ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZES
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 26 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τό Tribunal de police τοῦ πρώτου καντονίου τοῦ Verviers (Βέλγιο) σᾶς υπέβαλε αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, μέ τήν ὁποία σας ζητεῖ νά «ἀποφανθείτε ἐπί τοῦ ερωτήματος... ἄν ἡ βελγική νομοθεσία συμβιβάζεται μέ τήν συνθήκη ΕΟΚ».
Τά πραγματικά περιστατικά έχουν ὡς έξῆς.
Ι —
1.
Ό Joseph Trinon, διευθυντής τῆς εταιρίας μεταφορῶν Translac, πού εδρεύει στό Dison (Βέλγιο) ἐκλήθη νά ἐμφανισθεί ενώπιον τοῦ Tribunal επειδή ὑπό τήν ιδιότητα του ὡς ποινικῶς καί ἀστικῶς ευθυνόμένου γιά τήν εταιρία Translac, παρέβη τίς διατάξεις τῆς βελγικής νομοθεσίας πού ἐπιβάλλουν ένα κατώτατο ὅριο τιμής γιά τίς ἐπ' ἀμοιβή ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου καί τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας.
Κατόπιν δειγματοληπτικοί) έλεγχου πού διενηργήθη στην έδρα τῆς ἑταιρίας, διεπιστώθη ὅτι οἱ βάσει τιμολογίων τιμές τριών μεταφορών πού εἶχαν διενεργηθεί κατά τόν Νοέμβριο 1980 ἀπό τήν Γερμανία στό Βέλγιο ήταν σαφώς χαμηλότερες τοῦ κατωτάτου ὁρίου τοῦ κομίστρου πού προβλέπεται γιά τίς μεταφορές αυτές ἀπό τό βελγικό βασιλικό διάταγμα τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1971, ὅπως ἐτροποποιήθη, «περί καθορισμοῦ τῶν κομίστρων γιά τίς ἐπ' ἀμοιβή ὁδικές μεταφορές ἐμπορευμάτων μεταξύ τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου καί τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, ἀκόμα καί ἄν μέρος τῆς μεταφορᾶς διενεργείται μέσω τρίτης χώρας». Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό την δικογραφία, γιά τή μεταφορά 24100 χγρ. πλίνθων πού έγινε στίς 14 Νοεμβρίου ἐπί ἀποστάσεως 383 χλμ. ἡ ἀναγραφομένη στό τιμολόγιο τιμή τῶν 10000 βελγικῶν φράγκων (BFR) ήταν κατά ποσοστό 39,3 % χαμηλότερη τοῦ επιβαλλομένου κατωτάτου ὁρίου τῶν 16500 BFR.
'Ενώπιον τοῦ Tribunal de police, ὁ Trinon ἐζήτησε τήν παραπομπή τῆς υποθέσεως ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προτείνοντας νά σᾶς υποβληθεί τό ἐρώτημα, ἄν συμβιβάζεται τό άρθρο 8 τοῦ βελγικού νόμου τῆς 1ης Αυγούστου 1960, περί τῆς ἐπ' ἀμοιβή μεταφορᾶς ἀντικειμένων μέ αυτοκίνητα ὀχήματα, καθώς καί ὁρισμένες μεταγενέστερες νομικές διατάξεις πού καθορίζουν ἀνώτατα καί κατώτατα ὅρια κομίστρων, πρός τήν κοινή πολιτική στόν τομέα τῶν μεταφορών καί τή δημιουργία, σέ ευρωπαϊκό ἐπίπεδο, μιας οἰκονομίας ἀνταγωνισμού, ἡ ὁποία ἀποκλείει τόν περιορισμό πού συνιστούν οἱ υποχρεωτικές τιμές.
Ὁ juge de police εδέχθη νά σᾶς υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, ἐπροτίμησε ὅμως νά διατυπώσει ἐκ νέου τό ερώτημα πού τοῦ εἶχε προταθεῖ, κατά τόν γενικό τρόπο πού ἀνέφερα.
Ή εἰσαγγελική ἀρχή ἤσκησε έφεση κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής ενώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου πλην ὅμως δέν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον τοῦ δικαστηρίου αυτού. Ό κατηγορούμενος, ἀπό τήν πλευρά του, ἐτροποποίησε ὡς έξῆς τό ερώτημα πού ἐπρότεινε στό δευτεροβάθμιο δικαστήριο νά σᾶς υποβάλει:
«Τό γεγονός ὅτι ένας μεταφορέας ἀποδέχεται ένα φορτίο κατά τήν επιστροφή, μέ κόμιστρα χαμηλότερα τῶν νομίμων καί άνευ τηρήσεως τῶν οὐσιαστικῶν καί τυπικῶν προϋποθέσεων τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ κανονισμοῦ 2831/77 συνιστά παράβαση των διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, ἐφ' ὅσον τά κόμιστρα καθορίζονται ἀναλόγως τῶν ἀμοιβαίων συμφερόντων τοῦ μεταφορέως καί τοῦ πελάτου καί κυρίως ἀναλόγως τῶν συνθηκών πού ἀφοροῦν τόν χρόνο καί τόν τόπο, καθώς επίσης καί βάσει τῆς τιμής κόστους, στό πλαίσιο ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, έτσι ώστε νά εξασφαλίζεται ένα εύλογο κέρδος στόν μεταφορέα;»
'Ελλείψει παρατηρήσεων τῆς ἐκκαλούσης, τό Tribunal de première instance τοῦ Verviers, δικάζον ὡς πλημμελειοδικείο, ἐπεκύρωσε στίς 27 Νοεμβρίου 1981 τήν ἐκκαλουμένη σέ ὅλα τῆς τά σημεία καί ἀνέπεμψε τήν ὑπόθεση στό Tribunal de police «προκειμένου νά ἀποφανθεί μετά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου».
2.
Πρίν ἀσχοληθώ μέ τό υποβληθέν ερώτημα πρέπει νά εξετάσω τά επιχειρήματα πού προέβαλε ὁ Trinon πρός υπεράσπιση του. Ό Trinon εκθέτει ὅτι τά πράγματι χαμηλότερα κόμιστρα πού εφήρμοσε δικαιολογοῦνται ἀπό τό ὅτι επρόκειτο γιά μεταφορές ἀπό τίς λεγόμενες «επιστροφής». Παρατηρεί ὅτι τό άρθρο 14 τοῦ κανονισμοῦ 2831/77 τοῦ Συμβουλίου ( 2 ), τό όποιο ἐξαρτᾶ κυρίως ἀπό αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις τή νομιμότητα τῶν συμβάσεων μεταφοράς πού προβλέπουν κατ' εξαίρεση τιμή χαμηλότερη τοῦ εφαρμοζομένου κατωτάτου κομίστρου, εἶναι ἀνίσχυρο, επειδή μαρτυρεί υπερβολική τυπικότητα, ἀσυμβίβαστη πρός τήν συγκεκριμένη κατάσταση ἑνός μεταφορέως πού επιθυμεί νά εξεύρει ἐπί τόπου ένα φορτίο επιστροφής.
Βεβαίως, τό ζήτημα αὐτό δέν διατυπώνεται στό προδικαστικό ἐρώτημα, ούτε δύναται νά συναχθεί ἀπό τους λόγους πού ὁδήγησαν στην υποβολή τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ. Παρέλκει, ἑπομένως, ἡ εξέταση του ( 3 ). Πάντως, κατά τή συνεδρίαση ὁδήγησε σέ ἀναπτύξεις ἀπό μέρους τόσο τοῦ εκπροσώπου τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσο καί τοῦ ἐμπειρογνώμονος τῆς βελγικής κυβερνήσεως, ἀπό τίς όποιες προκύπτει ὅτι δέν υπάρχει λόγος νά προβλεφθούν ειδικές διατάξεις ὅσον άφορᾶ την ἐφαρμογή κομίστρων γιά τά φορτία ἐπιστροφής, στους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς καί στά βελγικά κείμενα εφαρμογής των.
Πράγματι, κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ, τά κόμιστρα πού ἐφαρμόζονται ἀπό κοινοῦ μεταξύ τῶν ενδιαφερομένων κρατών μελών λαμβάνουν ὑπ᾽ όψη ὅτι ἕνα μέρος των μεταφορών επιστροφής εκτελείται χωρίς φορτίο. 'Επί πλέον πρόκειται γιά διμερή κόμιστρα πού ἰσχύουν ἐν προκειμένω γιά ὅλες τίς μεταφορές μεταξύ τοῦ Βελγίου καί τῆς'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. "Ετσι, ἕνα δρομολόγιο ἀπό τή Γερμανία στό Βέλγιο, πού ἀποτελεί δρομολόγιο επιστροφής γιά τόν βέλγο μεταφορέα, εἶναι συγχρόνως δρομολόγιο μεταβάσεως γιά τόν γερμανό μεταφορέα καί επομένως υπόκειται στό ἴδιο κόμιστρο καί στίς δύο περιπτώσεις. Ὑπό τίς συνθήκες αὐτές, μία ἑρμηνεία τοῦ κανονισμού 2831/77 πού θά ὁδηγούσε στήν εξαίρεση τῶν μεταφορῶν επιστροφής ἀπό τό πεδίο εφαρμογής του θά ἀντέκειτο στόν ἴδιο τόν σκοπό τοῦ κανονισμού αὐτοῦ πού εἶναι ἡ ἀποφυγή τοῦ καταστρεπτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Θά ευνοούσε ἀδικαιολογήτως τους μεταφορείς γιά τους ὁποίους τό δρομολόγιο ἀποτελεί δρομολόγιο «επιστροφής» ἐν σχέσει πρός τους ἀνταγωνιστές τους, γιά τους ὁποίους ἀποτελεί δρομολόγιο «μεταβάσεως».
ΟΙ παρατηρήσεις αυτές ἀξίζει νά τύχουν προσοχής.
3.
Θά εξετάσω τώρα τό ερώτημα πού υπέβαλε τό Tribunal de police τοῦ πρώτου κα-ντονίου τοῦ Verviers.
Στίς σκέψεις τῆς ἀποφάσεως του τό δικαστήριο αυτό ἀναφέρει διατάξεις ἀφ᾽ ἐνός τοῦ βελγικοῦ δικαίου καί ἀφ᾽ έτερου τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διερωτᾶται δέ ἄν συμβιβάζονται οἱ πρώτες μέ τίς δεύτερες. 'Αναφέρει συγκεκριμένα «τό άρθρο 8 τοῦ νόμου τῆς 1ης Αυγούστου 1960, κατά τό ὅτι ἐπιτρέπει στίς ἐθνικές ἀρχές νά καθορίζουν μονομερῶς τίς τιμές» καί τά «βασιλικά διατάγματα τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1971, 8ης Σεπτεμβρίου 1978 καί 18ης 'Ιουλίου 1979 κατά τό ὅτι καθιστούν υποχρεωτικές τίς τιμές πού έχουν καθορισθεί διμερώς μεταξύ δύο κρατών μελών». Παραλληλίζει τά κείμενα αυτά μέ τό άρθρο 3, στοιχείο ε), τῆς συνθήκης πού «θεσπίζει κοινή πολιτική στόν τομέα τῶν μεταφορών» καί τό άρθρο 75, πού «δίνει ἁρμοδιότητα στό Συμβούλιο νά θεσπίζει κοινούς κανόνες εφαρμοστέους στίς διεθνείς μεταφορές πού ἐκτελοῦνται ἀπό ἡ πρός ἕνα κράτος μέλος». Γιά τόν λόγο αὐτό θεωρεί «ὅτι ἀνακύπτει προδικαστικό ερώτημα ὡς πρός τό ἄν συμβιβάζεται ή σχετική βελγική νομοθεσία μέ τή συνθήκη ΕΟΚ», τό όποῖο, «σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης, πρέπει νά υποβληθεί στην... κρίση τοῦ Δικαστηρίου». 'Επαναλαμβάνει δέ τό ἐρώτημα αυτό στό διατακτικό τῆς ἀποφάσεως του, ζητώντας ἀπό τό Δικαστήριο νά «ἀποφανθεί ἐπί τοῦ προδικαστικοῦ ερωτήματος ἄν συμβιβάζεται ἡ βελγική νομοθεσία πρός την συνθήκη ΕΟΚ».
Όσον άφορᾶ τήν διατύπωση αύτη ἡ βελγική κυβέρνηση ήγειρε δύο ενστάσεις ἀπαραδέκτου:
—
ή πρώτη στηρίζεται στό ὅτι, στίς προδικαστικές ὑποθέσεις, τό Δικαστήριο δέν έχει ἁρμοδιότητα νά κρίνει περί τοῦ κύρους τῶν εθνικών νομοθεσιών
—
ή δεύτερη εἶναι ἡ «exceptio obscuri libelli» πού ἐγείρεται λόγω τοῦ ὅτι ἡ διατύπωση εἶναι υπερβολικά γενική.
Ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καθιστά δυνατή την ἀπάντηση στίς δύο αυτές ενστάσεις.
Βεβαίως, τό Δικαστήριο δέν δύναται νά κρίνει «στά πλαίσια μιας δίκης ἡ ὁποία εισήχθη βάσει τοῦ ἄρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, περί τοῦ ἄν συμβιβάζονται κανόνες εσωτερικού δικαίου μέ διατάξεις κοινοτικού δικαίου». "Εχει, ὅμως, τήν ἁρμοδιότητα «νά παράσχει στό ἐθνικό δικαστήριο ὅλα τά στοιχεία γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου, τά όποια διευκολύνουν αυτό τό δικαστήριο νά κρίνει ἄν συμβιβάζονται οἱ ἀνωτέρω κανόνες μέ τήν οἰκεία κοινοτική διάταξη ( 4 ).
Όσον άφορᾶ τή δεύτερη ένσταση ἀναφέρω ἁπλώς ὅτι, στην υπόθεση 10/71, Ministère luxembourgeois κατά Muller καί λοιπῶν ( 5 ), ή ἀπόφαση τοῦ Tribunal d'arrondissement de Luxembourg δέν ἀνέφερε τίς διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου, τῶν ὁποίων ἐζήτει τήν ἑρμηνεία. Πάντως, σύμφωνα μέ τίς προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Dutheillet de Lamothe ( 6 ) τό Δικαστήριο ἀπάντησε ὅτι, «παρά τήν ἀσάφεια τῶν ἐρωτημάτων, ἀπό τήν αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως προκύπτει σαφῶς τό ἀντικείμενο τῆς παραπομπῆς» ( 7 ).
Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν αἰτιολογία πού διατυπώνει ὁ juge de police τοῦ Verviers σᾶς προτείνω νά θεωρήσετε τό ερώτημα του ὡς ἀναφερόμενο στό ζήτημα ἄν ὁ κανονισμός 2831/77 τοῦ Συμβουλίου πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ἐπιτρέπει σέ ένα κράτος μέλος νά καθορίζει υποχρεωτικές τιμές γιά τίς ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων πού ἐκτελοῦνται μεταξύ αὐτοῦ καί ενός άλλου κράτους μέλους.
Πρέπει επομένως νά εξετασθούν οἱ σχετικές νομικές διατάξεις.
ΙΙ —
1.
Ό κανονισμός 2831/77 «Ισχύει γιά τίς ὁδικές εμπορευματικές μεταφορές γιά λογαριασμό τρίτων μεταξύ τῶν κρατών μελών ...» (άρθρο 1). Προβλέπει ὅτι «τά κόμιστρα τῶν μεταφορών πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 θά διέπονται ἀπό ένα σύστημα κομίστρων» (άρθρο 2, παράγραφος 1), πού «είναι εἴτε ἀναφοράς εἴτε υποχρεωτικά» (άρθρο 2, παράγραφος 2). Ή επιλογή μεταξύ τῶν δύο αυτών συστημάτων κομίστρων γίνεται διά κοινής συμφωνίας ἀπό τά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη (άρθρο 2, παράγραφος 3). Τό Βέλγιο καί ἡ 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας επέλεξαν γιά τίς μεταξύ τους μεταφορές τό σύστημα τῶν υποχρεωτικών κομίστρων.
«Τά υποχρεωτικά κόμιστρα τίθενται σέ ἰσχύ καί δημοσιεύονται ἀπό τίς ἁρμόδιες ἀρχές τῶν κρατών μελών ...» (άρθρο 8). «Καθορίζονται ἡ τροποποιούνται διά κοινής συμφωνίας τῶν ενδιαφερομένων κρατών μελών, δηλαδή τῶν κρατών στό έδαφος τῶν ὁποίων φορτώνονται καί εκφορτώνονται τά εμπορεύματα» (άρθρο 11, παράγραφος 1). «Κάθε κράτος μέλος θέτει σέ ισχύ αυτά τά κόμιστρα εντός προθεσμίας δύο μηνών ἀπό τήν ημερομηνία λήξεως τῶν διαπραγματεύσεων γιά τόν καθορισμό ἡ τήν τροποποίηση τῶν κομίστρων ή, ενδεχομένως, ἀπό τή λήξη τῆς διαδικασίας πού προβλέπεται στό άρθρο 13 ...» (άρθρο 11, παράγραφος 2).
Ή τελευταία αύτη διάταξη θεσπίζει μιά διαδικασία επιλύσεως τῶν διαφορών πού δύνανται νά προκύψουν «ἄν κατά τίς διαπραγματεύσεις γιά τόν καθορισμό ἡ τήν τροποποίηση ἑνός υποχρεωτικού κομίστρου δέν επιτευχθεί συμφωνία». Στην περίπτωση αὐτή «ή διαφορά εἰσάγεται στην Ἐπιτροπή κατόπιν αἰτήσεως ενός τῶν ἀνωτέρω κρατών μελών» (παράγραφος 1, εδάφιο 1).
«Μετά ἀπό γνωμοδότηση» μιᾶς ἐπιτροπῆς πού ἀποτελείται ἀπό κυβερνητικούς εμπειρογνώμονες, ἡ Ἐπιτροπή «ἐκδίδει απόφαση, ἡ ὁποία κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους καί δημοσιεύεται στήν 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ...» (παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο) καί ἡ οποία «καθίσταται εκτελεστή ένα μήνα μετά τήν ημερομηνία δημοσιεύσεως τῆς ...» (παράγραφος 2).
Τέλος, τό άρθρο 17 τοῦ κανονισμοί) επιβάλλει στά κράτη μέλη «νά καθορίσουν εγκαίρως καί μετά ἀπό γνωμοδότηση της 'Επιτροπής τίς νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις πού εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν εφαρμογή του».
2.
Τό Βέλγιο συνεμορφώθη πρός τήν υποχρέωση αυτή θεσπίζοντας τό βασιλικό διάταγμα τῆς 17ης 'Οκτωβρίου 1979 1. Τό κείμενο αυτό εἶναι ἀντίστοιχο τοῦ βασιλικοί) διατάγματος, τῆς 25ης 'Οκτωβρίου 1971, περί εκτελέσεως τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου πού προηγήθη τοῦ κανονισμοί) 2831/77, δηλαδή τοῦ κανονισμοῦ 1174/68 ( 8 ).
Ὅσον άφορα, ειδικότερα, τίς μεταφορές πού ἐκτελοῦνται μεταξύ τῆς Γερμανίας καί τοῦ Βελγίου, τό τελευταίο αυτό κράτος είχε θεσπίσει διαδοχικώς μέχρι τό 1980 τρία βασιλικά διατάγματα περί καθορισμοί) υποχρεωτικών κομίστρων.
Τά τρία αυτά κείμενα, τά όποια ἀναφέρονται στην κλήση πού ἐπεδόθη στόν Trinon προκειμένου νά εμφανισθεί ενώπιον τοῦ juge de police, ὁ όποιος καί τά ἐπαναλαμβάνει στίς σκέψεις τῆς ἀποφάσεως του περί παραπομπής ἀναφέρουν, καί τά τρία, στην αιτιολογική ἀναφορά τους τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου, τόν όποιο εφαρμόζουν.
Τό βασιλικό διάταγμα τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1971 ἐξεδόθη κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 1174/68, ὁ όποιος, στό άρθρο 4, παράγραφος ( 9 ), διετύπωνε ήδη τήν υποχρέωση, πού επαναλαμβάνει μέ τήν ἴδια διατύπωση τό άρθρο 11, παράγραφος 1 καί 2, τοῦ κανονισμού 2831/77.
Τό κείμενο αυτό ἐτροποποιήθη, τό πρῶτον, μέ βασιλικό διάταγμα τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1978, προκειμένου νά εκτελεσθεί ἡ εκδοθείσα κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ κανονισμού 2831/77 ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπῆς μέ τήν ὁποία ἐρρυθμίσθη ἡ διαφορά πού είχε ἀνακύψει μεταξύ, ἰδίως, τοῦ Βελγίου καί τῆς Γερμανίας ὅσον άφορᾶ τήν ἀναθεώρηση τῶν κομίστρων, τῶν εφαρμοζομένων στίς μεταφορές μεταξύ τῶν δύο αυτών χωρών ( 10 ). Τό βασιλικό διάταγμα της 8ης Σεπτεμβρίου 1978 προέβη σέ ενιαία αύξηση τῶν κομίστρων κατά 15 %.
Τέλος, τό βασιλικό διάταγμα τῆς 18ης 'Ιουλίου 1979, πού εἶχε εφαρμογή κατά τόν χρόνο τῶν επιδίκων περιστατικών αύξησε, κυρίως, τίς εκφρασμένες σέ βελγικά φράγκα τιμές γιά νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ υποτίμηση τοῦ βελγικού φράγκου σέ σχέση μέ τό γερμανικό μάρκο.
Οἱ τρεις αυτές πράξεις περί καθορισμοί) υποχρεωτικών κομίστρων γιά τίς ἐπ' ἀμοιβη ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τοῦ Βελγίου καί τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἀποτελούν ἀκριβή εφαρμογή τῶν διατάξεων τῶν ἀντιστοίχων κανονισμών τοῦ Συμβουλίου, ἰδίως τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφοι 1 καί 2, τοῦ κανονισμοῦ 2831/77.
3.
Τό άρθρο 8 τοῦ βελγικοί) νόμου τῆς 1ης Αὐγούστου 1960 ( 11 ) πού, ὅπως καί τά ἀναφερθέντα βασιλικά διατάγματα, χρησιμεύει ὡς νομική βάση τῆς κατηγορίας, είναι ἀσυμβίβαστο πρός τόν κανονισμό, ὅπως υποστηρίζει ὁ Trinon καί ὅπως κλίνει νά θεωρήσει ὁ παραπέμπων δικαστής;
Ή διάταξη αυτή έχει ὡς έξῆς:
«Ό βασιλεύς δύναται, ὅταν τό ἀπαιτούν οἱ περιστάσεις, νά καθορίζει τίς προδιαγραφές στό θέμα τῶν κομίστρων καί ὅρών γιά τήν ἐπ' ἀμοιβή μεταφορά πραγμάτων.
Δύναται επίσης νά καθορίσει τίς ἁρμοδιότητες, τήν σύνθεση καί τήν λειτουργία μιᾶς συμβουλευτικής επιτροπής κομίστρων ὁδικῶν μεταφορών.»
Τό ἀσυμβίβαστο τῆς διατάξεως αυτής προς τόν κανονισμό 2831/77 δυνατόν νά προκύπτει ἀπό τό ὅτι παρέχει σέ εθνική ἀρχή τήν ἐξουσία νά καθορίζει κόμιστρα μονομερῶς, ἐνῶ ὁ κοινοτικός κανονισμός επιβάλλει, ὅπως είδαμε, νά καθορίζονται τά κόμιστρα αυτά διά κοινής συμφωνίας τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων κρατών μελών.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ επιχειρηματολογία αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή.
"Οποιος κι ἄν εἶναι ὁ ἀκριβής ρόλος τοῦ νόμου τῆς 1ης Αυγούστου 1960 στό πλαίσιο τῆς εσωτερικής στό Βέλγιο διαδικασίας εφαρμογής κομίστρων γιά τίς μεταφορές, ἐπί τοῦ ὁποίου δέν δύνασθε νά ἀποφανθείτε στό πλαίσιο μιας προδικαστικής διαδικασίας ( 12 ), ἀρκεῖ ἡ διαπίστωση ὅτι τά βασιλικά διατάγματα τοῦ 1971, 1978 καί 1979 ἀποτελούν τήν τελεία ἐκ μέρους τοῦ Βελγίου ἐκπλήρωση τῆς υποχρεώσεως πού θεσπίζεται στά άρθρα 11 καί 13 τοῦ κανονισμοί) τοῦ 1977, νά διαπραγματευθεί μέ τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας τά υποχρεωτικά κόμιστρα γιά τίς μεταφορές μεταξύ τῶν δύο αυτών χωρών, νά προσφύγει στην διαιτησία τῆς Ἐπιτροπής σέ περίπτωση διαφορᾶς καί νά θέσει σέ ἰσχύ, στό έδαφός του τά κόμιστρα πού έχουν υἱοθετηθεῖ κατόπιν συμφωνίας μέ τήν Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ή, ἄν δέν έχει επέλθει συμφωνία, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς πού επιλύει τήν διαφορά.
'Εν συμπεράσματι, προτείνω νά ἀπαντήσετε στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Tribunal de police τοῦ πρώτου καντονίου τοῦ Verviers, ὅτι ὁ κανονισμός 2831/77 τοῦ Συμβουλίου πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ὄχι μόνο επιτρέπει άλλά καί επιβάλλει σέ κάθε κράτος μέλος, πού έχει επιλέξει τό σύστημα των υποχρεωτικών κομίστρων στίς μεταφορές του μέ άλλο κράτος μέλος, νά καθορίζει μονομερῶς τά κόμιστρα αυτά κατά τό μέρος πού εμπίπτει στην αρμοδιότητα του, εἴτε κατ' εφαρμογή διμεροῦς συμφωνίας μέ τό άλλο ἀμέσως ενδιαφερόμενο κράτος εἴτε, ενδεχομένως, εις εκτέλεση τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής πού επιλύει τήν διαφορά, ἡ ὁποία ἀνακύπτει μέ τό κράτος αυτό.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) Κανονισμός 2831/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί καθορισμοῦ τῶν κομίστρων γιά τίς ὁδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τῶν κρατών μελών.
( 3 ) 9 Δεκεμβρίου 1965, Hessische Knappschaft κατά Maison Singer et Fils, ὑπόθεση 44/65, Recueil σ. 1198-1199.
( 4 ) 17 Δεκεμβρίου 1981, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Producten, ὑπόθεση 272/80, σκέψη 9, Συλλογή 1981, σ. 3290 βλ. επίσης ιδίως τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 6ης 'Οκτωβρίου 1970, Grad, υπόθεση 9/70, σκέψη 17, Rec. σ. 842.
( 5 ) Υπόθεση port de Mertert.
( 6 ) Rec. 1971, σ. 734.
( 7 ) 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1971, σκέψη 3, Recueil σ. 729.
( 8 ) Κανονισμός ΕΟΚ 1174/68 τοῦ Συμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, τῆς 30ῆς 'Ιουλίου 1968, περί καθιερώσεως ἐνός συστήματος ἀμφιοριακῶν κομίστρων γιά τις ὁδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τῶν κρατών μελών.
( 9 ) Βασιλικό διάταγμα περί εκτελέσεως τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 2831/77 τοῦ Συμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί καθορισμοῦ τῶν κομίστρων γιά τίς ὀδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τῶν κρατών μελών.
( 10 ) 'Απόφαση τῆς 'Επιτροπής, τῆς 12ης 'Ιουνίου 1978, περί επιλύσεως τῆς διαφοράς μεταξύ τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἀφ' ενός καί τοῦ Βελγίου καί τῶν Κάτω Χωρών ἀφ' έτερου, ὅσον άφορα τόν καθορισμό τῶν ὑποχρεωτικών κομίστρων πού εφαρμόζονται στίς ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τῶν ἐν λόγω κρατών μελών.
( 11 ) Νόμος περί ἐπ' ἀμοιβῆ μεταφορᾶς πραγμάτων δι' αυτοκινήτων ὀχημάτων, ὅπως ήδη ἀνέφερα.
( 12 ) 'Ιδίως 19 Μαΐου 1964, Unger, υπόθεση 75/63, Recueil σ. 364, καί 6 Μαΐου 1980, Lee, ὑπόθεση 152/79, σκέψη 11, Recueil σ. 1507.
Full & Egal Universal Law Academy