ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΊΣ 5 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
'Ας μοῦ επιτραπεί, κατ' ἀρχάς, νά εκθέσω περιληπτικῶς τα πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως. Μέ δύο ἀποφάσεις της 30ης Ἰουλίου 1980 — οἱ όποιες, μετά σύντομη ἀναστολή, ἐπεκυρώθησαν στίς 28 'Ιουλίου 1981 — ὁ υπουργός δικαιοσύνης τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τοῦ Λουξεμβούργου ἀρνήθηκε νά χορηγήσει στην Μ. ή οποία εἶχε τότε τήν πορτογαλική ιθαγένεια, άδεια εισόδου καί παραμονής στό Μεγάλο Δουκάτο καί τῆς ἀπέσυρε τό δελτίο ταυτότητος ἀλλοδαποῦ. Ἡ Μ. ὑπεχρεώθη νά εγκαταλείψει τό Λουξεμβοῦργο τόν 'Οκτώβριο, ὅμως, τοῦ 1981 επέστρεψε γιά νά τελέσει γάμο μέ έναν υπάλληλο τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, κάτοικο Λουξεμβούργου, τόν D., βελγικής ιθαγενείας. Ευθύς μετά τόν γάμο ἡ D. (τό γένος Μ.) επέλεξε τήν ιθαγένεια τοῦ συζύγου της. Μετά την σχετική ενημέρωσή τους οἱ λουξεμ-βουργιανές ἀρχές, μέ ἀπόφαση τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1981, ἡ οποία ἐπεκυρώθη στίς 10 Δεκεμβρίου 1981, ἠρνήθησαν καί πάλι νά χορηγήσουν άδεια παραμονής στην D. καί απέρριψαν τό αἴτημα τοῦ δικηγόρου της νά ἀνασταλεί, τουλάχιστον, ἡ άρνηση χορηγήσεως ἀδείας εισόδου καί παραμονής καί ἡ ἀνάκληση τοῦ δελτίου ταυτότητος ἀλλοδαποῦ.
Στίς 4 'Ιανουαρίου 1982, ὁ D. καί ἡ σύζυγος του ἤσκησαν, ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, προσφυγή κατά τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τοῦ Λουξεμβούργου, ισχυριζόμενοι ὅτι τά εναντίον τῆς D. μέτρα ἀντιβαίνουν πρός τό άρθρο 12, στοιχεῖο β, τοῦ πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων (τό ὁποῖο συνήφθη μεταξύ τῶν κρατών μελών σύμφωνα μέ τό άρθρο 28 τῆς συνθήκης τῶν Βρυξελλών, τῆς 8ης 'Απριλίου 1965 περί συγχωνεύσεως τῶν κοινοτικών ὀργάνων). 'Αναφέρω ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 12, στοιχεῖο β οἱ υπάλληλοι καί τό λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων, ὁπως καί οἱ σύζυγοι τους καί τά συντηρούμενα ἀπό αυτούς μέλη τῆ οικογενείας τους, δέν ὑπόκεινται στους περιορισμούς διακινήσεως καί στίς διατυπώσεις έγγραφῆς στά μητρώα ἀλλοδαπών, στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους.
Τό καθ' οὖ κράτος ἀντέταξε ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη λόγω ἀναρμο-διότητος τοῦ Δικαστηρίου. Τό επιχείρημα αυτό στηρίζεται στό γεγονός ὅτι τό σήμερα ισχύον πρωτόκολλο περί προνομίων καί ἀσυλιών τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἐν ἀντιθέσει πρός τό προϊσχύσαν πρωτόκολλο τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ανθρακος καί Χάλυβος, δέν παρέχει τό δικαίωμα στά άτομα νά ἀσκοῦν ἀπ᾽ εὐθείας προσφυγές ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἐπί διαφορών πού ἀφορούν τήν ερμηνεία ἡ τήν εφαρμογή του.
Τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά κρίνει ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ, χωριστά ἀπό τήν ἐπί της οὐσίας εξέταση. Ἔτσι, ἡ προφορική διαδικασία (στίς 14 Σεπτεμβρίου 1982) περιω-ρίσθη στό ζήτημα αυτό, στό όποιο ἀναφέρονται επίσης ἀποκλειστικώς οἱ προτάσεις μου αυτές.
2.
Στην συνθήκη περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ανθρακος καί Χάλυβος προσετέθη πρωτόκολλο περί προνομίων καί ἀσυλιών τῆς Κοινότητος τό άρθρο 16 τοῦ ὁποίου προέβλεπε τά έξῆς: «ὅλες οἱ ἀμφισβητήσεις πού ἀφοροῦν τήν ερμηνεία ἤ τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος πρωτοκόλλου φέρονται ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου». Ή εμφανώς ευρεία διατύπωση τῆς διατάξεως αὐτής επέτρεψε στό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί, στην ἀπόφαση του τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1960 ἐπί τῆς υποθέσεως 6/60 (Humblet κατά βελγικοῦ κράτους, Racc. 1960, σ. 1093) ὅτι ἕνας ιδιώτης δύναται, γιά νά προστατεύσει δικαίωμα του πού ἀπορρέει ἀπό τό πρωτόκολλο, νά ἀσκήσει ἐξ ιδίου ὀνόματος ἀπ᾽ ευθείας προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ συνθήκη ΕΚΑΧ δέν περιέχει διάταξη πού νά παρέχει στους ιδιώτες τό δικαίωμα ἀμεσου προσφυγής ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, σέ περίπτωση προσβολής τῆς συνθήκης ἀπό ένα κράτος μέλος (βλ. τό σημείο τῆς ἀποφάσεως πού ἀναφέρεται στό παραδεκτό τῆς προσφυγής (προαναφερθείσα Racc. σ. 1114 ἑπ.).
Στίς κατόπιν συναφθείσες συνθήκες περί ἱδρύσεως τῆς ΕΟΚ καί τῆς ΕΚΑΕ προσετέθησαν δύο (πανομοιότυπα) πρωτόκολλα περί προνομίων καί ἀσυλιών. Μέ αυτά συ-νεπληρώθη καί ἐτροποποιήθη τό κείμενο τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ δέν περιέχουν ὅμως καμμία διάταξη πού νά ἀντιστοιχεί στό περιεχόμενο τοῦ προαναφερθέντος άρθρου 16 καί γενικώς νά ρυθμίζει την επίλυση τῶν διαφορών. Τό έτος 1965, ή συνθήκη περί Ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Ἐπιτροπῆς κατήργησε ρητώς τά τρία πρωτόκολλα (άρθρο 28, εδάφιο 2) καί τά ἀντικατέστησε μέ ένα ενιαίο πρωτόκολλο. Καί τό πρωτόκολλο αυτό, επίσης, τό όποιο ἐξ άλλου επαναλαμβάνει σχεδόν πλήρως τά πρωτόκολλα ΕΟΚ καί ΕΚΑΕ, δέν περιέχει διάταξη πού νά ἀντιστοιχεί στό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ ἡ πού νά ρυθμίζει ειδικώς τήν δικαιοδοσία τοῦ Δικαστηρίου ἐπί διαφορών πού ἀφορούν τήν ερμηνεία ἡ εφαρμογή τοῦ πρωτοκόλλου. Τό γεγονός αυτό δείχνει κατά τήν γνώμη μου ὅτι, κατά τήν ὑπογραφή τῶν συνθηκών ΕΟΚ καί ΕΚΑΕ, τά κράτη μέλη θέλησαν νά ἀποκλείσουν τό ενδεχόμενο νά τροποποιήσουν, οἱ διατάξεις τοῦ πρωτοκόλλου περί προνομιών καί ἀσυλιών, τήν έκταση τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως αυτή καθορίζεται στίς ἐν λόγω συνθήκες (άρθρα 169 καί 186 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί άρθρα 141 έως 158 τῆς συνθήκης ΕΚΑΕ). Δύναται, ἀκόμη, βασίμως νά υποστηριχθεί ὅτι τά συμβαλλόμενα μέρη, κατά τήν σύναψη τῆς συνθήκης τῶν Βρυξελλών τοῦ 1965, είχαν τήν βούληση, μέ τό ενιαίο πρωτόκολλο περί προνομίων καί ἀσυλιών, νά μήν επιφέρουν καμμία τροποποίηση ἡ προσθήκη στην δικαιοδοσία τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως αυτή καθορίζεται στίς σχετικές διατάξεις τῶν τριών ιδρυτικών τῶν Κοινοτήτων συνθηκών.
3.
Οἱ προσφεύγοντες, οἱ όποιοι ἀποδέχονται ὅτι δέν υφίσταται διάταξη ἀντίστοιχη τοῦ καταργηθέντος ἄρθρου 16 τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ, ισχυρίζονται, ωστόσο, ὅτι ἡ δυνατότης ἀπ' ευθείας προσφυγής τῶν ιδιωτών σέ περίπτωση προσβολής τοῦ ισχύοντος ενιαίου πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών ἀπό ένα κράτος μέλος, δύναται νά συναχθεί ἀπό τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης τῶν Βρυξελλών τοῦ 1965 περί συγχωνεύσεως τῶν ὀργάνων τῶν Κοινοτήτων. Ή διάταξη αύτη προβλέπει ὅτι: «Οἱ διατάξεις τῶν συνθηκών περί ἱδρύσεως τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ατομικής 'Ενεργείας, οἱ σχετικές μέ τήν ἁρμοδιότητα τοῦ Δικαστηρίου καί τήν άσκηση τῆς ἁρμοδιότητος αὐτής, εφαρμόζονται έπί τῶν διατάξεων τῆς παρούσης συνθήκης καί τοῦ προσηρτημένου σ᾽ αυτήν πρωτοκόλλου, εξαιρουμένων τῶν διατάξεων εκείνων πού συνιστούν τροποποιήσεις τῶν άρθρων τῆς συνθήκης περί ἱδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ανθρακος καί Χάλυβος, ὅπου εξακολουθούν νά ισχύουν οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης περί ἱδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ανθρακος καί Χάλυβος». Οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν προφανώς ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ περί δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου εφαρμόζονται καί ἐπί τοῦ πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών, δύναται νά συναχθεί ἀπό τό άρθρο 164 τῆς ἐν λόγω συνθήκης ἡ ἀρχή ὅτι τό Δικαστήριο έχει «πλήρη δικαιοδοσία» ἐπί τῆς βάσεως δέ αὐτής δύναται νά στηριχθεί μία ενέργεια κατά κράτους μέλους τό όποιο παρέβη τό πρωτόκολλο.
Ή άποψη αύτη στερείται ερείσματος. Εἶναι προφανές ὅτι τό πρώτο μέρος τοῦ άρθρου 30 επεκτείνει ἁπλώς στην συνθήκη συγχωνεύσεως καί τό προσηρτημένο σ᾽ αὐτήν πρωτόκολλο τίς διατάξεις τῶν συνθηκών ΕΟΚ καί ΕΚΑΕ πού διέπουν τήν δικαιοδοσία τοῦ Δικαστηρίου. Οἱ κανόνες, δηλαδή, πού ρυθμίζουν τήν δικαιοδοσία τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως διατυπώνονται στίς διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, επίσης — ἐξ ὁλοκλήρου καί χωρίς τροποποιήσεις — ἐπί τῶν διαφορών πού ἀφοροῦν τήν ερμηνεία καί τήν εφαρμογή τῆς συνθήκης τῶν Βρυξελλών τοῦ 1965 καί τοῦ πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οἱ διατάξεις αυτές ὅμως δέν προβλέπουν ὅτι ένας ιδιώτης δύναται νά προσφύγει ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατά κράτους μέλους λόγω παραβάσεως μιας κοινοτικῆς διατάξεως. Γιά τόν λόγο αυτό οι προσφεύγοντες ὑπεχρεώθησαν — ἰδίως κατά την προφορική διαδικασία — νά στηριχθοῦν στό άρθρο 164 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί νά ἐπιχειρήσουν νά συναγάγουν ἐξ αὐτοῦ τήν ύπαρξη τῆς ἀρχῆς ὅτι τό Δικαστήριο ἔχει πλήρη δικαιοδοσία. Ή προσπάθεια τους αυτή εἶναι, ὡστόσο, μάταιη. Εἶναι γενικώς ἀποδεκτό ὅτι τό άρθρο 164 ἀναφέρεται στή λειτουργία πού έχει ἀνατεθεί στό Δικαστήριο — πού εἶναι νά εξασφαλίσει τήν τήρηση τοῦ δικαίου κατά τήν ἑρμηνεία καί τήν εφαρμογή της συνθήκης — ἐνῶ οἱ ἁρμοδιότητες του. ρυθμίζονται ἀπό τά άρθρα 169 καί ἑπ., δέν χωρεί δέ ἀμφιβολία ὅτι τό Δικαστήριο ἀσκεῖ τήν λειτουργία του μέσα στά ὅρια των κανόνων πού διέπουν τήν δικαιοδοσία του.
Εἶναι σκόπιμο στό σημείο αυτό νά διευκρινισθεί ἡ σημασία τῆς εξαιρέσεως πού θεσπίζει τό δεύτερο μέρος τοῦ ἄρθρου 30 της συνθήκης συγχωνεύσεως. Ή εξαίρεση αύτη άφορα τίς διατάξεις τῆς προαναφερθείσης συνθήκης τῶν Βρυξελλών καί τοῦ προσηρτημένου σ᾿ αυτήν πρωτοκόλλου πού «συνιστούν τροποποιήσεις» τῶν άρθρων της συνθήκης ΕΚΑΧ οἱ περί δικαιοδοσίας κανόνες τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ παραμένουν ἐν ἰσχύι. Γιά νά κατανοηθεί ἡ εξαίρεση αύτη πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι μεταξύ ἄλλων ἡ συνθήκη συγχωνεύσεως συνεπλήρωσε καί ἀντικατέστησε ὁρισμένες διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ (καί τοῦ προσηρτημένου σ᾿ αυτήν 'Οργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου): ἐπί παραδείγματι τά άρθρα 8, παράγραφοι 2 καί 3, 21, 26 καί 27. Οἱ διατάξεις αυτές ἔχουν τήν μορφή τροποποιήσεων τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί επομένως έχουν ενσωματωθεί στό κείμενο τῆς ἐν λόγω συνθήκης. 'Επομένως, σέ περίπτωση διαφορών πού ἀναφέρονται στην ερμηνεία καί εφαρμογή τῶν διατάξεων αυτών τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως, τό ζήτημα της δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου πρέπει νά επιλύεται σύμφωνα μέ τίς περί δικαιοδοσίας διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Τίποτε ἀπό τά ἀνωτέρω δέν δύναται νά επηρεάσει τήν επίλυση τοῦ προβλήματος πού μᾶς ἀπασχολεί στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, ἡ κατάργηση τοῦ άρθρου 16 τοῦ πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών τῆς ΕΚΑΧ δέν στηρίζεται σέ ρητή διάταξη τοῦ νέου ενιαίου πρωτοκόλλου καί δέν επιφέρει τροποποίηση στήν συνθήκη ΕΚΑΧ: ἡ τελευταία προβλέπει ἁπλῶς, στό άρθρο 76, ὅτι οἱ Ευρωπαϊκές Κοινότητες ἀπολαύουν των ἀναγκαίων προνομίων καί ἀσυλιών «ὑπό τους ὅρους πού καθορίζονται στό πρωτόκολλο» τό όποιο προσαρτᾶται στην παρούσα συνθήκη, τό δέ άρθρο 28 τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως καταργεί τόσο τό άρθρο 76, ὅσο καί τό προσηρτημένο στην συνθήκη ΕΚΑΧ πρωτόκολλο. Ή κατάργηση τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ εἶναι συνέπεια τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ νέου ενιαίου πρωτοκόλλου, τό περιεχόμενο ὅμως τοῦ νέου αὐτοῦ πρωτοκόλλου δέν ενσωματώνεται, ὅπως ὀρθώς επεσήμανε στίς παρατηρήσεις τῆς ἡ Ἐπιτροπή, στην συνθήκη ΕΚΑΧ.
'Οπως, ἐξ άλλου, ἀνέφερα, γιά τους τομείς πού ισχύει ἡ εξαίρεση πού θεσπίζει τό δεύτερο μέρος τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως, εφαρμόζονται οἱ περί δικαιοδοσίας κανόνες τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Μεταξύ τῶν τομέων αυτών, ὁπωσδήποτε δέν δύναται νά περιληφθεί τό άρθρο 16 τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ περί προνομίων καί ἀσυλιών τό όποιο ἀποτελεί μέρος ενός νομικοῦ κειμένου πού ἔχει καταργηθεί μέ τήν συνθήκη συγχωνεύσεως (ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ συμφωνώ μέ τήν γνώμη τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως Gand ὅπως τήν διετύπωσε στίς προτάσεις του τῆς 29ης Ἰανουαρίου 1969 ἐπί τῆς υποθέσεως 23/68, Klomp, Racc. 1969, σ. 53). Πρέπει ἀκόμα νά διαπιστωθεί ὅτι στην συνθήκη ΕΚΑΧ δέν υπάρχει καμμία διάταξη πού να παρέχει τό δικαίωμα σέ ένα ιδιώτη νά ἀσκήσει προσφυγή κατά κράτους μέλους σέ περίπτωση πού θεωρεί ὅτι ἐθίγη ἀπό μία παράβαση της συνθήκης. Στην πράξη τό ἀποτέλεσμα δέν διαφέρει ἀπό εκείνο στό όποιο θά κατέληγε ἡ εφαρμογή τῶν περί δικαιοδοσίας διατάξεων τῶν συνθηκῶν ΕΟΚ καί ΕΚΑΕ, σέ ὅ,τι άφορα την ἀναρμοδιότητα τοῦ Δικαστηρίου νά κρίνει ἐπί διαφορῶν τοῦ εἴδους πού περιεγράφη ἀνωτέρω μεταξύ ιδιωτών καί κρατών μελών.
4.
Ό προσφεύγων ἀναφέρει επίσης την ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1969 ἐπί τῆς υποθέσεως 23/68 (Klomp, Racc. 1969, σ. 43) καί παραθέτει τό ακόλουθο ἀπόσπασμα τῆς ἀποφάσεως: «σύμφωνα μέ μία ἀρχή, κοινή στά νομικά συστήματα τῶν κρατών μελών, οἱ πηγές τῆς οποίας ἀνατρέχουν στό Ρωμαϊκό δίκαιο, σέ περίπτωση τροποποιήσεως νόμου πρέπει νά διασφαλισθεί, έκτός ἄν ὁ νομοθέτης εξέφρασε ρητώς ἀντίθετη βούληση, ἡ συνέχεια τοῦ νομικοῦ συστήματος» (σκέψεις 12-14 τῆς ἀποφάσεως). 'Από τήν ἀρχή αυτή τῆς συνεχείας, οἱ προσφεύγοντες επιθυμούν νά συναγάγουν ὅτι διετηρήθη τό δικαίωμα τῶν ἰδιωτῶν νά προσφεύγουν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου σέ περίπτωση παραβάσεως τοῦ πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών υποστηρίζουν ὅτι: «ὁ νομοθέτης δέν εξέφρασε ρητώς τήν βούληση του κατά τῆς διατηρήσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου νά κρίνει ἐπί τῆς ερμηνείας τοῦ πρωτοκόλλου ἀπό τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως συνάγεται μᾶλλον τό ἀντίθετο συμπέρασμα» (παρατηρήσεις τῆς 18ης Μαρτίου 1982, σ. 7). Τό επιχείρημα ὅμως αυτό δέν δύναται νά γίνει δεκτό.
Κανείς δέν ἀμφισβητεῖ ὅτι τό Δικαστήριο εἶναι αρμόδιο νά ερμηνεύει τό πρωτόκολλο περί προνομίων καί ἀσυλιών. Τό πρόβλημα πού πρέπει νά επιλυθεί άφορα τά ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος αυτής. Ὅπως ὀρθώς παρετήρησε ἡ Ἐπιτροπή δύναται νά γίνει λόγος γιά τρεις δυνατότητες προσφυγής: πρώτα, αυτή πού ρυθμίζουν τά άρθρα 169, 177 καί 179 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί άφορα τήν περίπτωση προσφυγῆς τῆς 'Επιτροπής κατά κράτους μέλους λόγω παραβάσεως τοῦ πρωτοκόλλου, ἡ περίπτωση αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου πρός τό Δικαστήριο γιά ἔκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς πρός τήν ἑρμηνεία καί ἡ περίπτωση διαφορᾶς μεταξύ υπαλλήλου καί τῆς διοικήσεως, στην περίπτωση πού ὁ υπάλληλος, ὅπως ὁ D. στην παρούσα περίπτωση, καταλογίζει στην διοίκηση ὅτι δέν ἐξεπλήρωσε δεόντως τήν υποχρέωση παροχῆς συνδρομής πού υπέχει, διότι παρεβιάσθη ἕνα προνόμιο ἡ ἀσυλία πού ἀπορρέει ἀπό τό πρωτόκολλο.
Σαφώς λοιπόν ἀμφισβητείται, ὅτι τά κράτη μέλη θέλησαν νά διατηρήσουν τήν δυνατότητα προσφυγής πού κατ' εξαίρεση παρείχε στους ιδιώτες τό άρθρο 16 τοῦ παλαιοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ. Όπως ήδη παρετήρησα σχετικά μέ τό ζήτημα αυτό ή έλλειψη ἀντιστοίχου κανόνα στό πρωτόκολλο ΕΟΚ καί ΕΚΑΕ, καθώς καί ή ἀπουσία παρόμοιας διατάξεως στό ενιαίο πρωτόκολλο περί προνομίων καί ἀσυλιών δείχνουν σαφώς ὅτι τά κράτη μέλη θέλησαν νά καταργήσουν τήν δυνατότητα αυτή προσφυγής, γεγονός πού εξηγείται 'ίσως ἀπό τίς δυνατότητες πού παρέχουν τά άρθρα 169, 177 καί 179 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τίς όποιες ἀνέπτυξα ἀνωτέρω.
Σέ ὅ,τι τέλος άφορᾶ τήν ἀρχή τῆς συνεχείας πού διετυπώθη στην ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως Klomp, δέν πρέπει νά ἀγνοηθούν οἱ περιστάσεις τῆς υποθέσεως εκείνης. Εἶχε τότε ζητηθεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει ἐπί προδικαστικού ερωτήματος ἑνός εθνικού δικαστηρίου ὡς πρός τήν ερμηνεία μιᾶς διατάξεως τοῦ κατά τόν χρόνο τῶν περιστατικών ισχύοντος πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ἀσυλιών τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά τόν χρόνο όμως εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τό πρωτόκολλο είχε μόλις καταργηθεί καί δέν ήταν πλέον δυνατόν νά χρησιμοποιηθεί τό άρθρο 16 ὡς ἔρεισμα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου νά εκδίδει προδικαστικές ἀποφάσεις περί ερμηνείας (δυνατότης πού, ὡς γνωστόν, δέν προβλέπεται στην συνθήκη ΕΚΑΧ). Εἶχε τονισθεί στην ἀπόφαση Klomp ὅτι τόσο ή διαδικασία τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ, ὅσο καί ἡ διαδικασία εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως πού προβλέπουν οἱ συνθῆκες ΕΟΚ καί ΕΚΑΕ καί ή ὁποία εφαρμόζεται καί ἐπί τοῦ νέου πρωτοκόλλου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 30 της συνθήκης συγχωνεύσεως, επιδιώκουν τόν 'ίδιο σκοπό («νά εξασφαλίσουν ὁμοιόμορφη ἑρμηνεία καί εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ πρωτοκόλλου στά έξι κράτη μέλη»: βλ. προαναφερθείσα ἀπόφαση, σκέψη 12). Ἐπί τῆς βάσεως αυτής καί υπό τό φως της ἀρχής τῆς συνεχείας τῶν νομικῶν θεσμῶν, τό Δικαστήριο έκρινε εαυτό ἁρμόδιο. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, ἡ ἀρχή τῆς συνεχείας κατέστησε δυνατό νά εφαρμοσθούν οἱ νέοι κανόνες περί δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου ἐπί διάφορων περί ερμηνείας καί εφαρμογής τοῦ ενιαίου πρωτοκόλλου καί ἐπί διαφορών πού ἀνέκυψαν ὑπό τό καθεστώς τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ πρωτοκόλλου ΕΚΑΧ (τό πρός επίλυση ζήτημα ήταν ζήτημα διαχρονικοῦ δικαίου). Στην παρούσα ὅμως περίπτωση οἱ προσφεύγοντες ζητούν νά εφαρμοσθεί ὁ περί δικαιοδοσίας κανών τοῦ ἄρθρου 16, ὁ όποιος ἀπό καιρό έχει καταργηθεί, καί ἐπί μιᾶς διαφοράς, ἡ ὁποία εμπίπτει ἐξ ὁλοκλήρου στό πεδίο εφαρμογής τῶν νέων κανόνων περί δικαιοδοσίας πού θεσπίζει τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης τῶν Βρυξελλῶν τοῦ 1965. Δεδομένου ὅτι οἱ δύο καταστάσεις διαφέρουν ριζικῶς, ἡ ἀπόφαση Klomp δέν δύναται νά ἀποτελέσει νομολογιακό προηγούμενο υπέρ τῆς ἀπόψεως τοῦ προσφεύγοντος.
5.
Κατά τήν διάρκεια τῆς παρούσης διαδικασίας ἐξητάσθη κατά πόσον οἱ προσφεύγοντες ἠδύναντο νά χρησιμοποιήσουν τά μέσα έννομου προστασίας πού παρέχει τό εσωτερικό δίκαιο καί νά επιτύχουν ἀπό τό ἁρμόδιο εθνικό δικαστήριο νά ζητήσει τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως ὡς πρός τήν ερμηνεία τῆς σχετικής κοινοτικής διατάξεως. Ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου δέν δύναται βεβαίως νά εξαρτηθεί ἀπό τίς δυσκολίες πού θά εἶχαν ενδεχομένως νά ἀντιμετωπίσουν οἱ ενδιαφερόμενοι. 'Ας μοῦ επιτραπεί νά κάνω δύο σύντομες παρατηρήσεις. Κατ' ἀρχάς, δέν χωρεῖ ἀμφιβολία (ὅπως προκύπτει καί ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου) ὅτι τά κράτη μέλη υποχρεοῦνται νά θέτουν στην διάθεση τῶν ιδιωτών πρόσφορα ένδικα μέσα πρός διασφάλιση τῆς δικαστικής προστασίας τῶν δικαιωμάτων πού έλκουν ἐκ τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου (βλ. ἀπόφαση τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1968 ἐπί τῆς υποθέσεως 13/68, Salgoil κατά Ministero del Commercio con l'Estero, Racc. 1968, σ. 601). Σέ περίπτωση πού κράτος μέλος δέν ἐκπληροῖ τήν υποχρέωση του αύτη, εναπόκειται στην 'Επιτροπή νά κινήσει κατά τοῦ κράτους αὐτοῦ τήν διαδικασία πού προβλέπουν γιά τόν σκοπό αυτό οἱ διατάξεις τῶν τριών ιδρυτικών συνθηκών τῶν Κοινοτήτων. 'Εξ άλλου, στους ιδιώτες εναπόκειται ἡ επιλογή τῶν καταλλήλων ένδικων μέσων, οἱ όποιοι υπέχουν πάντως τήν υποχρέωση νά τηροῦν τίς προθεσμίες πού προβλέπει κάθε έννομη τάξη. 'Ισχύει πάντοτε τό παλαιό λατινικό ρητό «Vigilantibus iura suecurrunt».
6.
Προτείνω, κατά συνέπεια, στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει ὡς ἀπαράδεκτη τήν ἀπό 4ης 'Ιανουαρίου 1982 προσφυγή τοῦ D. καί τῆς συζύγου του Μ. κατά τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τοῦ Λουξεμβούργου. Οἱ προσφεύγοντες πρέπει νά καταδικασθοῦν στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy