ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ19 ΜΑΪΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι δικαατές,
1. Το πρόβλημα
Η υπόθεση 10/82 θέτει με εξαιρετικά σαφή τρόπο το ζήτημα των ορίων της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για την πλήρωση των κενών θέσεων κατά το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Με την ανακοίνωση COM /1144/80, η Επιτροπή κήρυξε κενή θέση αναθεωρητή, για την οποία απαιτούνταν τα ακόλουθα προσόντα:
1.
γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου που βεβαιώνονται με πτυχίο ή επαγγελματική πείρα ισοδύναμου επιπέδου·
2.
μακρά μεταφραστική πείρα. Πείρα αναθεώρησης·
3.
ακρίβεια στην έκφραση και ευχέρεια ύφους αποδεδειγμένες.
Και οι τέσσερις προσφεύγοντες διέθεταν κατά τον υπό κρίση χρόνο τόσο πανεπιστημιακό πτυχίο όσο και μεγάλη επαγγελματική πείρα. Είναι προφανές ότι και οι τέσσερις πληρούσαν τη δεύτερη προϋπόθεση. Τέλος, και οι τέσσερις προσκόμισαν επαινετικές εκθέσεις κρίσεως για το εν λόγω χρονικό διάστημα. Συνεπώς, δεν συζητείται ότι και οι τέσσερις προσφεύγοντες διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα τη στιγμή που κηρυσσόταν κενή η θέση. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία των υποθέσεων 9/82 και 10/82, οι τρεις από τους τέσσερις προσφεύγοντες είχαν εν τω μεταξύ προαχθεί σε κύριους μεταφραστές, θέση ανάλογη με εκείνη του αναθεωρητή, για την οποία απαιτούνταν τα ίδια σχεδόν προσόντα.
Παρ' όλα αυτά, η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια σε καμία από τις τέσσερις υποψηφιότητες, αλλά προτίμησε έναν αναθεωρητή, ο οποίος υπηρετούσε σε άλλο όργανο. Όπως προκύπτει σαφώς από όσα παρατίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από το περιεχόμενο και τη χρονολογική σειρά των εγγράφων, υπηρεσιακών σημειωμάτων και διοικητικών αποφάσεων που αφορούν την παρούσα διαφορά, ο διευθυντής της εν λόγω μεταφραστικής υπηρεσίας ήθελε, προτού ακόμα κηρυχθεί κενή η θέση να προτείνει γι' αυτή τον εν λόγω αναθεωρητή, ο οποίος υπηρετούσε σε άλλο όργανο. Επομένως, η προηγούμενη εξέταση α) των δυνατοτήτων προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου και 6) των δυνατοτήτων οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο, που επιτάσει το άρθρο 29, παράγραφος 1, όπως συνάγεται από μόνο την προαναφερθείσα χρονολογική σειρά των διαφόρων φάσεων της διαδικασίας, στην πραγματικότητα υποβαθμίστηκε έκδηλα σε απλή τυπική διατύπωση. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Επιτροπή παραδέχτηκε ρητά ότι καθόλη τη διοικητική διαδικασία ελήφθησαν υπόψη τα προσόντα του εν λόγω αναθεωρητή, ο οποίος υπηρετούσε σε άλλο όργανο (υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 8· ανταπάντηση, σ. 4). Τόνισε, πάντως, σχετικώς ότι «δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ο αρμόδιος υπάλληλος να ενημερώνεται για τους υποψηφίους που διαθέτουν προσόντα τόσο εντός του οργάνου όσο και εκτός αυτού και, εκτιμώντας τις διάφορες υποψηφιότητες κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1981, να θεωρεί ότι μπορεί να προσληφθεί υποψήφιος με τα κατάλληλα προσόντα μέσω μετατάξεως από άλλο όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Η παρούσα λοιπόν υπόθεση θέτει κατά τρόπο σαφή το ζήτημα αν, δυνάμει του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, θεσμικό όργανο μπορεί να αγνοήσει τις υποψηφιότητες των υπαλλήλων του, οι οποίοι πληρούν απολύτως τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, με το αιτιολογικό ότι υφίσταται σε άλλο όργανο υποψήφιος που θεωρείται ότι διαθέτει μεγαλύτερα προσόντα.
2. Λόγοι και αιτήματα των προσφευγόντων και ισχυρισμοί της Επιτροπής προς υπεράσπιση της
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 1981, με την οποία απέρριψε τις υποψηφιότητες τους για την επίδικη θέση αναθεωρητή και να υποχρεώσει την Επιτροπή να διορίσει εκείνον από τους τέσσερις προσφεύγοντες που διαθέτει τα μεγαλύτερα προσόντα.
