ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 11ης Οκτωβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαβτές,
1. Εισαγωγή
1.1.
Στις προτάσεις μου της 14ης Οκτωβρίου 1982, διατύπωσα ήδη τις απόψεις μου ως προς την ένσταση απαραδέκτου που πρόβαλε η Επιτροπή κατά της προσφυγής της Α. Ε. Πει-ραϊκής-Πατραϊκής και λοιπών, με την οποία ζητείται ακύρωση της αποφάσεως 81/988 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1981 (ΕΕ 1981, L 362, σ. 33 ). Ως προς τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι διάδικοι για το θέμα του παραδεκτού, μετά τη Διάταξη σας της 6ης Δεκεμβρίου 1982, με την οποία αποφασίστηκε η συνεκδίκαση της ενστάσεως με την ουσία, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να συμπληρώσω τις προηγούμενες προτάσεις μου. Υπενθυμίζω ότι είχα τότε προτείνει την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, κατά το μέρος που η προσφυγή αφορά τις συμβάσεις εξαγωγής που είχαν ήδη συνάψει οι προσφεύγουσες κατά την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση της Επιτροπής. Φωτοαντίγραφα των σχετικών συμβάσεων επισυνάπτουν οι προσφεύγουσες ως παράρτημα της απαντήσεως τους. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τα επίδικα μέτρα διασφαλίσεως αφορούν ένα τουλάχιστον μέρος των εν λόγω συμβάσεων. Για ορισμένες από τις προσφεύγουσες πληρούται τουλάχιστον η προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής όπως την είχα καθορίσει. Για το λόγο αυτό, στη συνέχεια των σημερινών προτάσεων μου, θα επιστήσω αποκλειστικά την προσοχή σας στην ουσία της υποθέσεως. Ωστόσο, σημειώνω από τώρα ότι, αν κρίνουμε από τις τελευταίες της παρατηρήσεις στην προφορική διαδικασία, ιδίως τις απαντήσεις της στα ερωτήματα που υποβάλατε, το επιχείρημα που διατύπωσα υπέρ του παραδεκτού ανησυχεί την Επιτροπή, διότι αναμένει κυρίως να υπάρξουν αυτόματες και απαράδεκτες συνέπειες για την επεξεργασία και το περιεχόμενο μέτρων διασφαλίσεως, όπως αυτών που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Αφενός, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αποδοχή της απόψεως μου σημαίνει οπωσδήποτε ότι οφείλει να εξετάζει στο εξής αυτεπαγγέλτως, κατά την επεξεργασία αποφάσεων που επιτρέπουν τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως, ποιες υπό εκτέλεση συμβάσεις μπορούν να θιγούν από τα εν λόγω μέτρα. Αφετέρου, φοβάται προφανώς ότι, αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την άποψη μου, θα καθίσταντο αναγκαίες μεταβατικές διατάξεις για τις υπό εκτέλεση συμβάσεις, με κίνδυνο να υπάρξουν ψευδείς μεταχρονολογήσεις. Επιθυμώ να παρατηρήσω ότι η παροχή στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις της δυνατότητας προσφυγής, υπέρ της οποίας τάχθηκα, δεν πρόκειται να έχει, καθαυτή, καμία από τις συνέπειες που επισημαίνει η Επιτροπή όσον αφορά την επεξεργασία των μέτρων διασφαλίσεως ή το περιεχόμενο τους.
1.2. Τα κυριότερα πραγματικά περιστατικά
Η επίδικη απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελλάδας. Η διάταξη αυτή, από απόψεως περιεχομένου, συμφωνεί σχεδόν πλήρως με το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ωστόσο, αντίθετα προς το τελευταίο αυτό άρθρο, το άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως, εκτός από την Ελληνική Δημοκρατία, μπορούν να το επικαλεστούν τα άλλα κράτη μέλη μόνο έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Σε ό,τι αφορά την επίδικη απόφαση, παραπέμπω κυρίως στο φύλλο της επίσημης εφημερίδας που προανέφερα. Για την κρίση της υποθέσεως επί της ουσίας, κρίσιμα είναι ιδίως τα ακόλουθα χαρακτηριστικά των αιτιολογικών σκέψεων. Η Γαλλική Κυβέρνηση ζήτησε να της επιτραπεί να λάβει μέτρα διασφαλίσεως έναντι των εισαγωγών παντός είοους νημάτων βάμβακος ελληνικής προελεύσεως (δηλαδή, τόσο των νημάτων peigné όσο και των νημάτων cardé). Ωστόσο, η αιτιολογία των σοβαρών και επίμονων δυσχερειών σε ένα τομέα της γαλλικής οικονομικής δραστηριότητας και σε ορισμένη περιοχή της Γαλλίας αφορά αποκλειστικά τα νήματα βάμβακος peigné (αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 8). Τα στατιστικά δεδομένα για την εξέλιξη των εισαγωγών που παρατίθενται στην ένατη αιτιολογική σκέψη αφορούν τόσο τα νήματα peigné όσο και τα νήματα cardé. Στη δέκατη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι από τα στατιστικά αυτά στοιχεία προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου 1981, οι εισαγωγές νημάτων βάμβακος ελληνικής προελεύσεως αυξήθηκαν μόνο προς τη Γαλλία και την Ιρλανδία. Η διαπίστωση αυτή μόνο μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές έρεισμα του συμπεράσματος που συνάγεται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, σύμφωνα με την οποία η αύξηση αυτή των εισαγωγών από την Ελλάδα προς τη Γαλλία πρέπει να θεωρηθεί ως η κύρια αιτία της επιδεινώσεως των δυσχερειών που συναντά η νηματουργία βάμβακος peigné, δεδομένου ότι, όπως επίσης διαπιστώνεται στην ίδια αιτιολογική σκέψη, τα νήματα peigné αντιπροσωπεύουν το 75 ο/ο περίπου των νημάτων βάμβακος που εισάγονται από την Ελλάδα. Από τη δωδέκατη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως προκύπτει ότι, αν και η πρόθεση ήταν να προστατευτεί προσωρινά μόνο η γαλλική βιομηχανία νημάτων peigné, για τεχνικούς λόγους που αφορούν τις τελωνειακές διατυπώσεις, επετράπη στη Γαλλία να περιορίσει την εισαγωγή όλων των νημάτων βάμβακος ελληνικής προελεύσεως, κατά τις περιόδους που αναφέρονται στην απόφαση και για τις ποσότητες που καθορίζονται σ' αυτήν. Το άρθρο 3 της αποφάσεως περιέχει μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία η απόφαση δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί παραδόσεων νημάτων βάμβακος που έχουν αποσταλεί πριν από την κοινοποίηση της αποφάσεως στη Γαλλία και στην Ελληνική Δημοκρατία.
1.3.
Όσον αφορά τους έξι λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν, παραπέμπω στο δικόγραφο της προσφυγής. Ο πρώτος λόγος, ο οποίος είναι και ο κύριος λόγος, στηρίζεται στην παραβίαση των τεσσάρων πιο σημαντικών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως. Ο δεύτερος λόγος αφορά αιτιάσεις κατά της Επιτροπής για πλημμέλειες της αιτιολογίας σε σχέση με τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο τρίτος λόγος στηρίζεται στην παραβίαση, εκ μέρους της Επιτροπής, της αρχής της αναλογικότητας που θεσπίζει το άρθρο 130, παράγραφος 3· ωστόσο, ο λόγος αυτός δεν είναι παρά ανάπτυξη του τρίτου και τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου. Για το λόγο αυτό, οι τρεις πρώτοι λόγοι μπορούν κάλλιστα να εξεταστούν από κοινού.
Ο τέταρτος λόγος στηρίζεται στην παραβίαση, εκ μέρους της Επιτροπής, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον επετράπη στη Γαλλία να λάβει μέτρα διασφαλίσεως μόνο έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο λόγος αυτός πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθεί, δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως, ούτε το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχουν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να επιτρέψει στη Γαλλία, κατά την υπό κρίση εξεταζόμενη περίοδο, να λάβει μέτρα διασφαλίσεως και έναντι άλλων κρατών μελών.
Με τον πέμπτο λόγο οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή παραβίαση της αρχής της κοινοτικής προτιμήσεως, καθόσον περιόρισε τις αναλύσεις της και τα μέτρα της μόνο στις εισαγωγές από την Ελλάδα. Και το λόγο αυτόν θα τον εξετάσω σε συνδυασμό με τους τρεις πρώτους. Στην παρούσα υπόθεση, νομίζω ότι η σημασία του λόγου αυτού έγκειται στο ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των δυσκολιών της γαλλικής βιομηχανίας νημάτων βάμβακος peigné και της εισαγωγής παρόμοιων νημάτων από την Ελλάδα.
Με τον έκτο λόγο, οι προσφεύγουσες επικαλούνται παραβίαση της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην οποία στηρίζεται τόσο η Συνθήκη ΕΟΚ όσο και η πράξη προσχωρήσεως. Δεδομένου ότι κάθε εφαρμογή του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως περιορίζει εξ ορισμού τις δυνατότητες ανταγωνισμού της θιγόμενης εξαγωγικής βιομηχανίας, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Κατά συνέπεια εκείνοι που έχουν σημασία είναι οι τρεις πρώτοι λόγοι των προσφευγουσών, ενώ και ο πέμπτος λόγος πρέπει επίσης να εξεταστεί από την άποψη που προαναφέρθηκε. Λαμβανομένων υπόψη των κυριότερων σημείων που ανέπτυξαν γραπτώς οι διάδικοι στα υπομνήματα τους — και εκτέθηκαν συνοπτικά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση —, καθώς και των επιχειρημάτων που ανέπτυξαν προφορικά οι διάδικοι κατά την προφορική διαδικασία, νομίζω ότι τα ζητήματα που έχουν αποφασιστική σημασία για το Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα:
1)
Έχει επαρκώς αποδειχτεί ότι οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε η γαλλική νηματουργία νημάτων βάμβακος peigné κατά τη διάρκεια της υπό κρίση περιόδου ήταν σημαντικές και ότι είχαν, εξάλλου, προκληθεί, σε σημαντικό βαθμό, από τις εισαγωγές νημάτων peigné από την Ελλάδα;
2)
Αποτελεί ο τομέας των νημάτων βάμβακος peigné «τομέα οικονομικής ^ δραστηριότητας » κατά την έννοια του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως;
3)
Έχουν σωρευτικό ή διαζευκτικό χαρακτήρα τα κριτήρια των σοβαρών κλαδικών δυσχερειών και των σοβαρών περιφερειακών δυσχερειών, που διατυπώνονται στο άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως;
4)
Παρέβη με την απόφαση της η Επιτροπή την απαίτηση του « απόλυτα αναγκαίου » των επιτρεπόμενων μέτρων, που επιβάλλει το άρθρο 130, παράγραφος 3, καθώς καιτη γενική αρχή της αναλογικότητας, ιδίως λόγω ανεπαρκούς εκτιμήσεως των συμφερόντων των ελλήνων και γάλλων παραγωγών και λόγω επεκτάσεως των επίδικων μέτρων και σε άλλες ποικιλίες νημάτων εκτός από τα νήματα βάμβακος peigné;
Στο δεύτερο μέρος των προτάσεων μου θα εξετάσω διαδοχικά τα σημεία αυτά^ τα οποία θεωρώ αποφασιστικής σημασίας. Όπως ήδη ανέφερα, κατ' ουσία αντιστοιχούν στους τρεις πρώτους λόγους που προβάλλουν οι προσφεύγουσες. Όσον αφορά τους υπόλοιπους λόγους, τους έχω ήδη χαρακτηρίσει ως αβάσιμους.
2. Εξέταση των προαναφερθέντων σημείων
2.1. Οι δυσχέρειες της γαλλικής νηματουργ'ιας βάμβακος peigne και οι αιτίες της
Οι προσφεύγουσες αναγνωρίζουν με την προσφυγή τους και την απάντηση τους ότι η παραγωγή νημάτων βάμβακος peigné στη Γαλλία μειώθηκε κατά 11,2 ο/ο το 1981, ότι οι γαλλικές εισαγωγές νημάτων βάμβακος peigné από την Ελλάδα αυξήθηκαν μεταξύ 1980 και 1981 και ότι το μερίδιο της γαλλικής αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω εισαγωγές αυξήθηκε κατά την ίδια περίοδο από 17,5 °/ο σε 24,5 0/0. Αναγνωρίζουν επίσης ότι το μερίδιο των από Ελλάδα εισαγωγών στο σύνολο των γαλλικών εισαγωγών αυξήθηκε, κατά την ίδια περίοδο, από 55,3 ο/ο σε 59,9 ο/ο. Επίσης, δεν αμφισβητούν το γεγονός, που επισημαίνεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ελληνικές εξαγωγές προς τα διάφορα κράτη μέλη της ΕΟΚ δεν αυξήθηκαν, κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1981, παρά μόνο προς τη Γαλλία και την Ιρλανδία. Αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία αυτά που παρέχει η επίδικη απόφαση και τα οποία δέχονται οι προσφεύγουσες, καθώς και τα άλλα στοιχεία που δεν αμφισβητούνται, νομίζω ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι η γαλλική νηματουργία βάμβακος peigné αντιμετώπιζε πράγματι σοβαρές δυσχέρειες. Αν και η Επιτροπή ρητώς δέχεται ότι οι σοβαρές αυτές δυσχέρειες οφείλονται επίσης σε εσωτερικές αιτίες, νομίζω ότι τα στοιχεία που δέχονται οι προσφεύγουσες και αναφέρθηκαν ανωτέρω αποδεικνύουν επαρκώς ότι οι εισαγωγές νημάτων βάμβακος peigné από την Ελλάδα συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία των δυσχερειών αυτών. Η Επιτροπή μάλιστα, στο υπόμνημα της, στηρίζεται στο γεγονός ότι το άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως δεν της παρέχει ελευθερία κινήσεων στο θέμα αυτό. Εξάλλου, υπέρ της περιοριστικής ερμηνείας του άρθρου 130 συνηγορεί το γεγονός ότι η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου συνιστά σοβαρή προσβολή των ίδιων των θεμελίων της Κοινότητας, όπως ορθώς παρατήρησαν οι προσφεύγουσες. Το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο είναι ανάλογο με το εν λόγω άρθρο, εφαρμόστηκε από την Επιτροπή, την εποχή της ισχύος του με τη μεγαλύτερη δυνατή επιφύλαξη. Αν και ο γενικός εισαγγελέας Dutheillet de Lamothe, στην υπόθεση 37/70 ( Rewe-Zentrale, Jurispr. 1971, σ. 42 και 43 ), αποφάνθηκε με βάσιμα επιχειρήματα υπέρ της αναγνωρίσεως ορισμένης ελευθερίας δράσεως της Επιτροπής στον τομέα των μέτρων διασφαλίσεως, όπως αυτών για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, η ελευθερία αυτή δεν μπορεί βέβαια να φτάσει μέχρι το σημείο να εμποδίζει το Δικαστήριο να διασφαλίζει την τήρηση των επιταγών του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως. Ωστόσο, νομίζω ότι στην παρούσα περίπτωση, όπως προανέφερα, αποδείχτηκαν επαρκώς οι δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η γαλλική νηματουργία βάμβακος peigné Kat η σημαντική συμβολή των ελληνικών εισαγωγών στη δημιουργία αυτών των δυσχερειών.
2.2. Η έννοια νου « τομέα οικονομικής δρα-ονηριότηνας »
Όπως ήδη επισήμανα στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, οι αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 11 της αποφάσεως αναφέρονται αποκλειστικά, σε ό, τι αφορά τις προβαλλόμενες σοβαρές δυσχέρειες, στην κατάσταση της γαλλικής νηματουργίας βάμβακος peigné. Αν ληφθούν υπόψη οι δυσχέρειες, που σύμφωνα με τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη, παρουσιάζει η διάκριση μεταξύ των νημάτων βάμβακος peigné και των νημάτων βάμβακος cardé, οι προσφεύγουσες δικαίως ζητούν να πληροφορηθούν αν η διαπίστωση της τρίτης αιτιολογικής σκέψεως, σύμφωνα με την οποία τα νήματα βάμβακος peigné αποτελούν εμπόρευμα που διακρίνεται ευκρινώς από άλλα συγγενή προϊόντα και ότι κατά συνέπεια αποτελεί τομέα οικονομικής δραστηριότητας υπό την έννοια του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως, συμβιβάζεται με όσα αναφέρονται στη δωδέκατη αιτιολογική έκθεση.
Το σκέλος α) του πρώτου λόγου των προσφευγουσών ( στο οποίο αρνούνται ότι η παραγωγή νημάτων βάμβακος peigné αποτελεί κλάδο οικονομικής δραστηριότητας ) πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί βάσιμο, ακόμα και ανεξάρτητα από τις εν λόγω αντιφατικές αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως. Η έννοια του « τομέα οικονομικής δραστηριότητας » ή του « κλάδου δραστηριότητας » δεν είναι έννοια απόλυτη, αλλά σχετική, που το περιεχόμενο της εξαρτάται από το σκοπό που επιδιώκουν οι ρυθμίσεις της αγοράς στις οποίες διαδραματίζει ένα ρόλο. Για παράδειγμα, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και λοιπές ρυθμίσεις της αγοράς εργασίας ισχύουν συχνά για τομείς οικονομικής δραστηριότητας που ορίζονται πολύ γενικά, όπως για το σύνολο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, για το σύνολο της υφαντουργικής βιομηχανίας ή για το σύνολο του χημικού τομέα ή του τομέα τροφών. Αντίθετα, οι οικονομικές ρυθμίσεις σχετικά με την οργάνωση μιας αγοράς, είτε είναι ιδιωτικού δικαίου είτε δημοσίου δικαίου, ισχύουν, κατά κανόνα, μόνο για πολύ μικρότερους τομείς. Οι οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϊόντων, καθώς και οι συμφωνίες περί τιμών και άλλες συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων, συνιστούν πολυάριθμα παραδείγματα της πολύ πιο περιορισμένης συνήθως εκτάσεως της εννοίας του τομέα στο οικονομικό δίκαω. Ορθώς βεβαίως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα νήματα βάμβακος peigné παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τόσο από πλευράς προσφοράς όσο και από πλευράς ζητήσεως. Εφαρμόζοντας στο πρόβλημα που μας απασχολεί την έννοια της « αγοράς των σχετικών προϊόντων » που διαμόρφωσε η νομολογία σας η σχετική με τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, η παραγωγή νημάτων βάμβακος peigné μπορεί, χωρίς αμφιβολία, να θεωρηθεί ως αυτοτελής «τομέας». Νομίζω, ωστόσο, ότι υπάρχουν δύο σημαντικοί λόγοι που αντιτίθενται σε παρόμοια εξομοίωση της έννοιας της « αγοράς των σχετικών προϊόντων » με την évvota του « τομέα οικονομικής δραστηριότητας » του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως. Ο πρώτος λόγος είναι γλωσσικής φύσεως. Θα ήταν αντίθετο προς τη συνήθη χρήση των λέξεων να θεωρηθεί ένας όμιλος επιχειρήσεων, οι οποίες εξαρτώνται μεταξύ τους σε ουσιώδεις για την οργάνωση τους τομείς, όχι ως ένας αλλά ως περισσότεροι τομείς για το μοναδικό και αποκλειστικό λόγο ότι οι επιχειρήσεις αυτές παράγουν διαφορετικούς τύπους προϊόντων, το καθένα από τα οποία έχει τη δική του αγορά (όπως η βιομηχανία ελαστικών αυτοκινήτων στην υπόθεση Michelin, υπόθεση 322/81, Συλλογή 1983, σ. 3461). Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος πιο σημαντικός λόγος. Θα ήταν ασυμβίβαστο με τον περιοριστικό χαρακτήρα των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 130 το να ερμηνευτεί η έννοια του «τομέα οικονομικής δραστηριότητας » έτσι ώστε η εφαρμογή των μέτρων διασφαλίσεως να μην μπορεί, για πρακτικούς και τεχνικούς λόγους, να περιοριστεί στο σχετικό τομέα, χωρίς δηλαδή να δημιουργήσει ταυτόχρονα κωλύματα στο εμπόριο προϊόντων που δεν εμπίπτουν στον εν λόγω τομέα. Όπως ανέφερα η έννοια του « τομέα » είναι σχετική έννοια που πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως των στόχων της σχετικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Η αιτιολογία της έννοιας του « τομέα οικονομικής δραστηριότητας», που χρησιμοποιείται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει προφανώς ληφθεί από τον ορισμό και την εφαρμογή της εν λόγω έννοιας στην απόφαση 13/63 (Ιταλία κατά Επιτροπής, Jurispr. 1963, σ. 335). Το Δικαστήριο με την απόφαση του έκρινε ( σ. 357 ) « ότι η παραγωγή ενός εμπορεύματος μπορεί να αποτελέσει τέτοιο “τομέα” εφόσον το εμπόρευμα αυτό, σύμφωνα με τις γενικά παραδεκτές αντιλήψεις, διακρίνεται σαφώς από άλλα συγγενή προϊόντα». Η παραγωγή ψυγείων, που αποτέλεσε τότε αντικείμενο της διαφοράς, μπορούσε οπωσδήποτενα θεωρηθεί, προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΟΚ που είναι παρόμοιο με το άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως, ως σαφώς αυτοτελής τομέας εντός του πολύ ευρύτερου τομέα των ηλεκτρικών συσκευών. Ο περιορισμός των μέτρων διασφαλίσεως σ' αυτό μόνο το προϊόν, απόλυτα σύμφωνος με τις περιοριστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 226, δεν έθετε κανένα πρακτικό ή τεχνικό πρόβλημα. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, ο περιορισμός των μέτρων διασφαλίσεως στον « τομέα » που ορίζεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως, ως ο τομέας των σχετικών προϊόντων, είναι δύσκολος, αν όχι αδύνατος, για πρακτικούς λόγους. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία που δίδεται στην έννοια του « τομέα » στην απόφαση είναι ασυμβίβαστη με το σκοπό του άρθρου 130 της πράξεως προσχωρήσεως.
2.3. Εφαρμογή νου κριτηρίου νης υπάρξεως σοβαρών περιφερειακών δυσχερειών
Οι διάδικοι συμφωνούν ότι τα κριτήρια της υπάρξεως κλαδικών και περιφερειακών προβλημάτων, που διατυπώνει το άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως, δεν έχουν χαρακτήρα σωρευτικό αλλά εναλλακτικό. Δεδομένου ότι μέτρα διασφαλίσεως, όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην παρούσα διαφορά, δεν μπορούν να περιοριστούν, όσον αφορά τις συνέπειες τους, σε ορισμένες μόνο περιφέρειες της χώρας εισαγωγής, οι περιορισμοί εισαγωγής που θεσπίζονται λόγω « δυσχερειών » και τα οποία μπορεί να έχουν ως συνέπεια τη σοβαρή αλλοίωση της καταστάσεως μιας περιφερειακής οικονομίας, δικαιολογούνται, γενικώς, μόνο εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της σχετικής παραγωγής πραγματοποιείται στην εν λόγω περιφέρεια. Σύμφωνα με την πέμπτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως, αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, καθόσον μόνο 47 °/ο των εργαζομένων του σχετικού τομέα εργάζονται στην εν λόγω περιοχή και μόνο 54 ο/ο της παραγωγής πραγματοποιείται στην περιοχή αυτή. Σε μια τέτοια περίπτωση, νομίζω ότι είναι δυνατό να θεωρηθούν ως σύμφωνα με τους σκοπούς του άρθρου 130, μέτρα διασφαλίσεως ενός άλλου τόπου, όπως τα μέτρα ενισχύσεως. Εξάλλου η Επιτροπή με την απάντηση της θεωρεί το επιχείρημα που αναφέρεται στις περιφερειακές δυσχέρειες αποκλειστικά ως επιχείρημα που σκοπεύει να ενισχύοει τα επιχειρήματα που στηρίζονται στις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Επομένως, το επιχείρημα αυτό συνδέεται βεβαίως με την τύχη των υπόλοιπων επιχειρημάτων. Γι' αυτό το λόγο, το κριτήριο των περιφερειακών δυσχερειών δεν αρκεί, στην προκειμένη περίπτωση, να δικαιολογήσει τη λήψη της αποφάσεως.
2.4. Η «απαίτηση τον αναγκαίου των μέτρων» πον προβλέπει το άρθρο 130, παράγραφος 3, και η γενική αρχή της αναλογικότητας
Το άρθρο 130, παράγραφος 3, της πράξεως προσχωρήσεως ορίζει ότι « τα μέτρα που έχουν επιτραπεί κατά την παράγραφο 2 δύνανται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ και της παρούσης πράξεως, κατά το μέτρο και τις προθεσμίες που είναι απόλυτα αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 1 ». Εκτός από την απαίτηση αυτή του « απολύτως αναγκαίου » των επιτρεπομένων μέτρων (σκέλος γ του πρώτου λόγου), οι προσφεύγουσες επικαλούνται επίσης, με το δικόγραφο της προσφυγής τους, τη γενική αρχή της αναλογικότητας, όπως τη διέπλασε το Δικαστήριο με τη νομολογία του ( σκέλη α και β του τρίτου λόγου ). Στην ουσία, η κύρια αιτίαση που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες κατά της Επιτροπής, σε σχέση με τις εν λόγω προϋποθέσεις εφαρμογής, είναι ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη των προϋποθέσεων που προβλέπει η πρώτη παράγραφος του άρθρου 130, αναφέρονται αποκλειστικά στα νήματα βάμβακος peigné, ενώ τα γαλλικά μέτρα που επετράπησαν αφορούν και τα νήματα βάμβακος cardé.
Τόσο στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως όσο και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία την υποστηρίζει, ισχυρίστηκαν ότι η επέκταση αυτή του πεδίου εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως ήταν αναπόφευκτη για πρακτικούς και τεχνικούς λόγους και ότι, επίσης, ήταν προς το συμφέρον των ελληνικών νηματουργείων, καθόσον ήταν το μόνο μέσο που επέτρεπε να αποφευχθούν μακρείς και κουραστικοί έλεγχοι των εισαγωγών όλων των νημάτων βάμβακος από την Ελλάδα.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αντέχει σε κριτική ανάλυση. Όπως ήδη προκύπτει από όσα ανέφερα σχετικά με την έννοια του τομέα, το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής θα έπρεπε λογικά να οδηγήσει πρώτα στο συμπέρασμα ότι η παραγωγή νημάτων βάμβακος peigné και η παραγωγή νημάτων βάμβακος cardé έπρεπε από κοινού να θεωρηθούν ως ο σχετικός « τομέας οικονομικής δραστηριότητας ». Επίσης, στην επίδικη απόφαση θα έπρεπε, κατά την εξακρίβωση του κατά πόσον συντρέχουν οι απαιτήσεις του άρθρου 130, πρώτη παράγραφος, να αιτιολογείται είτε ότι το σύνολο του σχετικού γαλλικού τομέα αντιμετώπιζε σοβαρές και επίμονες δυσχέρειες, είτε ότι η παραγωγή νημάτων βάμβακος peigné αποτελούσε τη μεγαλύτερη πλειοψηφία της γαλλικής παραγωγής. Δεν έγινε, όμως, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αντίθετα, από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως προκύπτει ότι η παραγωγή νημάτων βάμβακος peigné δεν αντιπροσωπεύει παρά μικρό μόνο τμήμα ( 14ο/ο) της γαλλικής νηματουργίας βάμβακος. Τέλος, δεν αιτιολογήθηκε, ούτε στην απόφαση ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, γιατί τα τεχνικά προβλήματα ελέγχου που προβλήθηκαν απέκλειαν τη δυνατότητα να μη επεκταθούν τα μέτρα διασφαλίσεως και στις εισαγωγές νημάτων βάμβακος cardé που υπερβαίνουν τις επιτρεπόμενες ποσοστώσεις. Αυτό θα μπορούσε π.χ. να πραγματοποιηθεί αν οι παρτίδες που κατά την εισαγωγή δηλώνονταν ως παρτίδες νημάτων βάμβακος cardé, υποβάλλονταν, σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων, σε δειγματοληπτικούς ελέγχους μέσα σε εργαστήριο, χωρίς, αντίθετα, να υποβάλλονται σε ποσοτικούς περιορισμούς.
Τουλάχιστον όσον αφορά το σημείο αυτό, οι λόγοι των προσφευγουσών που μόλις εξέτασα, νομίζω ότι είναι βάσιμοι. Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι δεν χρειάζεται να εξεταστεί επίσης η αιτίαση που διατυπώθηκε κατά της Επιτροπής — και η οποία βέβαια αντικρούστηκε — σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη της τα συμφέροντα της ελληνικής βιομηχανίας.
2.5. Η προβληθείσα ελλιπής αιτιολογία
Όσον αφορά τις πλημμέλειες της αιτιολογίας που επικαλούνται οι προσφεύγουσες, τις έχω ήδη εξετάσει, στο βαθμό που αυτό ήταν απαραίτητο, μαζί με τους υπόλοιπους λόγους. Κατά συνέπεια, δεν θα τις εξετάσω και πάλι χωριστά.
3. Συμπέρασμα
Συμπεραίνοντας θεωρώ ότι:
1)
στην αιτιολογία της σχετικά με το αν συντρέχουν οι λόγοι εφαρμογής του άρθρου 130, παράγραφος 1, η Επιτροπή στηρίχτηκε σε απαράδεκτη ερμηνεία της έννοιας του « τομέα οικονομικής δραστηριότητας » ·
2)
εκτός από την απαράδεκτη αυτή ερμηνεία, δεν αποδείχτηκε ότι υπήρχαν, για τον ευρύτερο τομέα για τον οποίο επετράπη η λήψη μέτρων διασφαλίσεως, σοβαρές δυσχέρειες δυνάμενες να δικαιολογήσουν την εφαρμογή παρόμοιων μέτρων
3)
δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη περιφερειακών δυσχερειών, κατά την έννοια του άρθρου 130, παράγραφος 1, δυναμένων να δικαιολογήσουν την εφαρμογή των μέτρων διασφαλίσεως που επετράπησαν
4)
δεν αποδείχτηκε επαρκώς με τα τεχνικά επιχειρήματα που προβάλλονται στην απόφαση ο απόλυτα αναγκαίος χαρακτήρας της επεκτάσεως των μέτρων διασφαλίσεως σε προϊόντα για τα οποία η απόφαση δεν αναφέρει, ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει, ότι η απεριόριστη εισαγωγή τους θα επαύξανε τις δυσχέρειες της γαλλικής νηματουργίας βάμβακος.
Εμμένοντας στις προηγούμενες προτάσεις μου ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή, προτείνω, για τους λόγους που αναπτύχτηκαν ανωτέρω, να ακυρωθεί η απόφαση και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, εκτός απόκτα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Γαλλική Δημοκρατία τα οποία πρέπει να φέρει η ίδια.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy