ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 26 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἀπό τό Rechtbank van eerste aanleg τῆς Γάνδης 'έχει υποβληθεί μία αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, ἡ ὁποία, ὅπως καί στην υπόθεση Trinon (12/82), άφορα την κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμοί) κομίστρων γιά τίς ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τῶν κρατῶν μελῶν. Ἐν τούτοις, ἡ παροῦσα υπόθεση διαφέρει ὡς πρός δύο σημεία:
—
Ἁφ' ἑνός, τά υποβαλλόμενα ερωτήματα ἀφοροῦν σαφῶς τό κῦρος τῆς κοινοτικῆς κανονιστικῆς ρυθμίσεως.
—
Ἀφ' ἑτερου, ἡ παρούσα υπόθεση ἔχει την πηγή τῆς στην υποτίμηση τοῦ γαλλικοῦ φράγκου ἐν σχέσει πρός τό βελγικό φράγκο καί στίς συνέπειες τῆς γιά τους μεταφορείς, πού εἶναι εγκατεστημένοι στό Βέλγιο. Συνιστᾶ, επομένως, ένα νέο παράδειγμα τῶν νομικῶν προβλημάτων πού δημιουργεί ἡ νομισματική ἀστάθεια, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν κρατών μελών.
Τά πραγματικά περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά, ὅπως προκύπτουν ἀπό τά στοιχεία τοῦ φακέλου καί τίς ἀγορεύσεις, έχουν ὡς έξης:
Τό Politierechtbank (Πταισματοδικείο) τῆς Γάνδης κατεδίκασε, ὡς αυτουργό, τόν Petrus Suys, ἐπί ἀμοιβή μεταφορέα εμπορευμάτων ὁδικώς, διότι μεταξύ τῆς 4ης καί 26ης 'Ιανουαρίου 1979 συνήψε, σέ τιμή χαμηλότερη ἀπό τό κατώτατο ὅριο τῶν υποχρεωτικών ἀμφιοριακῶν κομίστρων, πέντε συμβάσεις μεταφορών πού ἐπραγμα-τοποιήθησαν ἀπό την Γαλλία πρός τό Βέλγιο.
Μέ την ἴδια ἀπόφαση εκρίθησαν ὡς συνεργοί οἱ μεσάζοντες πού ἐμεσολάβησαν μεταξύ τῶν γάλλων πελατών καί τῆς εταιρίας του, κατεδικάσθησαν δέ ὡς ἀστικῶς υπεύθυνες οἱ διάφορες ἑταιρίες γιά τίς ὁποῖες ἐπρόκειτο.
Τό ιστορικό τῶν διώξεων αυτών φαίνεται ὅτι έχει ὡς έξης:
—
ὁρισμένες γαλλικές επιχειρήσεις ἐπώ-λησαν προϊόντα τους στό Βέλγιο, περιλαμβάνοντας τά έξοδα μεταφοράς στην τιμή έτσι, ἡ SECOPA, εδρεύουσα στό Clermont-l'Hérault, ἐπώλησε οίνο στίς υπεραγορές GB τοῦ Βελγίου
—
ἀναζητώντας μεταφορέα, ήλθαν σέ ἐπαφή μέ μία βελγική επιχείρηση, ή ὁποία, ενεργώντας ὡς μεσάζουσα, συνήψε γιά λογαριασμό τους μία σύμβαση μέ τήν ἑταιρία την ὁποία διευθύνει ὁ Suys καί ἡ ὁποία ἀνέλαβε τήν μεταφορά
—
οἱ ἐν λόγω γάλλοι πελάτες δέν ἐδέχθησαν νά πληρώσουν παρά μόνο σέ γαλλικά φράγκα κόμιστρο δέ 'ίσο προς τό κατώτατο ὅριο τοῦ γαλλοβελγικοῦ κομίστρου τό όποιο περιελήφθη στό βασιλικό διάταγμα τοῦ Νοεμβρίου 1971, ἐκφραζόμενο σέ γαλλικά φράγκα
—
ή μεσολαβήσασα βελγική επιχείρηση, πρός τήν ὁποία έγινε ἡ καταβολή, μετέτρεψε τά γαλλικά φράγκα (FF) σέ βελγικά φράγκα (BFR) μέ τή μόνη τιμή πού τῆς ήταν δυνατή, δηλαδή μέ τήν τιμή τῆς ἀγοράς συναλλάγματος, πού ήταν 1 FF πρός 6,85 BFR
—
τό ποσό αὐτό πού μετετράπη σέ βελγικά φράγκα κατεβλήθη στην εταιρία πού διενήργησε τήν μεταφορά, ἡ ὁποία τό κατεχώρισε στά λογιστικά τῆς βιβλία
—
κατά τήν διάρκεια έλεγχου στην έδρα τῆς εταιρίας αυτής, οἱ ελεγκτές τοῦ βελγικοῦ υπουργείου συγκοινωνιών παρε-τήρησαν ὅτι τό ποσό αυτό ήταν χαμηλότερο ἀπό τό κατώτατο ὅριο τοῦ κομίστρου ὅταν αυτό εκφράζεται σέ βελγικά φράγκα καί διεπίστωσαν παράβαση τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 17ης Νοεμβρίου 1971, ὅπως ἐτροποποιήθη.
'Ενώπιον τοῦ Politierechtbank οἱ μεταφορείς ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ παράβαση στοιχειοθετείται μόνο λόγω τοῦ τεχνητοῦ χαρακτῆρος τῆς ισοτιμίας μεταξύ τοῦ βελγικοῦ καί τοῦ γαλλικοῦ φράγκου, ἡ ὁποία ελήφθη ὡς βάση κατά τήν κατάρτιση τοῦ κομίστρου καί ἡ ὁποία ἐπί πλέον καταλήγει σέ στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐν σχέσει πρός τους ἀνταγωνιστές τους στην Γαλλία.
Προβάλλουν ότι οἱ πελάτες τους ἀπό την Γαλλία ἀπαιτούν νά πληρώνουν την μεταφορά σέ γαλλικά φράγκα καί ἀντί τοῦ κατωτάτου κομίστρου, γεγονός πού θέτει τους μεταφορείς σέ μία Ιδιαιτέρως δυσμενῆ θέση:
—
ὁ ἐγκατεστημένος στην Γαλλία μεταφορεύς πληρώνεται στό νόμισμα τῆς χώρας αυτής καί δέν φέρει κανένα «κίνδυνο» συναλλαγματικής φύσεως
—
ἀπεναντίας, ὁ εγκατεστημένος στό Βέλγιο μεταφορεύς εἶναι υποχρεωμένος νά μετατρέπει σέ βελγικά φράγκα τό ποσό πού τοῦ καταβάλλεται σέ γαλλικά φράγκα, δέν δύναται δέ νά προβεί στην μετατροπή αύτη παρά μόνο στην τιμή τῆς ἀγορᾶς, δηλαδή 1 FF πρός 6,85 BFR (κατά τόν χρόνο πού συνέβησαν τά πραγματικά περιστατικά).
Εισπράττει, ἑπομένως, σέ βελγικά φράγκα ποσό κατώτερο ἀπό εκείνο τό όποιο θά προέκυπτε βάσει τῆς ἰσοτιμίας στην ὁποία ἐστηρίχθη τό βασιλικό διάταγμα (1 FF πρός 9 BFR ), ἐνῶ μόνο ἡ τελευταία αυτή ἰσοτιμία τόν θέτει σέ ἴση μοίρα πρός τους ἀνταγωνιστές τους πού εἶναι εγκατεστημένοι στην Γαλλία.
Ἐπί πλέον, διαπράττει παράβαση τῆς βελγικής νομοθεσίας καί ἡ συμφωνηθείσα τιμή τῆς συμβάσεως, μετά τήν μετατροπή της, ὁδηγεί στην εφαρμογή κομίστρου κατωτέρου ἀπό τό εκφραζόμενο σέ βελγικά φράγκα κόμιστρο.
Μέ ἀπόφαση τῆς 15ης 'Απριλίου 1980, τό Politierechtbank τῆς Γάνδης κατεδίκασε τους κατηγορουμένους σέ πρόστιμα γιά παράβαση τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ 1971. Στό σκεπτικό τῆς ἀποφάσεως αυτής, τό δικαστήριο ἀναγνωρίζει μέν ὅτι μεταβολή τῶν νομισματικῶν Ισοτιμιών θέτει τίς βελγικές επιχειρήσεις μεταφορῶν σέ δυσχερέστατη ἀνταγωνιστική θέση έναντι τῶν γαλλικών επιχειρήσεων, κρίνει όμως ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ βασιλικού διατάγματος πρέπει νά τύχουν εφαρμογής.
Τό Rechtbank van eerste aanleg τῆς Γάνδης επελήφθη τῆς υποθέσεως κατ' ἔφεση.
Τό δικαστήριο αυτό διαπιστώνει ὅτι ἡ βελγική νομοθεσία στην ὁποία ἐθεμελιώθη ή κατηγορία εἶναι συνέπεια τοῦ κανονισμού 1174/68, στόν όποῖο γίνεται ἀναφορά στό άρθρο 75 τῆς συνθήκης. Ἀφοῦ πρώτα συνοψίζει τήν άποψη τῶν ἐκκαλούντων ὡς πρός τίς διακρίσεις τίς όποιες συνεπάγονται τά κατώτατα κόμιστρα εκφραζόμενα σέ βελγικά φράγκα πού καθορίζονται στό βασιλικό διάταγμα τοῦ 1971, τό δικαστήριο μνημονεύει τήν αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοί) κατά τήν ὁποία τά κόμιστρα πρέπει νά ἀποτρέπουν τόν επιζήμιο ἀνταγωνισμό καί νά ὁρίζονται μέ ἀφετηρία μία τιμή βάσεως, ἡ ὁποία καθορίζεται ἐν ὄψει τῶν εξόδων τῶν ἀντιστοίχων μεταφορών καί τῶν συνθηκών τῆς ἀγοράς, κατά τέτοιο δέ τρόπο, ώστε νά παρέχει στους μεταφορείς ἕνα εύλογο κέρδος (5η αἰτιολογική σκέψη.) Τό δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης «τόν υποχρεωτικό χαρακτήρα τῶν ἀμφιοριακῶν κομίστρων κατά τίς μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τῶν κρατών μελών».
Για τους λόγους αυτούς, διερωτώμενο ὡς πρός τό κῦρος τοῦ κανονισμοῦ 1174/68, τό Rechtbank van eerste aanleg ἀνέβαλε τήν έκδοση τῆς ὁριστικής του ἀποφάσεως καί, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης, σας υπέβαλε τά ἀκόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Συμβιβάζεται πρός τό άρθρο 75 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὁ κανονισμός 1174/68, κατά τό ὅτι δέν περιέχει διατάξεις γιά τήν εξάλειψη τῶν συνεπειών τῆς μεταβολής τῶν νομισματικών Ισοτιμιών μεταξύ τῶν κρατών μελών;
2.
Συμβιβάζεται ὁ κανονισμός αυτός πρός τόν σκοπό του, σύμφωνα μέ τόν όποιο τά κόμιστρα πρέπει νά καθορίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά ἀποφεύγεται ἡ καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως καί ὁ καταστρεπτικός ἀνταγωνισμός;
3.
Πρέπει ὁ ἐν λόγω κανονισμός, ως πράξη τοῦ Συμβουλίου νά θεωρηθεί έγκυρος, έστω καί ἄν, ἀντί νά ὁδηγεί σέ εναρμόνιση, δημιουργεί σοβαρές διακρίσεις μεταξύ τῶν κατοίκων των διαφόρων κρατῶν μελών;»
Πρίν ἐξετασθοῦν οἱ ἀπαντήσεις πού δύνανται νά δοθούν στά ερωτήματα αυτά, ενδείκνυται νά εκτεθεί τό κανονιστικό πλαίσιο τῆς παρούσης υποθέσεως.
Κανονιστικό πλαίσιο
Α —
1.
Μολονότι δέν ίσχυε πλέον κατά τόν χρόνο πού συνέβησαν τά επίδικα πραγματικά περιστατικά, πρέπει ἐν προκειμένω νά ἐξετασθεί ὁ κανονισμός 1174/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 30ής 'Ιουλίου 1968. Πράγματι οἱ περισσότερες διατάξεις του, μέ τίς όποιες θεσπίζεται ένα σύστημα υποχρεωτικῶν ἀμφιοριακῶν κομίστρων γιά τίς ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, διατηροῦνται στόν κανονισμό πού τόν ἀντικατέστησε. 'Εξ άλλου, ὑπό τό καθεστώς αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ διεμορφώθη ἀρχικώς τό βελγικό βασιλικό διάταγμα στό όποιο θεμελιώνονται οἱ ποινικές διώξεις τῆς κυρίας δίκης.
Αυτό τό σύστημα κομίστρων εἶχε υποχρεωτικό χαρακτήρα ὡς πρός ὅλες τίς σχέσεις μεταξύ κρατών μελών ( 2 ). Ὀνομάσθη σύστημα «ἀμφιοριακῶν» κομίστρων, διότι ή τιμή κάθε μεταφορᾶς έπρεπε νά κυμαίνεται μεταξύ τοῦ ανωτάτου καί τοῦ κατωτάτου ὁρίου τοῦ κομίστρου, ἡ διαφορά δέ μεταξύ τῶν δύο ὁρίων ἀποκαλείται «άνοιγμα τοῦ ἀμφιοριακοῦ κομίστρου» ( 3 ).
«Το άνοιγμα αὐτό ὁρίσθη σέ 23% τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου» ( 4 ).
Γιά τόν καθορισμό κάθε κομίστρου ἐλαμβάνετο ὡς ἀφετηρία μία τιμή βάσεως ἡ ὁποία ἀπείχε ἐξ ἴσου ἀπό τό ἀνώτερο καί τό κατώτερο όριο. Αυτή ἡ τιμή ὑπελογίζετο
«ἀφοῦ ληφθεί υπόψη ἀφενός ὁ μέσος ὅρός τῶν ἐξόδων τῶν ἀντιστοίχων μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων τῶν εμπορικών ἐξόδων τῶν επιχειρήσεων οἱ όποιες διοικοῦνται κατάλληλα καί στίς όποιες επικρατούν ὁμαλές συνθήκες χρησιμοποιήσεως τῆς μεταφορικής τους Ικανότητος, καί ἀφετέρου οἱ συνθήκες τῆς ἀγορᾶς. Θά καθορίζεται δέ κατά τέτοιον τρόπο ώστε νά παρέχει ένα εύλογο κέρδος στους μεταφορείς» ( 5 ).
Πρέπει, τέλος, νά ὑπομνησθεῖ ἐδῶ τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, τό ὁποῖο ἀνέφερα ήδη στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Trinon. Τό άρθρο αυτό προβλέπει ὅτι
«κάθε κράτος μέλος θέτει σέ ἰσχύ αυτά τά κόμιστρα εντός προθεσμίας δύο μηνών ἀπό τήν ημερομηνία λήξεως τῶν διαπραγματεύσεων γιά τόν καθορισμό ἡ τήν τροποποίηση τῶν κομίστρων ή, ενδεχομένως, ἀπό τή λήξη τῆς διαδικασίας πού προβλέπεται στην παράγραφο 2, ὑπό στοιχείο 6» ( 6 ).
Ή ἐν λόγω διαδικασία άφορο τόν διακανονισμό τῆς διαφοράς πού ενδέχεται νά ἀναφύει μεταξύ τῶν κρατών πού εἶναι τά αμέσως ενδιαφερόμενα γιά τόν καθορισμό ή τήν τροποποίηση τῶν κομίστρων. Κατά τήν διαδικασία αὐτή γίνεται προσφυγή στην διαιτησία τῆς 'Επιτροπής, στην ὁποία εἰσάγεται ἡ διαφορά «κατόπιν αιτήσεως ἑνός τῶν (ενδιαφερομένων) κρατών μελών».
Κατόπιν γνωμοδοτήσεως μιᾶς εἰδικῆς επιτροπής πού ἀπαρτίζεται ἀπό κυβερνητικούς εμπειρογνώμονες, ἡ 'Επιτροπή λαμβάνει ἀπόφαση
«ή ὁποία κοινοποιείται στά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη καί γνωστοποιείται ταυτοχρόνως στά άλλα κράτη μέλη.
Ή ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς καθίσταται εκτελεστή μετά είκοσι ἡμερες, έκτός ἀν εντός τοῦ διαστήματος αὐτοῦ κράτος μέλος παραπέμψει τό θέμα στό Συμβούλιο. Σ' αύτη τήν περίπτωση τό Συμβούλιο εντός προθεσμίας είκοσι ήμερων λαμβάνει ἀπόφαση μέ εἰδική πλειοψηφία» ( 7 ).
"Ας σημειωθεί επίσης ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται νά συμμετάσχει συμβουλευτικά στίς διαπραγματεύσεις γιά τόν καθορισμό ἤ τήν τροποποίηση τῶν κομίστρων καί νά προτείνει στά κράτη μέλη λύσεις ἱκανές νά ὁδηγήσουν σέ συμφωνία ( 8 ).
2.
Κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, ἐξεδόθησαν στό Βέλγιο δύο βασιλικά διατάγματα.
—
Τό βασιλικό διάταγμα τῆς 25ης 'Οκτωβρίου 1971 άφορᾶ ἰδίως τήν εκτέλεση τοῦ κανονισμού 1174/68. Ἔχει γενική ἰσχύ καί καθορίζει τίς προβλεπόμενες ἀπό τόν κανονισμό ἀρχές έλέγχου, τόν τρόπο δημοσιεύσεως τῶν υποχρεωτικῶν κομίστρων καί τίς κυρώσεις πού ἀπειλούνται σέ περίπτωση παραβάσεως.
—
Τό βασιλικό διάταγμα τῆς 17ης Νοεμβρίου 1971 θέτει σέ ἰσχύ στό Βέλγιο τά κόμιστρα γιά τίς μεταφορές μεταξύ τοῦ Βελγίου καί τῆς Γαλλίας. Αυτό τούτο τό κείμενο τοῦ διατάγματος αυτού περιορίζεται κατ' ουσία νά παραπέμψει σέ ένα ὀγκῶδες παράρτημα ἀποτελούμενο ἀπό πολλά μέρη. 'Από τό μέρος Ι ( 9 ), θά ἀναφέρω τό ἄρθρο 6. Ή παράγραφος 3 τοῦ άρθρου αυτού επαναλαμβάνει τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου, ὁρίζοντας ὅτι
«ή τιμή μεταφορᾶς δύναται νά καθορίζεται ελευθέρως μέ κοινή συμφωνία τῶν συμβαλλομένων εντός ενός ἀνοίγματος ἴσου πρός τό 23 % τοῦ ἀνωτάτου ὅρίου τοῦ κομίστρου».
Ή παράγραφος 4 επιτρέπει στους συμβαλλομένους νά εκφράσουν τήν τιμή τῆς μεταφοράς «σέ βελγικά φράγκα ἡ σέ γαλλικά φράγκα καί ἑκατοστά τοῦ φράγκου».
Τά μέρη ΙΙ καί ΙΙΙ τοῦ παραρτήματος περιέχουν ἀντιστοίχως τήν κατάταξη τῶν εμπορευμάτων καί τους πίνακες ἀποστάσεων. Τό μέρος ΙV καθορίζει, σέ βελγικά καί σέ γαλλικά φράγκα, τους τιμοκαταλόγους πού εφαρμόζονται ως πρός τήν μεταφορά διαφόρων εμπορευμάτων σέ διάφορες ἀποστάσεις. ΟΙ τιμοκατάλογοι αυτοί ἀποτελούν τό ἀνώτατο ὅριο τοῦ κομίστρου. Έχοντας καταρτισθεί τόσο σέ γαλλικά ὅσο καί σέ βελγικά φράγκα, έχουν σκοπό νά ἐκφράσουν τήν ἴδια τιμή γιά τήν ἴδια μεταφορά στά δύο νομίσματα καί έχουν πρός τούτο στηριχθεί στην ισοτιμία 1 FF πρός 9 BFR.
Τό διάταγμα αυτό τοῦ Νοεμβρίου 1971 ἀποτελεί τό μόνο μέτρο εφαρμογής τοῦ κανονισμού τοῦ 'Ιουλίου 1968 πού ελήφθη καθ' ὅλη τήν διάρκεια ἰσχύος τοῦ ἐν λόγω κανονισμού, δηλαδή μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1977. Παρά τήν υποτίμηση τοῦ γαλλικού φράγκου έναντι τοῦ βελγικού κατά τήν διάρκεια αυτής τῆς σχετικά μακράς περιόδου, τά κόμιστρα πού είχαν εφαρμογή στίς ὁδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τῆς Γαλλίας καί τοῦ Βελγίου δέν ἐτροποποιήθησαν μέ κοινή συμφωνία τῶν δύο ἀμέσως ενδιαφερομένων κυβερνήσεων. Δεδομένου ὅτι δέν υπάρχει σχετική ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, φαίνεται ἐξ άλλου ὅτι δέν ἀπετέλεσαν τό ἀντικείμενο διαφοράς.
Β —
1.
Ό κανονισμός 1174/68 ἀντικατεστάθη μόλις την 1η Ἰανουαρίου 1978 ἀπό άλλο κανονισμό τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1977, πού φέρει τόν ἀριθμό 2831/77.
Ὁ κανονισμός αυτός, «περί καθορισμοῦ τῶν κομίστρων γιά τίς ὁδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τῶν κρατῶν μελῶν», διαφέρει κυρίως ἀπό τόν προϊσχύ-σαντα κατά τό ὅτι — παραλλήλως πρός τό σύστημα τῶν υποχρεωτικών ἀμφιοριακῶν κομίστρων, τό όποιο διατηρείται — εισάγει ένα σύστημα κομίστρων ἀναφοράς ( 10 ). Τά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δύνανται ἐλευθέρως νά ἐπιλέγουν μέ κοινή συμφωνία τό ένα ἡ τό άλλο ἀπό τά συστήματα αυτά γιά τίς κατ' Ιδίαν διμερείς σχέσεις τους. Ή Γαλλία καί τό Βέλγιο διετήρησαν τό υποχρεωτικό σύστημα πού ήδη 'ίσχυε μεταξύ τους.
Ό κανονισμός 2831/77 διατηρεί ὅσον άφορα τά ἀμφιοριακά κόμιστρα, τίς περισσότερες ἀπό τίς διατάξεις τοῦ κανονισμού 1174/68. 'Ιδίως τά άρθρα 9 καί 10 τοῦ δευτέρου κανονισμοῦ ἀποτελούν ἐπί λέξει ἀντιγραφή τῶν άρθρων 2 καί 3 τοῦ πρώτου. 'Ομοίως, τό άρθρο 13 τοῦ νέου κανονισμοί) προβλέπει, μέ ὁρισμένες τροποποιήσεις ὡς προς τίς προθεσμίες, τήν ἴδια διαδικασία διευθετήσεως τῶν διαφορών πού προέβλεπε τό άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β, τοῦ προϊσχῦσαντος κανονισμοί).
Κατά τόν 'ίδιο τρόπο, τό άρθρο 11 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ 1977 ἀντιστοιχεί, κατά μέγα μέρος, πρός τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοί) τοῦ 1968. Πρέπει, ἐν τούτοις, νά επισημανθοῦν ἐν προκειμένω δύο καινοτομίες. 'Αντλώντας δίδαγμα ἀπό τήν βραδύτητα μέ τήν ὁποία τά κράτη μέλη καθόριζαν ἡ ἐτροποποιοῦσαν τά κόμιστρα, τό Συμβούλιο εξουσιοδότησε τήν 'Επιτροπή νά «καθορίσει προθεσμία εντός τῆς ὁποίας τά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πρέπει νά εκδώσουν ἀπόφαση» καί όρισε ὅτι «ἄν κατά τήν λήξη αυτής τῆς προθεσμίας δέν έχει ληφθεί ἀπόφαση, εφαρμόζεται ἡ διαδικασία πού προβλέπεται στό άρθρο 13 ...» ( 11 ). Προέβλεψε, ἐπί πλέον, πλην τῶν άλλων τρόπων καθορισμού τῶν κομίστρων, τήν ευχέρεια κράτους μέλους νά προσαρμόζει μονομερώς πρός τά άνω τους τιμοκαταλόγους πού εκφράζονται στό νόμισμά του, πρός εξάλειψη τῶν συνεπειών τῶν νομισματικών διακυμάνσεων. «Τό ἐν λόγω κράτος μέλος πληροφορεί τά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη καί τήν 'Επιτροπή, τουλάχιστον ένα μήνα πρίν τήν έναρξη ισχύος τοῦ μέτρου αὐτοῦ» ( 12 ).
Πρέπει, τέλος, νά μνημονευθεί τό άρθρο 20, παράγραφος 2, τό όποιο επιτρέπει νά ἀποφευχθεί ένα κενό νόμου γιά τήν περίοδο μετά τήν έναρξη ισχύος τοῦ κανονισμού, ἀλλά πρό τῆς ενάρξεως ισχύος τῶν εκτελεστικών διατάξεων ἀπό τά κράτη μέλη. Ή μεταβατική αυτή διάταξη ὁρίζει ὅτι τά υποχρεωτικά κόμιστρα πού ισχύουν κατά τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοί) παραμένουν ἐν ἰσχύι μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως τους ἀπό άλλα κόμιστρα.
2.
'Επί γενικοῦ επιπέδου, τό Βέλγιο έλαβε τά ἀπαιτούμενα ἀπό τόν νέο κανονισμό μέτρα εφαρμογής θεσπίζοντας τό βασιλικό διάταγμα τῆς 17ης 'Οκτωβρίου 1979.
Στό πεδίο τῶν γαλλοβελγικῶν σχέσεων, ἐξεδόθησαν στό Βέλγιο διαδοχικώς τρία βασιλικά διατάγματα, τροποποιητικά τοῦ βασιλικού διατάγματος τοῦ 1971. Μόνο τό πρώτο ἀπό αυτά, τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1978, εἶναι προγενέστερο τῶν επιδίκων πραγματικών περιστατικών, προβλέπει δέ αύξηση κατά 15 ο/ο τοῦ συνόλου τῶν κομίστρων ὅπως εκφράζονται καί στά δύο νομίσματα, προκειμένου νά ἀντισταθμισθεί ἡ αύξηση τῶν ἐξόδων.
Τό δεύτερο διάταγμα, τῆς 3ης 'Οκτωβρίου 1979, εἶναι τό πρώτο μέ τό όποιο ἐπε-χειρήθη ἡ διόρθωση τῆς διαφορᾶς τῆς τιμής μετατροπής βάσει τῆς ὁποίας κατηρτίσθησαν τά κόμιστρα καί τῆς πραγματικής τιμής, δηλαδή τῆς τιμής πού ἴσχυε στην αγορά συναλλάγματος. Πρός τοῦτο, τό διάταγμα ἀφήνει αμετάβλητα τά κόμιστρα ὅπως εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα καί δέν αυξάνει παρά μόνο τά εκφραζόμενα σέ γαλλικά φράγκα κόμιστρα κατά 10 %.
Ἐπειδή ὅμως καί πάλι δέν ἐπετεύχθη ἡ τιμή πού ἴσχυε στην ἀγορά συναλλάγματος, ἐπραγματοποιήθη καί τρίτη ἀναπροσαρμογή στίς 7 'Ιουλίου 1981. Τό ἐκφραζόμενο σέ βελγικά φράγκα κόμιστρο παρέμεινε καί αυτή τήν φορά ἀμετάβλητο, ἐνῶ τό εκφραζόμενο σέ γαλλικά φράγκα ηὐξήθη γιά δεύτερη φορά κατά 10 %. Μέ τήν ἀναπροσαρμογή αὐτή ἐπετεύχθη ἐπί τέλους ἀντιστοιχία μεταξύ τῆς τιμής μετατροπής τοῦ κομίστρου καί τῆς τιμής στην ἀγορά συναλλάγματος.
Ἄς σημειωθεί, τέλος, ὅτι μετά τήν έναρξη ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 2831/77, ἡ Γαλλία δέν έκανε χρήση τῆς παρεχομένης ἀπό τό άρθρο 11, παράγραφος 3, ευχέρειας μονο-μεροῦς πρός τά άνω προσαρμογής των κομίστρων της.
Συζήτηση
Ι —
"Εχοντας έτσι ἐκθέσει τό κανονιστικό πλαίσιο στό ὁποίο τοποθετείται ἡ υπόθεση πού έχει ὑποβληθεί στην κρίση σας, έρχομαι τώρα στην εξέταση τοῦ ουσιώδους χαρακτῆρος καί τοῦ παραδεκτοῦ των ερωτημάτων αυτών.
Πράγματι, κατά τήν διαδικασία ἠμφι-σβητήθη τό ουσιώδες τῶν ἐρωτημάτων αυτών. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τό πρόβλημα πού τίθεται στην πραγματικότητα ανάγεται στό συμβιβαστό τῶν εθνικών διατάξεων πρός τήν κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ή ἁπλούστερα, στην ἑρμηνεία πού εδόθη στό βασιλικό διάταγμα τῆς 17ης Νοεμβρίου 1971 ἀπό τους ελεγκτές τοῦ υπουργείου συγκοινωνιών καί τό Politierechtbank. Ή άποψη αύτη έχει ενδεχομένως τήν ἀξία της.
Πρέπει, ἐν τούτοις, νά παρατηρήσω ὅτι, στην υπόθεση Marketing Board, τό Δικαστήριο ἐδέχθη ὅτι
«στό πλαίσιο τῆς κατανομής τῆς δικαιοδοσίας μεταξύ τῶν εθνικών δικαστηρίων καί τοῦ Δικαστηρίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης, ὁ εθνικός δικαστής, πού είναι ὁ μόνος ὁ όποιος έχει άμεση γνώση τῶν πραγματικών περιστατικών τῆς υποθέσεως καί τῶν ἐπιχειρημάτων πού προβάλλουν οἱ διάδικοι, καί ὁ όποιος πρέπει νά ἀναλάβει τήν ευθύνη τῆς μελλούσης νά εκδοθεί δικαστικής ἀποφάσεως, εἶναι σέ καλύτερη θέση νά εκτιμήσει, μέ πλήρη γνώση τῆς ὑποθέσεως, τό ουσιώδες τῶν νομικών ζητημάτων πού ἀνακύπτουν στην ἐκκρεμοῦσα ἐνώπιον του διαφορά καί τήν ἀναγκαιότητα μιας προδικαστικής ἀποφάσεως γιά τήν έκδοση τῆς δικής του ἀποφάσεως» ( 13 ).
Οἱ σκέψεις αὐτές ἁρμόζουν, κατά τήν γνώμη μου, Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση. 'Ακόμη καί ὅταν ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ αἰτιολογία τους, στά ἐρωτήματα τοῦ Rechtbank τῆς Γάνδης δέν δύνανται νά δοθεί άλλη έννοια παρά μόνο ὅτι θέτουν ἐν ἀμφιβόλω τό κῦρος τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως τοῦ Συμβουλίου.
Ἐξ άλλου, ὅπως καί στην υπόθεση Trinon ὁ ἐκπρόσωπος τῆς βελγικής κυβερνήσεως προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου λόγω τοῦ ὅτι τά ερωτήματα αὐτά ἀφοροῦν τόν κανονισμό 1174/68, ὁ ὁποῖος κατά τόν χρόνο τῶν ἐπιδίκων πραγματικών περιστατικών εἶχε ἀντικατασταθεί ἀπό τόν κανονισμό 2831/77. Ή ένσταση αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή ἀπό τό Δικαστήριο.
Εἶναι γεγονός ὅτι τόν Ἰανουάριο τοῦ 1979 ίσχυε ήδη ὁ κανονισμός τοῦ 1977 ὅσον άφορᾶ τόν καθορισμό τῶν κομίστρων μεταξύ Βελγίου καί Γαλλίας. Αυτό εμφαίνεται ἀπό τό βασιλικό διάταγμα τοῦ 1971 ὑπό την ισχύουσα τότε μορφή του, μετά δηλαδή την τροποποίηση του ἀπό τό βασιλικό διάταγμα τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1978, τό όποιο σύμφωνα μέ τό άρθρο του 10, παράγραφος 2, ἀναφέρεται στον κανονισμό 2831/77.
Ἀλλά ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου προσφέρει πολλά παραδείγματα κατά τά όποια, «σέ περίπτωση πού τά ερωτήματα έχουν ενδεχομένως διατυπωθεί κατά μή προσήκοντα τρόπο ἡ υπερβαίνουν τό πλαίσιο τῶν ἁρμοδιοτήτων πού ἀπονέμονται (στό Δικαστήριο) ἀπό τό άρθρο 177», τοῦτο επιφυλάσσεται «νά συναγάγει ἀπό τό σύνολο τῶν στοιχείων πού παρέχονται ἀπό τό εθνικό δικαστήριο ... τά στοιχεία κοινοτικοῦ δικαίου πού χρήζουν ερμηνείας — ἡ τῶν ὁποιων πρέπει ενδεχομένως νά εκτιμηθεί τό κῦρος — λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη τοῦ ἀντικειμένου τῆς διαφοράς» ( 14 ).
Στην προκειμένη υπόθεση, ἀρκεῖ νά ἀντικατασταθεί ἡ μνεία ἑνός κανονισμού μέ τήν μνεία τοῦ κανονισμοῦ πού τόν διε-δέχθη διατηρώντας κατά μέγα μέρος τίς διατάξεις του.
Ἀναμφιβόλως δεδομένου ὅτι δέν υφίσταται ρύθμιση πού θά επέτρεπε τήν εξάλειψη των συνεπειῶν τῆς διαφοράς τῶν νομισματικών Ισοτιμιῶν μεταξύ τῶν κρατών μελών, 'έχω τήν γνώμη ὅτι τά ερωτήματα τοῦ παραπέ-μποντος δικαστηρίου πρέπει νά ληφθοῦν ὑπό τήν ἔννοια ὅτι θέτουν ἐν ἀμφιβόλω τό κῦρος τοῦ κανονισμοῦ 2831/77 τοῦ Συμβουλίου ἐν ὄψει τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 75 τῆς συνθήκης, τοῦ σκοποῦ τοῦ κανονισμοῦ, κατά τόν όποιο τά κόμιστρα πρέπει νά καθορίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά ἀποφεύγεται ὁ καταστρεπτικός ἀνταγωνισμός, καί τέλος ἐν ὄψει τῆς ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων τήν ὁποία ἀναγνωρίζει τό κοινοτικό δίκαιο.
Ή τελευταία αυτή έννοια συνιστά, κατά τήν γνώμη μου, τόν πυρήνα τοῦ ἀνακύ-ψαντος ζητήματος.
ΙΙ —
1.
Δέν ἀμφισβητείται ὅτι, τουλάχιστον πέρα ἑνός ὁρισμένου βαθμοῦ, ἡ μή ἀντιστοιχία τῆς πραγματικής Ισοτιμίας μεταξύ τῶν νομισμάτων δύο κρατών μελών πρός τήν ἰσοτιμία πού χρησιμοποιείται στά κόμιστρα δύναται νά καταλήξει σέ στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμού εἰς βάρος τῶν μεταφορέων πού εἶναι εγκατεστημένοι στίς χώρες μέ ἰσχυρό νόμισμα. Κατά συνέπεια, ὁ κανονισμός 2831/77 θά ήταν άκυρος ἄν δέν παρείχε τά μέσα θεραπείας τέτοιων στρεβλώσεων.
2.
Βεβαίως, ὁ κανονισμός αυτός, ὁ όποιος προβλέπει τόν καθορισμό κομίστρων μέ διμερείς συμφωνίες μεταξύ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων κρατών μελών, δέν περιέχει ειδική διάταξη ἐπιβάλλουσα στά κράτη αυτά τήν υποχρέωση νά ἀποκαθιστούν ὁμαλούς ὅρους ἀνταγωνισμού, ὅταν αυτοί έχουν νοθευθεῖ ἀπό τίς συνέπειες τῶν νομισματικών διακυμάνσεων.
Ευχερώς ὅμως διαπιστώνεται ὅτι τό σύνολο τοῦ συστήματος υποχρεωτικών κομίστρων πού θεσπίζεται ἀπό τόν κανονισμό 1174/68 καί διατηρείται μέ βελτιώσεις ἀπό τόν κανονισμό 2831/77 ὄχι μόνο επιτρέπει στά κράτη νά προβαίνουν στίς ἐπιβαλλόμενες ἀπό τίς περιστάσεις τροποποιήσεις τῶν κομίστρων, άλλά καί τά υποχρεώνει νά προβαίνουν σ᾽ αυτές.
Πράγματι, τό άρθρο 10, παράγραφος 1, τοῦ Ισχύοντος κανονισμοῦ, τό όποιο επαναλαμβάνει τό άρθρο 3, παράγραφος 1, τοῦ προϊσχύσαντος, προβλέπει ὅτι ἡ τιμή βάσεως πρέπει νά καθορίζεται «ἀφοῦ ληφθεί υπόψη ἀφενός ὁ μέσος ὅρος τῶν εξόδων τῶν ἀντιστοίχων μεταφορών ... κατά τέτοιο δέ τρόπο ώστε νά παρέχει ένα εύλογο κέρδος στους μεταφορεῖς». Προκειμένου περί διεθνών μεταφορών, ὁ μέσος ὅρός τῶν εξόδων τῶν μεταφορῶν καί ή ἀποδοτικότης τῶν ἐπιχειρήσεων προφανῶς ἐπηρεάζονται ἀπό τίς μεταβολές τῶν νομισματικών Ισοτιμιών. Κατά συνέπεια, ὅταν συντρέχει τέτοια περίπτωση, ἡ τήρηση τῆς προαναφερθείσης υποχρεώσεως επιβάλλει τήν τροποποίηση τῶν διμερών κομίστρων.
Διευκρινίζεται επίσης ὅτι «τά υποχρεωτικά κόμιστρα καθορίζονται ... διά κοινής συμφωνίας τῶν ενδιαφερομένων κρατών μελών» 1. Συνεπώς, γιά κάθε διμερή σχέση δέν υφίσταται παρά μόνο ένα κόμιστρο πού εκφράζεται σέ δύο νομίσματα. Γιά νά ἐπαναλάβω τήν παρομοίωση πού έκανε ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς, τό κόμιστρο πού ἐκφράζεται σέ καθένα ἀπό τά δύο αυτά νομίσματα εἶναι ὅπως οἱ δύο ὄψεις ενός καί τοῦ αὐτοῦ μεταλλίου. "Ετσι, ὅταν οἱ Ισοτιμίες πού ἐχρησιμοποιήθησαν γιά τόν καθορισμό τοῦ κομίστρου παύουν νά ἀντιστοιχοῦν πρός τίς πράγματι Ισχύουσες στίς εμπορικές σχέσεις, οἱ δύο όψεις τοῦ μεταλλίου δέν επικαλύπτονται πλέον πλήρως καί ἡ ἑνότης τοῦ κομίστρου διασπάται.
Τέλος, τό άρθρο 9, παράγραφος 2, τοῦ ἰσχύ-οντος κανονισμού (άρθρο 2, παράγραφος 2, τοῦ προϊσχύσαντος) ὁρίζει ὅτι «τό άνοιγμα» (τοῦ ἀμφιοριακοῦ κομίστρου) ὁρίζεται σέ 23 ο/ο τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου». Είναι σαφές ὅτι οἱ διακυμάνσεις τῶν τιμών συναλλάγματος πού πράγματι εφαρμόζονται προκαλούν διεύρυνση τοῦ ἀνοίγματος τοῦ ἀμφιοριακοῦ κομίστρου πέραν τοῦ 23 %, διεύρυνση ἀσυμβίβαστη πρός τόν υποχρεωτικό χαρακτῆρα τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ.
Ή υποχρέωση τῶν κρατών μελών νά τροποποιοῦν τά κόμιστρα γιά νά εξουδετερώνουν τίς συνέπειες τῶν νομισματικών διακυμάνσεων είναι, κατά τήν γνώμη μου, ἀκόμη περισσότερο επιτακτική, δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός 2831/77 πρέπει νά εφαρμόζεται ὑπό τό φῶς τῶν αἰτιολογικῶν σκέψεων τοῦ κανονισμοῦ 1174/68 ( 15 ), στίς όποιες γίνεται επίκληση τῆς ἀνάγκης νά ἀποφευχθεί ὁ καταστρεπτικός ἀνταγωνισμός καί νά καθορισθεί μία τιμή βάσεως ἐν ὄψει τῶν κριτηρίων πού εξακολουθούν νά έχουν εφαρμογή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10, παράγραφος 1, τοῦ Ισχύοντος κανονισμοῦ.
3.
Ό κανονισμός 2831/77 περιλαμβάνει ἐπί πλέον διαδικαστικές διατάξεις πού επιτρέπουν σέ κάθε κράτος μέλος νά εκπληρώσει αυτή τήν υποχρέωση.
Ή εἰδικότερη ἀπό τήν άποψη αυτή διάταξη του εἶναι τό άρθρο του 11, παράγραφος 3, πού εξουσιοδοτεί τό κράτος μέλος, τό νόμισμα τοῦ ὁποίου ὑπετιμήθη, νά προσαρμόσει μονομερώς πρός τά άνω τους τιμοκαταλόγους πού εκφράζονται στό νόμισμά του, πρός ἐξάλειψη ἀκριβώς τῶν συνεπειών τῶν νομισματικών διακυμάνσεων. 'Αλλά ή διάταξη αυτή έχει προαιρετικό χαρακτήρα καί ὁρισμένα κράτη δύνανται κατά τρόπο γενικό ἡ σέ εἰδικές περιπτώσεις νά μή θεωρήσουν σκόπιμο νά κάνουν χρήση αυτής τῆς διατάξεως, κρίνοντας π.χ. ὅτι ή ἰσότης πρέπει νά ἀποκατασταθεί ἐν μέρει μέσω τῆς αυξήσεως τῶν κομίστρων πού εκφράζονται στό νόμισμά τους καί ἐν μέρει μέσω τῆς μειώσεως τῶν κομίστρων πού ἐκφράζονται στό νόμισμα πού ἀνετιμήθη.
Στην περίπτωση αύτη πρέπει νά εφαρμοσθεί ἡ διαδικασία τῆς κοινής συμφωνίας τῆς παραγράφου ( 16 ) τοῦ ἄρθρου 11. "Αν ένα κράτος μέλος κρίνει ὅτι οἱ μεταφορεῖς πού είναι εγκατεστημένοι στό έδαφός του πλήττονται ἀπό τίς διαφορές τῶν νομισματικών Ισοτιμιών, έχει τήν εὐχέρεια νά έλθει σέ διαπραγματεύσεις μέ τό άλλο ἀμέσως ενδιαφερόμενο κράτος μέ σκοπό τήν προσαρμογή τῶν κομίστρων στην δημιουργη-θεῖσα κατάσταση. Είναι εύλογη ἡ σκέψη ὅτι ἡ προβλεπομένη συμβουλευτική συμμετοχή τῆς Ἐπιτροπῆς στίς διαπραγματεύσεις θά πρέπει νά διευκολύνει τήν σύναψη τέτοιων συμφωνιών, ἄν παρατηρηθεῖ ὅτι «ή Ἐπιτροπή εἶναι δυνατό νά καθορίσει προθεσμία ἐντός τῆς ὁποίας τά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πρέπει νά εκδώσουν ἀπόφαση σύμφωνα μέ την παράγραφο 1» ( 17 ).
"Αν, ἐν τούτοις, δέν επιτυγχάνεται συμφωνία, ἡ διαδικασία τῆς διευθετήσεως των διαφορῶν πού θεσπίζεται ἀπό τό άρθρο 13 δύναται νά ὁδηγήσει σέ λύση πού εξασφαλίζει ἡ ἀποκαθιστά τήν τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού μέ προσφυγή στην διαιτησία τῶν ὀργάνων.
Ἀπό τό σύνολο αυτών τῶν κανόνων, ουσιαστικών καί διαδικαστικών, προκύπτει κατά τήν γνώμη μου ὅτι σέ περίπτωση διαφορών τῶν νομισματικών ισοτιμιών ὁ κανονισμός 2831/77 υποχρεώνει τά κράτη μέλη νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά νά διατηρηθεί ὁ κοινός χαρακτήρας τῶν κανόνων πού εἶναι ἐφαρμοστέοι «στίς διεθνείς μεταφορές πού εκτελοῦνται ἀπό ή προς τήν επικράτεια ενός κράτους μέλους», ὅπως ἀπαιτεί τό άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α, τῆς συνθήκης. Τά μέτρα αυτά είναι ταυτοχρόνως τέτοιας φύσεως, ώστε νά ἀποφεύγεται ὁ καταστρεπτικός ἀνταγωνισμός καί οἱ διακρίσεις μεταξύ τῶν μεταφορέων τῶν διαφόρων κρατών μελών.
4.
Ή υποχρέωση εἶναι ἑπομένως βέβαιη ὡς ἀρχή. Ό καθορισμός ὅμως τῶν λεπτομερειών τῆς εφαρμογής τῆς εἶναι ἔργο λεπτότερο. Μολονότι ἡ εξέταση τῶν λεπτομερειών αυτών ἐκφεύγει τοῦ πλαισίου τῶν ερωτημάτων πού υπέβαλε τό Rechtbank της Γάνδης, δέν δύναται κατά τήν γνώμη μου νά ἀποφευχθεῖ πλήρως στό πλαίσιο τῶν προτάσεων μου αυτών: δέν χρησιμεύει σέ τίποτα νά επιβάλλεται μία υποχρέωση πού δέν δύναται νά εκπληρωθεί στην πράξη.
Δύο ὁμάδες ζητημάτων, ἀνίσου πρακτικής σπουδαιότητος, τίθενται.
Ὑπό τήν επιφύλαξη τῆς μονομεροῦς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 3, εναπόκειται στό κράτος πού πλήττεται ἀπό μία στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμού νά προκαλέσει τήν έναρξη διαπραγματεύσεων ἀφ' ἧς στιγμῆς κινηθεί ἡ διαδικασία αυτή, ὁ κανονισμός παρέχει ὅλα τά κατάλληλα μέσα γιά τήν επίτευξη τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κοινοτικής νομιμότητος. "Ενα κράτος, ὅμως, ενδέχεται, γιά δικούς του λόγους, νά ἀπόσχει ἀπό τοῦ νά προκαλέσει τήν έναρξη τέτοιων διαπραγματεύσεων, ἐνῶ τούτο τοῦ επιβάλλει ἡ τήρηση τῶν ἐπιτακτικών διατάξεων τοῦ κανονισμού. Γι' αυτή τήν μάλλον σπάνια περίπτωση, κείμενο τοῦ κανονισμού καθαυτό δέν παρέχει μέσο γιά τήν άρση τοῦ ἀδιεξόδου. Πρέπει, ἑπομένως, κατά τήν γνώμη μου, νά γίνει επίκληση τοῦ ἄρθρου 155, πρώτη περίπτωση, τῆς συνθήκης. Ή Επιτροπή, επιφορτισμένη νά μεριμνά γιά τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων πού θεσπίζονται ἀπό τά ὄργανα δυνάμει τῆς συνθήκης, θά πρέπει τότε νά λάβει μέ δική τῆς πρωτοβουλία τίς ἀποφάσεις πού τό άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τοῦ κανονισμοῦ τῆς επιτρέπει νά λάβει ὅταν έχουν ήδη ἀρχίσει διαπραγματεύσεις.
'Αλλά πέρα ἀπό ποιο όριο θά πρέπει νά κινηθεί αύτη ἡ διαδικασία; Κατά αὐστηρή ἑρμηνεία, ὁ πλήρης σεβασμός τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού καί, κατά πρώτο λόγο, τοῦ υποχρεωτικού χαρακτῆρος τοῦ ἀνοίγματος κατά 23 % επιβάλλει τήν κίνηση τέτοιας διαδικασίας ἀφ' ἧς στιγμής ξεπερασθοῦν οἱ ἰσοτιμίες τοῦ κομίστρου.
Ὑπό τήν παρούσα νομισματική συγκυρία, τέτοια λύση εἶναι δυστυχώς ἀνεφάρμοστη. Πράγματι, ἡ αυτόματη μεταβολή τῶν διμερών κομίστρων βάσει τῶν τιμών συναλλάγματος τῶν οἰκείων νομισμάτων θά συνεπήγετο συνεχείς τροποποιήσεις πού θά προκαλούσαν ανυπέρβλητες δυσχέρειες διαχειρίσεως.
'Επί πλέον, οἱ ἀδιάκοπες διακυμάνσεις τῶν τιμών συναλλάγματος δέν επιτρέπουν τήν επιλογή ἑνός παγίου καί προκαθορισμένου ποσοστού διαφοράς μεταξύ τῶν Ισοτιμιών τῶν κομίστρων καί τῶν πραγματικῶν Ισοτιμιῶν, ἡ υπέρβαση τοῦ ὁποίου θά δημιουργεί την ὑποχρέωση τροποποιήσεως. Φρονώ ὅτι, στίς κατ' Ιδίαν διμερείς σχέσεις, ή κατάσταση πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται κατά περίπτωση, λαμβανομένων Ιδίως ὑπ' ὄψη πλην τῶν νομισματικών διακυμάνσεων καί ὅλων τῶν άλλων περιστάσεων πού επηρεάζουν πράγματι τους ὅρούς τοῦ ἁνταγωνισμοῦ. 'Ενδείκνυται επομένως νά ἀφεθεῖ ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
Ή τήρηση τῶν προαναφερθέντων κανόνων πού τάσσει ὁ κανονισμός καί άλλων καν όνων καί ἀρχῶν τοῦ κοινοτικού δικαίου, εἰδικότερα δέ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων, μᾶς ὁδηγεί, ἐν τούτοις, νά θέσουμε ένα ὅριο στην εξουσία αὐτή. Δέν εἶναι δυνατό οἱ ἐν λόγω κανόνες καί ἀρχές νά παραβιάζονται κατά προφανή τρόπο. Ή εκτίμηση τοῦ προφανούς χαρα-κτῆρος τῆς παραβιάσεως, πού δημιουργεί βεβαίως τήν υποχρέωση τροποποιήσεως τῶν κομίστρων, βαρύνει, ὅπως εἶπα, κατά πρώτο λόγο τά αμέσως ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, άλλως δέ τήν 'Επιτροπή, βάσει τοῦ ἄρθρου 155 τῆς συνθήκης.
Βεβαίως, ἡ λύση αυτή δέν εἶναι ἀπολύτως Ικανοποιητική, μοῦ φαίνεται ὅμως ἀναπόφευκτη κατά τήν παρούσα κατάσταση ἀναπτύξεως τῆς κοινής πολιτικής τῶν μεταφορών καί τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν νομισμάτων τῶν κρατών μελών.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στό Rechtbank van eerste aanleg τῆς Γάνδης ὅτι ἀπό τήν ἐξέταση τῶν ερωτημάτων πού υπέβαλε δέν προέκυψαν στοιχεία Ικανά νά επηρεάσουν τό κῦρος τοῦ κανονισμοῦ 2831/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί καθορισμοί) τῶν κομίστρων γιά τίς ὁδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ τῶν κρατών μελών.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) Ἄρθρο 1, παράγραφοι 2 καί 3.
( 3 ) "Αρθρο 2, παράγραφοι 1 καί 3.
( 4 ) "Αρθρο 2, παράγραφος 2.
( 5 ) "Αρθρο 3, παράγραφος 1.
( 6 ) "Αρθρο 4, παράγραφος 1.
( 7 ) "Αρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο 6.
( 8 ) Παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο.
( 9 ) «Γενικές διατάξεις καί ὅροι εφαρμογής».
( 10 ) Ἄρθρο 2, παράγραφος 2, καί άρθρα 3 ἕως 7.
( 11 ) Παράγραφος 1, δεύτερο ἐδάφιο.
( 12 ) Παράγραφος 3.
( 13 ) 'Απόφαση τῆς 29ης Νοεμβρίου 1978, Pigs Marketing Board, υπόθεση 83/78, σκέψη 25, Rec. σ. 2368 βλ. ἐπίσης τήν ἀπόφαση τοῦ τρίτου τμήματος, τῆς 15ης 'Ιουλίου 1982, Felicitas, ὑπόθεση 270/81, μη δημοσιευθεῖσα ἀκόμη Συλλογή, σκέψεις 8 καί 9.
( 14 ) Προαναφερθεῖσα ἀπόφαση στην υπόθεση 83/78, σκέψη 26, Rec. 1978, σ. 2368 βλ. επίσης, ιδίως, τήν ἀπόφαση τῆς 11ης Νοεμβρίου 1981, Casati, υπόθεση 203/80, σκέψη 24, Συλλογή σ. 2617.
( 15 ) "Εβδομη αἰτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ τοῦ 1977.
( 16 ) Ἄρθρο 11, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ τοῦ 1977 άρθρο 4, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ τοῦ 1968.
( 17 ) Δεύτερο ἐδάφιο, πρώτη φράση.
Full & Egal Universal Law Academy