Ο πρώτος και κύριος λόγος που προβάλλεται με την προσφυγή των προσφευγόντων συνίσταται στο ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να προβαίνει στην πρόσληψη υποψηφίων εκτός του οργάνου μόνο αν βεβαιωθεί ότι στο όργανο αυτό δεν υπάρχουν υποψήφιοι που να πληρούν τα απαραίτητα προσόντα. Με άλλους λόγους, η εφαρμογή της διαδικασίας του στοιχείου γ), που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, είναι δυνατή, μόνο εφόσον κατά τη διαδικασία των στοιχείων α) και 6) κανένας κατάλληλος υποψήφιος δεν εξεδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον. Η Επιτροπή δεν μπορεί περαιτέρω να επικαλείται το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων για να υποστηρίξει διαφορετική ερμηνεία, εφόσον το άρθρο 29, ως ειδικός κανόνας, υπερισχύει των γενικών «προγραμματικών διατάξεων» του άρθρου 27. Για την εκτίμηση του λόγου αυτού έχουν ειδικότερα σημασία οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ley (12/64 και 29/64, Jurispr. 1965, σ. 160), van Belle (176/73, Jurispr. 1974, σ. 1370), Küster (23/74, Jurispr. 1975, σ. 367· 22/75, Jurispr. 1975, σ. 1271, και 123/75, Jurispr. 1976, σ. 1709-1710), Giannini (265/81, απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 3865) και Colussi (298/81, απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 1131).
Η αιτίαση που περιλαμβάνει η προσφυγή, σύμφωνα με την οποία η κενή θέση προοριζόταν από την αρχή για υποψήφιο προερχόμενο από άλλο όργανο, επαναλαμβάνεται και στην απάντηση με την επίκληση ενός δεύτερου λόγου, δηλαδή της καταχρήσεως εξουσίας. Ιδίως, η πρόταση της αρμόδιας υπηρεσίας να κινηθεί η διαδικασία του στοιχείου γ) έγινε πριν ακόμη εξεταστούν οι τίτλοι των υποψηφίων από άλλα όργανα. Για την εκτίμηση του δεύτερου αυτού λόγου έχουν ιδιαίτερη σημασία οι αμέσως παραπάνω αποφάσεις στην υπόθεση 123/75 (Küster) και 265/81 (Giannini), καθώς και η απόφαση στην υπόθεση Giuffrida (105/76, Jurispr. 1976, σ. 1401).
Προς υπεράσπιση της, η Επιτροπή επικαλείται κυρίως το πεδίο εκτιμήσεως που διαθέτει το όργανο κατά την εφαρμογή του άρθρου 29, πράγμα που έχει αναγνωρίσει ρητά το Δικαστήριο με πολλές από τις αναφερόμενες αποφάσεις. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αρνείται ότι η θέση προοριζόταν εκ των προτέρων για υποψήφιο προερχόμενο από άλλο όργανο. Εσωτερικός διαγωνισμός μετά το πέρας της διαδικασίας του στοιχείου α) του άρθρου 29, παράγραφος 1, ήταν επιπλέον περιττός, δεδομένου ότι ήταν αδύνατο να υπάρχουν εντός του οργάνου υποψήφιοι με μεγαλύτερα προσόντα από εκείνα των υποψηφίων που ήδη απορρίφθηκαν κατά τη διαδικασία του στοιχείου α). Συμμορφούμενη, λοιπόν, με το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και προς το συμφέρον της υπηρεσίας και αφού απέρριψε τις υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του στοιχείου α), η Επιτροπή όφειλε να κινήσει αμέσως τη διαδικασία του στοιχείου γ).
Τέλος, η Επιτροπή αρνείται ότι η διαδικασία που ακολούθησε επεδίωκε διαφορετικό σκοπό από το νόμιμο σκοπό του άρθρου 29 (για την περιγραφή αυτή της καταχρήσεως εξουσίας πρβλ. την αναφερόμενη απόφαση στην υπόθεση 123/75).
3. Εκτίμηση
Στην παρούσα υπόθεση, φαίνεται κατά πρώτο λόγο να είναι σε βάρος της Επιτροπής το υπηρεσιακό σημείωμα της 13ης Ιουνίου 1980. Με το εν λόγω σημείωμα, ο προϊστάμενος του τμήματος προσλήψεων, διορισμών και προαγωγών ζήτησε τη γνώμη του διευθυντή της μεταφραστικής υπηρεσίας, σχετικά με την αίτηση μετατάξεως του υποψηφίου από άλλο όργανο. Το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα κατάληγε ως εξής: «Σε περίπτωση ευνοϊκής απαντήσεως πρέπει να αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων θέση της σταδιοδρομίας LA 5/LA 4 και, αφού απορριφθούν οι εσωτερικές υποψηφιότητες που πρόκειται να υποβληθούν, η ίδια θέση να αναρτηθεί και στα λοιπά όργανα (άρθρο 29, παράγραφος 1, περίπτωση γ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων).»
Την εντύπωση μιας «τύποις μόνο εξετάσεως» των δυνατοτήτων πληρώσεως της κενής θέσεως με την πρόσληψη εσωτερικού υποψηφίου επι6ε6αιώνει και το υπηρεσιακό σημείωμα της 18ης Φεβρουαρίου 1981, με το οποίο ο διευ9υντής της μεταφραστικής υπηρεσίας χαρακτήρισε την πείρα των εσωτερικών υποψηφίων ως ανεπαρκή και πρότεινε μετάταξη σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1, στοιχείο γ). Παρόμοια πρόταση, που αφορούσε υποψήφιο άλλου οργάνου κατά το υπηρεσιακό σημείωμα της 13ης Ιουνίου 1980, διατύπωσε και στις 20 Φεβρουαρίου 1981. Στις 25 Μαρτίου 1981, προτού ακόμη η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απορρίψει επίσημα της εσωτερικές υποψηφιότητες, ο εκπρόσωπος της επιτροπής στην ομάδα επαφών των οργάνων στις Βρυξέλλες έκανε σχετικά δήλωση για να δικαιολογήσει τη μετάταξη του υποψήφιου από άλλο όργανο και συγκεκριμένα από το Συμβούλιο.
Όπως προκύπτει από τα εν λόγω υπηρεσιακά σημειώματα, η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση είναι διαμετρικά αντίθετη από εκείνη που ακολουθήθηκε στην προαναφερόμενη υπόδεση Giannini. Στην υπόθεση αυτή, η υπηρεσία προσωπικού της Επιτροπής ήταν αντίθετη προς μια ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 29 υπέρ ενός υποψηφίου που η αρμόδια υπηρεσία θεωρούσε ότι διέθετε μεγαλύτερα προσόντα από εκείνα του εσωτερικού υποψηφίου, ο οποίος είχε υποβάλει υποψηφιότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας του στοιχείου α), δεδομένου ότι ο καλύτερος υποψήφιος — όπως και στην παρούσα υπόθεση — ήταν δυνατό να προσληφθεί μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή απέρριψε την προσφυγή του υποψηφίου, τον οποίο είχε προτείνει αρχικά η αρμόδια υπηρεσία, που στρεφόταν κατά του διορισμού του εσωτερικού υποψηφίου, διορισμού που έγινε μετά από την αντίρρηση που προέβαλε η υπηρεσία προσωπικού. Είναι κατανοητό ότι οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση επικαλέστηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση την υπόθεση Giannini, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή είχε στηρίξει τις αντιρρήσεις της σχετικά με τον «καλύτερο» υποψήφιο στο επιχείρημα ότι ο διορισμός του θα συνιστούσε κατάχρηση εξουσίας, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του στην προαναφερθείσα απόφαση Giuffrida (υπόθεση 105/75, Jurispr. 1976, σ. 1402). Πάντως, κατ' εμέ είναι άσχετη εν προκειμένω η επίκληση από τους προσφεύγοντες τόσο της υποθέσεως Giannini όσο και της υποθέσεως Giuffrida.
Η επίκληση της υποθέσεως Giannini είναι άσχετη και για το λόγο ότι, στο βαθμό που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο είχε απλώς κρίνει (σκέψη 11) «ότι, κατά το χρόνο λήψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ÔBP είχε νποχρεωοη να συγκρίνει τα προσόντα και τις ικανότητες [του διορισθέντος υπαλλήλου] και του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι δεν προοριζόταν για προαγωγή ή μετάθεση» (μπορούσε μόνο να κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο του εσωτερικού διαγωνισμού). Οι λέξεις από το απόσπασμα αυτό του σκεπτικού που υπογράμμισα αφήνουν απόλυτη ελευθερία στην Επιτροπή να μπορεί να λάβει υπόψη της τα προβαλλόμενα μεγαλύτερα προσόντα του προσφεύγοντος. Δοθέντος ότι η Επιτροπή δεν έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής, το Δικαστήριο περιορίστηκε να δεχτεί στην υπόθεση Giannini (σκέψη 13) ότι «ούτε τα στοιχεία του φακέλου, ούτε οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά την εκτίμηση των προσόντων και των ικανοτήτων του διορισθέντος, η Επιτροπή υπέπεσε σε προφανή πλάνη ή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας». Συνεπώς, εκείνο που μπορεί εν πάση περιπτώσει να συναχθεί από την υπόθεση Giannini είναι ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της, τη δυνατότητα να αξιολογήσει τους υποψηφίους που παρουσιάστηκαν κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 1, μόνο με βάση τα προσόντα τους. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει χωρίς αμφιβολία προς το άρθρο 29, δεν λέει όμως τίποτα για την εξουσία που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λαμοάνει υπόψη της κατά το πρώτο στάδιο και τα προσόντα των υποψηφίων οι οποίοι εμφανίζονται μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, είναι όμως ήδη γνωστά από την αρχή (θα προσέθετα και αυτούς που με εύλογη βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί ότι θα παρουσιαστούν αργότερα).
Νομίζω ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν ούτε την υπόθεση Giuffrida (105/75, Jurispr. 1976, σ. 1395) προς υποστήριξη της προβαλλόμενης καταχρήσεως εξουσίας. Τα περιστατικά της εν λόγω υποθέσεως διέφεραν κατά πολύ από τα περιστατικά της παρούσας διαφοράς. Με την υπόθεση Giuffrida αναγνωρίστηκε (σκέψη 10) ότι ο εσωτερικός διαγωνισμός «είχε οργανωθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή με μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση της υπηρεσιακής καταστάσεως ενός συγκεκριμένου υπαλλήλου και με προοπτική το διορισμό του υπαλλήλου αυτού στην κενή θέση». Μόνο για την κατάσταση αυτή, στη σκέψη 11 αναφέρεται ότι «η επιδίωξη ενός τέτοιου ειδικού σκοπού έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς οποιασδήποτε διαδικασίας προσλήψεων, συμπεριλαμβανομένου και του εσωτερικού διαγωνισμού, και συνεπώς συνιστά κατάχρηση εξουσίας».
Στην παρούσα υπόθεση, από τη δικογραφία συνάγεται σαφώς η a priori πρόθεση να διοριστεί ως αναθεωρητής στην Επιτροπή ο προερχόμενος από άλλο όργανο υποψήφιος που κρίθηκε καλύτερος. Με την απόφαση του στην υπόθεση Ley (Jurispr. 1965, σ. 160), το Δικαστήριο έκρινε ότι η άποψη, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 29 «επιβάλλει» στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή «την υποχρέωση διενέργειας εσωτερικού διαγωνισμού, όταν είναι αδύνατη η προαγωγή ή η μετάταξη», δεν είναι ορθή, δεδομένου ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο 6), όπως άλλωστε και το στοιχείο α), «επιβάλλει στην εν λόγω αρχή την υποχρέωση να εξετάσει απλώς τις “δυνατότητες” κινήσεως των διαδικασιών που προβλέπονται σχετικά» και επιπλέον «ο όρος “δυνατότητες” καθιστά σαφές ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένη να λαμβάνει τα εν λόγω μέτρα, αλλ' απλώς να εξετάζει κατά περίπτωση αν είναι δυνατόν να καταλήξουν σε διορισμό προσώπου που κατέχει τα μεγαλύτερα προσόντα ως προς την ικανότητα, την απόδοση και την ακεραιότητα» (η υπογράμμιση δική μου).
Ανάλογο περιεχόμενο με το προαναφερθέν στην υπόθεση Ley έχει και η σκέψη 10 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 123/75 (Küster, Jurispr. 1976, σ. 1709). Αναφορά στην ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει σχετικά η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή γίνεται, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 12 της ίδιας αποφάσεως, καθώς και στη σκέψη 17 πρόσφατης αποφάσεως του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της αποφάσεως της 24ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση Colussi. Όπως συνάγεται με βεβαιότητα, μεταξύ άλλων, από τη σκέψη 24 της πρώτης αποφάσεως Küster (υπόδεση 23/74), από τη σκέψη 5 της δεύτερης αποφάσεως Küster (υπόθεση 22/75) και από τη σκέψη 10 της τρίτης υπο9έσεως Küster (υπόθεση 123/75), η μετάβαση σε επόμενο στάδιο της διαδικασίας του άρ9ρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων είναι δυνατή, όταν γίνεται αποκλειστικά προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Επιπλέον, η εξέταση που απαιτούν τα διαδοχικά προηγούμενα στάδια πρέπει φυσικά να γίνεται με επιμέλεια.
Βάσει της αναλύσεως της υπο9έσεως που έκανα, συνοψίζω την άποψη μου ως εξής:
Πρώτον, τόσο από το γράμμα του άρ9ρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), όσο και από τη σχετική νομολογία πρέπει να συναχ9εί το συμπέρασμα ότι κανείς από τους ανήκοντες στο όργανο υποψηφίους που κατέχουν τα απαιτούμενα από την ανακοίνωση κενής 9έσης προσόντα δεν μπορεί να 9εμελιώσει στην εν λόγω διάταξη οποιοδήποτε δικαίωμα προαγωγής ή μετατάξεως.
Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι δυνατότητες εφαρμογής του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β) πρέπει ασφαλώς να εξετάζονται με προσοχή, πριν εφαρμοστεί το άρ9ρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο γ) (ή γενικότερα το επόμενο στάδιο της διαδικασίας). Πάντως, το συμφέρον της υπηρεσίας του οργάνου, σύμφωνα με την υπό9εση Ley, επιτρέπει την αναζήτηση του υποψηφίου που κατέχει τα μεγαλύτερα προσόντα, μεταξύ άλλων, ως προς την ικανότητα και την απόδοση. Για το λόγο αυτό, το απλό γεγονός ότι από την έναρξη της διαδικασίας για την πλήρωση της κενής 9έσεως 9εωρή9ηκε ότι υποψήφιος εκτός του οργάνου ήταν σαφώς καλύτερος, δεν μπορεί να σημαίνει ότι οι υποψηφιότητες των εσωτερικών υποψηφίων εξετάστηκαν χωρίς τη δέουσα προσοχή. Αυτό βεβαίως ισχύει ακόμα περισσότερο δεδομένου ότι ήταν γνωστό, μεταξύ άλλων, ότι ο εξωτερικός υποψήφιος ασκούσε στην πραγματικότητα από την 1η Ιουλίου 1975 στο Συμβούλιο τα καθήκοντα του ανα9εωρητή στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Επιπλέον, ο τελευταίος είχε ήδη εργαστεί για έναν περίπου χρόνο στην Επιτροπή ως μεταφραστής με αποτέλεσμα οι μεταφραστικές ικανότητες του (για τις οποίες προσλήφθηκε το Σεπτέμβριο του 1973 από το Συμβούλιο) να είναι γνωστές στην Επιτροπή και για το λόγο αυτό.
Τρίτον, οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν κανένα έγγραφο, από το οποίο να είναι δυνατόν να συναχ9εί ότι η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση των προσόντων και των ικανοτήτων του υποψήφιου που τελικά διορίστηκε, υπέπεσε σε προφανή πλάνη ή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας (πρβλ. τα κριτήρια εκτιμήσεως που αναφέρονται στη σκέψη 13 της προαναφερθείσας αποφάσεως στην υπόθεση Giannini). Από τη δικογραφία προκύπτει, ότι, σε αντίθεση με τους προσφεύγοντες, οι οποίοι έκαναν μόνο ευκαιριακά αναθεώρηση, ο υποψήφιος που τελικά διορίστηκε ασκούσε από ετών κατά κύριο λόγο καθήκοντα αναθεωρητή. Προς το συμφέρον της υπηρεσίας, η Επιτροπή μπορούσε να προσδοκά ότι ο τελευταίος είναι καταλληλότερος από τους προσφεύγοντες για να εκπληρώσει τα καθήκοντα, περί των οποίων πρόκειται. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό είναι αποφασιστικό, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η απόρριψη των υποψηφιοτήτων των προσφευγόντων ήταν νόμιμη. Στην πραγματικότητα, οι προσφεύγοντες δεν ζήτησαν την ακύρωση του διορισμού. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να ασχοληθούμε με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε γι' αυτό καθεαυτό το διορισμό.
Συμπεραίνοντας, προτείνω την απόρριψη του αιτήματος των προσφευγόντων για ακύρωση της αποφάσεως, με την οποία δεν έγιναν δεκτές οι υποψηφιότητες τους· κάθε διάδικος δε να καταδικαστεί να φέρει, δυνάμει των άρθρων 69 και 70 του κανονισμού διαδικασίας, τα δικαστικά του έξοδα. Όσον αφορά το τελευταίο αίτημα των προσφευγόντων, που συνίσταται να υποχρεωθεί η Επιτροπή να διορίσει εκείνον από αυτούς που κατέχει τα μεγαλύτερα προσόντα, στερείται κατά συνέπεια οποιασδήποτε βάσεως. Συνεπώς, δεν χρειάζεται να ασχοληθώ ούτε με το παραδεκτό του τελευταίου αυτού αιτήματος.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy