ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η έννοια των προδικαστικών ερωτημάτων
Με όλες τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την εκδίκαση των συνεκδικαζομένων υποθέσεων 2, 3 και 4/82, για διάφορους λόγους, έχουν εξεταστεί ζητήματα τα οποία ούτε καν έχει θίξει το εθνικό δικαστήριο. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου περί του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής απόφασης και προκειμένου να αποφευχθεί επηρεασμός της κατ' έφεση δίκης η οποία εκκρεμεί ακόμη, με τις προτάσεις μου θα υπερβώ τα όρια των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο μόνο στο μέτρο που παρίσταται ανάγκη για την πλήρη κατανόηση της απάντησης του Δικαστηρίου επί των ερωτημάτων αυτών.
Αρχίζω επομένως υπενθυμίζοντας τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Η κοινή διατύπωση των ερωτημάτων στις τρεις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις έχει ως εξής ( 2 ).
1.
Ο — συστηματικός — υγειονομικός έλεγχος κατά την εισαγωγή κρεάτων που αποτελεί αντικείμενο των οδηγιών του Συμβουλίου αριθ. 64/432, αριθ. 64/433 και 71/118, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών ανταλλαγών, αντίστοιχα, βοοειδών και χοιροειδών, νωπών κρεάτων και κρεάτων πουλερικών, και ο οποίος αφορά την εξέλιξη της κατάστασης των κρεάτων και πουλερικών αυτών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από το κράτος αποστολής καθώς και την κατάσταση συντήρησης τους κατά το χρόνο που εισέρχονται στο βελγικό έδαφος, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του υγειονομικού ελέγχου που διενεργείται στη χώρα αποστολής σύμφωνα με τις εξεταζόμενες οδηγίες;
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ο έλεγχος αυτός είναι σύμφωνος με τα άρθρα 30 και επ. της συνθήκης ΕΟΚ και μπορεί ενδεχόμενα να δικαιολογηθεί κατ'εφαρμογή του άρθρου 36 της συνθήκης;
Έχω να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις ως προς την έννοια των προδικαστικών αυτών ερωτημάτων. Συγχρόνως θα ήθελα να αναφερθώ στα πραγματικά περιστατικά όπως εκτίθενται από το ίδιο το εθνικό δικαστήριο σε σχέση με τα ερωτήματα αυτά.
α)
Είναι σαφές ότι το πρώτο ερώτημα αφορά αποκλειστικά το πεδίο εφαρμογής των υπό εξέταση οδηγιών και το ζήτημα κατά πόσο ο υποχρεωτικός έλεγχος που επιβάλλεται στη χώρα εξαγωγής ως προς την κατάσταση των μεταφερομένων εμπορευμάτων αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι τα εμπορεύματα αυτά ήσαν σε καλή κατάσταση μόνο κατά το χρόνο της φόρτωσης ή επίσης κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και κατά το χρόνο και τόπο της άφιξης τους. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι ενάγουσες της κύριας δίκης και η Επιτροπή θεωρούν ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, ενώ η άποψη της βελγικής και της γαλλικής κυβέρνησης είναι ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική. Εντούτοις, σε αντίθεση προς τη βελγική κυβέρνηση, η γαλλική κυβέρνηση, βάσει της ερμηνείας που δίνει στη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το άρθρο 36 της συνθήκης, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με την Επιτροπή.
6)
Σε σχέση με τις συνέπειες από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα περί της δυνατότητας διενέργειας ελέγχου στη χώρα εισαγωγής, το εθνικό δικαστήριο έχει υποβάλει ένα προδικαστικό ερώτημα σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί προφανώς ότι αν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, είναι σαφές ότι οι συστηματικοί έλεγχοι απαγορεύονται από τις εν λόγω οδηγίες. Έχοντας υπόψη τη διάσταση απόψεων όσον αφορά την έννοια του «συστηματικού ελέγχου» η οποία ανέκυψε κατά την προφορική διαδικασία, θεωρώ ότι επί του σημείου αυτού είναι πιο ενδεδειγμένο να γίνεται λόγος για «συστηματικούς ελέγχους, που δεν περιορίζονται να είναι δειγματοληπτικοί». Συμμερίζομαι την άποψη ότι δεν επιβάλλεται να εξεταστούν λεπτομερώς τα έννομα αποτελέσματα ενδεχόμενης καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα.
γ)
Εφόσον κατά την προφορική διαδικασία η βελγική κυβέρνηση υποστήριξε, χωρίς να αντικρουστεί ο ισχυρισμός της, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο οι συστηματικοί έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν στα σύνορα αλλά εντός του κράτους, σημασία έχει ότι τα ίδια τα ερωτήματα δεν περιορίζονται στους ελέγχους που διενεργούνται στα σύνορα.
δ)
Από την πρώτη παράγραφο της σελίδας 7 της απόφασης παραπομπής καθίσταται σαφές ότι το εθνικό δικαστήριο απέφυγε ρητά να υποβάλει στο Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσο οι συστηματικοί έλεγχοι που διενεργούνται μπορούν ίσως να δικαιολογηθούν βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου για την εξαφάνιση υπολειμμάτων ουσιών με βακτηριοστατική, ορμονική ή αντιορμονική δράση, δηλαδή ουσιών, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις εν λόγω οδηγίες. Για τους λόγους που έχω προαναφέρει, στην απάντηση του το Δικαστήριο 9α πρέπει να λάβει υπόψη του τα όρια που διαγράφει το κοινοτικό δίκαιο υπό τις συνθήκες αυτές μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί οιαδήποτε παρανόηση του περιεχομένου της απάντησης του.
ε)
Είναι ακόμη λιγότερο αναγκαίο το Δικαστήριο να εξετάσει στην απάντηση του το ζήτημα της καταβολής των τελών ελέγχου τα οποία αποτελούν το πραγματικό αντικείμενο της κύριας δίκης εφόσον το εθνικό δικαστήριο δεν έχει υποβάλει στο Δικαστήριο οιοδήποτε σχετικό ερώτημα. Επί του σημείου αυτού δα παρατηρούσα απλώς ότι, κι αν ακόμη στο πρώτο ερώτημα που υποδλήθηκε στο Δικαστήριο δοθεί αρνητική απάντηση, επ' ουδενί λόγω συνεπάγεται αυτόματα ότι 6άσει της νομολογίας του Δικαστηρίου περί τελών υγειονομικού ελέγχου είναι δυνατό να επιβάλλονται τέτοια τέλη.
στ)
Προς διευκρίνιση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν, στο τελευταίο τμήμα της απόφασης παραπομπής προστίθεται η παρατήρηση ότι «κατά την εξέταση του ερωτήματος που υποβλήθηκε ενδείκνυται να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο βελγικός υγειονομικός έλεγχος κατά την εισαγωγή περιλαμβάνει αφενός μεν μέτρα που αποτελούν επανάληψη του ελέγχου που διενεργήθηκε στη χώρα αποστολής σύμφωνα με τους όρους των εξεταζομένων οδηγιών, αφετέρου δε μέτρα που αποβλέπουν, όπως έχει προαναφερθεί, να εξακριβώσουν τη μεταβολή της κατάστασης των εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από το κράτος αποστολής καθώς και την κατάσταση συντήρησης τους κατά το χρόνο που εισέρχονται στο βελγικό έδαφος». Έχω ήδη παρατηρήσει ότι κατά την άποψη της βελγικής κυβέρνησης η διευκρίνιση αυτή ως προς το ερώτημα που υποβλήθηκε βασίζεται σε παρανόηση καθόσον ο έλεγχος δεν διενεργείται κατά την είσοδο των εμπορευμάτων στο βελγικό έδαφος αλλά μόνο κατά την άφιξη τους σε τελωνειακό γραφείο του τόπου προορισμού. Επιπλέον, σε σχέση με τη διευκρίνιση υπενθυμίζεται ότι το ίδιο ερώτημα δεν θίγει το ζήτημα της επανάληψης του ελέγχου που έχει διενεργηθεί στο κράτος εξαγωγής. Το Δικαστήριο βέβαια δεν μπορεί να κρίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής απόφασης κατά πόσο είναι αληθή τα πραγματικά περιστατικά που περιέχει η αίτηση.
ζ)
Τέλος, παρατηρώ ότι η οδηγία 64/432 την οποία αναφέρει το εθνικό δικαστήριο εμφανίζει μικρότερη σημασία για την υπό κρίση υπόθεση εφόσον αφορά τη μεταφορά ζώντων ζώων και ότι η οδηγία 64/433, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, τροποποιήθηκε από την οδηγία 69/349/ΕΟΚ (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/004, σ. 225).
η)
Παρόλο που καμιά από τις αγωγές στην κύρια δίκη δεν αφορά ζώντα ζώα, το εθνικό δικαστήριο θεώρησε προφανώς ότι η οδηγία 64/432 σχετίζεται έμμεσα με τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο.
2. Απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν
Απαντώντας στα ερωτήματα έτσι όπως έχουν διατυπωθεί, επιθυμώ καταρχάς να σημειώσω προπάντων ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και αν δεν ισχύει εντός της Κοινότητας οδηγία εναρμόνισης για τους υγειονομικούς ελέγχους, το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΟΚ επ' ουδενί λόγο επιτρέπει άνευ όρων τη διενέργεια συστηματικών εθνικών ελέγχων στη χώρα εισαγωγής. Πέρα από την αρχή της αναλογικότητας και της υποχρέωσης υπό τις συνθήκες αυτές να λαμβάνονται υπόψη αντίστοιχοι έλεγχοι που έχουν διενεργηθεί στη χώρα εισαγωγής, αποφασιστικό στοιχείο αποτελεί η απαγόρευση αυθαιρέτων διακρίσεων και συγκεκαλυμμένων περιορισμών στο εμπόριο. Κατά την άποψή μου, παράνομη διάκριση υπάρχει όταν ο έλεγχος για την κατάσταση των εμπορευμάτων μετά από τη μεταφορά τους εντός του κράτους διενεργείται λιγότερο συχνά ή διενεργείται στον πραγματικό τόπο εμπορίας των εμπορευμάτων, ενώ ο έλεγχος του εισαγομένου κρέατος διενεργείται εντός του κράτους σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο του πραγματικού προορισμού και τα εισαγόμενα προϊόντα, αφού έχουν υποστεί έλεγχο, πρέπει έπειτα να επαναφορτωθούν με όλους τους κινδύνους που διατρέχει η ποιότητα του κρέατος από τη διακοπή της μεταφοράς και επί των οποίων η Επιτροπή επέστησε την προσοχή κατά την προφορική διαδικασία. Προκειμένου να αποφευχθεί η παρανόηση ότι όπου δεν υπάρχουν σχετικές διατάξεις στις οδηγίες, οιαδήποτε μορφή εθνικού ελέγχου συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, ενδείκνυται κατά την άποψη μου το Δικαστήριο με την απάντηση του να προσδιορίσει επίσης γενικά τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο υπό τις συνθήκες αυτές. Θεωρώ αυτό ως το πιο ενδεδειγμένο εφόσον οι οδηγίες εναρμόνισης, όπως αυτές που εξετάζονται στην προκειμένη υπόθεση, δεν μπορουν σε καμιά περίπτωση να έχουν ως σκοπό ή αποτέλεσμα να αντικαταστήσουν τα άρθρα 30 έως 36 με άλλους περιορισμούς για ελεύθερο έλεγχο στα κράτη μέλη. Αντίθετα, το μοναδικό τους αποτέλεσμα μπορεί να είναι να περιορίσουν περαιτέρω εθνικά μέτρα ελέγχου τα οποία περιορίζουν το εμπόριο, τα οποία όμως επιτρέπονται ακόμη από το άρθρο 36 (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 104/75, de Peijper, Jurispr. 1976, σ. 613).
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο και το οποίο διευκρίνισα πιο πάνω, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι από το κείμενο, το σύστημα και τους στόχους των εν λόγω τριών οδηγιών προκύπτει σαφώς ότι οι εγγυήσεις για τη διατήρηση του κρέατος κατά τη διάρκεια της μεταφοράς που επιβάλλει ο υποχρεωτικός έλεγχος στη χώρα εξαγωγής προβλέπεται να παραμένουν ισχυρές καθ' όλη τη διάρκεια της μεταφοράς και επομένως να επεκτείνονται στη μεταφορά ανάμεσα στα σύνορα και τον τόπο προορισμού εντός της χώρας εισαγωγής. Δεν θα αναφερθώ μόνο στις λεπτομερείς και από τη φύση τους σταθερές εγγυήσεις που περιέχονται στις άλλες παραγράφους του σχετικού κεφαλαίου, αλλά ιδίως στην παράγραφο 50 του κεφαλαίου XIII του παραρτήματος Ι της οδηγίας 69/349η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και η οποία τροποποίησε την οδηγία 64/433 της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών ανταλλαγών νωπών κρεάτων. Η παράγραφος 50 ορίζει ρητά ότι σκοπός είναι οι εγγυήσεις να εξασφαλίζονται καθ'όλη τη διάρκεια της μεταφοράς. Το ίδιο ισχύει για την παράγραφο 36 του κεφαλαίου XI στο παράρτημα Ι της οδηγίας 71/118 της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ανταλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, και για τις εγγυήσεις που αφορούν τη μεταφορά και περιέχονται στην οδηγία 64/432.
Συμμερίζομαι επιπλέον την άποψη των εναγουσών και της Επιτροπής, αντίθετα προς την άποψη της βελγικής κυβέρνησης, ότι σχετικές με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα που υποβάλλεται στην προκειμένη υπόθεση είναι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 35/76 Simraenthal (Jurispr. 1976, σ. 1871) και η απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 154/78, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Jurispr. 1979, σ. 2555). Επί του σημείου αυτού θα αναφερθώ κυρίως στις σκέψεις 25 έως 29 και 36 έως 38 της απόφασης Simmenthai. Από τη σκέψη 28 προκύπτει ότι οι νομικοί λόγοι που αφορούν τη μετάθεση καταρχήν της ευθύνης ελέγχου στο κράτος μέλος εξαγωγής και το γεγονός ότι επομένως οι συστηματικοί έλεγχοι στη χώρα εξαγωγής δεν δικαιολογούνται πλέον 6άσει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΟΚ, έχουν επίσης εφαρμογή στα μέτρα που εκδίδονται προς συμμόρφωση με τις εγγυήσεις περί μεταφοράς στη χώρα εξαγωγής. Η άποψη της βελγικής κυβέρνησης ότι η υπό εξέταση υπόθεση, αντίθετα προς τη σκέψη 36 της απόφασης αυτής, δεν αφορά τους ελέγχους στα σύνορα αλλά τους ελέγχους εντός του κράτους, δεν μειώνει τη σημασία της νομολογίας αυτής εφόσον το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΟΚ έχει εφαρμογή σε όλους τους περιορισμούς των εισαγωγών και όχι μόνο στους περιορισμούς των εισαγωγών στα σύνορα. Το ίδιο επομένως ισχύει όσον αφορά τη σκέψη αυτή της δικαστικής απόφασης. Όσον αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 153/78, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική τη σκέψη 11 εφόσον συνεπάγεται σαφώς, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ότι οι εγγυήσεις της οδηγίας για την κατάσταση του κρέατος έχουν εφαρμογή καθ' όλη τη διάρκεια της μεταφοράς και ότι η σημασία τους δεν θίγεται από το αν διέρχονται ή όχι σύνορα εντός της Κοινότητας κατά τη μεταφορά τους.
3. Συμπέρασμα
Βάσει των σκέψεων αυτών προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο:
«Οι υποχρεωτικοί έλεγχοι που επιβάλλουν στο κράτος μέλος εξαγωγής οι οδηγίες του Συμβουλίου 64/432/ΕΟΚ, 64/433/ΕΟΚ. (όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 69/349/ΕΟΚ) και 71/118/ΕΟΚ και οι περιορισμοί που συνεπάγονται οι έλεγχοι αυτοί, εξεταζόμενοι σε συνδυασμό με τα άρθρα 30 και 36 της συνθήκης ΕΟΚ, στη διενέργεια συστηματικών υγειονομικών ελέγχων στη χώρα εισαγωγής — δηλαδή ελέγχων που δεν περιορίζονται να είναι δειγματοληπτικοί — καλύπτουν επίσης σε οιεσδήποτε μεταβολές της κατάστασης των εμπορευμάτων καθ' όλη τη διάρκεια της μεταφοράς από τη χώρα εξαγωγής και της κατάστασης τους από άποψη συντήρησης κατά την άφιξη (στον προορισμό τους) στο βελγικό έδαφος.»
Με βάση την απάντηση αυτή, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο μόνο σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Η οδηγία 71/118/ΕΟΚ δεν είναι σχετική με καμιά από τις τρεις υποθέσεις.
Full & Egal Universal Law Academy