ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ16 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπόθεση επί της οποίας εκθέτω σήμερα τις προτάσεις μου έχει ως αντικείμενο την απόφαση της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ L 370 της 28ης Δεκεμβρίου 1981, σ. 49), η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Αφορά τη συμπεριφορά που επέδειξε στο παρελθόν η Gesellschaft zur Verwertung von Leistungsschutzrechten mbH (στο εξής καλούμενη GVL), με έδρα το Αμβούργο, έναντι των μη γερμανών ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων, οι οποίοι είχαν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της ΕΟΚ ή κατοικούσαν σε κράτος μέλος. Για την καλύτερη κατανόηση της υποθέσεως, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω απλώς τα κύρια πραγματικά και νομικά περιστατικά και να παραπέμψω, όσον αφορά τις λεπτομέρειες, στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Η δραστηριότητα της GVL συνίσταται στην προστασία των γνωστών ως «δικαιωμάτων των ερμηνευτών». Τα δικαιώματα αυτά στηρίζονται στις διατάξεις του γερμανικού νομού περί των δικαιωμάτων του δημιουργού και των λεγομένων συγγενών δικαιωμάτων προς τα δικαιώματα του δημιουργού (Gesetz über Urheberrecht und verwandte Schutzrechte, στο εξής: «νόμος περί των δικαιωμάτων του δημιουργού») του 1965, με τον οποίο αναγνωρίστηκαν ως δικαιώματα του δημιουργού τα δικαιώματα των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων, των κατασκευαστών φορέων καταγραφής ήχου και των ραδιοφωνικών σταθμών. Τα δικαιώματα αυτά του δημιουργού θεμελιώνουν την απαίτηση παροχής άδειας για την πρωτογενή εκμετάλλευση του έργου του καλλιτέχνη (άρθρα 74, 75, 76, παράγραφος 1, του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού), ενώ παρέχουν αξίωση αμοιβής μόνο για τη δευτερογενή εκμετάλλευση (apupa 76, παράγραφος 2, 77 του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού). Σύμφωνα με τα άρθρα 84 και 53, παράγραφος 5, του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού, οι εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων έχουν επί πλέον αξίωση καταβολής τέλους εκμεταλλεύσεως έναντι των κατασκευαστών συσκευών αναπαραγωγής, που προορίζονται για ιδιωτική χρήση.
Το άρθρο 125, παράγραφος 1, του νόμου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού αναγνωρίζει τα δικαιώματα αυτά στους γερμανούς υπηκόους για κάθε έργο τους ανεξαρτήτως του τόπου που εκτελείται. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως και υπό τις περιοριστικές προϋποθέσεις που προκύπτουν απο τις παραγράφους 3 ώς 6, καθώς και από τη σύμβαση της Ρώμης (διεθνής σύμβαση περί προστασίας των ερμηνευτών η εκτελεστών καλλιτεχνικών έργων, των κατασκευαστών φορέων καταγραφής ήχου και των ραδιοφωνικών σταθμών, της 26ης Οκτωβρίου 1961, Recueil des Traités des Nations-Unies, τόμος 496, σ. 45), οι αλλοδαποί υπήκοοι αντιμετωπίζονται όπως οι ημεδαποί όσον αφορά την κτήση των δικαιωμάτων του δημιουργού.
Η GVL, είναι η μόνη γερμανική επιχείρηση εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων του δημιουργού, αντικείμενο των δραστηριοτήτων της οποίας είναι η διαχείριση των δικαιωμάτων της δευτερογενούς εκμεταλλεύσεως, υπόκειται δε στο γερμανικό νόμο περί διαχειρίσεως των δικαιωμάτων του δημιουργού και των λεγομένων συγγενών δικαιωμάτων προς τα δικαιώματα του δημιουργού (Gesetz über die Wahrnehmung von Urheberrechten und verwandten Schutzrechten, στο εξής: «νόμος περί διαχειρίσεως») της 9ης Σεπτεμβρίου 1965 (Bundesgesetzblatt Ι, σ. 1295). Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι εταιρείες διαχειρίσεως, οι οποίες αναγνωρίζονται από το κράτος και υπόκεινται στην εποπτεία του, υποχρεούνται να συνάπτουν συμβάσεις με οποιονδήποτε το ζητήσει και έχουν υποχρέωση διαχειρίσεως έναντι των δικαιούχων. Όσον αφορά την υποχρέωση διαχειρίσεως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου ορίζει ότι η εταιρεία εκμεταλλεύσεως υποχρεούται να προστατεύει, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων και κατά τον προσήκοντα τρόπο, τα δικαιώματα που εμπίπτουν στο πεδίο των δραστηριοτήτων της όταν οι δικαιούχοι «είναι γερμανοί κατά την έννοια του Θεμελιώδους Νόμου ή έχουν την κατοικία τους στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, μία δε αποτελεσματική διαχείριση των δικαιωμάτων τους δεν είναι δυνατή κατ' άλλο τρόπο».
Με έγγραφο της 4ης Σεπτεμβρίου 1980, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη GVL ότι, κατόπιν καταγελίας της Interpar, Λονδίνο, και ενόψει του γεγονότος ότι αρνήθηκε η GVL να συνάψει σύμβαση διαχειρίσεως με ιταλική χορωδία, εκίνησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ, τη διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό 17 του Συμβουλίου. Η Επιτροπή προσήψε στη GVL ότι παραβίασε την απαγόρευση καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, επειδή αρνιόταν να συνάπτει συμβάσεις διαχειρίσεως με αλλοδαπούς καλλιτέχνες που δεν κατοικούσαν στη Γερμανία, είτε επρόκειτο για καλλιτέχνες υπηκόους κρατών μελών της Κοινότητας είτε όχι, ή να προστατεύει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τα δικαιώματα των καλλιτεχνών αυτών στη Γερμανία. Συνεπώς, υπήρχαν ενδείξεις που επέτρεπαν τη λήψη αποφάσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1980, η Επιτροπή γνωστοποίησε, στη GVL παρόμοιες καταγγελίες που υπέβαλαν καλλιτέχνες, κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου, και δύο καλλιτέχνες κάτοικοι Γαλλίας, την πληροφόρησε δε ταυτόχρονα ότι οι καταγγελίες αυτές θα κριθούν κατά την εν εξελίξει ήδη διαδικασία Interpar κατά GVL. Η GVL υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων με επιστολές της 5ης Νοεμβρίου 1980 και της 9ης Ιανουαρίου 1981.
Στις 21 Νοεμβρίου 1980, η GVL έλαβε την ακόλουθη απόφαση:
«Οι δικαιούχοι κάτοικοι των χωρών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας λαμβάνουν κατόπιν αιτήσεως την πρότυπη σύμβαση διαχερίσεως της GVL, έστω και αν δεν κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή στο Δυτικό Βερολίνο. Εγκαταλείπεται αμετάκλητα η πρακτική που ακολουθούσε μέχρι τώρα η GVL, σύμφωνα με το άρθρο 6 του νόμου περί διαχειρίσεως των δικαιωμάτων του δημιουργού.»
Η ακρόαση που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 99/63 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001 σ. 37) έγινε στις 12 Φεβρουαρίου 1981. Κατόπιν, στις 21 Οκτωβρίου 1981, η Επιτροπή έλαβε την επίδικη απόφαση (ΕΕ L 370, της 28ης Δεκεμβρίου 1981, σ. 49), η οποία κοινοποιήθηκε στη GVL στις 9 Νοεμβρίου 1981. Αφού η Επιτροπή διαπιστώνει ρητώς την απόφαση αυτή ότι τροποποιώντας το καταστατικό της και την πρότυπη σύμβαση διαχειρίσεως η GVL έθεσε τέρμα στη διάκριση που ασκούσε σε βάρος των αλλοδαπών που δεν έχουν τη γερμανική ιθαγένεια, καθόσον πρόκειται για υπηκόους κράτους μέλους ή για καλλιτέχνες που κατοικούν σε κράτος μέλος, στο άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής ορίζει:
«Η στάση της GVL έως τις 21 Νοεμβρίου 1980 να μη συνάπτει συμβάσεις προστασίας [διαχειρίσεως] δικαιωμάτων με αλλοδαπούς καλλιτέχνες, αν αυτοί δεν έχουν κατοικία στη Γερμανία, και να μην ασκεί στη Γερμανία, κατ' άλλους τρόπους, τα δικαιώματα προστασίας του καλλιτεχνικού έργου, τα οποία ανήκαν στους καλλιτέχνες αυτούς, συνιστούσε, στο βαθμό που οι καλλιτέχνες είχαν την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους της ΕΟΚ ή την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ.»
Η GVL προσέβαλε την απόφαση αυτή με προσφυγή που άσκησε στις 8 Ιανουαρίου 1982, ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως λόγω παραβάσεως ουσιωδών τόπων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που προηγήθηκε της αποφάσεως, λόγω αναρμοδιότητας της Επιτροπής να λάβει την επίδικη απόφαση και λόγω παραβάσεως του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ.
Σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα:
Α — Επί του ζητήματος της αρμοδιότητας της Επιτροπής να λάβει την απόφαση
Στο πλαίσιο των τυπικών λόγων, η προσφεύγουσα επικαλείται, κατά πρώτο, την «αναρμοδιότητα» της Επιτροπής, κατά την έννοια του άρθρου 173, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ, στο βαθμό που, λαμβάνοντας την προσβαλλομένη απόφαση υπερέβη τις εξουσίες που της παρέχει η συνθήκη και ο κανονισμός 17. Προς εξέταση του ζητήματος αυτού είναι, συνεπώς, αναγκαίο να διερευνηθούν με ακρίβεια και υπό το φως των αιτιολογικών της σκέψεων το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Στο διατακτικό της αποφάσεως διαπιστώνεται ότι η άρνηση που προέβαλε η GVL πριν από τις 21 Νοεμβρίου 1980 να διαχειρίζεται τα δικαιώματα αλλοδαπών καλλιτεχνών που δεν είχαν την κατοικία τους στη Γερμανία, αλλά που ήταν υπήκοοι κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή είχαν την κατοικία τους σε κράτος μέλος, συνιστούσε παράβαση του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 71 της αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι την προαναφερθείσα ημερομηνία η προσφεύγουσα έπαυσε την καταχρηστική της συμπεριφορά και, επομένως, η Επιτροπή δεν έλαβε κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 17 μία απόφαση, επιβάλλοντας την υποχρέωση να παύσει η παράβαση, περιορίστηκε δε, βάσει της διατάξεως αυτής, στο να διαπιστώσει ρητώς την παράνομη συμπεριφορά που επέδειξε η προσφεύγουσα πριν από την ημερομηνία αυτή.
Ταυτόχρονα, η Επιτροπή, στην παράγραφο 74 της αποφάσεως, θεώρησε ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 17 εφαρμόζεται στην περίπτωση λήψεως αποφάσεως περί διαπιστώσεως της παραβάσεως, γιατί η GVL « κατά τη γνώμη της, συνεχίζει να έχει το δικαίωμα,..., να αποκλείει καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν διαθέτουν τη γερμανική ιθαγένεια ή κατοικία στη Γερμανία, από τις δραστηριότητες της προστασίας δικαιωμάτων. Για να αποσαφηνιστούν οι νομικές πλευρές, αναφορικά με τους καταγγέλλοντες, και για να αποκλειστεί στο μέλλον η περίπτωση υπάρξεως ομοειδών ή παρομοίων παραβάσεων είναι αναγκαία η λήψη αποφάσεως».
Αυτό σημαίνει ότι ναι μεν η Επιτροπή έλαβε ως βάση το γεγονός ότι η GVL έπαυσε την παράβαση με την απόφαση της γενικής της συνελεύσεως, φοβούμενη όμως, μετά από μεταγενέστερη προσεκτική ανάγνωση της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως και λόγω της σχετικής με την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων πρακτικής που ακολουθούσε η GVL, μια νέα καταχρηστική συμπεριφορά, έκρινε αναγκαίο, για να αποσαφηνιστεί η τωρινή έννομη κατάσταση, να λάβει μια απόφαση, με την οποία να διαπιστώνει την παράβαση. Εξάλλου, είναι σημαντικό να σημειωθεί σχετικά ότι η Επιτροπή δεν επέβαλε πρόστιμο κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 17 για την προηγούμενη συμπεριφορά της GVL, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει δυνάμει της διατάξεως αυτής.
Στη συνέχεια, λοιπόν, των προτάσεων θα πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή είχε την εξουσία, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 ή βάσει άλλων διατάξεων, να λάβει μια τέτοια απόφαση που συνεπάγεται τα παραπάνω αποτελέσματα, όταν, αφενός, η παράβαση είχε ήδη παύσει κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και, αφετέρου, δεν επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο. Η δυνατότητα λήψεως μιας τέτοιας αποφάσεως δεν αμφισβητείται όταν, αφενός, οι κανόνες περί ανταγωνισμού του κοινοτικού δικαίου δεν αντίκεινται καταρχήν σε μια τέτοια διαπίστωση, έστω και μετά την παύση της παραβάσεως και όταν, αφετέρου, τα συγκεκριμένα περιστατικά της υποθέσεως δεν αποκλείουν τη διαπίστωση αυτί'].
1 — Επί του ζητήματος της νομιμότητας της οιαπιοτωοεως μιας παραΰάσεως μετά την παύση της παραΰάσεως
Τόσο η προσφεύγουσα όσο και η Επιτροπή συμφωνούν στο ότι ούτε οι διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ ούτε ο κανονισμός 17 δεν ρυθμίζουν ρητώς το ζήτημα, αν η Επιτροπή έχει την εξουσία να διαπιστώσει με απόφαση ότι μία επιχείρηση παρέβη στο παρελθόν τους κανόνες περί ανταγωνισμού της συνθήκης. Κατά την προσφεύγουσα, ο κανονισμός 17 περιέχει πάντως έναν κατάλογο κυρώσεων που δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν κατ' αναλογία και κατά συνέπεια η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να λάβει μια απόφαση, διαπιστώνοντας εκ των υστέρων την παράβαση. Αντίθετα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αρμοδιότητα αυτή προκύπτει από την ερμηνεία των διατάξεων της συνθήκης και του κανονισμού 17. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 17, έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις περί παύσεως της παραβάσεως, το δε άρθρο 15 του κανονισμού της παρέχει, επί πλέον, την αρμοδιότητα να επιβάλλει πρόστιμο. Κατά συνέπεια, έχει σύμφωνα με το αξίωμα a majore ad minus την εξουσία να λαμβάνει απλώς αποφάσεις περί διαπιστώσεως της παραβάσεως, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, για την πλήρωση έτσι ενός κενού στης εξουσίες λήψεως αποφάσεων που προβλέπονται ρητώς στον κανονισμό 17. Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τους κανονισμούς περί των συμπράξεων προκύπτει επίσης ότι ορισμένες εξουσίες δεν υπάρχουν μόνο όταν προβλέπονται expressis verbis.
1.
Προκειμένου να εξεταστούν λεπτομερώς τα ανωτέρω νομικά επιχειρήματα, θα πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί η αρχή της κατ' απονομή αρμοδιότητας, όπως εκφράζεται στο άρθρο 4 της συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία κάθε όργανο ενεργεί εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχονται από τη συνθήκη.
α)
Οι σχετικές εν προκειμένω εξουσίες της Επιτροπής απορρέουν από το άρθρο 155 της συνθήκης, κατά το οποίο η Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων, ιδία εξουσία λήψεως αποφάσεων υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη συνθήκη, ασκεί δε της αρμοδιότητες που της αναθέτει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που θεσπίζει το τελευταίο. Δυνάμει του άρθρου 89, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ, εμπίπτει στην πρωτογενή αρμοδιότητα της Επιτροπής να μεριμνά για την πραγμάτωση των αρχών που καθορίζονται στα άρθρα 85 και 86. Σύμφωνα με το άρθρο 89, παράγραφος 1, φράση 3, της συνθήκης ΕΟΚ, αν η Επιτροπή διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως, προτείνει τα κατάλληλα μέτρα για τον τερματισμό της. Από την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να βεβαιώσει με απόφαση την ύπαρξη μιας τέτοιας παραβάσεως, παρά μόνο όταν αυτή δεν έχει τερματιστεί. Επομένως, a contrario, όπως ορθώς παρατηρεί η προσφεύγουσα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η Επιτροπή δεν είχε πλέον την εξουσία να λάβει απόφαση, εφόσον είχε τερματιστεί εγκαίρως η παράβαση.
Οι αρμοδιότητες που παρέχονται στην Επιτροπή στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, αναφέρονται στον κανονισμό 17. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, επί του οποίου η Επιτροπή θεμελιώνει τη λήψη της αποφάσεως, έχει διατυπωθεί ως εξής:
«Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85 ή του άρθρου 86 της συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφαση τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν τ\\διαπιστωθείσα παράβαση.»
Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της ίδιας διατάξεως, η Επιτροπή μπορεί πάντως, υπό την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του κανονισμού και πριν λάβει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, να απευθύνει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων συστάσεις για την παύση της παραβάσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 3 προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να λάβει απόφαση για την παύση της παραβάσεως, εφόσον απευθύνει προηγουμένως συστάσεις για την παύση της παραβάσεως και εφόσον αυτή δεν έχει τερματιστεί. A contrario όμως έπεται, όπως έχει δεχθεί και το Δικαστήριο εμμέσως στην απόφαση των εμπόρων τσιμέντου ( 2 ) Kat στην υπόθεση EMI Records ( 3 ), ότι, εφόσον έχει τεθεί τέρμα στην παράβαση και δεν υπάρχει κίνδυνος υποτροπής, δεν υπάρχει πλέον λόγος λήψεως αποφάσεως για την παύση της παραβάσεως, απόφαση που στην περίπτωση αυτή δεν έχει αντικείμενο.
6)
Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται επίσης και από την έννοια και τους στόχους της διατάξεως, η οποία, υποχρεώνοντας τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να «παύσουν» παράβαση, που έχει διαπιστώσει η Επιτροπή, πρέπει να εξασφαλίζει ότι η πραγματική συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά θα ικανοποιεί oro μέλλον τις απαιτήσεις του θεμιτού ανταγωνισμού. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να στηριχθεί στην εν λόγω διάταξη, ούτε και με το επιχείρημα a majore ad minus, η εξουσία λήψεως μέτρων, τα οποία δεν αποβλέπουν αποκλειστικά στην παύση της παραβάσεως, αλλά στην επιβολή κυρώσεων για συμπεριφορά που έχει παύσει.
γ)
Τέλος, όπως ορθώς κατά τη γνώμη μου επισημαίνει η προσφεύγουσα, το ιστορικό της θεσπίσεως του κανονισμού 17 δείχνει σαφώς ότι το Συμβούλιο δεν θέλησε να παράσχει στην Επιτροπή καμία εξουοία απλής οιαπιονώοεως μιας παραβάσεως. Από τα άρθρα 7 και 8 ιδίως του οχεόίου του κανονισμού της Επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι η τελευταία είχε αρχικά θεωρήσει ότι ήταν αναγκαία μία διάκριση σε δύο τμήματα της διαδικασίας διαπιστώσεως και της διαδικασίας παύσεως της παραβάσεως. Κατά συνέπεια, στο άρθρο 17 του σχεδίου είχε προβλεφθεί η δυνατότητα χωριστής δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της παραβάσεως και της αποφάσεως περί παύσεως της παραβάσεως.Η αρμόδια για την εσωτερική αγορά επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τάχθηκε επίσης υπέρ των απόψεων της Επιτροπής και θεώρησε ότι θα έπρεπε να προβλεφθεί η εξουσία λήψεως αποφάσεως, με την οποία διαπιστώνεται «αν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται ή όχι καταχρηστικά δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης» ( 4 ). Όπως προκύπτει πάντως από το τελικό κείμενο του κανονισμού 17, το Συμβούλιο δεν δέχθηκε τον εν λόγω διαχωρισμό, αλλά αντίθετα προέβλεψε, στο άρθρο 3 του κανονισμού, μόνο την εξουσία που αποβλέπει στην παύση της παραβάσεως, και μόνο παρεμπιπτόντως τη δυνατότητα διαπιστώσεως της παραβάσεως. Λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας του κειμένου στο σημείο αυτό, μου φαίνεται δύσκολο να υποστηριχθεί η άποψη που προέβαλε η Επιτροπή, κατά την οποία η διάκριση μεταξύ αρμοδιότητας διαπιστώσεως και αρμοδιότητας παύσεως της παραβάσεως δεν υιοθετήθηκε παρά μόνο για λόγους διατυπώσεως.
δ)
Η εξουσία της Επιτροπής να διαπιστώνει με απόφαση τη συμπεριφορά που οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επέδειξαν στο παρελθόν στον τομέα του ανταγωνισμού, δεν μπορεί, εξάλλου, να στηριχθεί ούτε και στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμα και συνιστά, μαζί με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 3 με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση παύσεως της παραβάσεως, το κύριο μέσο εφαρμογής των απαγορεύσεων που απαγγέλλονται στα άρθρα 85 και 86. Από την έννοια και το σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην καταστολή των παράνομων συμπεριφορών, καθώς και στην αποφυγή επαναλήψεως τους, προκύπτει, όπως δέχθηκε και το Δικαστήριο στην υπόθεση Buchler ( 5 ), ότι η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει κυρώσεις, υπάρχει έστω και αν έχει τερματιστεί η στοιχειοθετούσα την παράβαση συμπεριφορά και δεν υπάρχει πλέον η πιθανότητα να παραγάγει η συμπεριφορά αυτή επιβλαβή αποτελέσματα. Τα πραγματικά περιστατικά που καταλήγουν στη λήψη μιας αποφάσεως περί διαπιστώσεως της παραβάσεως ή μιας αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο είναι, πάντως, τελείως διαφορετικά, κατά το μέτρο που η απόφαση περί επιβολής προστίμου απαιτεί την απόδειξη ότι η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, στοιχεία δηλαδή που, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού, δεν είναι αναγκαία για τη λήψη της αποφάσεως, με την οποία διαπιστώνεται απλώς η παράβαση ή επιβάλλεται η υποχρέωση τερματισμού της. Για αυτό το λόγο η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί εδώ το επιχείρημα a majore ad minus και να ισχυριστεί ότι στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν υποχρεωμένη να επιβάλλει πάντοτε πρόστιμα.
Σχετικά με τα επιχειρήματα αυτά έχω να παρατηρήσω ακόμη ότι η εφαρμογή του άρθρου 15 προϋποθέτει επίσης ότι λαμβάνονται υπόψη οι αρχές του ποινικού δικαίου που εφαρμόζονται γενικά σε όλα τα κράτη μέλη. Μεταξύ των αρχών αυτών συγκαταλέγεται και η αρχή κατά την οποία δεν πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την παράνομη πράξη ή ως προς την ενοχή. Γι' αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει επίσης δεκτό, ότι, ενόψει τέτοιων αμφιβολιών, ναι μεν δεν επιβάλλεται πρόστιμο, λαμβάνεται όμως, ως επιεικέστερο μέτρο, μία απόφαση περί διαπιστώσεως της παραβάσεως, η οποία, όπως δέχεται η Επιτροπή, συνιστά επίσης κύρωση, λόγω της δημοσιεύσεως της στην Επίσημη Εφημερίδα.
ε)
Δεδομένου ότι από την ερμηνεία της συνθήκης και των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 17 προκύπτει ότι δεν υπάρχει ρηνή εξουσιοδότηση για τη λήψη των αποφάσεων περί διαπιστώσεως, θα πρέπει να εξεταστεί αν το κενό αυτό πληρούται, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, με την κατ' αναλογία εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Ο συλλογισμός όμως αυτός αντίκειται, αφενός, στην προαναφερθείσα θεσμική αρχή της «κατ' απονομή αρμοδιότητας» και, αφετέρου, στο τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ των εθνικών αρχών, που στηρίζεται στο άρθρο 88 της συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει διατάξεις για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86, καθώς και στην αρχή της ασφαλείας νου δικαίου, που το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με πάγια νομολογία και που συνδέεται στενά με την αρχή της νομιμότητας της διοικήσεως και της δυνατότητας προβλέψεως των κανόνων που επιβάλλουν κυρώσεις. Από τους κανόνες όμως αυτούς, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των εννόμων τάξεων όλων των κρατών μελών και, συνεπώς, και του κοινοτικού δικαίου, προκύπτει ότι οι αρχές δεν μπορούν να θεσπίζουν πράξεις ή να επιβάλλουν κυρώσεις που θίγουν τον πολίτη, παρά μόνο όταν ο νομοθέτης τις έχει ρητώς εξουσιοδοτήσει προς τούτο. Ακριβώς αυτή η προϋπόθεση ελλείπει εν προκειμένω. Πράγματι, αν ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα κυρώσεως που έχει σε βάρος της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως η απόφαση περί διαπιστώσεως της παραβάσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δυνάμει της αρχής του καθορισμού και της δυνατότητας προβλέψεως των κανόνων που επιβάλλουν κυρώσεις, την εφαρμογή της οποίας στο δίκαιο των συμπράξεων έχει εμμέσως αναγνωρίσει το Δικαστήριο στην υπόθεση Hoffmann-La Roche ( 6 ), η λήψη της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει μόνο βάσει μιας διατάξεως, με την οποία παρέχεται ρητή και απόλυτα οριοθετημένη εξουσιοδότηση. Ο κατάλογος των κυρώσεων που προβλέπεται στον κανονισμό 17 πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθεί ως κλειστός και ότι δεν επιδέχεται καμία κατ' αναλογία επέκταση.
στ)
Η αντίθετη άποψη δεν μπορεί ιδίως να στηριχθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά την Επιτροπή, από τη διάτάξη που το Δικαστήριο εξέδωσε στην υπόθεση Camera Care ( 7 ) προκύπτει ότι ούτε το ίδιο το Δικαστήριο δεν απαιτεί την απονομή expressis verbis μιας συγκεκριμένης εξουσίας, μπορούν δε να ερμηνεύονται οι διατάξεις που απονέμουν αρμοδιότητα και περιέχονται στον κανονισμό 17. Στην υπόθεση όμως αυτή επρόκειτο για το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορεί να ασκεί την εξουσία ελέγχου στον τομέα του ανταγωνισμού με τη λήψη προσωρινών μέτρων, πριν αποφανθεί επί της ουσίας. Το Δικαστήριο απάντησε καταφατικά στο ερώτημα αυτό για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι η εξουσία λήψεως αποφάσεων, που παρέχεται στην Επιτροπή με το εδάφιο 1 του άρθρου 3 του κανονισμού 17, πρέπει να μπορεί να ασκείται κατά τον πλέον αποτελεσματικό και πρόσφορο τρόπο ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο έλαβε ακριοώς ως 6άση την ύπαρξη αυτής της εξουσίας λήψεως αποφάσεων και εξέτασε απλώς το ερώτημα κατά πόσο η Επιτροπή μπορεί επίσης να λαμβάνει, στο πλαίσιο της εξουσίας ελέγχου που της έχει ανατεθεί, μέτρα προσωρινού και συντηρητικού χαρακτήρα για να αποφύγει την επέλευση ανεπανόρθωτης ζημίας. Τέλος, το Δικαστήριο έδωσε καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό για να επιτρέψει στην Επιτροπή να ασκεί κατά τρόπο αποτελεσματικό τις εξουσίες της και για να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της αποφάσεως, έθεσε όμως ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις και ανέφερε ρητώς ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν, χωρίς να εξεταστούν τα νόμιμα συμφέροντα της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως.
Η δεύτερη απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση BP ( 8 ) και που επικαλείται η Επιτροπή προς υποστήριξη των απόψεων της, δεν περιέχει επίσης κανένα πρόσφορο στοιχείο για τη λύση του προβλήματος που εξετάζεται εν προκειμένω. Η υπόθεση αυτή αφορούσε, όπως και η παρούσα, απόφαση της Επιτροπής περί διαπιστώσεως απλώς μιας παραβάσεως του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ, που διαπράχθηκε στο παρελθόν, απόφαση που προσεβλήθη βάσει του άρθρου 173 της συνθήκης. Απαντώντας στα σχετικά επιχειρήματα των προσφευγουσών, το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, ότι η μη επιβολή με απόφαση οικονομικής φύσεως κυρώσεων δεν αποκλείει το συμφέρον αυτού στον οποίο απευθύνεται να επιδιώξει τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως από το Δικαστήριο. Δεδομένου όμως ότι, αφενός, το ζήτημα της εξουσίας της Επιτροπής να λάβει μια τέτοια απόφαση δεν προέκυψε στη διαφορά αυτή και ότι, αφετέρου, η απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί για άλλους λόγους, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του εν λόγω ζητήματος. Συνεπώς, ούτε και αυτό το γεγονός δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση περί διαπιστώσεως της παραβάσεως είναι νόμιμη, διότι το Δικαστήριο εξέτασε τη νομιμότητα της.
2.
Θα πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν είχε την αρμοδιότητα να λάβει μία απόφαση διαπιστώνοντας απλώς παράβαση που διαπράχθηκε στο παρελθόν, αφού εξάλλου οι πρακτικής φύσεως λόγοι που επικαλείται και που συνηγορούν υπέρ της αρμοδιότητας αυτής είναι τελείως αβάσιμοι στο πλαίσιο του νομικού ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο. Συνεπώς, μπορώ να περιοριστώ στη συνοπτική εξέταση της ορθότητας των επιχειρημάτων που προέβαλε σχετικά η Επιτροπή.
Κατά την Επιτροπή, η αρμοδιότητα αυτή είναι απαραίτητη για να μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά την πολιτική ανταγωνισμού. Αναφέρεται εν προκειμένω, κατά πρώτο, στο γεγονός ότι με τη δημοσίευση επιτυγχάνεται η πληροφόρηση των εν λόγω επιχειρήσεων, των εμπορικώς συναλλασσομένων με τις επιχειρήσεις αυτές και, τέλος, των άλλων επιχειρήσεων που ενεργούν με ταυτόσημο ή παρόμοιο τρόπο.
α)
Σχετικά με το επιχείρημα αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, στο οποίο προβλέπεται η δημοσίευση των αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, 3, 6, 7 και 8, προϋποθέτει ακριβώς ότι η Επιτροπή ενεργεί στο πλαίσιο της εξουσίας λήψεως αποφάσεων που της παρέχεται με τη διάταξη αυτή. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να στηριχθεί η εξουσία για λήψη αποφάσεων μόνο στην επιδιωκόμενη δημοσιότητα, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του αρνητικού αποτελέσματος που έχει για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, το Δικαστήριο δέχθηκε στην υπόθεση Chemiefarma ( 9 ) ότι η δημοσιότητα μιας αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού μπορεί να συμβάλει στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων περί ανταγωνισμού της συνθήκης. Η διαπίστωση όμως αυτή δεν αφορά κατάσταση, κατά την οποία δεν υπάρχει καμία εξουσία για λήψη αποφάσεων, αλλά, αντίθετα, αναφέρεται στην περίπτωση, κατά την οποία μία απόφαση, που στηρίζεται στο άρθρο 15 του κανονισμού 17, έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα χωρίς να προβλέπεται η δημοσίευση στο άρθρο 21 του κανονισμού. Έστω και αν υποτεθεί ότι από την απόφαση αυτή μπορεί να προκύψει κάποια συνέπεια για την παρούσα υπόθεση, είναι δυνατόν, όπως ορθώς παρατηρεί η προσφεύγουσα, να υποστηριχθεί αντίθετα ότι, ακριβώς επειδή το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η δημοσιότητα έχει συνέπειες παρεπόμενης κυρώσεως, η επιβολή της κυρώσεως αυτής πρέπει να εμπίπτει στον αυστηρό και εξαντλητικό κατάλογο των κανόνων περί αρμοδιότητας και εννόμου προστασίας.
Τελειώνοντας με την εξέταση του ζητήματος αυτού, έχω να παρτηρήσω ότι η απόφαση προορίζεται καταρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΟΚ, να ρυθμίσει μια συγκεκριμένη περίπτωση και δεν αποβλέπει, κατά πρώτο λόγο, στην επίλυση ενός αφηρημένου νομικού ζητήματος. Επί πλέον, η πληροφόρηση που επιθυμεί η Επιτροπή μπορεί να επιτευχθεί εξίσου με μία απόφαση για την παύση της παραβάσεως, η οποία κοινοποιείται στον τύπο ή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα και με την οποία η Επιτροπή καθιστά γνωστό ότι έχει τερματίσει τη διαδικασία, επειδή έχει παύσει η πρακτική, για την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι θα έπρεπε να επιβάλει κυρώσεις. Απαντώντας σε ένα άλλο επιχείρημα της Επιτροπής, δεν είναι αναγκαία εν προκειμένω η παροχή εννόμου προστασίας έναντι μιας τέτοιας αποφάσεως.
6)
Μία τέτοια δημοσίευση ή ανακοίνωση της Επιτροπής δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα σχετικά με την αποσαφήνιση ενός αφηρημένου νομικού ζητήματος, θα είχε, τέλος, το ίδιο αποτέλεσμα, σε σχέση με ενδεχόμενες οιαφορες μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και των τρίτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, με το αποτέλεσμα μιας αποφάσεως, η οποία επίσης δεν έχει εν προκειμένω προδικαστική αξία, αλλά μόνο αξία τεκμηρίου.
γ)
Επίσης δεν πείθομαι από το επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο η απόφαση αυτή, με την οποία διαπιστώνεται απλώς η παράβαση, είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική πρόληψη του κινδύνου υποτροπής. Αν αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος αυτός υφίσταται, η Επιτροπή έχει, όπως ήδη ανέφερα, τη δυνατότητα να λάβει μία απόφαση για την παύση της παραβάσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17. Αντίθετα, το αποτέλεσμα προλήψεως που η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει η διαδικασία αντικειμενικής διαπιστώσεως δεν προβλέπεται στους κανόνες περί ανταγωνισμού του κοινοτικού δικαίου, οι οποίοι αποβλέπουν στην παρεμπόδιση συγκεκριμένων παραβάσεων. Αν, όμως, μια επιχείρηση επαναλάβει, μετά τη λήξη της διαδικασίας, τη συμπεριφορά που είχε επικριθεί αρχικά, η συμπεριφορά αυτή μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη στη νέα διαδικασία στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση.
3.
Σχετικά με το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι η λήψη αποφάσεων περί απλής διαπιστώσεως μιας παραβάσεως, με τις οποίες επικρίνεται μία συμπεριφορά που έχει επιδειχθεί στο παρελθόν από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, αποτελεί πάγια διοικητική πρακτική της Επιτροπής, αρκεί να αναφερθεί εδώ ότι η πρακτική αυτή δεν μπορεί να δημιουργήσει εθιμικώς εξουσία επιβολής κυρώσεων στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
II — επι του Κτήματος αν τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπό κρίση νποθέσεως καιστούν παράνομη τη ώαπι'στωση της παραβάσεως
Εκτός του ότι, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δεν είχε, καταρχήν, την εξουσία να λάβει κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 την απόφαση, με την οποία διαπίστωσε απλώς μια παράβαση που είχε διαπραχθεί στο παρελθόν και η οποία είχε ήδη παύσει κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως, χωρίς να επιβάλει πρόστιμο ή άλλες υποχρεώσεις, η ακόλουθη σημαντική σκέψη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα να λάβει μια τέτοια απόφαση ακριβώς στην παρούσα υπόθεση.
Θα πρέπει να υπομνηστεί εδώ ότι, κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε ως αφετηρία το γεγονός ότι είχε ήδη τερματιστεί η καταχρηστική συμπεριφορά της προσφεύγουσας πριν από τη διαδικασία ακροάσεως και ότι, κατά συνέπεια, η απόφαση αναφερόταν σαφώς στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την 21η Νοεμβρίου 1980. Από τα πρακτικά, πάντως, που τήρησε η Επιτροπή σχετικά με τις κυριότερες δηλώσεις των προσώπων που ακούστηκαν στην υπόθεση αυτή στις 12 Φεβρουαρίου 1981, καθώς και από τις παρατηρήσεις επί των πρακτικών αυτών που υπέβαλε στην Επιτροπή ο πληρεξούσιος της προσφεύγουσας Mailänder, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ελάμβανε την απόφαση της γενικής της συνελεύσεως της 21ης Νοεμβρίου 1980 υπό την έννοια ότι στο μέλλον «οι αλλοδαποί καλλιτέχνες των χωρών της Κοινότητας» δεν θα αποκλείονται από τις διαχειριστικές της δραστηριότητες «χωρίς να τους επιβάλλεται ο πρόσθετος όρος να έχουν κατοικία στη Γερμανία». Ναι μεν η διατύπωση αυτί] αφήνει να πλανώνται ορισμένες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο αφορά μόνο τους αλλοδαπούς καλλιτέχνες που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους της Κοινότητας ή αυτούς που έχουν μόνο την κατοικία τους σε κράτος μέλος, από ένα όμως τμήμα των πρακτικών προκύπτει σαφώς ότι η πρακτική που θα ακολουθούσε στο μέλλον η προσφεύγουσα αφορούσε μόνο την πρώτη κατηγορία προσώπων. Συγκεκριμένα στη σελίδα 16 των πρακτικών αναφέρεται: «Ο Mailänder ζητεί να σημειωθεί στα πρακτικά ότι η GVL θα ακολουθεί στο εξής την τακτική εκμεταλλεύσεως που έχει τώρα υιοθετήσει, σύμφωνα με την οποία δεν υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των ημεδαπών και των αλλοδαπών της Κοινότητας». Επομένως, η Επιτροπή έλαβε γνώση, το αργότερο κατά το χρόνο της ακροάσεως, της μεταβολής της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας όσον αφορά τη διαχείριση των δικαιωμάτων. Αν κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως στις 29 Οκτωβρίου 1981, δηλαδή οκτώ περίπου μήνες αργότερα, είχε ακόμη τη γνώμη ότι αυτή η νέα τακτική εκμεταλλεύσεως συνιστούσε, σύμφωνα με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, παράβαση της απαγορεύσεως εκμεταλλεύσεως κατά τρόπο καταχρηστικό μιας θέσεως στην αγορά, θα όφειλε να λάβει κατ'εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 17 μια απόφαση για την παύση της παραβάσεως. Ο ανωτέρω λόγος αρκεί για να θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε εν πάση περιπτώσει πλέον συμφέρον να ληφθεί εν προκειμένω μια απόφαση περί διαπιστώσεως της παραβάσεως, εκτός του ότι η νέα τακτική εκμεταλλεύσεως είχε ικανοποιήσει τους διαμαρτυρηθέντες και είχε αναγνωριστεί στους ενδιαφερόμενους καλλιτέχνες αναδρομικά η δυνατότητα συμμετοχής στο σύστημα αμοιβών. Εξάλλου, μου φαίνεται ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει τη διαπίστωση αυτή εμμέσως, δεδομένου ότι αναφέρεται τώρα στο ζήτημα αν ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί στην απόφαση η ρητή υποχρέωση παύσεως της παραβάσεως. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι αποφάσεις των μετόχων δεν είναι, από τη φύση τους, αμετάκλητες. Μπορούσε όμως να λάβει επίσης υπόψη της το γεγονός αυτό κατά τη λήψη της αποφάσεως, πράγμα που συνεπάγεται ότι, αν φοβόταν τον κίνδυνο υποτροπής, θα μπορούσε να λάβει επίσης μια απόφαση επιβάλλοντας την υποχρέωση παύσεως της παραβάσεως.
Αντ' αυτού, ενήργησε διαφορετικά και διαπίστωσε ρητώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως ότι η προσφεύγουσα, τροποποιώντας το καταστατικό της και την πρότυπη σύμβαση διαχειρίσεως, τερμάηαε από την 21η Νοεμβρίου 1980 την επικρινόμενη παράβαση. Δεδομένου ότι γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων διεξήχθη η ακρόαση, δέχθηκε συνεπώς ότι η πρακτική εκμεταλλεύσεως που ακολουθούσε η προσφεύγουσα μετά την 21η Νοεμβρίου 1980 δεν παραβίαζε πλέον την απαγόρευση που απαγγέλλει το άρθρο 86 της συνθήκης της ΕΟΚ. Εντούτοις, δεν διέκοψε τη διαδικασία και έλαβε την επίδικη εν προκειμένω απόφαση περί διαπιστώσεως της παραβάσεως. Την ανάγκη λήψεως της αποφάσεως αυτής στήριξε στο γεγονός ότι η GVL άεωρεί, ενόψει της πολύπλοκης εννόμου καταστάσεως, ότι μπορεί να εξακοΑον&εί να αποκλείει από τις δραστηριότητες της τους καλλιτέχνες, που δεν έχουν τη γερμανική ιθαγένεια ή κατοικία στη Γερμανία. Εκτός του ότι αυτή η νέα γενική αιτίαση δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά, δεν αφορά, επί πλέον, παράβαση που έχει ήδη διαπραχθεί, αλλά ενδεχόμενη και μεΑΑοννική συμπεριφορά της προσφεύγουσας. Πράγματι, η απόφαση αποβλέπει, μεταξύ άλλων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 74, στο να «αποκλειστεί στο μέλλον η περίπτωση υπάρξεως ομοειδών ή παρομοίων παραβάσεων».
Ο κατάλογος, όμως, των μέτρων που ο κανονισμός 17 θέτει στη διάθεση της Επιτροπής για την αντιμετώπιση μιας συμπεριφοράς που θίγει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, δείχνει σαφώς ότι της παραχωρήθηκε η εξουσία λήψεως αποφάσεων μόνο σχετικά με υπάρχοναα παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού και ότι ο κανονισμός δεν της παρέχει την εξουσία λήψεως απλών μέτρων προΑήψεως. Εδώ πρόκειται ακριβώς για ένα τέτοιο μέτρο δεδομένου ότι, όπως τουλάχιστον υποστηρίζει η Επιτροπή, η υπό κρίση υπόθεση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είχε παύσει η παράβαση που διαπιστώθηκε με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων.
Σημειώνω τελειώνοντας ότι η προσφεύγουσα δεν είχε επί πλέον τη δυνατότητα να λάβει θέση επί των τωρινών αιτιάσεων στο πλαίσιο προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας. Η στάση της Επιτροπής είναι επίσης επίμεμπτη λόγω παραβιάσεως της αρχής της χορηγήσεως του δικαιώματος ακροάσεως, όπως καθιερώθηκε ιδίως με τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 99/63 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), θα πρέπει δε επίσης για το λόγο αυτό να ακυρωθεί η απόφαση.
Β — Επί των υπολοίπων λόγων
Δεδομένου ότι έχω πεισθεί ότι πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση λόγω των προαναφερθέντων ελαττωμάτων, παρέλκει η εξέταση των άλλων τυπικών και ουσιαστικών λόγων που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Αναφέρομαι ιδίως στο λόγο που η προσφεύγουσα στηρίζει στην εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ, ισχυρισμός που απαιτεί μία σε βάθος συζήτηση επί των προβαλλομένων επιχειρημάτων και δεν μπορεί να εξεταστεί επικουρικώς με μερικές φράσεις. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακυρώσει την απόφαση για τους λόγους που εξέθεσα, ζητώ τη χορήγηση συμπληρωματικής προθεσμίας για να μπορέσω να εξετάσω ιδιαιτέρως τον ανωτέρω ουσιαστικό λόγο.
Γ —
Ενόψει των σκέψεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 29ης Οκτωβρίου 1981, που αναφέρεται σε διαδικασία εφαρμογής του άρ3ρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ (ĪV/29.839«GVL»· EE L 370, της 28ης Δεκεμβρίου 1981, σ. 49) και να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα κατ' εφαρμογή του άρ9ρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση που εκδόθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1972 στην υπόθεση 8/72, Vereeniging van Cemcnthandclarcn κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1972,0.977.
( 3 ) Απόφαση που εκδόθηκε στις 15 Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 51/75 — EMI Records Ud. κατά CBS United Kingdom Limited, Slg. 1976, σσ. 811, 850.
( 4 ) Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έγγραφο συνόδου 1961-1962, έγγραφο 57, σσ. 37/38.
( 5 ) Απόφαση που εκδόθηκε στις 15 Ιουλίου 1970 στην υπόθεση 44/69, Buclilcr 8c Co. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Sig. 1970, σ. 733.
( 6 ) Απόφαση που εκδόθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1979 στην υπόθεση 85/76, Hoffmann-La Roche & Co. AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1979,σ. 461.
( 7 ) Διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1980, που εκδόθηκε στην υπόθεση 792/79 R, Camera Care Limited κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1980, σ. 119.
( 8 ) Απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Ιουνίου 1978 στην υπό9εση 77/77, Benzine en Petroleum Handelsmaatschappij BV και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1978, σ. 1513.
( 9 ) Απόφαση που εκδό8ηκε στις 15 Ιουλίου 1970 στην υπό8εση 41/69, ACF Chemiefarma NV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1970, σ. 661.
Full & Egal Universal Law Academy