ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 17 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις που μας απασχολούν σήμερα, η προσφεύγουσα προέβαλε ένα μεγάλο αριθμό λόγων για να στηρίξει το αίτημα της προς ακύρωση των επίδικων αποφάσεων. Με τις αποφάσεις αυτές, η Επιτροπή προσδιόρισε τα στοιχεία αναφοράς και καθόρισε τις ποσοστώσεις παραγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 1981 και για το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 1982 σε ό,τι αφορά τους ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και για το τρίτο τρίμηνο του 1982 σε ό,τι αφορά το χονδρόσυρμα. Με τις ίδιες αποφάσεις, η Επιτροπή καθόρισε επίσης το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά.
Ωστόσο, απομένουν προς εξέταση δύο μόνο από τους πολλούς αυτούς λόγους και συγκεκριμένα (κατά τη σειρά την οποία 9α εξηγήσω στη συνέχεια):
—
Ο πέμπνος λόγος, που αναφέρεται στη δήθεν διάκριση μεταξύ των «μονοπα-ραγωγικών» και των «πολυπαραγω-γικών» επιχειρήσεων, η οποία συνιστά παράβαση των άρθρων 58 και 4 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Ο λόγος αυτός προβάλλεται ως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά της γενικής αποφάσεως 1831/81.
Πάντως, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς υποστήριξη του λόγου αυτού και τα συμπεράσματα που συνήχ9ησαν, αν και παρεμφερή εκ πρώτης όψεως, διαφέρουν από εκείνα που προβλήθηκαν στις συνεκδικαζό-μενες υποθέσεις 140, 146, 221 και 226/82 (Walzstahlvereinigung und Thyssen AG), επί των οποίων 9α αναπτύξω τις προτάσεις μου στις 22 Νοεμβρίου. Θεωρώ χρήσιμο να υπογραμμίσω σχετικά από τώρα ότι οι διαφορές αυτές των επιχειρημάτων είναι ουσιώδεις. Κατά την άποψη της Walzstahlvereinigung und Thyssen AG, δημιουργούνται διακρίσεις με το να χρησιμοποιούνται διαφορετικά κριτήρια καθορισμού των ποσοστώσεων νων ράΰόων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής για τις μονοπαραγωγικές και πολυπαραγω-γικές επιχειρήσεις (τις οποίες η Επιτροπή στην υπόθεση αυτή αποκαλεί «επιχειρήσεις που καλύπτουν όλο το φάσμα της παραγωγής»). Αντίθετα, στις παρούσες υποθέσεις, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι οι ποσοστώσεις παραγωγής για τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής που καθορίστηκαν γι' αυτή δημιουργούν διακρίσεις, διότι είναι μικρότερες από το συνολικό περιορισμό της παραγωγής των πολυπα-ραγωγικών επιχειρήσεων. Επομένως, τα φαινόμενα, οι παρούσες υποθέσεις δεν είναι παρόμοιες με τις προαναφερθείσες άλλες υποθέσεις.
—
Ο έκτος λόγος, που αναφέρεται στη δήθεν παράβαση του άρθρου 14α της αποφάσεως 1831/81. Σύμφωνα με το λόγο αυτό, οι ατομικές αποφάσεις οι οποίες καθορίζουν τις ποσοστώσεις παραγωγής για την προσφεύγουσα είναι αντίθετες προς την καλούμενη ειδική ρήτρα επιεικείας για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα.
Πριν εξετάσω τους δύο αυτούς λόγους ακυρώσεως, αναφέρω τους άλλους λόγους οι οποίοι έχουν επίσης προβληθεί, και τους λόγους για τους οποίους δεν είναι πλέον απαραίτητο να τους λάβουμε υπόψη. Είναι αυτονόητο ότι οι λόγοι αυτοί είναι επίσης σημαντικοί για την απόφαση σας.
Πρόκειται για τους ακόλουθους λόγους:
1)
Παραβίαση της πράξεως προσχωρήσεως (οι τρεις προσφυγές).
2)
Παραβίαση της συνθήκης ΕΚΑΧ, ιδίως των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 58 και 1 μέχρι 5 (οι τρεις προσφυγές).
3)
Κατάχρηση εξουσίας (υποθέσεις 31 και 138/82).
4)
Παράβαση ουσιωδών τύπων (υπόθεση 31/82).
Όπως προκύπτει από τα υπομνήματα αντικρούσεως, που κατέθεσε η προσφεύγουσα, παρέλκει η εξέταση των λόγων 3 και 4 στις υποθέσεις 31 και 138/82.
Ως προς τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα αναφέρει στις προσφυγές της ότι είναι ταυτόσημος με έναν από τους λόγους που είχαν προβληθεί στην υπόθεση 258/81, επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1982 (Συλλογή σ. 4261). Με την απόφαση του αυτή, το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει το λόγο αυτό με τις υπ' αριθ. 3 μέχρι 9 σκέψεις του, οπότε περιορίζομαι να παραπέμψω στις σκέψεις αυτές προτείνοντας την ίδια λύση στις παρούσες υποθέσεις. Παραπέμπω επίσης σχετικά στην απόφαση που εκδώσατε στις 16 Φεβρουαρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 39, 43, 85 και 88/81, Χαλυβουργική και λοιποί κατά Επιτροπής (Συλλογή σ. 593), σκέψεις 5 μέχρι 15, και με την οποία απορρίψατε ανάλογα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί με τις εν λόγω προσφυγές.
Ο δεύτερος λόγος έχει επίσης προβληθεί στην υπόθεση 258/81 και έχει απορριφθεί με την απόφαση σας, για τους λόγους που αναφέρονται στις σκέψεις 15 μέχρι 20. Όμως, όπως έχω ήδη παρατηρήσει, με βάση το άρθρο 146 της γενικής αποφάσεως 1831/81, το οποίο προστέθηκε μεταγενέστερα, ο λόγος αυτός αποκτά μια διαφορετική σημασία για τη διάκριση μεταξύ μονο-παραγωγικών και πολυπαραγωγικών επιχειρήσεων, στην οποία αναφέρεται η παρούσα αιτίαση.
Χαρακτήρισα παραπάνω το λόγο αυτό, έτσι όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με τα όσα εξέθεσα, ως πέμπτο λόγο.
1.2.
Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά έγγραφα και την εξέλιξη της διαδικασίας, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2. Η δήθεν διάκριση μεταξύ μονοπα-ραγωγικών και πολυπαραγωγικών επιχειρήσεων
Ο «πέμπτος λόγος», που συνήγαγα από το λόγο που αναφέρεται στην παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 58 και 1 μέχρι 5 της συνθήκης ΕΚΑΧ, τον οποίο η προσφεύγουσα προέβαλε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της παρούσης διαδικασίας, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 146, το οποίο προστέθηκε στη βασική απόφαση 1831/81, μετά το άρθρο 14α, με την απόφαση 533/82 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 1982, και το οποίο ενέχει επίσης σημασία για τις προαναφερθείσες προσφυγές της Walzstahlvereinigung und Thyssen AG. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για τους παραγωγούς των οποίων η ολική παραγωγή δεν υπερέοη τις 700000 τόνους το 1981 και των οποίων η παραγωγή των κατηγοριών IV, V και VI αποτελεί τουλάχιστον το 90% του συνόλου της παραγωγής τους, τα ποσοστά μειώσεως της κατηγορίας V (ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής) για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως, που καθορίστηκαν για το δεύτερο τρίμηνο του 1982, μειώνονται κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες, αν η παραγωγή των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % της παραγωγής των κατηγοριών IV, V και VI το 1981. Επομένως, από την άποψη αυτή, ο νέος λόγος ενέχει σημασία μόνο για την εκτίμηση των προσφυγών που αναφέρονται στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 1982 ( 2 ).
Ωστόσο, ο λόγος αυτός στηρίζεται κυρίως στη γενικότερη άποψη (η οποία αφορά τα οικεία προγενέστερα τρίμηνα), κατά την οποία ο καθορισμός ενιαίων ποσοστών μειώσεως των παραγωγών αναφοράς για τις ποικιλίες του χάλυβα που έχουν πληγεί από την κρίση, εισάγει διάκριση μεταξύ των παραγωγών που παράγουν διάφορες ποικιλίες χάλυβα (στο εξής «πολυπαραγωγικές επιχειρήσεις») και των παραγωγών που παράγουν μία μόνο ποικιλία χάλυβα, η οποία εμπίπτει στο σύστημα των ποσοστώσεων, ή μικρό μόνο αριθμό των ποικιλιών αυτών (στο εξής «μονοπαραγωγικές επιχειρήσεις»). Οι αποφάσεις 1831/81 και 1696/82 καθόρισαν ιδίως ενιαία ποσοστά μειώσεως για τις κατηγορίες Ι, IV, V και VI. Δεδομένου ότι τα ενιαία αυτά ποσοστά μειώσεως ισχύουν αι για τους παραγωγούς χάλυβα που παράγουν και άλλες ποικιλίες χάλυβα, οι οποίες δεν υπόκεινται στο σύστημα των ποσοστώσεων, ούτε σε μικρότερα ποσοστά μειώσεως, υπάρχει προφανής διακριτική μεταχείριση. Έτσι, μια επιχείρηση που παράγει αποκλειστικά χάλυβα των κατηγοριών IV και V υπόκειται σε μείωση 40 έως 50o/ο της συνολικής της παραγωγής. Αντίθετα, μια επιχείρηση που παράγει χάλυβα και των έξι κατηγοριών είναι υποχρεωμένη να μειώσει τη συνολική της παραγωγή κατά σαφώς μικρότερο ποσοστό. Επομένως, οι προαναφερθείσες γενικές αποφάσεις εισάγουν προφανή διάκριση μεταξύ παραγωγών και αντιβαίνουν, έτσι, στα άρθρα 58 και 4 της συνθήκης. Η προσφεύγουσα ανήκει στις «μονοπαραγωγικές επιχειρήσεις» των κατηγοριών IV και V. Η διάκριση αυτή δεν αίρεται ούτε με τις αποφάσεις 533 και 1698/82 που προανέφερα. Η εντελώς αυθαίρετη μείωση των ποσοστών μειώσεως δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την ισότητα μεταχειρίσεως, υπό την έννοια που αναφέρθηκε ανωτέρω. Η ισότητα αυτή θα αποκαθίστατο μόνο εάν μειωνόταν κατά τρόπο ταυτόσημο η ολική παραγωγή των μονοπα-ραγωγικών και πολυπαραγωγικών επιχειρήσεων. Αυτό αναγνώρισε, εμμέσως πλην σαφώς, η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις της γενικής της αποφάσεως 1698/82.
Η Επιτροπή θεωρεί, πρώτον, ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για απαγορευμένη διάκριση, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν εξάντλησε τις ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως που τους είχαν χορηγηθεί για τα προαναφερθέντα τρίμηνα. Ωστόσο, ως προς αυτό το επιχείρημα αντικρούσεως, παρατηρώ, καταρχάς, ότι δεν είναι απολύτως πειστικό, σε ό,τι αφορά το τέταρτο τρίμηνο του 1981, για το οποίο η ποσόστωση για την προσφεύγουσα είχε καθορίσει οριστικά πλέον από ένα μήνα μετά την εκπνοή του εν λόγω τριμήνου. Είναι επομένως προφανές ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να λάβει υπόψη της τον οριστικό αυτό καθορισμό των ποσοστώσεων κατά τον προγραμματισμό της παραγωγής της για το τέταρτο τρίμηνο και ότι για το λόγο αυτό υπέστη, ενδεχομένως, ορισμένη ζημία. Δεδομένου ότι ο λόγος που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν αναφέρεται στην καθυστέρηση ανακοινώσεως της ποσοστώσεως της, αρκεί, επί του σημείου αυτού, να συναχθεί, ως προς το λόγο που αναφέρεται στη διάκριση, ότι ο λόγος αυτός δεν μπορεί να απορριφθεί μόνο γιατί η προσφεύγουσα δεν εξάντλησε την ποσόστωση της. Επίσης, γενικότερα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το συμφέρον της προσφεύγουσας. Πράγματι, αν το αίτημα αυτό γινόταν δεκτό, θα επακολουθούσε μεταποίηση μεγάλου μέρους της παραγωγής των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής από τις πολυπαραγω-γικές στις μονοπαραγωγικές επιχειρήσεις και έτσι θα ετίθετο τέρμα στην κατάσταση της μη εξαντλήσεως των ποσοστώσεων.
Αντίθετα, πιστεύω ότι ορθά η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το γεγονός πως η κρίση έπληξε σε διαφορετικούς βαθμούς τις διάφορες κατηγορίες χάλυβα μπορεί, δηλαδή πρέπει, να επιφέρει επίσης (λόγω της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ σκοπού και μέσων, η οποία προκύπτει από το σκοπό του άρθρου 58) διαφοροποίηση των μειώσεων της παραγωγής, ανάλογη προς τη σοβαρότητα της κρίσεως που πλήττει τις επί μέρους αγορές της παραγωγής χάλυβα στο σύνολο της. Πρέπει λοιπόν να απορριφθούν οι απόψεις που διατύπωσε στο σημείο αυτό η προσφεύγουσα. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, το ποσό ελαττώσεως του ποσοστού μειώσεως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα, οι οποίες πληρούν τα ειδικά κριτήρια που ανέφερα προηγουμένως, δεν καθορίστηκε καθόλου αυθαίρετα και ιδίως δεν συνεπάγεται αναγνώριση μεταχειρίσεως που να εισάγει διακρίσεις, η οποία εξακολουθεί να επιφυλάσσεται στις επιχειρήσεις αυτές και μετά τη θέσπιση του εν λόγω συστήματος των εξαιρέσεων. Ως προς αυτό το επιχείρημα αντικρούσεως, αρκεί κατά τη γνώμη μου να αναφερθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κρίσεις της προσφεύγουσας σχετικά με το εν λόγω σύστημα αποκλίσεων προορίζονται και προδήλως να στηρίξουν τη γενική της άποψη, κατά την οποία ^ οι μειώσεις της παραγωγής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερες για τη συνολική παραγωγή των μονοπαραγωγικών επιχειρήσεων σε σχέση με τη συνολική παραγωγή των πολυπαραγωγικών επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι στο σημείο αυτό συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής, σχετικά με τη γενική αυτή άποψη, συνεπάγεται αυτόματα ότι οφείλω να προτείνω απόρριψη και του επιχειρήματος αυτού της προσφεύγουσας.
Συνοπτικά, καταλήγω μαζί με την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν αποδείχτηκε ότι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε όμοια κατάσταση υπήρξαν αντικείμενο άνισης μεταχειρίσεως. Για να μην προδικάσει την εξέταση του εντελώς διαφορετικού προβλήματος των υποθέσεων Walzstahlvereinigung und Thyssen AG, η επεξήγηση του συμπεράσματος αυτού πρέπει, βέβαια, να διαχωριστεί από την εξήγηση που έδωσε η ίδια η Επιτροπή στο εν λόγω συμπέρασμα.
Οι επιχειρήσεις που παράγουν διάφορες κατηγορίες χάλυβα, οι οποίες, έχουν πληγεί σε διαφορετικό βαθμό από την κρίση του κλάδου, βρίσκονται, υπό το φως των στόχων του άρθρου 58 και του γενικού συστήματος των ποσοστώσεων, σε κατάσταση ουσιωδώς διάφορη από εκείνη των μονοπαραγωγικών επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν αποκλειστικά χάλυβα που εμπίπτει στις κατηγορίες που έχουν καίρια πληγεί από την κρίση. Οι μονοπαραγωγικές αυτές επιχειρήσεις δεν μπορούν επομένως, δυνάμει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, να απαιτήσουν η μείωση των συνολικών ικανοτήτων παραγωγής τους να μη υπερβαίνει ένα ποσοστό της παραγωγής τους αναφοράς, που είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό μειώσεως των συνολικών ικανοτήτων παραγωγής των πολυπαραγωγικών επιχειρήσεων. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
3. Η δήθεν παράβαση του άρθρου 14α της αποφάσεως 1831/81
Στις υποθέσεις 31 και 138/82, η προσφεύγουσα υποστηρίζει εν συνεχεία, με χωριστό λόγο, ότι οι επίδικες ατομικές αποφάσεις αντιβαίνουν στο άρθρο 14α της γενικής αποφάσεως 1831/81, όπως τροποποιήθηκε με τις γενικές αποφάσεις 1832/81 και 2804/81.
Το προαναφερθέν άρθρο έχει ως εξής:
«Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως μιας επιχειρήσεως, της οποίας οι εγκαταστάσεις ευρίσκονται στην Ελλάδα, ότι το σύστημα των ποσοστώσεων τής προκαλεί έκτακτες δυσχέρειες, τέτοιες ώστε να εμποδίζουν την προσαρμογή της στην κατάσταση που δημιουργείται από τη διαρθρωτική εξέλιξη η οποία σημειώνεται στην οικονομία της χώρας, η Επιτροπή 9α προβεί στην κατάλληλη τροποποίηση των παραγωγών αναφοράς για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση και τα προϊόντα της.»
Η προσφεύγουσα 9εωρεί ότι, βάσει του άρ9ρου αυτού, η Επιτροπή υποχρεούται να κα9ορίζει πάντοτε την ατομική ποσόστωση των ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η παραγωγή τους να μην υπολείπεται από το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής στην Κοινότητα. Το ίδιο επιβάλλει επίσης η αρχή της ισότητας. Κατά το 1981, όμως, ο μέσος 6α9μός εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής στην κοινοτική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ανήλ9ε σε 63 %, ενώ η επίδικη απόφαση χορήγησε στην προσφεύγουσα ανώτατη δυνατή εκμετάλλεση μόνο 54 % της παραγωγικής της ικανότητας.
Ως προς το λόγο αυτό, ορ9ώς η Επιτροπή παρατηρεί με το υπόμνημα αντικρούσεως της ότι, κατ'αρχάς, το προαναφερ9έν άρ9ρο 14α δεν προβλέπει γενική παρέκκλιση για το σύνολο των ελλήνων παραγωγών σιδήρου Kat χάλυβα. Πράγματι, προβλέπει μόνο τη δυνατότητα ατομικών προσαρμογών κατόπιν αιτήσεως της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων της προκαλεί έκτακτες δυσχέρειες υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου. Από το περιεχόμενο των προσφυγών δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε αιτήσεις υπό την έννοια του άρ9ρου 14α, ούτε ότι οι αιτήσεις αυτές απορρίφ9ηκαν. Στην περίπτωση αυτή 9α έπρεπε να ασκήσει προσφυγή κατά των απορριπτικών αυτών αποφάσεων.
Εν συνεχεία, η Επιτροπή ορ9ώς παρατηρεί επίσης, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι η γενική απόφαση 1831/81 δεν χρησιμοποιεί, κατά τον κα9ορισμό των ποσοστώσεων, το κριτήριο της ικανότητας παραγωγής των επιχειρήσεων. Πράγματι, το άρ9ρο 14α περιέχει, επίσης, κριτήρια εντελώς διαφορετικά, τα οποία συνδέουν τις εξαιρετικές δυσχέρειες προσαρμογής, που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αποκλειστικά στη διαρ9ρωτική εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας. Κατόπιν, η Επιτροπή ορ9ώς επίσης παρατήρησε ότι, όπως πάντοτε έχει κρίνει το Δικαστήριο με την προγενέστερη νομολογία του, το κριτήριο που χρησιμοποιεί η Επιτροπή και το οποίο συνάγεται από την πραγματική παραγωγή, αποτελεί εύλογο κριτήριο κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
4. Συμπέρασμα
Βάσει των όσων ανέπτυξα, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει τις προσφυγές της προσφεύγουσας,
2)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Ως προς την ανάλογη διάταξη που Ισχυε για το τρίτο τρίμηνο, βλέπε την απόφαση 1698/82.
Full & Egal Universal Law Academy