέδωσε διάταξη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απέρριπτε την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της απόφασης απόλυσης, διαπιστώνοντας κυρίως (σκέψεις 23 και 24) ότι το Κοινοβούλιο, διαβιβάζοντας το σύνολο των υπηρεσιακών σημειωμάτων και εγγράφων στον αιτούντα συμμορφώθηκε με την απόφαση του της 6ης Οκτωβρίου 1982, δεδομένου ότι η ακύρωση από το Δικαστήριο της αρχικής απόφασης απόλυσης βασιζόταν στην παράβαση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και η οποία ενέχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης.
Τότε, ο αιτών, στις 3 Μαρτίου 1983, υπέβαλε αίτηση ερμηνείας της απόφασης της 6ης Οκτωβρίου 1982, με την αιτιολογία ότι δεν κατέστη δυνατόν στους διαδίκους να συμφωνήσουν επί της εννοίας της εν λόγω απόφασης, που άφησε τρία σημεία υπό αμφισβήτηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 102 του κανονισμού διαδικασίας η αίτηση αυτή κοινοποιήθηκε στο Κοινοβούλιο που κλήθηκε να υποβάλει τις γραπτές παρατηρήσεις του.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε να καλέσει τους διαδίκους σε μια συνεδρίαση αποκλειστικά αφιερωμένη στο ζήτημα του παραδεκτού της αίτησης.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο αιτώζητεί από το Δικαστήριο:
«—
Να κρίνει την υπό κρίση αίτηση παραδεκτή.
—
Να ερμηνεύσει την απόφαση του της 6ης Οκτωβρίου 1982 ως προς τα ακόλουθα σημεία:
α)
Ο αιτών δικαιούται το σύνολο των μισθών και αποζημιώσεων του ή πρέπει να του επιβληθούν κρατήσεις ίσες προς τα ποσά που έχει εισπράξει από άλλη πηγή;
δ)
Η ακύρωση της αντικανονικής απόλυσης υποχρέωσε την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να τοποθετήσει τον Alvarez σε μια θέση της κατηγορίας του και του βαθμού του, ή η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεώθηκε παρά να καταβάλει τους μισθούς για την περίοδο που επακολούθησε την ακύρωση;
γ)
Κατόπιν της απολύσεως, ο Alvarez έγινε εκ νέου δόκιμος υπάλληλος ή πρέπει να θεωρηθεί ως μόνιμος;»
Το Κοινοδούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
«Να απορρίψει την αίτηση επιβάλλοντας τα δικαστικά έξοδα».
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της γραπτής διαδικασίας
Ο αιτών προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
α)
Ο αιτών διερωτάται καταρχάς κατά πόσον, κατόπιν της εκδοθείσας απόφασης δικαιούται το σύνολο των μισθών και αποζημιώσεών του ή πρέπει να του επιβληθούν κρατήσεις ίσες προς τα ποσά που έχει εισπράξει από άλλη πηγή.
Σχετικά τονίζει ότι ο γενικός εισαγγελέας Reischl διακήρυξε ότι κατόπιν της ακύρωσης της απόλυσης Θα είχε το δικαίωμα να του καταβληθούν οι μισθοί του και επομένως, δεν θα υφίστατο καμία υλική ζημία. Κατά την άποψη του, το Δικαστήριο ακολούθησε τις προτάσεις αυτές στη σκέψη 7.
Ο αιτών υπενθυμίζει περαιτέρω ότι αντιτάχθηκε στο αίτημα του Κοινοβουλίου να προσκομίσει στοιχεία για τα εισοδήματά του που έχει εισπράξει από άλλους εργοδότες του δηλώνοντας με επιστολή του της 20ής Οκτωβρίου 1982 ότι δεν θα δεχόταν καμιά κράτηση, ούτε ως προς το μισθό ούτε ως προς τις αποζημιώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
Επομένως είναι προφανές, κατά τον αιτούντα, ότι τα συμπεράσματα τα οποία συνάγουν οι διάδικοι από την απόφαση του Δικαστηρίου επ' αυτού του σημείου είναι διαμετρικά αντίθετα και επομένως προσήκει στο Δικαστήριο να διευκρινίσει ποια από τις δύο ερμηνείες ανταποκρίνεται στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982.
Ο αιτών προσθέτει, εξ άλλου, ότι, αφού το Δικαστήριο εξέδωσε κατά του Κοινοβουλίου καταδικαστική απόφαση, το τελευταίο δεν μπορεί να απαλλαγεί εν μέρει από την υποχρέωση καταβολής, που του επιβάλλει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης.
δ)
Η ακύρωση της απόφασης απόλυσης υποχρεώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να επανεντάξει τον αιτούντα, ή δεν την υποχρεώνει παρά στην καταβολή των μισθών για την περίοδο που επακολούθησε την εν λόγω ακύρωση;
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης υποχρεώνει, κατά τον αιτούντα, την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να τοποθετεί κάθε υπάλληλο σε θέση της κατηγορίας του και του βαθμού του· επομένως η επανένταξη είναι επιβεβλημένη και η απλή καταβολή του μισθού επί δύο μήνες δεν συνιστά εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου.
Ο αιτών έχει τη γνώμη ότι η πρώτη συνέπεια της επανένταξης είναι να υποχρεωθεί η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να τοποθετήσει τον υπάλληλο της, του οποίου η απόλυση μόλις ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, σε μία θέση. Σχετικά υπενθυμίζει την απόφαση της 26ης Μαΐου 1971 (Bode κατά Επιτροπής, υποθέσεις 45 και 49/70, Recueil σ. 475) κατά την οποία το όργανο που εξέδωσε την πράξη που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο «υποχρεούται να λάβει τα μέτρα τα οποία συνεπάγεται η εκτέλεση της κηρύττουσας την ακυρότητα απόφασης».
γ)
Ο αιτών, τέλος, διερωτάται αν κατόπιν της εν λόγω αποφάσεως, επέρχεται αλλαγή στην υπηρεσιακή του κατάσταση, δηλαδή αν πρέπει, αντί να θεωρείται ως δόκιμος υπάλληλος, να θεωρείται ως μόνιμος.
Κατά τον αιτούντα, ο διορισμός του, εν πάση περιπτώσει ως δόκιμου υπαλλήλου, έγινε υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 34 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο αιτών τονίζει ότι η απόφαση απόλυσης είχε ληφθεί βέβαια μέσα σε λογικές προθεσμίες στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο όμως ακύρωσε την απόφαση αυτή, χωρίς παρ' όλα αυτά να αποφανθεί επί του ζητήματος κατά πόσον ο Alvarez γινόταν εκ νέου δόκιμος υπάλληλος. Υπενθυμίζοντας ότι η περίοδος δοκιμαστικής του υπηρεσίας άρχισε την 1η Οκτωβρίου 80, ο αιτών υποστηρίζει ότι φαίνεται απίθανο ένας υπάλληλος να μπορεί να θεωρείται ως δόκιμος επί 24 μήνες, γι' αυτό και επιμένει να θεωρεί ότι πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μόνιμος.
Το Κοινοδούλιο υποστηρίζει ότι ο αιτών εναντιώθηκε στην εκτέλεση μιας απόλυτα σαφούς απόφασης που δεν χρειάζεται καμιά ερμηνεία. Κατά την άποψη του, αν ο αιτών δεν ήταν σύμφωνος με το περιεχόμενο που έδωσε στην εκτέλεση της απόφασης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είχε στη διάθεση του μέσα έννομης προστασίας για να το αναγκάσει να προβεί στην εκτέλεση όπως την αντιλαμβανόταν αυτός. Αυτό άλλωστε έπραξε ο αιτών με τις υποθέσεις 347/82 και 374/82 R. Εκτιμώντας όμως ότι η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος υπονομεύτηκε από την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 347/82 R, υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ερμηνείας.
Επικαλούμενο περαιτέρω τους κανόνες που ισχύουν για τις αιτήσεις ερμηνείας καθώς και τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έχει βέβαια δεχτεί ότι, για να κριθεί μια αίτηση παραδεκτή, αρκεί ο αιτών να επικαλεστεί την ύπαρξη ασαφούς ή σκοτεινού σημείου, στην προκειμένη όμως περίπτωση ανακύπτουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αίτησης ερμηνείας. Πράγματι, κατά το Κοινοβούλιο, ο αιτών επαναλαμβάνει στην υπό κρίση αίτηση τα ίδια επιχειρήματα που προέβαλε και στην αίτηση αναστολής εκτελέσεως στην υπόθεση 347/82 R, επιχειρήματα που απορρίφτηκαν με τη διάταξη επί ασφαλιστικών μέτρων της 17ης Ιανουαρίου 1983. Αντί, λοιπόν, να συνεχίσει τη διαδικασία στο πλαίσιο της κύριας δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αιτών εγείρει τα ίδια προβλήματα στηριζόμενος στους ίδιους ισχυρισμούς στο πλαίσιο νέας αίτησης που παρουσιάζεται αυτήν τη φορά με τη μορφή αίτησης ερμηνείας της απόφασης της οποίας αμφισβητείται η εκτέλεση: ένας τέτοιος τρόπος δράσης είναι καταχρηστικός, συνιστά πραγματική καταστρατήγηση της διαδικασίας και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Συνεπώς πρέπει να αμφισβητηθεί το παραδεκτό.
Όσον αφορά την ουσία, το Κοινοβούλιο είναι της γνώμης ότι αρκεί να ξαναδιαβάσει κανείς την υπό συζήτηση απόφαση για να πειστεί για την απόλυτη σαφήνεια της και υπενθυμίζει σχετικά τις σκέψεις 1, 2 και 6 της απόφασης, καθώς και το διατακτικό της. Υπενθυμίζει επίσης ότι στη διάταξη του επί ασφαλιστικών μέτρων της 17ης Ιανουαρίου 1983, ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος αποφάνθηκε, στη σκέψη 23 συγκεκριμένα, ότι:
«... πρέπει να τονιστεί ότι με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Δικαστήριο ακύρωσε την πρώτη απόλυση λόγω του ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ως διαδικασία παρέχουσα τη δυνατότητα αμφισβητήσεως, χωρίς όμως να κάνει δεκτό το αίτημα περί ακυρώσεως της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας. Κοινοποιώντας στον προσφεύγοντα όλα τα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε η απόλυση του, περιλαμβανομένων και των εγγράφων που δεν του είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως, το Κοινοβούλιο συμμορφώθηκε με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982».
Από το σύνολο των διατάξεων που επικαλέστηκε το Κοινοβούλιο συνάγει ότι:
—
η απόφαση απόλυσης του αιτούντος ακυρώθηκε λόγω ελαττώματος περί τη διαδικασία'
—
το Δικαστήριο δεν έδωσε συνέχεια σε κανένα από τα λοιπά αιτήματα του αιτούντος και ιδίως σε εκείνο με το οποίο ζητούσε την ακύρωση της έκθεσης επί της δοκιμασίας
—
ο αιτών τοποθετήθηκε εκ νέου στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από την απόλυση που ακυρώθηκε, ανέκτησε δηλαδή την ιδιότητα του δόκιμου υπαλλήλου, η δε αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κλήθηκε να αποφασίσει για την τύχη του εν λόγω δοκίμου υπαλλήλου, αυτήν τη φορά τηρώντας τους διαδικαστικούς κανόνες, λόγω παράβασης των οποίων η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ακυρώθηκε'
—
το Κοινοβούλιο υποχρεούνταν να αποκαταστήσει αποκλειστικά και μόνο την πραγματική ζημία την οποία υπέστη ο αιτών λόγω στέρησης του μισθού του κατά την περίοδο της ακυρωθείσας απόλυσης του.
Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος ερμηνείας της αμφισβητούμενης απόφασης, η οποία είναι σαφής και χωρίς αμφιλεγόμενα ή σκοτεινά σημεία. Τα ερωτήματα, τα οποία έθεσε ο αιτών προς το Δικαστήριο, αφορούν το πολύ-πολύ αμφιβολίες περί την εκτέλεση που μπορούν να ανακύψουν κατόπιν μιας δικαστικής αποφάσεως και τις οποίες κάθε διάδικος είναι ελεύθερος να υποβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως άλλωστε δεν παρέλειψε να πράξει ο αιτών.
Τέλος, το Κοινοβούλιο τονίζει ότι εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση του Δικαστηρίου τόσο από την πλευρά της απόφασης που ακυρώθηκε λόγω ελαττώματος περί τη διαδικασία, όσο και ως προς τις οικονομικές συνέπειες που προκύπτουν απ' αυτήν.
IV — Ακρόαση των διαδίκων
Στις 14 Ιουλίου 1983, οι διάδικοι κλήθηκαν να παραστούν σε συνεδρίαση, κατά τη διάρκεια της οποίας εξέθεσαν προφορικά τις απόψεις τους αποκλειστικά επί του ζητήματος του παραδεκτού και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα).
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του προς το Δικαστήριο στις 22 Σεπτεμβρίου 1983 και κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου ο Alvarez, τέως δόκιμος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 40 του οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΟΚ) αίτηση, με την οποία ζητεί την ερμηνεία της απόφασης της 6ης Οκτωβρίου 1982, την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 206/81 μεταξύ των αυτών διαδίκων (Συλλογή 1982, σ. 3369 επ.).
2
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) είχε ακυρώσει την απόφαση απόλυσης, την οποία είχε λάβει κατά του Alvarez η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής ΑΔΑ) του Κοινοβουλίου, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω απόφαση είχε ληφθεί κατά το πέρας μιας διαδικασίας, κατά την οποία δεν δόθηκε στον προσφεύγοντα η δυνατότητα αμφισβήτησης, δεδομένου ότι ορισμένα έγγραφα βάσει των οποίων αποφασίστηκε η απόλυση δεν του είχαν γνωστοποιηθεί.
3
Το Δικαστήριο, εξάλλου, είχε απορρίψει το αίτημα περί αποζημιώσεως του προσφεύγοντος, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας, που δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με μόνη την ακύρωση της απόφασης απόλυσης.
4
Από τη δικογραφία, καθώς και από εκείνη της υπό9εσης 347/82 μεταξύ των αυτών διαδίκων που εκκρεμεί, προκύπτει ότι κατόπιν της αποφάσεως της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωστοποίησε αμέσως στον αιτούντα το σύνολο των εγγράφων που αναφέρονταν στην περίοδο δοκιμαστικής του υπηρεσίας ζητώντας του να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και ότι στη συνέχεια έλαβε νέα απόφαση απόλυσης. Προκύπτει επίσης από τις παραπάνω δικογραφίες ότι το Κοινοβούλιο κατέβαλε στον ενδιαφερόμενο τους μισθούς για την περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ των δύο απολύσεων, επιφυλασσόμενο όμως να καταλογίσει στην καταβολή αυτή τους μισθούς που ο τελευταίος κέρδισε κατά την ίδια χρονική περίοδο στην υπηρεσία τρίτων.
5
Ο αιτών ζητεί από το Δικαστήριο, πρώτον, να κρίνει αν η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 του παρέχει δικαίωμα εισπράξεως του συνόλου των μισθών του ή αν επιτρέπεται να επιβληθούν κρατήσεις, δεύτερον, αν η απόφαση αυτή επιβάλλει στην ΑΔΑ την υποχρέωση να τον επανατοποθετήσει και αν η απόφαση του απέδωσε εκ νέου την ιδιότητα του δόκιμου υπαλλήλου ή αντίθετα, του προσέδωσε την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου.
6
Κατά το άρθρο 40 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ερμηνεία απόφασης που έχει εκδώσει το ίδιο «σε περίπτωση αμφιβολίας περί της εννοίας και της εκτάσεως των αποτελεσμάτων» της.
7
Πρέπει να παρατηρηθεί εισαγωγικά ότι ο αιτών δεν έθιξε κανένα ζήτημα σχετικά με το γενονός της ακύρωσης της απόφασης απόλυσης και ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα ερμηνείας ως προς το τμήμα εκείνο της απόφασης που αφορά αυτήν την ίδια την ακύρωση, πολύ περισσότερο που το ίδιο το Κοινοβούλιο κατέδειξε με τις συνέπειες που συνήγαγε από την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ότι θεωρεί την πρώτη απόλυση ως μηδέποτε υπάρξασα.
8
Υπ' αυτές τις συνθήκες, φαίνεται ότι τα ερωτήματα του αιτούντος στην πραγματικότητα δεν αναφέρονται στην ερμηνεία της απόφασης αλλά στις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός ότι η πρώτη απόφαση απόλυσης δεν υφίσταται πλέον μεταξύ των διαδίκων.
9
Πράγματι ο αιτών ερωτά, πρώτον, το Δικαστήριο αν η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 206/81 του παρέχει δικαίωμα επί του συνόλου των μισθών και αποζημιώσεων του, ή αν πρέπει να του επιβληθούν κρατήσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές που έχει εισπράξει δυνάμει εξωκοινοτικής επαγγελματικής δραστηριότητας κατά την επίδικη χρονική περίοδο λόγω της απόλυσης του.
10
Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό δεν αναφέρεται στην ακύρωση της απόφασης απόλυσης, όπως αυτή υπομνήστηκε ανωτέρω, δεν εγείρει καμιά «αμφιβολία περί της εννοίας και της εκτάσεως των αποτελεσμάτων» της προς ερμηνεία απόφασης, κατά την έννοια του άρθρου 40 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου.
11
Στο μέτρο που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων διαφορά απόψεων όσον αφορά το δικαίωμα του Κοινοβουλίου να αφαιρέσει ορισμένα ποσά από το καταβλητέο στον αιτούντα ποσό, πρόκειται για ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση και όχι την ερμηνεία της επίδικης απόφασης.
12
Συνεπώς, το πρώτο αυτό ερώτημα είναι απαράδεκτο.
13
Ο αιτών ερωτά, δεύτερον, αν η ακύρωση της αντικανονικής απόλυσης αφενός επιβάλλει στην ΑΔΑ την υποχρέωση να τον επανατοποθετήσει ή απλώς και μόνο να του καταβάλει τους μισθούς της περιόδου που επακολούθησε την απόλυση και αφετέρου αν του αποδίδει εκ νέου την ιδιότητα του δόκιμου υπαλλήλου ή αντίθετα του προσδίδει την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου.
14
Και αυτά τα ερωτήματα δεν αναφέρονται στην ακύρωση αυτή καθαυτή. Στο μέτρο που θίγουν προβλήματα σχετικά με την επανατοποθέτηση και τη μονιμοποίηση του αιτούντος πρέπει επιπλέον να διαπιστωθεί ότι δεν έγινε επίκληση των προβλημάτων αυτών στην υπόθεση 206/81 και, συνεπώς, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση αυτή.
15
Και αυτά τα ερωτήματα είναι, επομένως, απαράδεκτα.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση ερμηνείας ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Κρίθηκε και δημοσιεύτηκε από το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στο Λουξεμβούργο στις 29 Σεπτεμβρίου 1983.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Ρ. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy