ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 6 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
'Ακόμη μία φορά γάλλοι δικαστές ζητοῦν ἀπό τό δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ προβλήματος τοῦ κύρους, ὑπό τό φῶς προγενεστέρων διεθνῶν συμφωνιῶν, σέ περίπτωση δέ καταφατικής ἀπαντήσεως, ἐπί τῆς ισχύος έναντι τῶν ισπανών υπηκόων, τῶν κοινοτικών κανονισμών οἱ όποιοι, θεσπίζοντας ὁρισμένα ενδιάμεσα μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων τά όποια εφαρμόζονται σέ σκάφη ὑπό ισπανική σημαία, ἐξήρτησαν ἀπό ὁρισμένες προϋποθέσεις τήν άσκηση ἁλιείας ἀπό τά σκάφη αυτά εντός τῆς γαλλικής οικονομικής ζώνης.
'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ, τά νομολογιακά προηγούμενα πού πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1981, οἱ όποιες ἐξεδόθησαν ἀντιστοίχως ἐπί τῆς υποθέσεως 181/80 (Arbelaiz-Emazabel ) καί έπί τῶν συνεκδικασθεισών υποθέσεων 180 καί 266/80 (Crujeiras Tome καί Yurrita), Συλλογή 1981, σσ. 2961 καί 2997. Οἱ δύο ὁμάδες συνεκδικαζομένων υποθέσεων 137 καί 140/81 (Campandeguy Sagarzazu καί Echevarría Sagasti ) εισήχθησαν μεταγενέστερα. Οἱ προτάσεις μου ἐπί τῶν δύο αὐτών ὁμάδων υποθέσεων ἀνεπτύχθησαν στην συνεδρίαση τῆς 27ης Μαΐου 1982, τό Δικαστήριο ὅμως δέν έχει ἀκόμα εκδώσει ἀπόφαση.
Παρατηρώ ὅτι τά ἐρωτήματα πού μᾶς ἀπασχολούν συμπίπτουν μέ εκείνα πού ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο τῶν συνεκδικασθεισῶν ὑποθέσεων 180 καί 266/80. Τά πραγματικά περιστατικά εἶναι επίσης παρόμοια. Τό μοναδικό νέο στοιχείο τῶν προκειμένων διαφορών συνίσταται σέ ὁρισμένα νέα επιχειρήματα πού προεβλήθησαν ἀπό τήν υπεράσπιση τῶν ιδιωτών διαδίκων γιά νά στηρίξουν τήν ἀκυρότητα τῶν κανονισμών πού ἀνεφέρθησαν ἀνωτέρω.
2.
Τά πραγματικά περιστατικά δύνανται νά συνοψισθούν ὡς έξῆς:
Α —
Μέ ἀποφάσεις πού εξέδωσαν κατά τήν περίοδο 1980/81, τά Tribunaux de grande instance τοῦ Lorient καί τοῦ Quimper κατεδίκασαν τόν Arantzamendi-Osa καί άλλους ἰσπανούς ἁλιείς σέ χρηματικές ποινές διαφόρου ύψους μέ τήν αιτιολογία ὅτι ἡλίευσαν εντός τῶν υδάτων πού περιλαμβάνονται μεταξύ τῶν 12 και 200 μιλίων ἀπό τήν ἀτλαντική ἀκτή τῆς Γαλλίας χωρίς νά διαθέτουν τήν κοινοτική άδεια πού ἀπαιτείται γιά τόν ισπανικό στόλο. Οἱ κατηγορούμενοι ἤσκησαν έφεση ενώπιον τοῦ Cour d'appel τῆς Rennes Ισχυριζόμενοι ὅτι οἱ κοινοτικοί κανόνες, τήν τήρηση τῶν ὁποίων σκοπεί νά διασφαλίσει ὁ γαλλικός ποινικός νόμος, εἶναι άκυροι διότι ἀντιβαίνουν πρός προγενέστερες διεθνείς συμφωνίες. Μέ σειρά ἀποφάσεων πού εξέδωσε στίς 3 Δεκεμβρίου 1981, τό Cour d'appel τῆς Rennes ἀπεφάσισε νά ἀναστείλει τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως καί νά σᾶς υποβάλει τό ερώτημα πού ἀνέφερα ἀνωτέρω.
Β —
Κατά τό δεύτερο ήμισυ τοῦ έτους 1981, ó Dorea Marina καί άλλοι ισπανοί ἁλιείς εκλήθησαν ενώπιον τοῦ Tribunal de grande instance τῆς Bayonne μέ τήν κατηγορία ὅτι ἡλίευσαν χωρίς κοινοτική άδεια, εντός τῆς θαλασσιας ζώνης πού περιλαμβάνεται μεταξύ 12 καί 200 μιλίων ἀπό την ἀτλαντική ἀκτή τῆς Γαλλίας. Μέ σειρά ἀποφάσεων πού εξέδωσε μεταξύ τῆς 17ης Σεπτεμβρίου καί τῆς 5ης Νοεμβρίου 1981 τό δικαστήριο αὐτό ἀπεφάσισε νά ἀναστείλει τήν έκδοση οριστικής ἀποφάσεως καί νά υποβάλει στό Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ὅμοιο μέ εκείνο πού υπέβαλε τό Cour d'appel τῆς Rennes.
3.
Οἱ κοινοτικοί κανονισμοί τῶν ὁποίων ἀμφισβητείται τό κύρος προβλέπουν ὅλοι, ὅτι γιά τήν άσκηση αλιείας εντός των υδάτων τῶν χωρῶν μελών πού περιλαμβάνονται στην ζώνη τῶν 200 ναυτικών μιλίων ἀπό τήν ἀκτή, τά σκάφη ὑπό ισπανική σημαία ὀφείλουν νά εἶναι εφοδιασμένα μέ άδεια, ἡ ὁποία χορηγείται ἀπό τήν Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί νά περιορισθούν στην ἁλιεία τῶν ποσοτήτων πού έχουν επιτραπεί. Οἱ ἐν λόγω κανονισμοί έχουν βραχεία περίοδο Ισχύος καί κατά συνέπεια ὁ εφαρμοστέος κανονισμός ποικίλλει ἀπό τήν μία περίπτωση στην άλλη, ἀνάλογα μέ τήν στιγμή πού συνέβησαν τά περιστατικά πού ἀποδίδονται στους κατηγορουμένους. Ἀπό πλευράς, πάντως, περιεχομένου, οἱ κανονισμοί αυτοί δέν παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς παρούσες προδικαστικές υποθέσεις δέν πρέπει, άλλωστε, νά λησμονείται ὅτι τό ερώτημα πού υπέβαλαν οἱ γάλλοι δικαστές άφορᾶ τά ενδιάμεσα κοινοτικά μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν θαλασσίων πόρων στό σύνολο τους. Υπάρχουν, ωστόσο, ὁρισμένες διαφορές στον πιό πρόσφατο ἀπό τους κανονισμούς πού μᾶς ενδιαφέρουν ἐδῶ (κανονισμός 1569 τῆς 1ης 'Ιουνίου 1981) θά έχω τήν ευκαιρία νά επανέλθω στην συνέχεια ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ.
Ὡς πρός τίς «προγενέστερες διεθνείς συμφωνίες» πρός τό περιεχόμενο τῶν οποίων ἀντιβαίνουν οἱ ἀνωτέρω κανονισμοί, οἱ περί παραπομπής διατάξεις τοῦ Tribunal de grande instance τῆς Bayonne ἀναφέρονται στό σκεπτικό τους στην σύμβαση τῆς Γενεύης περί ἁλιείας καί διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς ἀνοικτής θαλάσσης τῆς 29ης 'Απριλίου 1958, στην σύμβαση τοῦ Λονδίνου, περί ἁλιείας, τῆς 9ης Μαρτίου 1964, καί στήν συμφωνία ἁλιείας μεταξύ τῆς Γαλλίας καί τῆς 'Ισπανίας τῆς 20ής Μαρτίου 1967, δηλαδή, στίς ἴδιες ἀκριβώς πηγές πού εἶχαν ἀναφερθεί στίς προηγούμενες υποθέσεις καί τίς όποιες τό Δικαστήριο εἶχε ήδη τήν ευκαιρία νά ἀναλύσει στίς αποφάσεις πού ἀνεφέρθησαν τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1981.
Ἄς μοῦ επιτραπεί νά υπενθυμίσω ὅτι στίς ἀποφάσεις αυτές τό Δικαστήριο εἶχε ἀποφανθεί «ὅτι δέν χρειάζεται νά εξετασθεί ἄν οἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου, ή ὁποία περιορίζει τό πεδίο ἐφαρμογής στην ζώνη πού εκτείνεται έως τά 12 μίλια ἀπό τίς γραμμές βάσεως, ἠδύναντο ενδεχομένως νά τύχουν εφαρμογῆς καί ἐπί της ζώνης πού εκτείνεται ἀπό τά 12 έως τά 200 μίλια, ούτε νά εξακριβωθεί ἐάν τό ενδιάμεσο σύστημα διατηρήσεως πού ἐθέσπισε ή Κοινότης συνεκέντρωνε τίς προϋποθέσεις ὅπως στην προηγούμενη διαβούλευση, πού προβλέπει ἡ σύμβαση τῆς Γενεύης». Ή άποψη αυτή ἐστηρίζετο στην σκέψη ὅτι «τό προσωρινό σύστημα, πού ἐθέσπισε ή Κοινότης δυνάμει τῶν ἰδίων τῆς κανόνων, εντάσσεται στό πλαίσιο τῶν σχέσεων πού καθιερώθησαν μεταξύ Κοινότητος καί 'Ισπανίας γιά τήν επίλυση τῶν συνδεδεμένων μέ τά μέτρα διατηρήσεως καί μέ τήν επέκταση τῶν ἀλιευτικών ζωνών προβλημάτων καί γιά τήν ἀμοιβαία εξασφάλιση τῆς δυνατότητος τῶν ἁλιέων νά εἰσέρ-χονται στά ύδατα περί τῶν ὁποίων ελήφθησαν παρόμοια μέτρα. Οἱ ἐν λόγω σχέσεις ἀντικατέστησαν τό προηγουμένως εφαρμοζόμενο ἐπί τῶν ἐν λόγω ζωνῶν σύστημα γιά νά ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη ἡ γενική ἐξέλιξη τοῦ διεθνοῦς δικαίου στον τομέα τῆς ἁλιείας στην ἀνοικτή θάλασσα, καθώς καί ἡ ὁλοένα καί περισσότερο ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς θαλάσσης». 'Από ὅλα αυτά τό Δικαστήριο συνήγαγε ὅτι τό ενδιάμεσο καθεστώς πού ἐθέσπισε ἡ Κοινότης «ἀπετέλει μέρος τῆς προοδευτικής καθιερώσεως νέων ἀμοιβαίων σχέσεων μεταξύ Κοινότητος καί Ἰσπανίας στόν τομέα τῆς θαλασσιας ἁλιείας, οἱ όποιες ἀντικατέστησαν τό σύστημα ἁλιείας στην ἀνοικτή θάλασσα πού 'ίσχυε προηγουμένως», μέ συνέπεια ὅτι «οἱ ισπανοί ἀλιεῖς δέν δύνανται νά επικαλεσθούν προγενέστερες διεθνεῖς συμφωνίες μεταξύ Γαλλίας καί 'Ισπανίας κατά τῆς ἐφαρμογής τῶν προσωρινών κανονισμών πού ἐθέσπισε ἡ Κοινότης σέ περίπτωση ἀσυμβιβάστου μεταξύ τῶν δύο κατηγοριών διατάξεων» (βλέπε σκέψεις 17 μέχρι 20 τῆς ἀποφάσεως Crujeiras Tome καί Yurrita καί τῆς ἀποφάσεως Arbelaiz-Emazabel, σκέψεις 29 μέχρι 31).
Ἐν όψει αυτών τῶν νομολογιακών προηγουμένων — τά όποια ἄν καί ἀναφέρονται σέ ὁρισμένους κανονισμούς ἀφοροῦν στην πράξη ὅλο τό ενδιάμεσο σύστημα ἁλιείας πού καθιέρωσε ἡ Κοινότης έναντι τῶν ισπανικών σκαφών, ἀπό τό 1977 — δέν κρίνω ἀναγκαίο νά επαναλάβω τους συλλογισμούς πού ἀνέπτυξα στίς προτάσεις μου τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 1981 σχετικά μέ τίς υποθέσεις 180, 181 καί 266/80 (Συλλογή 1981, σ. 2984) καί πού επανέλαβα στίς προτάσεις μου τῆς 27ης Μαΐου 1982 ἐπί τῶν υποθέσεων 137 μέχρι 140/81). 'Εξ άλλου, οἱ δύο ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου μας τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1981 εἶναι στερεά θεμελιωμένες, τά αἰτοῦντα δέ δικαστήρια δέν προσεκόμισαν κανένα νέο στοιχείο ως πρός τίς σχέσεις μεταξύ τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος ἀλιείας κατά τήν εξεταζόμενη περίοδο καί «τίς προγενέστερες διεθνείς συμφωνίες». 'Οδηγούμαι λοιπόν στό συμπέρασμα ὅτι ή λύση τῶν προκειμένων υποθέσεων πρέπει νά ἀκολουθήσει τήν γραμμή τῆς προηγουμένης νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, τόσο ὡς πρός τό κύρος τῶν κανονισμών ὅσο καί ὡς πρός τήν ἰσχύ τους έναντι τῶν ισπανών ἁλιέων.
4.
Κατά τήν διάρκεια τῶν δικών ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων πού ὑπήρξαν ή ἀφορμή τῶν υποθέσεων 13 μέχρι 28/82, διεπιστώθη ὅτι ἡ χωρίς άδεια ἁλιεία τῶν ισπανικών σκαφών ἐπραγματοποιήθη στίς 2 καί στίς 14 Φεβρουαρίου 1981 ἀντιστοίχως, ημερομηνίες πού εμπίπτουν σέ μία περίοδο (ἀπό 1ης Φεβρουαρίου μέχρι 3ης Μαρτίου 1981), κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας δέν εὑρίσκετο σέ ἰσχύ κανένας κοινοτικός κανονισμός πού νά θεσπίζει ενδιάμεσα μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν αλιευτικών πόρων. Πράγματι, ὁ κανονισμός 3305 τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1980 παρέτεινε ἀπό 31ης Δεκεμβρίου 1980 μέχρι 31ης 'Ιανουαρίου 1981 τήν ἰσχύ τῶν ἀδειων αλιείας ισπανικών σκαφών πού είχαν χορηγηθεί βάσει τοῦ κανονισμοῦ 1719/80 τῆς 30ής 'Ιουνίου 1980, μόλις δέ στίς 27 Φεβρουαρίου 1981 ὁ μεταγενέστερος κανονισμός 554/81 ἐπανέφερε τό σύστημα τῶν ἀδειων ἀπό τίς 4 Μαρτίου. 'Από τήν εξαιρετική αυτή κατάσταση ἀνέκυψε τό πρόβλημα ἄν κατά τήν προαναφερθείσα περίοδο διακοπής τοῦ κοινοτικού συστήματος τῶν ἀδειων, οἱ ισπανοί ἁλιείς ήταν ελεύθεροι νά ἀσκοῦν τήν δραστηριότητά τους εντός τῶν ζωνών ἁλιείας γιά τίς όποιες πρόκειται.
Ἔχω εκτενώς ἀναπτύξει τό πρόβλημα αὐτό στίς προτάσεις τῆς 27ης Μαΐου τοῦ τρέχοντος έτους, ἐπί τῶν υποθέσεων 137 μέχρι 140/81 (παράγραφοι 3, 4, 5 καί 6). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατά την γνώμη μου ἡ ἔλλεψη ειδικῶν κοινοτικῶν διατάξεων στόν τομέα τῶν ἀδειῶν ἁλιείας κατά την διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου καί 3ης Μαρτίου 1981«είναι ένα γεγονός πού εναπόκειται στους δικαστές τῆς κυρίας δίκης νά εκτιμήσουν: δέν ἐζήτησαν ἀπό τό Δικαστήριο νά ἑρμηνεύσει τό κοινοτικό νομικό καθεστώς σέ σχέση μέ τήν ἁλιευτική δραστηριότητα τῶν ισπανικών πλοίων κατά τήν διάρκεια τῆς συγκεκριμένης αυτής περιόδου». Παραμένω πεπεισμένος ὅτι ἐάν τό Δικαστήριο ἐλάμβανε θέση ἐπί τοῦ θέματος αυτού θά υποκαθιστούσε «τόν εθνικό δικαστή μέ τήν αντιμετώπιση ερωτήματος προσδιορισμού τῶν εφαρμοστέων διατάξεων», ἐνῶ «ὁ ἐθνικός δικαστής ἐζή-τησε τόν έλεγχο τῆς νομιμότητος ὁρισμένων κανονισμών» επαναλαμβάνω δέ ὅτι «παρόμοια διεύρυνση τοῦ πεδίου τῶν προδικαστικῶν ερωτημάτων συνιστᾶ ἀπόπειρα τῶν ενδιαφερομένων μερών πού δέν θά έπρεπε νά ευνοηθεί ἀπό τό Δικαστήριο».
Ὡς πρός τήν ουσία, πιστεύω ὅτι κατά τήν διάρκεια τῶν περιόδων κατά τίς όποιες δέν εἶχαν τεθεί σέ ἰσχύ τά κοινοτικά μέτρα περί διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων, δέν ἐπετρέπετο στά ισπανικά σκάφη νά ἁλιεύουν εντός τῶν υδάτων τῶν χωρών μελών τῆς ΕΟΚ. Ή άποψη αύτη στηρίζεται στόν ἀποκλειστικό χαρακτήρα τῆς θαλασσιας ζώνης τῶν 200 μιλίων σύμφωνα μέ τό ισχύον γενικό διεθνές δίκαιο, καί επιβεβαιώνεται ἀπό τήν ἀνάλυση τῆς ἁλιευτικής συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ καί Ἰσπανίας τῆς 15ης 'Απριλίου 1980. 'Ας μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω σχετικώς στίς προτάσεις μου τῆς 27ης Μαΐου καί νά σημειώσω ὅτι οἱ διάδικοι δέν προσκόμισαν νέα στοιχεία γιά νά στηρίξουν τίς ἀντίστοιχες ἀπόψεις τους.
5.
Ή υπεράσπιση τῶν κατηγορουμένων στίς ἐπί τῆς ουσίας δίκες πού ἀφοροῦν τίς υποθέσεις 50 έως 58/82 ισχυρίζεται ὅτι οἱ κοινοτικοί κανονισμοί πού εφαρμόζονται ἐπί τῶν ισπανών ἁλιέων εἶναι επίσης άκυροι ἀπό τῆς ἀπόψεως τῆς παραβιάσεως ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων: τοῦ δικαιώματος ἰσότητος, τοῦ δικαιώματος υπερασπίσεως, τοῦ δικαιώματος εργασίας καί ἀσκήσεως μιᾶς επαγγελματικής δραστηριότητος, τοῦ δικαιώματος νά μή τους ἐπιβληθοῦν ποινές ἀναδρομικές.
Γιά νά ἀπορριφθοῦν αυτοί οἱ δήθεν λόγοι ἀκυρότητος ἀρκεῖ νά παρατηρηθεί ὅτι είναι τελείως άσχετοι μέ τό ερώτημα πού υπέβαλαν οἱ γάλλοι δικαστές καί τό όποιο άφορᾶ ἀποκλειστικώς τό ἐνδεχόμενο ἀσυμβίβαστο τοῦ ἐν λόγω κοινοτικοῦ συστήματος μέ προηγούμενες διεθνείς συμφωνίες. Παρά ταῦτα, κρίνω ενδεδειγμένο νά σχολιάσω ἐν συντομία τους λόγους αυτούς γιά νά ἀποδειχθεί τό ἀβάσιμό τους. Πράγματι:
Α —
Ή επίκληση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος έχει συνδυασθεί μέ τήν άποψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ ἐν λόγω κοινοτικοί κανονισμοί προβαίνουν σέ διάκριση μεταξύ τῶν ισπανών αλιέων καί τῶν ἁλιέων πού εἶναι υπήκοοι τῶν κρατών μελών τῆς Ευρωπαϊκῆς Κοινότητος, επιβάλλοντας μόνο στους πρώτους τήν υποχρέωση κατοχής ἀδείας ἁλιείας. Κατά τῆς ἀπόψεως αυτής έχει παρατηρηθεί ὅτι ἡ άδεια ἁλιείας ἀποτελεί ένα μέσο γιά τήν διασφάλιση τῆς τηρήσεως τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων τῆς ἁλιείας σύστημα τό όποιο εφαρμόζεται επίσης στους κοινοτικούς ἁλιείς, έστω καί ἄν, ὡς πρός αὐτούς, μέσο διασφαλίσεως τῆς τηρήσεως εἶναι ὁ έλεγχος τῶν ἁλιευομένων ποσοτήτων στους λιμένες ἀποβιβάσεως. 'Αν καί μιά περισσότερο ριζοσπαστική κριτική θά τόνιζε ὅτι καμμία ἀρχή ἀπ᾽ ὅσες περιλαμβάνει ὁ κατάλογος τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων δέν υποχρεώνει τήν Κοινότητα νά εξασφαλίσει στους ισπανούς υπηκόους τά 'ίδια δικαιώματα μέ τους πολίτες τῆς Κοινότητος, ὡς πρός την εκμετάλλευση τῆς οικονομικῆς ζώνης πού διαβρέχει τίς ἀκτές τῶν κρατών μελών. Τόσο τό άρθρο 14 τῆς ευρωπαϊκῆς συμβάσεως ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅσο καί οἱ ἀντίστοιχοι κανόνες τῶν δύο παγκοσμίων συμβάσεων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων (άρθρο 2, παράγραφος 1, τῆς συμβάσεως περί αστικῶν καί πολιτικών δικαιωμάτων, άρθρο 2, παράγραφος 2, τῆς συμβάσεως περί οἰκονομικῶν, κοινωνικών καί πολιτιστικών δικαιωμάτων) επιβάλλουν την ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων κατά την άσκηση τῶν δικαιωμάτων πού ἀναγνωρίζει κάθε μία ἀπό τίς διεθνείς αυτές πράξεις κανένα ὅμως δικαίωμα ἀσκήσεως τῆς ἁλιείας εντός τῆς οικονομικῆς ζώνης ὅλων τῶν χωρών δέν ἀναγνωρίζει οὔτε ἡ ευρωπαϊκή σύμβαση ούτε οἱ διεθνείς συμβάσεις! 'Επίσης, ὅσον άφορᾶ τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος ὅλων τῶν ἀτόμων ενώπιον τοῦ νόμου καί τό δικαίωμα παροχῆς ἴσης προστασίας ὑπό τοῦ νόμου (άρθρο 26 τῆς διεθνοῦς συμβάσεως περί τῶν ἀστικών καί πολιτικών δικαιωμάτων), εγγυάται βεβαίως τήν τυπική ισότητα ὅλων τῶν ἀτόμων σέ σχέση μέ τήν κάθε έννομη τάξη θεωρούμενη ὡς σύνολο, μόνο ὅμως γιά νά ἀποκλείσει τό ενδεχόμενο θεσπίσεως ἐκ μέρους τοῦ νομοθέτου αυθαιρέτων διακρίσεων ἡ διαφορετικής μεταχειρίσεως στερούμενης οιασδήποτε ἀντικειμενικής δικαιολογίας.
Ειδικότερα, ἡ ἀπαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω εθνικής καταγωγής δέν ἀποκλείει καθόλου τήν δυνατότητα νά προβλέπει ὁ νόμος ἀρκετές διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ πολιτών καί ξένων, ιδίως στόν τομέα τοῦ δημοσίου δικαίου, ἐφ᾽ ὅσον οἱ νομικοί αυτοί κανόνες ἔχουν μία εύλογη θεμελίωση, ἡ ὁποία πρέπει χωρίς ἀμφιβολία νά γίνει δεκτό ὅτι υπάρχει στην περίπτωση τῆς υποχρεώσεως ἀδειῶν ἁλιείας, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος διατηρήσεως τῶν θαλασσίων πόρων καί τοῦ μέ αυτό συνδεδεμένου συστήματος τῶν ποσοστώσεων ἁλιείας.
Β —
Ή δήθεν παραβίαση τοῦ δικαιώματος υπερασπίσεως συνίσταται στό γεγονός ὅτι οἱ διοικητικές κυρώσεις πού εφήρμοσε ή 'Επιτροπή έναντι τῶν ισπανών ἁλιέων (ἀνάκληση τῆς ἀδείας καί ἀναστολή χορηγήσεως νέας ἀδείας κατά τήν διάρκεια μιας ὁρισμένης περιόδου) επεβλήθησαν χωρίς νά δοθεῖ ἡ δυνατότης στους ενδιαφερομένους νά προβάλουν προηγουμένως τήν άποψη τους, γεγονός πού έρχεται σέ ἀντίθεση μέ τό άρθρο 6 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρωπου, τό όποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, διασφαλίζει τό δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου νά υπερασπισθεί τόν εαυτό του, εἴτε ὁ 'ίδιος εἴτε μέ τήν βοήθεια συνηγόρου (παράγραφος 3, γ). 'Αναφέρθηκε επίσης σχετικά ἡ ἀπόφαση πού εξέδωσε τό Δικαστήριό μας στίς 27 'Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 121/76, Moli (Raccolta 1977, σ. 1971), στην ὁποία μνημονεύει «τή γενική ἀρχή σύμφωνα μέ τήν ὁποία κάθε διοικητική ἀρχή ὅταν λαμβάνει μέτρα πού δύνανται νά βλάψουν βαρέως ἀτομικά συμφέροντα έχει τήν υποχρέωση νά παράσχει στόν ενδιαφερόμενο τήν δυνατότητα νά εκθέσει τήν άποψη του» (σκέψη 20).
Ὁ λόγος αυτός εἶναι ἀβάσιμος. Πρέπει, κατ' ἀρχάς, νά διευκρινισθεί ὅτι τό άρθρο 6 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως δέν εφαρμόζεται παρά μόνο στίς δικαστικές διαδικασίες: ἡ 'Επιτροπή 'Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εἶχε τήν ευκαιρία νά τό διευκρινίσει στην έκθεση τῆς τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1976 σχετικά μέ τήν υπόθεση 'Ιρλανδία κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου. Ἐξ άλλου, τά άτομα πού θίγονται ἀπό τίς κυρώσεις τῆς 'Επιτροπής έχουν πάντα τήν δυνατότητα νά προσβάλλουν τίς σχετικές ἀποφάσεις δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173, δευτέρα παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ: ἡ κατ' ἀντιμωλία διαδικασία πού προβλέπεται εξασφαλίζει στους ενδιαφερομένους τήν δυνατότητα νά ἀναπτύξουν τά μέσα υπερασπίσεως τους. Πρόκειται γιά μία κατ' ἀντιμωλία διαδικασία ἀποκλειστικώς ἐνδεχόμενη, διότι επαφίεται στην πρωτοβουλία τῶν ενδιαφερομένων καί μεταγενέστερη, ἐφ᾽ ὅσον λαμβάνει χώρα μετά τήν θέσπιση τοῦ μέτρου πού προεκάλεσε τήν ζημία, αὐτό ὅμως δικαιολογείται ἀπό την ἀνάγκη ταχείας παρεμβάσεως τῆς 'Επιτροπῆς, γιά νά ἀποτραπεί ἀκόμα μεγαλύτερη ζημία τῶν ενδιαφερομένων υπηκόων τῆς Κοινότητος. Εἶναι, ἐξ άλλου, γνωστό ὅτι υπάρχουν inaudita altera parte, διάφορες μορφές διοικητικής παρεμβάσεως (καί επίσης δικαστικής), ἔτσι ὥστε ἡ κατ' ἀντιμωλία διαδικασία καί επομένως ἡ άσκηση τοῦ δικαιώματος υπερασπίσεως νά παραπέμπεται σέ μιά ἑπόμενη φάση τῆς διαδικασίας.
Τέλος, θεωρώ ὅτι ἡ ἀναφορά τῆς ἀποφάσεως Moli εἶναι ἀλυσιτελής, διότι στην ἀπόφαση αύτη τό Δικαστήριο επιβεβαίωσε μία ἀρχή ἡ ὁποία ισχύει στίς μεταξύ διοικήσεως καί υπαλλήλων σχέσεις καί ἡ οποία δέν εἶναι δυνατόν νά μεταφερθεί κατά τρόπο μηχανικό σέ ὅλες τίς μεταξύ διοικήσεως καί ιδιωτών σχέσεις.
Γ —
Νομίζω ὅτι ἡ επίκληση τοῦ δικαιώματος πρός εργασία καί τῆς ελευθερίας οικονομικής πρωτοβουλίας δέν σχετίζεται ἐπίσης μέ τίς παροῦσες υποθέσεις. Τό πρῶτο 'έχει ἕνα πολύ γενικό περιεχόμενο τό όποιο συνίσταται στό «δικαίωμα τοῦ κάθε ἀτόμου νά έχει τήν δυνατότητα νά κερδίζει τήν ζωή του μέ μιά εργασία πού ελεύθερα επέλεξε ἡ ἀπεδέχθη» (άρθρο 6, παράγραφος 1, τῆς διεθνοῦς συμβάσεως περί οικονομικών, κοινωνικῶν καί πολιτιστικών δικαιωμάτων). Εἶναι ὅμως προφανές ὅτι οἱ πολυάριθμοι περιορισμοί καί προϋποθέσεις — πραγματικές ἡ νομικές — οἱ όποιες περιορίζουν τήν δυνατότητα αυτή μποροῦν νά νοηθούν ὡς παραβιάσεις τῆς ἀρχής αυτής! Ειδικότερα, έστω καί ἄν ἡ κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περιορίζει τήν άσκηση τῆς αλιείας ἐκ μέρους τῶν ισπανών αλιέων εντός ὁρισμένων θαλασσίων ζωνών, δέν θίγει τό δικαίωμά τους νά κερδίζουν τήν ζωή τους μέ τήν ἁλιεία.
'Ανάλογα επιχειρήματα δύνανται νά προβληθούν σχετικά μέ τήν ελευθερία λήψεως οικονομικών πρωτοβουλιών, ἡ ὁποία — ὅπως εἶχα τήν ευκαιρία νά τό επιβεβαιώσω στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως Hauer (υπόθεση 44/79, Raccolta 1979, σ. 3764, παράγραφος 10) — «δέν διασφαλίζεται σέ σχέση μέ ἕναν συγκεκριμένο τομέα ἀσκήσεως της». ΟΙ κανονισμοί πού μᾶς ἀπασχολούν επηρεάζουν, βέβαια, τήν δυνατότητα εκμεταλλεύσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων ὁρισμένων θαλασσίων ζωνών, ὅμως, οἱ ισπανικές επιχειρήσεις εἶναι ελεύθερες νά ἀναπτύξουν τήν δραστηριότητά τους στόν τομέα τῆς ἁλιείας, εἴτε εντός τῶν ἰδίων ζωνών, ὑπό τόν ὅρο τῆς τηρήσεως τών προϋποθέσεων πού θεσπίζουν οἱ ἀνωτέρω κανονισμοί, εἴτε άλλοῦ.
Δ —
Τέλος, ἡ υπεράσπιση τῶν προσφευγόντων στίς υποθέσεις τίς όποιες σᾶς παρέπεμψε τό Tribunal de grande instance τῆς Bayonne προέβαλε τόν λόγο τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, διότι ὁ κανονισμός 1569/81 τῆς 1ης 'Ιουνίου 1981 αυξάνει ἀναδρομικώς τίς κυρώσεις πού δύναται νά επιβάλλει ἡ Ἐπιτροπή σέ ὅσους παραβαίνουν τήν κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί αλιείας. Πράγματι, τό άρθρο 13 τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ προβλέπει κυρώσεις αυστηρότερες ἀπό εκείνες πού ἐθέσπιζαν οἱ προηγούμενοι κανονισμοί (ἀνάκληση τῆς ἀδείας αλιείας καί ἀναστολή τῆς χορηγήσεως νέων ἀδειῶν: οἱ δύο κυρώσεις δύνανται νά ἐπεκταθοῦν καί σέ άλλα σκάφη τοῦ ιδίου ἐφοπλιστοῦ) πρόκειται δέ γιά διάταξη πού έχει ἀναδρομική ἰσχύ δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός στό σύνολο του εφαρμόζεται ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1981, ἐνῶ ὁ προηγούμενος κανονισμός 554/81, ὁ όποιος ἴσχυε μέχρι τῆς 31ης Μαΐου, καταργείται ρητώς.'Ωστόσο, αυτές οἱ πλευρές τῆς κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ὅσο θλιβερές καί ἄν είναι, δέν δύνανται νά θεωρηθούν ἀντίθετες πρός τόν προαναφερθέντα κανόνα τῆς ευρωπαϊκῆς συμβάσεως, γιά τόν απλό λόγο ὅτι ó τελευταίος αυτός άφορᾶ μόνο ποινικές κυρώσεις. 'Αρκεί ἡ ἀνάγνωση τοῦ άρθρου 7, παράγραφος 1, φράση 2 («δέν επιβάλλεται βαρύτερα ποινή ἀπό εκείνη, ή οποία ἐπεβάλλετο κατά την στιγμή τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος») γιά νά γίνει ἀντιληπτό ὅτι ἡ ἀρχή αὐτή δέν δύναται νά επεκταθεί σέ κυρώσεις διοικητικού χαρα-κτῆρος. Ή Εὐρωπαϊκή 'Επιτροπή Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων 'έχει ἀποφανθεί κατά τήν έννοια αυτή στίς ἀποφάσεις ἐπί των προσφυγών 4274/69 καί 4519/70 (Ἐπετηρίς τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τόμος 13, σελίδες 889 καί ἑπ., Ιδίως σελίδα 890 καί ibidem τόμος 14, σελίδες 616 καί ἑπόμενες, ἰδίως σελίδα 622).
6.
'Απομένει νά εξετασθεί ένας άλλος λόγος πού προεβλήθη κατά τοῦ κύρους των προσβαλλομένων κανονισμών ἀπό τήν υπεράσπιση τῶν ἁλιέων, οἱ όποιοι ήσαν κατηγορούμενοι στίς ποινικές δίκες πού ἀπετέλεσαν τήν ἀφορμή τῶν υποθέσεων 50 έως 58/82. Πρόκειται γιά τήν δήθεν ἀντίθεση μεταξύ τῶν κανονισμών καί τῶν κανόνων τῆς συμφωνίας περί ἁλιείας πού συνήφθη μεταξύ Κοινότητος καί 'Ισπανίας στίς 15 'Απριλίου 1980, συμφωνία ἡ ὁποία προσωρινώς ἐφηρμόσθη από τῆς ημερομηνίας αυτής (δυνάμει τοῦ ἄρθρου 12 αὐτής) καί ή ὁποία ετέθη ὁριστικώς σέ ἰσχύ στίς 12 Μαΐου 1981.
Ή πρώτη παρατήρηση πού πρέπει νά γίνει εἶναι ὅτι οἱ γάλλοι δικαστές, οἱ όποιοι απηύθυναν στό Δικαστήριο τό ερώτημα περί τοῦ κύρους καί τῆς ισχύος έναντι τῶν ισπανών υπηκόων τῆς ενδιαμέσου ρυθμίσεως τῆς Κοινότητος περί τῆς διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν θαλασσίων πόρων, ὁπωσδήποτε, δέν έλαβαν ὑπ᾽ ὄψη τήν συμφωνία Κοινότητος—Ισπανίας ὅταν ἀνέφεραν «προγενέστερες διεθνεῖς συμφωνίες». Αυτό προκύπτει σαφώς ἀπό τήν αιτιολογία τῶν διατάξεων περί παραπομπής' πρέπει νά προστεθεί ὅτι ἡ ἀπόφαση πού προαναφέρθηκε εἶναι ἀσφαλώς «προγενέστερη» μόνο σέ σχέση μέ τόν κανονισμό 1569/81 ὁ όποιος ἐθεσπίσθη τήν 1η 'Ιουνίου 1981 (δηλαδή 9 ήμερες μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος τῆς συμφωνίας), ἐνῶ εἶναι μεταγενέστερη τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῆς κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ἡ ὁποία μας ἀπασχολεί στην παρούσα υπόθεση (παραμένει ἀμφίβολο τό κατά πόσο δύναται νά θεωρηθεί ὡς ένας παράγοντας τοῦ κύρους τῶν κανονισμῶν πού θεσπίσθηκαν κατά τήν περίοδο τῆς προσωρινής εφαρμογής του).
Πάντως, δέν νομίζω ὅτι ἡ άποψη πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω εἶναι ὀρθή. Οἱ ενδιαφερόμενοι υποστηρίζουν ὅτι ἡ συμφωνία μεταξύ Κοινότητος καί 'Ισπανίας εξασφαλίζει τήν εἴσοδο τῶν ισπανών ἁλιέων στην ἀποκλειστική οικονομική ζώνη σύμφωνα μέ τήν ἀρχή τῆς ισορροπίας καί τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων πού θεσπίζει τό άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β, καί τους ἀναγνωρίζει τά ιστορικά δικαιώματα ἁλιείας πού είχαν ήδη ἀναγνωρίσει προηγούμενες διεθνείς συνθήκες, ἐνῶ οἱ κοινοτικοί κανονισμοί (καί ἰδίως ὁ κανονισμός 554/81 τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1981) ἀντίκεινται πρός τίς δύο αὐτές ἀρχές. 'Εμμένω ὅμως στην άποψη (τήν ὁποία ήδη διετύπωσα στίς προτάσεις μου τῆς 27ης Μαΐου 1982 ἐπί τῶν υποθέσεων 137, 138, 139 καί 140/81) ὅτι ἡ συμφωνία ἁλιείας ΕΟΚ—'Ισπανίας ουδαμώς ἀναγνωρίζει «τήν ελεύθερη είσοδο τῶν ἁλιευτικών σκαφών καθενός τῶν μερών στην ἁλιευτική ζώνη τοῦ άλλου τό δικαίωμα εἰσόδου παρέχεται, πράγμα πού προϋποθέτει τόν καθορισμό τῆς ποσότητος πού δύνανται νά αλιεύσουν τά ἁλιευτικά σκάφη τοῦ έτερου μέρους», καθώς καί τήν χορήγηση ειδικών ἀδειῶν. Πρέπει νά σημειωθεί σχετικώς ὅτι ἡ ἱκανοποιητική ισορροπία τῶν δυνατοτήτων αλιείας τοῦ κάθε μέρους τῆς συμφωνίας στην ζώνη ἀλιείας τοῦ έτερου εἶναι ὁ επιδιωκόμενος σκοπός τῶν διαβουλεύσεων πού προβλέπει τό άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 6, ἀλλ᾿ ὅτι ἡ ποσότητα τῶν αλιευμάτων πού επιτρέπεται νά πραγματοποιήσουν τά ἀλιευτικά σκάφη τοῦ ενός μέρους (καθώς καί οἱ ζῶνες ὅπού επιτρέπεται ἡ ἁλιεία) εξαρτώνται ἀπό τόν μονομερή καθορισμό τοῦ ἑτερου μέρους, έστω καί ὑπό τόν ὅρο ὅτι θά γίνουν σχετικῶς διαβουλεύσεις (βλέπε επίσης τό άρθρο 3, παράγραφος 1, β).
Ἁπό τήν πλευρά του, κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, ó εκπρόσωπος τῆς γαλλικής κυβερνήσεως ὀρθώς παρε-τήρησε ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συμφωνίας «εντός τῆς ζώνης ἁλιείας πού ἀνήκει στην δικαιοδοσία του, κάθε μέρος δύναται νά λάβει, σύμφωνα μέ τους κανόνες τοῦ διεθνούς δικαίου, τά μέτρα πού θά ήταν ἀναγκαία γιά τήν εξασφάλιση τῆς τηρήσεως ἀπό τά σκάφη τοῦ άλλου μέρους τῶν διατάξεων τῆς παρούσας συμφωνίας».Μεταξύ τῶν κανόνων τοῦ διεθνούς δικαίου πού σχετίζονται μέ τό θέμα (δυνάμει επίσης τοῦ γεγονότος ὅτι τό άρθρο 7 παραπέμπει στους κανόνες αυτούς) περιλαμβάνεται χωρίς ἀμφιβολία καί ó κανόνας τοῦ άρθρου 56, παράγραφος 1, στοιχείο α, τοῦ σχεδίου συμβάσεως πού ἐπεξειργάσθη ή τρίτη διάσκεψη τῶν 'Ηνωμένων Εθνών περί τοῦ δικαίου τῆς θαλάσσης, κατά τό όποιο «εντός τῆς ἀποκλειστικής οικονομικής ζώνης τό παράκτιο κράτος διαθέτει: α) κυριαρχικά δικαιώματα ὡς πρός τήν εξερεύνηση καί τήν εκμετάλλευση, τήν διατήρηση καί τήν διαχείριση τῶν φυσικών, βιολογικών ἡ μή βιολογικών πόρων τῶν θαλασσίων βυθών». Ή σαφής αυτή ἀναγνώριση τοῦ δικαιώματος τοῦ παρακτίου κράτους γιά τήν ἀποκλειστική ἐκμετάλλευση καί διατήρηση τῶν πόρων της ἀποκλειστικής οικονομικής ζώνης ἀρκεῖ γιά νά ἀποκλείσει τήν δυνατότητα υπάρξεως δήθεν ιστορικών δικαιωμάτων τῶν ισπανών ἁλιέων. 'Ας μοῦ επιτραπεί, στό σημείο αυτό, νά παραπέμψω, επίσης, στίς σκέψεις πού ανέπτυξα στό σημείο 6 τῶν προτάσεων μου πού προανέφερα, τῆς 27ης Μαΐου 1982.
7.
Σύμφωνα μέ τίς σκέψεις πού ἀνέπτυξα ἀνωτέρω προτείνω στό Δικαστήριο, ἀποφαινόμενο ἐπί τῶν ταυτοσήμων ερωτημάτων πού τοῦ ὑπέβαλε τό Cour d'appel τῆς Rennes μέ ἀποφάσεις τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1981 (συνεκδικαζόμενες ὑπο-θέσεις 13 μέχρι 28/82) καί τό Tribunal de grande instance τῆς Bayonne μέ ἀποφάσεις τῆς 17ης Σεπτεμβρίου 1981 (υπόθεση 50/82), τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1981 (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 51, 52 καί 58/82) καί τῆς 5ης Νοεμβρίου 1981 (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 53, 54, 55, 56, καί 57/82), κρίνει ὅτι:
α)
ἡ έρευνα τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου πού ἐθέσπισαν ὁρισμένα ενδιάμεσα μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων, τά όποια εφαρμόζονται στά σκάφη ὑπό ισπανική σημαία δέν κατέληξε στην διαπίστωση κανενός λόγου ἀκυρότητος
β)
οἱ κανονισμοί αυτοί 'ίσχυαν έναντι τῶν ισπανών υπηκόων.
Τέλος, ἄν τό Δικαστήριο κρίνει ὅτι πρέπει νά αποφανθεί έπί τοῦ ζητήματος τής διακοπής τοῦ συστήματος τῶν άδειων ἁλιείας μεταξύ τῆς 1ης Φεβρουαρίου καί της 3ης Μαρτίου 1981 προτείνω νά ἀποφανθεί σχετικώς ὅτι:
Κατά την διάρκεια τῆς περιόδου διακοπῆς τοῦ συστήματος χορηγήσεως άδειων στους ισπανούς ἁλιείς, ἡ ὁποία επήλθε μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου καί 3ης Μαρτίου 1981, τους ἀπηγορεύετο κάθε ἁλιευτική δραστηριότης εντός τῶν χωρικῶν υδάτων τῶν κρατῶν μελῶν καί τῶν ἀντιστοίχων ἀποκλειστικών οικονομικών ζωνών, οἱ όποιες υπόκεινται στό κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἀλιευτικών πόρων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy