ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 10ης Απριλίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Στην υπόθεση αυτή, η επιχείρηση « Murri frères » ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε αποκατάσταση της ζημίας που διατείνεται ότι υπέστη λόγω πταίσματος των υπηρεσιών της Επιτροπής, οι οποίες ήταν επιφορτισμένες με την εκτέλεση του προγράμματος 6907/ΕΤΑ/72. Το πρόγραμμα αυτό, που έπρεπε να χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως, κατέληξε στις 11 Σεπτεμβρίου 1972, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, στη σύναψη συμβάσεως μεταξύ της ενάγουσας και της Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης. Το πρόγραμμα αφορούσε τη διαμόρφωση και την ασφαλτόστρωση ενός τμήματος της εθνικής οδού 5Α της Μαδαγασκάρης ( βλέπε τα παραρτήματα 1, 2 και 3 του υπομνήματος της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1982).
Στο τέλος του 1973, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι, μετά την ξαφνική αύξηση των τιμών των προϊόντων πετρελαίου που αποφασίστηκε από τον ΟΠΕΠ, λίγο χρόνο προηγουμένως οι τιμές της ασφάλτου σχεδόν διπλασιάστηκαν και ότι η μέθοδος αναθεωρήσεως των τιμών που προβλεπόταν στο άρθρο 313 της συγγραφής ειδικών προδιαγραφών ( παράρτημα 3 του προαναφερόμενου υπομνήματος) δεν επέτρεπε πλέον την κάλυψη του πραγματικού κόστους αγοράς και μεταφοράς της απαιτούμενης ασφάλτου. 'Ετσι, σε διάφορες ημερομηνίες του Ιανουαρίου 1975, τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν και αποδέχτηκαν ένα πρώτο πρόσθεμα στη σύμβαση. Το άρθρο 304 της πρόσθετης αυτής πράξεως διατυπώθηκε ως εξής: « Το παρόν πρόσθεμα δεν μπορεί να προβληθεί προς απόσβεση των αξιώσεων του αναδόχου ως προς την αύξηση των τιμών προμήθειας της ασφάλτου. » Παραπέμπω σχετικά στο παράρτημα 2 του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης.
Λόγω της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των συνδεδεμένων κρατών και της Κοινότητας, η ενάγουσα έπρεπε να εκκινήσει από τη σκέψη ότι την αποζημίωση αυτή, λόγω εξαιρετικού και απρόβλεπτου σημαντικού κόστους, η Δημοκρατία της Μαδαγασκάρης δεν μπορούσε να τη μετακυλίσει στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με την Επιτροπή ( βλέπε σχετικά το άρθρο XX των γενικών ρητρών του παραρτήματος 3 της σύμβασης χρηματοδοτήσεως 1030/ΜΑ, που επισυνάπτεται ως παράρτημα 1 στο προαναφερόμενο υπόμνημα της Επιτροπής). Επί του σημείου αυτού της κατανομής των αρμοδιοτήτων, το οποίο είναι σημαντικό για το ζήτημα του παραδεκτού της αγωγής, θα επανέλθω λεπτομερέστερα στη συνέχεια των προτάσεων μου. Ως πρώτη προσέγγιση, θα επιθυμούσα πάντως να συνοψίσω ως εξής τις αιτιάσεις που η ενάγουσα προσάπτει κατά της Επιτροπής. Σε πρώτο στάδιο, η Επιτροπή μέσω του τοπικού της αντιπροσώπου κέρδισε την εμπιστοσύνη της ενάγουσας στο γεγονός ότι ήταν σύμφωνη τόσο ως προς την αρχή καταβολής αποζημιώσεως όσο και ως προς τον τρόπο υπολογισμού της, όπως υποστήριξαν οι αρχές της Μαδαγασκάρης. Μερικούς μήνες αργότερα, η Επιτροπή προέβαλε την ανάγκη καλύτερης εξετάσεως του εν λόγω τρόπου υπολογισμού. Τελικά η Επιτροπή διατύπωσε (στις 10 Αυγούστου 1976), αφενός, οριστικές αντιρρήσεις κατά του προτεινόμενου τρόπου υπολογισμού, χωρίς πάντως να εγκρίνει διαφορετική μέθοδο. Επιπλέον, η μέθοδος αυτή έπρεπε καταρχάς να διαμορφωθεί από τις αρχές της Μαδαγασκάρης. Αφετέρου, η Επιτροπή παρέπεμψε (στις 26 Σεπτεμβρίου 1978) απλώς την ενάγουσα στις αρμόδιες αρχές της Μαδαγασκάρης ( χωρίς εν τω μεταξύ να φαίνεται σαφώς ούτε η ύπαρξη συμφωνίας με τις αρχές αυτές ως προς την καθορισθείσα μέθοδο υπολογισμού ούτε ως προς τη φύση της μεθόδου αυτής ).
Λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερόμενη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη προηγούμενης συναινέσεως της Επιτροπής, μου φαίνεται σαφές ότι, μετά το έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 που ανέφερα προηγουμένως, η ενάγουσα έπρεπε πράγματι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ικανοποίηση του αιτήματος της για αποζημίωση ή τουλάχιστον η ικανοποίηση του εν λόγω αιτήματος σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που πρότεινε η ίδια αποκλείστηκε οριστικά από την Επιτροπή. Ακόμη και η διαιτητική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 316 της συγγραφής ειδικών προδιαγραφών για το εν λόγω πρόγραμμα (παράρτημα 3 του προαναφερόμενου υπομνήματος της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1982) δεν μπορούσε πλέον να επιφέρει καμιά μεταβολή. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ λογικό ότι η ενάγουσα απέδωσε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ευθύνη για τη ζημία που υπέστη από τον οριστικό αυτό αποκλεισμό. Κατά τη γνώμη μου επομένως, η Επιτροπή κατά τρόπο εντελώς εσφαλμένο προέβαλε με όλα της τα υπομνήματα, εκ νέου δε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι η ενάγουσα επεδίωκε στην πραγματικότητα να επιτύχει από την Επιτροπή, εμμέσως βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, την εκτέλεση συμβατικής υποχρεώσεως που βαρύνει τη Δημοκρατία της Μαδαγασκάρης.
Η απάντηση στο ερώτημα μέχρι ποιο σημείο μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα της ενάγουσας εξαρτάται φυσικά, αφενός μεν, από την πλήρη εξέταση του παραδεκτού της αγωγής, αφετέρου δε, από την πλήρη εξέταση επί της ουσίας. Το ζήτημα του παραδεκτού εξαρτάται εν μέρει από την πλήρη ανάλυση της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης και εν μέρει από τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκαν πράγματι οι αρμοδιότητες αυτές, δηλαδή από ένα μέρος των κρισίμων περιστατικών.
Το ζήτημα του βάσιμου της αγωγής εξαρτάται πρωτίστως από την πλήρη ανάλυση όλων των κρισίμων περιστατικών. Πάντως, ένα μέρος των περιστατικών αυτών έχει επίσης σημασία, όπως ανέφερα ήδη, για την οριστική εκτίμηση του ζητήματος του παραδεκτού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στη δεύτερη παράγραφο των προτάσεων μου, θα εξετάσω λεπτομερέστερα τόσο την κατανομή των αρμοδιοτήτων όσο και τα κρίσιμα περιστατικά. Στην τρίτη παράγραφο, θα εξετάσω εν συνεχεία το πρόβλημα του παραδεκτού και, στην τέταρτη παράγραφο, τα ζητήματα ουσίας. Τέλος, στην τελευταία παράγραφο, θα διατυπώσω το συμπέρασμα μου.
Επί ενός σημείου, πάντως, θα ήθελα να προδικάσω από τώρα την οριστική αυτή κρίση. Μόνο κατά την προφορική διαδικασία κατέστη σαφές, σε απάντηση μιας σειράς ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ότι, παρά την αντίθετη δεσμευτική διατύπωση του κειμένου, η Επιτροπή θεωρεί ότι στην πρακτική δεσμεύεται είτε από συμφωνία στην οποία η ενάγουσα μπορούσε ακόμα να καταλήξει με τις αρχές της Μαδαγασκάρης, απευθείας ή μέσω της διαδικασίας συνδιαλλαγής που προβλέπεται για το σκοπό αυτό, είτε με διαιτητική απόφαση. Επί της σημασίας της εκπληκτικής κατά κάποιο τρόπο διασαφηνίσεως της νομικής θέσης της Επιτροπής για την εκτίμηση της διαφοράς, θα επανέλθω λεπτομερέστερα στη συνέχεια της ανάλυσης μου. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πάντως σαφές ότι, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τόσο πριν όσο και καθόλη τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή περιήγαγε την ενάγουσα σε πλάνη όσον αφορά τα υφιστάμενα μέσα ένδικης προστασίας. Η σκέψη στην οποία η ενάγουσα έπρεπε λογικά να στηριχτεί, όπως έχω ήδη αναφέρει, λόγω του ότι οι διατάξεις ως προς την κατανομή των χρηματοδοτικών αρμοδιοτήτων είναι επιτακτικές, δηλαδή ότι στις 26 Σεπτεμβρίου 1978 η Επιτροπή είχε οριστικά αποκλείσει αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις προτάσεις της ενάγουσας, αποδεικνύεται εκ των υστέρων πράγματι ανακριβής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, έχω τη γνώμη ότι, βάσει των παραγράφων 2 και 3, εδάφιο 2, του άρθρου 69 του κανονισμού διαδικασίας, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, ανεξαρτήτως του αν η αγωγή γίνει δεκτή ή απορριφθεί εν μέρει ή στο σύνολο της.
2. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων και τα σημαντικότερα κρίσιμα περιστατικά για τη νομική εκτίμηση
2.1. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων
Η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιέχει πλήρη σύνοψη των κανονιστικών και συμβατικών διατάξεων καθώς και των συμβάσεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Για να μην απασχολώ ασκόπως το Δικαστήριο, παραπέμπω επομένως, ως προς το ουσιώδες, στη σύνοψη αυτή. Εν προκειμένω θα περιοριστώ στα κύρια συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις αυτές όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων.
Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 6 που επισυνάπτεται στη σύμβαση του Yaounde II ( JO 1970, L 282, σ. 21 ) δείχνει ότι οι αρμόδιες αρχές των συνδεδεμένων κρατών ευθύνονται για την εκτέλεση των προγραμμάτων που υποβάλλουν οι κυβερνήσεις τους και χρηματοδοτεί η Κοινότητα.
Για τη χρηματοδότηση αυτή, τα κράτη μέλη ίδρυσαν, με εσωτερική συμφωνία (JO 1970, L 282 ), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως, που αποκαλώ στο εξής ETA.
Με τον κανονισμό του Συμβουλίου 71/68/ΕΟΚ (JO 1971, L 31) θεσπίστηκε ο δημοσιονομικός κανονισμός του ETA, από τον οποίο προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η ευθύνη για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων που αναλαμβάνει το ETA ανατίθεται στην Επιτροπή ( βλέπε ιδίως τα άρθρα 1 και 5 ). Η ευθύνη των συνδεδεμένων κρατών για την εκτέλεοη των προγραμμάτων έχει προφανώς περιορισμένη σημασία όταν η χρηματοδότηση των προγραμμάτων αυτών δεν είναι εξασφαλισμένη. Επειδή επί του ουσιώδους αυτού ζητήματος της χρηματοδότησης οι αρμοδιότητες ανατίθενται στην Επιτροπή, είναι σαφές ότι, τόσο για τη σύναψη των συμβάσεων εκτελέσεως των προγραμμάτων όσο και για όλες τις νομικές πράξεις ή τις περιστάσεις που μπορούν να συνεπάγονται νέες υποχρεώσεις πληρωμής, επιβάλλεται διαβούλευση μεταξύ του συνδεδεμένου κράτους και της Επιτροπής ( βλέπε ιδίως τα άρθρα 20 μέχρι 23 του δημοσιονομικού κανονισμού). Είναι επίσης σαφές ότι η νομική ισότητα μεταξύ των συνδεδεμένων κρατών και της Κοινότητας επιβάλλει τρόπο διακανονισμού των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών μερών, που επιτρέπει αντικειμενική νομική εκτίμηση των διαφορών αυτών. Προς το σκοπό αυτό, το άρθρο 64 του δημοσιονομικού κανονισμού ορίζει ότι πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ίδιο άρθρο ορίζει επίσης ότι οι διαφορές ως προς την εκτέλεση των συμβάσεων που συνάπτουν τα συνδεδεμένα κράτη προς εκτέλεση προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από το ETA μπορούν να διευθετούνται με διαιτησία. 'Εχω ήδη παρατηρήσει με τις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις ότι στο κέντρο της παρούσας διαδικασίας βρίσκεται το ζήτημα της σχέσης που υπάρχει μεταξύ της διαιτητικής αυτής διαδικασίας και της προαναφερόμενης διαδικασίας διαβουλεύσεως μεταξύ του ενδιαφερομένου συνδεδεμένου κράτους και της Επιτροπής.
Για να δοθεί απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτημα, πρέπει πρωτίστως να γίνει αναφορά στις λεπτομέρειες της διαδικασίας διαβουλεύσεως που προβλέπει ο κανονισμός 229/72 της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 1972 (JO 1972, L 29 ). Από τον κανονισμό αυτόν προκύπτει ότι κατά την εν λόγω διαβούλευση, μετά την υπογραφή συμβάσεως χρηματοδοτήσεως μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου συνδεδεμένου κράτους (εν προκειμένω η σύμβαση χρηματοδοτήσεως μεταξύ ΕΟΚ και Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης αριθ. 1030/ΜΑ της 13ης Μαρτίου 1972), οι ακόλουθοι υπάλληλοι, μεταξύ άλλων, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο:
1)
ο κύριος διατάκτης του ETA που ορίζει η Επιτροπή, δηλαδή ο γενικός διευθυντής αναπτύξεως στην Επιτροπή ( για τα καθήκοντα που έχουν εν προκειμένω σημασία, βλέπε ιδίως τα άρθρα 16, 17 και 25, από τα οποία προκύπτει ότι είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων χρηματοδοτήσεως, των μέτρων προσαρμογής των αποφάσεων αυτών, την ανάληψη των δαπανών, την εντολή για την εκτέλεση τους και την επίλυση των προβλημάτων πληρωμής που ανακύπτουν μετά την εκτέλεση του προγράμματος)'
2)
ο τοπικός διατάκτης που ορίζεται με τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως, ο οποίος στην πράξη είναι μια δημόσια αρχή του ενδιαφερομένου συνδεδεμένου κράτους (άρθρο 18)' κατά το άρθρο 20 του κανονισμού, καμιά δαπάνη υπερβαίνουσα το ποσό που καθορίστηκε με τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να βαρύνει το ETA αν δεν αποτελέσει εγκαίρως αντικείμενο πρόσθετης αναλήψεως υποχρεώσεως σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 20 μέχρι 23 του δημοσιονομικού κανονισμού' στο πλαίσιο των πιστώσεων που του παρέχονται, ο τοπικός διατάκτης μπορεί πάντως να αναλάβει την υποχρέωση δαπανών
3
) ο εντεταλμένος ελεγκτής που ορίζεται από την Επιτροπή για να εξασφαλίζει τον επιτόπιο δημοσιονομικό και τεχνικό έλεγχο των προγραμμάτων και βρίσκεται επίσης στον τόπο εκτελέσεως των προγραμμάτων (άρθρο 27)' είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο της κανονικής διεξαγωγής του μειοδοτικού διαγωνισμού (άρθρο 28 σε συνδυασμό με το άρθρο 22) και θεωρεί τις συμβάσεις εκτελέσεως έργων και άλλες συμβάσεις, την αποτίμηση δαπανών και τις σχετικές τροποποιήσεις, πριν από την υπογραφή από τις αρμόδιες αρχές ( άρθρο 29 ) επειδή στο πλαίσιο αυτό η έκταση ισχύος της εν λόγω θεώρησης δεν είναι εντελώς σαφής, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 11 του δημοσιονομικού κανονισμού, μόνο ο κύριος διατάκτης και, εντός των ορίων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, ο τοπικός διατάκτης μπορούν να αναλάβουν υποχρέωση για τις δαπάνες ο τοπικός εντεταλμένος ελεγκτής είναι αποκλειστικά επιφορτισμένος με την eaißteen της ανάληψης υποχρεώσεων για τις δαπάνες από τον τοπικό διατάκτη και την εκτέλεση τους' σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του τοπικού διατάκτη και του τοπικού εντεταλμένου ελεγκτή, αποφαίνεται η Επιτροπή ( δημοσιονομικός κανονισμός, άρθρα 20 μέχρι 23 ).
Κατά την προφορική επίσης διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επέμεινε με φορτικότητα σ' αυτή την κατανομή αρμοδιοτήτων.
Από το φάκελο πάντως προκύπτει ότι στην πρακτική, τόσο από την πλευρά του ενδιαφερόμενου συνδεδεμένου κράτους όσο και από την πλευρά της Επιτροπής, τα εν λόγω καθήκοντα κατανέμονται μεταξύ μεγάλου αριθμού υπηρεσιών, αρχών και υπαλλήλων. Έτσι, στην αλληλογραφία υπάρχουν ασφαλώς οι απόψεις που διατύπωσαν μια διεύθυνση και ορισμένα τμήματα της γενικής διευθύνσεως αναπτύξεως, αλλά όχι ρητά ο κύριος διατάκτης. Εξάλλου, η αρχή της διάκρισης μεταξύ των καθηκόντων του διατάκτη, του δημοσιονομικού ελεγκτή και του υπολόγου, όπως καθορίζεται από το άρθρο 11 του δημοσιονομικού κανονισμού, δεν επαληθεύεται με την αλληλογραφία. 'Ετσι, στην αλληλογραφία, όπως και στο πρώτο υπόμνημα της Επιτροπής, ο τοπικός εντεταλμένος ελεγκτής του ETA αποκαλείται συστηματικά οεκπρόσωπος του Ταμείου, πράγμα που δείχνει σύγχυση καθηκόντων τα οποία πρέπει καταρχήν να διαχωρίζονται. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από το περιεχόμενο των επιστολών αυτών.
Όσον αφορά τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως αριθ. 1039/ΜΑ της 13ης Μαρτίου 1972, η οποία συνάφθηκε μεταξύ ΕΟΚ και Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης σε συνδυασμό με το παρόν πρόγραμμα της 12ης Μαρτίου 1973, σημειώνω ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου XX των γενικών ρητρών, οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Όπως παρατήρησα ήδη με τις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, το άρθρο αυτό επιβεβαιώνει ότι η αίτηση αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα λόγω αυξήσεως της τιμής της ασφάλτου μπορεί να γίνει δεκτή μόνο μετά προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής.
Το άρθρο 316 της συγγραφής ειδικών προδιαγραφών της οικείας συμβάσεως αριθ. 6907/ΕΤΑ/72 ορίζει ότι, μετά την εξάντληση των τοπικών διαδικασιών για τη φιλική διευθέτηση των διαφορών, όλες οι διαφορές επιλύονται οριστικά σύμφωνα με τον κανονισμό συνδιαλλαγής και διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, από ένα ή περισσότερους διαιτητές. Ως προς το περιεχόμενο των τοπικών διαδικασιών φιλικού διακανονισμού των διαφορών, η Επιτροπή, σε απάντηση ερωτήσεων του Δικαστηρίου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, παρέσχε ορισμένες πρόσθετες πληροφορίες. Πάντως, η Επιτροπή διασαφήνισε περισσότερο, ιδίως, τη σχέση μεταξύ των τοπικών διαδικασιών συνδιαλλαγής και του κανονισμού διαιτησίας, αφενός, και των γενικών ρητρών του άρθρου XX της Σύμβασης χρηματοδοτήσεως, για την οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω, αφετέρου. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, εκπλήσσοντας προφανώς την ενάγουσα αλλά και εμένα τον ίδιο, αν ληφθεί υπόψη η διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου, δήλωσε ότι, βάσει δεκαετούς περίπου πρακτικής, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεσμεύεται από τη διαιτητική απόφαση. Εν συνεχεία, σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου, φάνηκε ότι, σε περίπτωση δισταγμού του συνδεδεμένου κράτους να καταβάλει την αποζημίωση που ορίζουν οι διαιτητές, τουλάχιστον σε μια προηγούμενη περίπτωση, το ίδιο το ETA κατέβαλε την αποζημίωση χωρίς να αναμείνει σχετική απόφαση του Δικαστηρίου που είχε εν τω μεταξύ επιληφθεί της υπόθεσης. Τέλος, η Επιτροπή διευκρίνισε ακόμη, σε απάντηση ερωτήσεων που υπέβαλε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, ότι η Επιτροπή θα κατέβαλλε επίσης την αποζημίωση στην οποία θα κατέληγαν με απευθείας συμφωνία η ενάγουσα και οι αρμόδιες αρχές της Μαδαγασκάρης, εφόσον η συμφωνία αυτή βασιζόταν στη μέθοδο υπολογισμού την οποία η Επιτροπή είχε ήδη προτείνει στις εν λόγω αρχές σε προηγούμενο στάδιο.
2.2. Τα πιο σπουδαία περιστατικά για την εκτίμηση της αγωγής και η ερμηνεία τους
Όπως έχω ήδη αναφέρει με τις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, η συγκεκριμένη αιτία, αλλ' όχι η νομική βάση της παρούσας διαφοράς είναι οι αυξήσεις της τιμής των πετρελαιοειδών το 1973 και ο διπλασιασμός της τιμής της ασφάλτου που προέκυψε από τις εν λόγω αυξήσεις. Δεν αμφισβητείται ότι το πρώτο πρόσθεμα στη σύμβαση δημοσίου έργου κατόπιν διαγωνισμού, που αναφέρεται στο περιστατικό αυτό, περιλαμβανομένου και του άρθρου 304, το οποίο παρέθεσα στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, θεωρήθηκε από τον εντεταλμένο ελεγκτή σύμφωνα με το άρθρο 29 του κανονισμού 229/72. Κατά την προφορική διαδικασία, τελικά η Επιτροπή επιβεβαίωσε ρητά, μετά από ερώτηση μου, ότι κατά τον τρόπο αυτό αναγνώρισε πράγματι καταρχήν δικαίωμα αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη εν προκειμένω η ενάγουσα. Κατά τη γνώμη μου, η εμπιστοσύνη η αναγόμενη στο ότι η Επιτροπή αναγνώρισε « καταρχήν το δικαίωμα » αυτό είχε ήδη δημιουργηθεί στην ενάγουσα σε προηγούμενο στάδιο, κυρίως από το έγγραφο που της απηύθυνε στις 19 Νοεμβρίου 1975 ο προϊστάμενος αρμόδιος μηχανικός της Μαδαγασκάρης (παράρτημα 8 της αγωγής ). Κατά σαφέστερο τρόπο από ό, τι η προηγούμενη ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μεταξύ ενάγουσας και τοπικού εντεταλμένου ελεγκτή του ETA, η οποία επιδέχεται διάφορες ερμηνείες ( παραρτήματα 6 και 7 της αγωγής ), το εν λόγω έγγραφο περιέχει πράγματι, και αυτό σε συμφωνία με το ETA, ρητή δήλωση των αρχών της Μαδαγασκάρης με την οποία εκφράζουν την πρόθεση τους να αποκαταστήσουν τη ζημία και να καταρτίσουν δεύτερο πρόσθεμα με αντικείμενο τη λύση που θα προέκυπτε από τη μελέτη του προβλήματος. Η ενάγουσα κλήθηκε να υποβάλει τις σχετικές της προτάσεις. Πάντως, με το έγγραφο επισημάνθηκε συγχρόνως ότι, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα του προσθέματος, η έγκριση του θα έθετε ορισμένα προβλήματα. Το έγγραφο αποτελούσε απάντηση σε επιστολή της ενάγουσας της 20ής Σεπτεμβρίου 1975 και, κατά την άποψη μου, δεν είχε επομένως καμιά σχέση με την προαναφερόμενη ανταλλαγή τηλεγραφημάτων.
Η ενάγουσα υπέβαλε τις αιτηθείσες προτάσεις με επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου 1975 ( παράρτημα 10 της αγωγής). Η πρόταση την οποία υπέβαλαν εν συνεχεία οι αρχές της Μαδαγασκάρης στον « αντιπρόσωπο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων » στην Τανανα-ρίφη προς έγκριση (παράρτημα 11 της αγωγής) δείχνει ότι οι εν λόγω αρχές ήταν επίσης σύμφωνες με τη μέθοδο υπολογισμού που πρότεινε η ενάγουσα για την αναθεώρηση των πέντε ενιαίων τιμών για τις οποίες γίνεται λόγος. Πάντως, από τη σύγκριση των προτάσεων τους με εκείνες της ενάγουσας φαίνεται ότι, παρόλο που εφάρμοσαν την ίδια μέθοδο υπολογισμού, κατέληξαν σε κατώτερα οριστικά ποσά.
Με επιστολή της 29ης Μαΐου 1976 (παράρτημα 12 της αγωγής), η ενάγουσα ζήτησε από τον « αντιπρόσωπο του ETA » στη Μαδαγασκάρη να παρέμβει υπέρ μιας άμεσης λύσεως στο πρόβλημα της αναθεώρησης των τιμών και να της παράσχει τη διαβεβαίωση ότι η εν λόγω αναθεώρηση θα γινόταν τον Ιούνιο του 1976. Η επιστολή περιείχε επίσης υπόλοιπο των πληρωμών που δεν είχαν ακόμη καταβληθεί για τα ήδη εκτελεσθέντα έργα. Η από 29 Ιουνίου 1979 απάντηση του αντιπροσώπου στην εν λόγω επιστολή (παράρτημα 13 της αγωγής) επιβεβαιώνει, πρώτον, ότι η αρμόδια γενική διεύθυνση της Επιτροπής « δεν αμφισβητεί την πραγματικότητα της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα ». Δεύτερον, το έγγραφο φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι σε δεδομένη στιγμή οι αρμόδιες κοινοτικές αρχές κατέληξαν σε συμφωνία με τη διοίκηση της Μαδαγασκάρης ως προς την πρόταση της ενάγουσας « για την αναθεώρηση των ενιαίων τιμών των έργων στα οποία χρησιμοποιείται η άσφαλτος, από το Σεπτέμβριο 1975 ( 1 )» Δεδομένου ότι το έγγραφο αναφέρεται εν προκειμένω στη συμφωνία με τη διοίκηση(της Μαδαγασκάρης ), είναι πράγματι δύσκολο να γίνει η σκέψη ότι επρόκειτο για άλλο πράγμα εκτός από τη δοθείσα έγκριση των αρμόδιων κοινοτικών αρχών. Έτσι, δημιουργήθηκε σαφώς η εντύπωση, τουλάχιστον αρχικά, ότι μεταξύ Κοινότητας και Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης συνάφθηκε πράγματι σύμβαση, όχι μόνο ως προς την αρχή της αποζημίωσης, αλλά και ως προς την εφαρμοστέα μέθοδο υπολογισμού, με την οποία έγινε δεκτή η πρόταση της ενάγουσας. Πάντως, με το έγγραφο αναφερόταν εν συνεχεία ότι το τμήμα προγραμμάτων της διεύθυνσης είχε τώρα τη γνώμη ότι έπρεπε να εφαρμοστεί άλλη μέθοδος υπολογισμού και η μέθοδος αυτή συνεζητείτο με τις οικονομικές υπηρεσίες, των οποίων η γνώμη είχε ζητηθεί.
Συγχρόνως, ο αντιπρόσωπος υποσχόταν να πληροφορήσει την ενάγουσα, όσο το δυνατό συντομότερα, σχετικά με την οριστική θέση των αρμόδιων αρχών στις Βρυξέλλες. Τέλος, ο αντιπρόσωπος παρατηρούσε ακόμη στις τρεις τελευταίες παραγράφους του εγγράφου του, ότι η επεξεργασία της οριστικής λύσεως με το δεύτερο πρόσθεμα και η έγκριση του θα απαιτούσε ορισμένο χρόνο. Πάντως, δήλωσε ότι ήταν πεπεισμένος ότι θα βρισκόταν σύντομα μια τίμια λύση στα προβλήματα που ανέκυψαν. Εν πάση περιπτώσει, μου φαίνεται σαφές ότι το έγγραφο αυτό δεν περιείχε ακόμη οριστική θέση ως προς την εφαρμοστέα μέθοδο υπολογισμού.
Με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976 που απηύθυνε στην ενάγουσα ( παράρτημα 14 της αγωγής και παραπομπές στη σελίδα 6 της έκθεσης για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ), ο τοπικός αντιπρόσωπος έθεσε τέρμα, εν πάση περιπτώσει, σε κάθε σχετική αυταπάτη. Με το έγγραφο αυτό δηλώνεται σαφώς ότι η οικεία διεύθυνση (χωρίς να φαίνεται πάντως αν νοείται με αυτό ο γενικός διευθυντής — κύριος διατάκτης ) οεν ήταν σύμφωνη με τη μέθοδο υπολογισμού. Δεδομένου ότι το προηγούμενο έγγραφο ανέφερε ρητά ότι υπήρχε πράγματι συμφωνία ως προς το σημείο αυτό και έκανε λόγο μόνο ως προς τις εν συνεχεία σχετικές συζητήσεις, οι οποίες δεν είχαν ακόμα καταλήξει σε αποτέλεσμα, είναι λίγο παράξενη η διαπίστωση ότι η πρόδηλη αυτή ανάκληοη της έγκρισης που δόθηκε προηγουμένως εμφανίστηκε ως οιατήρηοη της θέσης που είχε ήδη ληφθεί. Ως προς τις άλλες ιδιομορφίες του εγγράφου αυτού, παραπέμπω στο κείμενο του εγγράφου και στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Εν συντομία, οι άλλες αυτές ιδιομορφίες συνίστανται στο γεγονός ότι η νέα άποψη γνωστοποιήθηκε στις αρχές της Μαδαγασκάρης, οι οποίες κλήθηκαν να μελετήσουν νέες μεθόδους αναθεωρήσεως των τιμών, καθώς και στο γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος συμβούλευσε την ενάγουσα να προσφέρει τη συνδρομή της. Μου φαίνεται σαφές ότι η επίλυση του προβλήματος της αποζημίωσης παραπέμφθηκε έτσι στις ελληνικές καλένδες ή τουλάχιστον καθυστέρησε πάρα πολύ και ότι η ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή δεν βάρυνε τις αρχές της Μαδαγασκάρης ( τον τοπικό διατάκτη), αλλά τον κύριο διατάκτη και, επομένως, την Κοινότητα. Επιπλέον, βάσει του κειμένου του εγγράφου φαίνεται σαφές ότι η προβλεπόμενη διαδικασία εσωτερικής διαβουλεύσεως μεταξύ κύριου διατάκτη και τοπικού διατάκτη δεν είχε ακόμη περατωθεί. Πράγματι, το έγγραφο καλούσε για μελέτη νέων μεθόδων αναθεωρήσεως των τιμών. Επομένως, δεν μπορεί ( ακόμη ) να γίνει λόγος για έγκριση των μεθόδων που πρέπει να εφαρμοστούν τελικά. Η άποψη ότι το έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976 δεν περιελάμβανε (ή δεν περιελάμβανε πλέον ) την υποχρέωση της Κοινότητας έναντι της ενάγουσας ( σελίδα 6 του υπομνήματος της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1982 και σελίδες 6 και 7 της απάντησης) μου φαίνεται, αυτή καθαυτή, να ευσταθεί. Πάντως, το έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976 δείχνει επίσης, όπως έχω ήδη αναφέρει, ότι η προβλεπόμενη διαδικασία εσωτερικής διαβουλεύσεως μεταξύ Κοινότητας και Μαδαγασκάρης ως προς τον υπολογισμό της αναγνωρισθείσας καταρχήν αποζημιώσεως συνεχιζόταν. Κατά το μέτρο αυτό η ενάγουσα δεν είχε ακόμη λόγο, ούτε και βάσει του εν λόγω εγγράφου, να θεωρήσει υπεύθυνη την Κοινότητα. Δεδομένου ότι το έγγραφο παρέμενε πολύ αόριστο ως προς την ακολουθητέα μέθοδο υπολογισμού, η ενάγουσα μπορούσε ακόμη να σκεφθεί ότι θα προέκυπτε τελικά ικανοποιητική λύση. Με το από 29 Ιουνίου 1976 έγγραφο του εκπροσώπου της Επιτροπής προς την ενάγουσα, στο οποίο παρέπεμπε το έγγραφο της 10ης Αυγούστου, η ελπίδα αυτή είχε διατυπωθεί και ρητά. Είναι βέβαιο ότι δύσκολα μπορεί να προσαφθεί στην ενάγουσα ότι εξακολουθούσε να αναμένει τη συνέχεια της διαδικασίας διαβουλεύσεως, ακόμη και μετά το έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976. Πράγματι, η προηγούμενη αυτή διαβούλευση μεταξύ Κοινότητας και Μαδαγασκάρης αποτελούσε ρητή προϋπόθεση για την αποζημίωση. Η διαπίστωση αυτή μου φαίνεται σημαντική σε σχέση με το ζήτημα αν η αγωγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχτηκε ακριβώς η εν λόγω διαδικασία διαβουλεύσεως μεταξύ 10ης Αυγούστου 1976 και 23ης Ιουνίου 1978 δεν διασαφηνίστηκε επαρκώς κατά τη διαδικασία. Από τις απαντήσεις που έδωσε η Επιτροπή σε διάφορες ερωτήσεις που υποβάλατε εσείς, κύριε πρόεδρε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, συνάγω το συμπέρασμα ότι η συνεχισθείσα διαβούλευση μεταξύ των δύο διοικήσεων κατέληξε επομένως σε συμφωνία ως προς την ακολουθητέα μέθοδο υπολογισμού. Δεν διασαφηνίστηκε σε ποιο χρονικό σημείο είχε επιτευχθεί αυτή η συμφωνία ούτε ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα δεν πληροφορήθηκε προφανώς την εν λόγω συμφωνία.
Στις 23 Ιουνίου 1978, η ενάγουσα απευθύνθηκε ευθέως στην Επιτροπή και ζήτησε την άμεση παρέμβαση της προκειμένου να διεθευτηθεί το ζήτημα αναπροσαρμογής των τιμών των προϊόντων ασφάλτου ( παράρτημα 15 της αγωγής ). Συγχρόνως, ανακοίνωσε ότι, αν δεν βρεθεί λύση το συντομότερο δυνατό, θα υπέβαλε την υπόθεση σε διαιτησία..
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1978, ένας υπάλληλος της Επιτροπής, που πρέπει να υποτεθεί ότι είχε προς τούτο αρμοδιότητα ( 2 ), απάντησε στην ενάγουσα ότι η επιστολή της διαβιβάστηκε στον εκπρόσωπο της Επιτροπής στη Μαδαγασκάρη, προκειμένου να εξετάσει με τη διοίκηση της Μαδαγασκάρης αν είχε ληφθεί επιτόπου απόφαση. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό υπενθύμιζε ότι κάθε αλληλογραφία που αφορούσε τη διαφορά έπρεπε να απευθύνεται στην αρμόδια υπηρεσία της Μαδαγασκάρης, εφόσον σ' αυτήν εναπέκειτο να λάβει θέση ως προς το βάσιμο του αιτήματος αποζημιώσεως, διότι τοm ETA μπορούσε να παρέμβει μόνον κατόπιν αιτήσεως της κυβέρνησης της Μαδαγασκάρης (παράρτημα 16 της αγωγής).
Αντίθετα προς τα όσα ισχυρίστηκε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ιδίως σε απάντηση μιας σειράς ερωτήσεων του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι δύσκολα συνάγεται από το κείμενο του εν λόγω εγγράφου άλλο πράγμα εκτός από το συμπέρασμα ότι η προβλεπόμενη διαδικασία εσωτερικής διαβουλεύσεως μεταξύ των δύο διοικήσεων, στην οποία αφιερώθηκε η προαναφερόμενη αλληλογραφία, δεν είχε ακόμη επιτρέψει την εξεύρεση συμφωνίας και ότι ακόμη και το καταρχήν βάσιμο των αιτήσεων αποζημιώσεως για την παρατηρηθείσα αύξηση των τιμών δεν αναγνωριζόταν πλέον από την Επιτροπή. Υπό την έποψη αυτή, θεωρώ πλήρως δικαιολογημένο το ότι η αγωγή στηρίζεται ειδικά στο τελευταίο αυτό έγγραφο. Επομένως, θεωρώ το έγγραφο αυτό αποφασιστικό ως προς το ζήτημα αν παρήλθε η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής. Πράγματι, σε όλα τα προγενέστερα έγγραφα το αποτέλεσμα της προβλεπόμενης διαδικασίας ως προς την προηγούμενη εσωτερική διαβούλευση μεταξύ των δύο διοικήσεων παρέμενε ακόμη σαφώς αβέβαιο. Βάσει αποκλειστικά των δηλώσεων της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως ( και που συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι δεσμεύεται από την απόφαση της επιτροπής διαιτησίας του άρθρου 316 της συγγραφής ειδικών προδιαγραφών), το έγγραφο αυτό μπορεί επίσης να ερμηνευτεί εκ των υστέρων υπό την έννοια ότι η Επιτροπή εννοεί τελικά ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις περί διευθετήσεως των διαφορών, που προβλέπονται για τις διαφορές μεταξύ της ενάγουσας και των αρχών της Μαδαγασκάρης, και ότι θεωρεί ότι δεσμεύεται από τη λύση που θα επέλθει στο πλαίσιο αυτό. Πάντως, υπό το φως ιδίως των επιτακτικών προδιαγραφών που επανελήφθησαν παραπάνω, η ανταλλαγείσα προηγουμένως αλληλογραφία δύσκολα μπορούσε να ερμηνευτεί διαφορετικά από την ενάγουσα, δηλαδή ότι χωρίς την προηγούμενη συμφωνία του ETA, τη διαβούλευση με τις αρχές της Μαδαγασκάρης ή ακόμη τη διαδικασία διαιτησίας, δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλήξει σε ικανοποιητικό γι' αυτήν αποτέλεσμα.
Με επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 1979, η ενάγουσα κίνησε τη διαδικασία διαιτησίας (παράρτημα 12 του υπομνήματος της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1982 ). Οι ορισθέντες διαιτητές συνήλθαν τον Απρίλιο του 1980 και διαπίστωσαν, σύμφωνα με ό, τι αναφέρεται στη σελίδα 8 του υπομνήματος της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1982, ότι η προβλεπόμενη διαδικασία συμβιβασμού που έπρεπε να προηγηθεί δεν είχε εξαντληθεί ( 3 ). Προηγουμένως, όπως προέκυψε από έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1979 των αρχών της Μαδαγασκάρης προς την ενάγουσα (παράρτημα 1 της ανταπάντησης) και από την από 12 Μαρτίου 1979 απάντηση της ενάγουσας στο έγγραφο αυτό (παράρτημα 1 της απάντησης) ότι — ασφαλώς μετά την ανταλλαγείσα αλληλογραφία με τη Γενική Διεύθυνση Αναπτύξεως — είχε πράγματι ανακύψει διαφορά μεταξύ επίσης προσφεύγουσας και αρχών της Μαδαγασκάρης. Επιπλέον, είναι δεδομένο ότι επίσης μετά τη διακοπή της διαιτητικής διαδικασίας ( για την οποία η προσφεύγουσα παρέχει διαφορετική εξήγηση), η τελευταία προσπάθησε ακόμη με επιστολές της 8ης Αυγούστου 1980, της 19ης Ιανουαρίου 1981 και της 14ης Ιανουαρίου 1982 (παραρτήματα 9, 10 και 11 του υπομνήματος της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1982 ) να καταλήξει σε συμφωνία με τις αρχές της Μαδαγασκάρης.
2.3. Με βάση τις κανονιστικές και συμβατικές διατάξεις που παρέθεσα προηγουμένως και τον κυκεώνα της αλληλογραφίας και των άλλων περιστατικών, που περιέγραψα στη συνέχεια, θα προσπαθήσω τώρα να εκτιμήσω την αγωγή. Η τριγωνική ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων διοικήσεων και της ενάγουσας θυμίζει ασφαλώς μυθιστορήματα του Κάφκα ή το συντονισμό μεταξύ δύο εθνικών οργανισμών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο η Επιτροπή απέδωσε παρόμοιο καφκικό χαρακτήρα στην υπόθεση Baccini (πρβλ. τις προτάσεις μου — σελίδα 24 — της 23ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 79/81, Συλλογή 1982, σ. 1063 ). Στα μυθιστορήματα του Κάφκα « Ο πύργος » και « Η δίκη » ασφαλώς φαίνεται σαφώς, ως γνωστό, ότι ο πολίτης είναι το θύμα, αλλά δεν μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ποιος ευθύνεται και ποιες διατάξεις έχουν εφαρμογή.
3. Το ζήτημα του παραδεκτού
3.1.
Με το υπόμνημα της της 31ης Μαρτίου 1982, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (την οποία, ως γνωστό, το Δικαστήριο με Διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους αποφάσισε να συνεκδικάσει με την ουσία της υπόθεσης ).
Επί του ζητήματος αυτού, η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η ενάγουσα καταστρατηγεί εν προκειμένω το σκοπό του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να επιτύχει την πληρωμή από την Κοινότητα συμβατικής πιστώσεως που η ενάγουσα έχει επί της Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης (σημείο 11 του υπομνήματος). Το κύριο αυτό επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει κατά την άποψη μου να απορριφθεί. Αυτό που η ενάγουσα προσάπτει πράγματι στην Επιτροπή, δικαίως ή αδίκως, είναι ότι η Επιτροπή δεν έδωσε την προηγούμενη συναίνεση της, που επιβάλλει το άρθρο XX της εν λόγω σύμβασης χρηματοδοτήσεως, για την αίτηση αποζημιώσεως που υπέβαλε η ενάγουσα στη διοίκηση της Μαδαγασκάρης και την οποία η τελευταία έκρινε βάσιμη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέστησε εκ των προτέρων αδύνατη την καταβολή της αποζημίωσης αυτής, ακόμη και μετά ενδεχόμενη ευνοϊκή διαιτητική απόφαση. Εν συνεχεία, η ενάγουσα προσάπτει στην Επιτροπή (δικαίως ή αδίκως) ότι, πολλούς μήνες αργότερα, μετέβαλε την αρχική της απόφαση τόσο ως προς την αρχή της αποζημίωσης όσο και ως προς τη μέθοδο υπολογισμού της ζημίας και ότι, μετά τρία σχεδόν έτη και χωρίς να λάβει οριστικά σαφή θέση, την παρέπεμψε τελικά στη διοίκηση της Μαδαγασκάρης. Η αγωγή στρέφεται επομένως κατά πράξεως της Επιτροπής που προξένησε ζημία στην ενάγουσα. Η προσκομισθείσα αλληλογραφία δείχνει επίσης ότι τόσο οι αρχές της Μαδαγασκάρης όσο και ο τοπικός εκπρόσωπος του ETA και οι υπηρεσίες στις Βρυξέλλες δημιουργούσαν συνεχώς στην ενάγουσα την εντύπωση ότι η συμφωνία της Επιτροπής αποτελούσε προηγούμενη προϋπόθεση για την ικανοποίηση των αιτημάτων της. Όπως έχω ήδη παρατηρήσει προηγουμένως, αυτό ανταποκρίνεται πλήρως στο κείμενο του άρθρου XX της σύμβασης χρηματοδοτήσεως. 'Ετσι, η ευθύνη για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης αποζημιώσεως, αν όχι για την ολική ή μερική απόρριψη της όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, πρέπει να αποδοθεί στην Επιτροπή και σε κανέναν άλλο.
3.2.
Η επίκληση της νομολογίας του Δικαστηρίου στο γεωργικό τομέα, στην οποία αναφέρεται σχετικά η Επιτροπή, πρέπει απλούστατα να απορριφθεί. Αντίθετα από ό, τι συμβαίνει εν προκειμένω, σύμφωνα με τη δική μου ανάλυση των οικείων διατάξεων, οι εθνικές εκτελεστικές πράξεις των κρατών μελών, για τις οποίες γίνεται λόγος στην εν λόγω νομολογία στο γεωργικό τομέα, πράγματι δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής, όπως παρατήρησε και η ενάγουσα με τα υπομνήματα της. Επαναλαμβάνω σχετικά ότι τόσο η διοίκηση της Μαδαγασκάρης όσο και οι οικείοι κοινοτικοί υπάλληλοι ( ιδίως ο τοπικός εκπρόσωπος ) δεν έπαψαν να υπογραμμίζουν αυτή την ανάγκη της προηγούμενης συναινέσεως και επανειλημμένα ζήτησαν από την ενάγουσα, σχετικά με το ζήτημα αυτό, να επιδείξει λίγη υπομονή.
Η απόφαση Ireks-Arkady (υπόθεση 238/79, Jurispr. 1979, σ. 2955 ), που αναφέρεται στο σημείο 15 του προαναφερόμενου υπομνήματος, αναγνωρίζει εξάλλου ότι αγωγή ασκηθείσα κατά της Κοινότητας βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, είναι παραδεκτή, αν δεν αποβλέπει στην καταβολή του ποσού το οποίο οφείλεται (οριστικά) δυνάμει της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης (που πρέπει να εφαρμόσουν οι εθνικές αρχές) και αν ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να δώσει συνέχεια στο αίτημα αυτό. Το γεγονός ότι η Επιτροπή συνάγει από την εν λόγω απόφαση διαφορετικό συμπέρασμα πρέπει αναμφίβολα να συσχετιστεί με την άποψη της — ανυποστήρικτη, όπως έχω ήδη αναφέρει — σύμφωνα με την οποία η αγωγή δεν στρεφόταν πράγματι κατά πράξεων της ίδιας της Κοινότητας (την παρεμπόδιση της απαιτούμενης προηγούμενης συμφωνίας και την πίεση που ασκήθηκε στην ενάγουσα μέχρι το έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 για να αναμείνει τη συμφωνία αυτή ). Επίσης, κακώς η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση Grands Moulins des Antilles (υπόθεση 99/74, Jurispr. 1975, σ. 1531 ), δεδομένου ότι η σκέψη 24 της απόφασης αυτής αναφέρει ρητά ότι — αντίθετα προς την κατάσταση στην παρούσα υπόθεση — « τα ενδεχόμενα δικαιώματα τους ( δηλαδή τα δικαιώματα των Grands Moulins ) έναντι αυτών (δηλαδή των εθνικών αρχών) δεν μπορούν να εξαρτώνται από την προηγούμενη έγκριση χρηματοδοτήσεως από την Κοινότητα » ( οι διευκρινίσεις μεταξύ παρενθέσεων και η υπογράμμιση είναι δικές μου ).
Αντίθετα, κατά το μέτρο που απαιτείται προηγούμενη έγκριση χρηματοδοτήσεως που επιβάλλουν οι εφαρμοστέες στην παρούσα υπόθεση διατάξεις, και στο βαθμό που εντούτοις η έγκριση δεν απαιτείτο στην πραγματικότητα, αυτό μπορεί μόνο να καθοριστεί εξετάζοντας την ουσία. Από τις σκέψεις που η Επιτροπή ανέπτυξε ως προς το ζήτημα αυτό κατά την πρώτη αγόρευση της στην επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Επιτροπή εξαρτούσε ακόμη τη χρηματοδότηση της καταβλητέας αποζημίωσης, και στην πραγματικότητα, επομένως, την πληρωμή της από την προηγούμενη αυτή συμφωνία. Επιπλέον, παραμένει το ζήτημα της ευθύνης της Επιτροπής επειδή, επί τρία σχεδόν έτη, δημιούργησε την εντύπωση ότι η προηγούμενη αυτή έγκριση ήταν πράγματι αναγκαία.
3.3.
Τέλος, η ένσταση που η Επιτροπή στηρίζει στην παραγραφή της αγωγής πρέπει επίσης να απορριφθεί. Με την ανάλυση των περιστατικών κατέδειξα ήδη (βλέπε παράγραφο 2.2 των προτάσεων μου) ότι η ενάγουσα στηρίζει την αγωγή της, και ορθώς κατ' εμέ, στο έγγραφο της Επιτροπής της 26ης Σεπτεμβρίου 1978. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο περιορίζομαι να παραπέμψω κατά το ουσιώδες στην ανάλυση αυτή. Τα προηγούμενα έγγραφα της 29ης Ιουνίου και 10ης Αυγούστου 1976 επέτρεψαν εν πάση περιπτώσει στην ενάγουσα να συμπεράνει ότι η διαβούλευση μεταξύ Επιτροπής και αρχών της Μαδαγασκάρης δεν είχε ακόμη περατωθεί. Απλώς, προσθέτω, για μια ακόμη φορά ως διευκρίνιση, ότι η αιτούμενη με την αγωγή αποζημίωση αφορά τη ζημία που η Επιτροπή προκάλεσε στην ενάγουσα διότι απέρριψε, αφού αρχικά την είχε εγκρίνει, τη μέθοδο υπολογισμού της ζημίας που πρότεινε η ενάγουσα και τελικά την παρέπεμψε με το προαναφερόμενο έγγραφο στις αρχές της Μαδαγασκάρης, χωρίς να αναφέρει σαφώς ότι η διαδικασία διαβουλεύσεως μεταξύ Επιτροπής και Μαδαγασκάρης για άλλη μέθοδο είχε περατωθεί. Ασφαλώς, δεν αναφέρθηκε σαφώς σε ποια βάση η εν λόγω διαδικασία διαβουλεύσεως είχε ενδεχομένως περατωθεί, και αυτό παρόλο το γεγονός ότι η Επιτροπή, όπως έχω ήδη αναφέρει, εξηγούσε διαρκώς στην ενάγουσα, κατά τις προηγούμενες φάσεις, ότι έπρεπε να αναμένει τη σαφή διατύπωση της άποψης της Επιτροπής στον τομέα αυτό, πριν μπορέσει να ρυθμίσει το πρόβλημα με τις αρχές της Μαδαγασκάρης. Κατά την άποψη μου επομένως, η αγωγή ασκήθηκε εντός της τασσόμενης προθεσμίας των πέντε ετών από την πράξη της Επιτροπής η οποία τελικά ήταν αποφασιστική για την επικαλούμενη ζημία.
3.4.
Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, που προέβαλε η Επιτροπή, πρέπει κατά την άποψη μου να απορριφθεί. Η διαπίστωση αυτή δεν μεταβάλλεται εκ των υστέρων από το γεγονός ότι, κατά την τελευταία φάση της προφορικής διαδικασίας, η Επιτροπή δήλωσε, σε απάντηση ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ότι θεωρεί ότι δεσμεύεται από διαιτητική απόφαση του είδους που αναφέρθηκε προηγουμένως, παρά τις σχετικές αντίθετες διατάξεις. Η δήλωση αυτή αφήνει τουλάχιστον ακέραιη τη σημαντική ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα υπό μορφή απώλειας τόκων, λόγω των πράξεων των κοινοτικών οργάνων. Πάντως, μπορεί να γίνει η σκέψη ότι οι καθυστερήσεις που προκάλεσε η Επιτροπή δεν επιτρέπουν πλέον την επανάληψη των εσωτερικών διαδικασιών στη Μαδαγασκάρη, κυρίως την επανάληψη της διαιτητικής διαδικασίας μετά την εξάντληση των εθνικών διαδικασιών συμβιβασμού. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, κανένας διάδικος δεν μπόρεσε να παράσχει σχετικές διευκρινίσεις.
Εν συνεχεία, πρέπει εν πάση περιπτώσει να συναχθεί από τις δηλώσεις της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, ακόμη και σε περίπτωση που θα επαναλαμβανόταν η διαβούλευση με την ενάγουσα, η διοίκηση της Μαδαγασκάρης δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τη θέση που έλαβε εν τω μεταξύ η Επιτροπή όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού, αν θέλει να καλυφθεί από το ETA η καταβλητέα αποζημίωση. Επομένως, η νομική συνέπεια του εγγράφου της Επιτροπής προς την ενάγουσα, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, είναι ήδη οριστική.
Το συμπέρασμα μου όσον αφορά το παραδεκτό της αγωγής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, τόσο πριν όσο και μετά το έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, η ενάγουσα είχε επίσης ορισμένες διαφορετικές απόψεις από εκείνες των αρχών της Μαδαγασκάρης. Πριν από το έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, οι διαφορετικές αυτές απόψεις αφορούσαν, σύμφωνα με τα παραρτήματα 11 και 12 της αγωγής, το ύψος της αποζημίωσης που προκύπτει από τη μέθοδο υπολογισμού που προέτεινε η ενάγουσα και αρχικά το αποδέχτηκαν οι εν λόγω αρχές. Μετά το έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, η διαφορά απόψεων αφορούσε άλλη μέθοδο υπολογισμού, που προέτειναν τότε οι αρχές αυτές, λόγω των αντιρρήσεων που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς την αρχική μέθοδο υπολογισμού ( βλέπε την επιστολή της ενάγουσας της 12ης Μαρτίου 1979, παράρτημα 1 της ανταπάντησης ). Είναι λογικό ότι, λόγω των αιτιάσεων της Επιτροπής κατά της αρχικής μεθόδου υπολογισμού, η ενάγουσα, σε συνδυασμό με τις οικείες διατάξεις ως προς την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής, έκρινε ότι η συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ως προς την εφαρμογή αυτής της μεθόδου υπολογισμού, μετά την εξάντληση των εσωτερικών διαδικασιών συμβιβασμού της Μαδαγασκάρης, δεν είχε νόημα.
4. Εκτίμηση της ουσίας
4.1.
Από την ανάλυση των περιστατικών (παράγραφος 2.2 των υπό ανάπτυξη προτάσεων ) προκύπτει ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει καταρχήν τόσο την πραγματικότητα της ζημίας όσο και την ύπαρξη του δικαιώματος αποκαταστάσεως της. Ο βαθμός στον οποίο η Επιτροπή είχε επίσης αποδεχτεί αρχικά τη μέθοδο υπολογισμού της προς αποκατάσταση ζημίας, που προέτεινε η ενάγουσα και η διοίκηση της Μαδαγασκάρης, δεν μου φαίνεται τελικά ότι έχει αποφασιστική σημασία για την παρούσα διαδικασία. Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, το ύψος (αμφισβητούμενο) της προκληθείσας ζημίας προσδιορίζεται εν πάση περιπτώσει επαρκώς. Η αμφισβήτηση αυτού του ύψους της ζημίας από την Επιτροπή δεν μου φαίνεται σημαντική για την παρούσα διαδικασία.
4.2.
Αυτό που η Επιτροπή κυρίως αμφισβητεί, όσον αφορά την ουσία, είναι ο ισχυρισμός ότι η ζημία αυτή οφείλεται σε πταίσματα των υπηρεσιών της. Επί του σημείου αυτού και σύμφωνα με τη λεπτομερή μου ανάλυση των περιστατικών, είναι βέβαιο ότι, μέσω των υπαλλήλων της που υπέγραψαν τα έγγραφα, η Επιτροπή παρεμπόδισε το διακανονισμό της αιτούμενης αποζημιώσεως, τουλάχιστον μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 1978. Εν συνεχεία, η Επιτροπή δήλωσε ρητά, κατά το τέλος της προφορικής διαδικασίας και σε απάντηση ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ότι αποδέχεται επίσης τις οικονομικές συνέπειες των σχετικών διαιτητικών αποφάσεων, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Κατά τη γνώμη μου επομένως, και μόνο ο λόγος αυτός αποδεικνύει την παράνομη παρεμπόδιση του διακανονισμού της ζημίας. Τέλος, το ότι η παρεμπόδιση αυτή της διαβούλευσης μεταξύ των αρχών της Μαδαγασκάρης και της ενάγουσας προκλήθηκε από τα έγγραφα υπαλλήλων της Επιτροπής προς την ενάγουσα προκύπτει σαφώς από τα παρατιθέμενα έγγραφα. Επίσης, τα έγγραφα προς την ενάγουσα της 29ης Ιουνίου 1976, 10ης Αυγούστου 1976 και 21ης Σεπτεμβρίου 1978, από τα οποία προκύπτει ότι η Επιτροπή απέφυγε να συναινέσει προηγουμένως για τη μέθοδο υπολογισμού που προέτεινε η ενάγουσα, προσωρινά κατ' αρχάς, εν συνεχεία σαφώς και οριστικά μόλις στις 21 Σεπτεμβρίου 1978, πρέπει να θεωρηθούν ότι είχαν δυσμενείς και δεσμευτικές συνέπειες για τα συμφέροντα της ενάγουσας. Με τη συμπεριφορά αυτή, η σημαντική συγκεκριμένη δυνατότητα ότι η αιτούμενη αποζημίωση μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από το ETA έχει πράγματι εξαφανιστεί, εκτός από τη δυνατότητα, η οποία εμφανίστηκε μόνο εν συνεχεία, εξουδετέρωσης των εν λόγω νομικών συνεπειών με την προσφυγή στην αναθεωρηθείσα διαιτητική διαδικασία. Η δυνατότητα κυρίως άμεσης συμφωνίας με τις αρχές της Μαδαγασκάρης βάσει των προτάσεων της ενάγουσας έχει εν πάση περιπτώσει εκμηδενιστεί, όπως απέδειξα προηγουμένως στην παράγραφο 3.4. Εξάλλου, το έγγραφο της 21ης Σεπτεμβρίου 1978 δεν παρείχε, όπως και κάθε άλλο προηγούμενο έγγραφο, καμιά ένδειξη στην ενάγουσα ως προς τη μέθοδο υπολογισμού βάσει της οποίας θα μπορούσε πράγματι να καταλήξει σε συμφωνία με τις εν λόγω αρχές, και αυτό, παρόλο που είχε προηγουμένως ανακοινωθεί ότι θα ελαμβάνετο οριστική θέση επί του θέματος. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1967 στις υποθέσεις CBR Cementbedrijven κ.λπ.( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 8 μέχρι 11/66, Jurispr. 1967, σ. 93), στην οποία εσφαλμένως στηρίχτηκε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία, έγγραφα συνεπαγόμενα παρόμοιες συνέπειες πρέπει να θεωρούνται ως αποφάσεις που μπορούν να είναι αντικείμενο προσφυγής. Κατά τις περιστάσεις, μπορεί να πρόκειται για προσφυγή ακυρώσεως ή για αγωγή αποζημιώσεως.
4.3.
Τέλος, υπάρχει επίσης σχέση αιτιότητας μεταξύ των εν λόγω μέτρων παρεμποδίσεως εκ μέρους της Επιτροπής και της ( ή τουλάχιστον μέρους της) ζημίας που υπέστη η ενάγουσα. Όχι μόνο βάσει των διατάξεων που παρέθεσα στην παράγραφο 2.1 των προτάσεων μου, αλλά και βάσει της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας με την ενάγουσα, αλληλογραφίας που έχω αναλύσει στην παράγραφο 2.2, η ενάγουσα όφειλε πράγματι να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής ( του κύριου διατάκτη ), σχετικά με την υποβληθείσα αίτηση αποζημιώσεως και με την προταθείσα μέθοδο υπολογισμού της ζημίας που υπέστη, αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την καρποφόρα διαβούλευση με τις αρχές της Μαδαγασκάρης ( τοπικός οια-τάκτης, που πρέπει να διακριθεί από τον τοπικό ελεγκτή του ETA, ο οποίος είναι υπάλληλος της Επιτροπής), και μάλιστα απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφυγή σε διαιτησία.
4.4.
Σε περίπτωση αποδείξεως εν συνεχεία της αναγνωρισθείσας καταρχήν ευθύνης βάσει του άρθρου 314 του προαναφερθέντος πρώτου προσθέματος ( συμβατικής επομένως ευθύνης ), οι δυνατότητες διαβουλεύσεως, συμβιβασμού ή διαιτησίας στη Μαδαγασκάρη, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους δεν υπάρχουν πλέον ( για παράδειγμα λόγω παραγραφής του δικαιώματος προσφυγής σε διαιτησία), η δε Επιτροπή πρέπει να κριθεί υπεύθυνη για ολόκληρη τη ζημία. Αντίθετα, αν επέλθει διακανονισμός με τις αρχές της Μαδαγασκάρης (περιλαμβανομένων και των διαδικασιών συμβιβασμού) ή ακόμη εκδοθεί απόφαση της επιτροπής διαιτησίας, η ενάγουσα μπορεί μόνο να προσφύγει κατά της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να επιτύχει αποκατάσταση για την απώλεια των τόκων που της προκάλεσαν τα μέτρα παρεμποδίσεως του διακανονισμού και που η ενάγουσα ζήτησε με το εισαγωγικό της δικόγραφο. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, η απόφαση της επιτροπής διαιτησίας ή η συμφωνία που ενδεχομένως θα επιτευχθεί ενωρίτερα με τις αρχές της Μαδαγασκάρης ( 4 ), θα γίνει πράγματι σεβαστή. Πάντως, δεν φαίνεται πιθανό ότι η επιτροπή διαιτησίας θα κρίνει ότι είναι επίσης αρμόδια για να αποφανθεί για τα εξαιρετικά έξοδα στα οποία η Επιτροπή υπέβαλε την ενάγουσα.
4.5.
Λαμβάνοντας υπόψη την αβεβαιότητα που μόλις περιέγραψα, θεωρώ τελικά αναπόφευκτη την έκδοση προσωρινής αποφάσεως. Η μερική και προσωρινή παραπομπή της ενάγουσας σε μέτρα που πρέπει να ληφθούν επιτόπου, ενόψει του οριστικού διακανονισμού της αποζημίωσης, θα είναι πράγματι αναγκαία. Για το λόγο αυτόν, αλλά και λόγω της συγχύσεως που δημιούργησε η Επιτροπή με τη συμπεριφορά της σχετικά με τον ακριβή καταμερισμό των ευθυνών μεταξύ Κοινότητας και Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης, η διατύπωση της απόφασης του Δικαστηρίου υπό την έποψη αυτή θα έχει μεγάλη σημασία για την ενάγουσα, για τις αρχές της Μαδαγασκάρης και για την επιτροπή διαιτησίας. Ειδικότερα, η απόφαση του Δικαστηρίου θα μπορούσε επίσης να περιλάβει, κατ' εμέ, όλες τις παρατε-θείσες δηλώσεις στις οποίες προέβη σχετικά η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία σε απάντηση ερωτήσεων του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί επίσης να έχει σημασία για την επίλυση παρόμοιων προβλημάτων που είναι δυνατό να ανακύψουν κατά την εκτέλεση άλλων προγραμμάτων του ETÀ. 'Ετσι, στον « Πύργο του Κάφκα » που δημιούργησε η Επιτροπή, μπορεί να δοθεί η αναγκαία σαφήνεια όσον αφορά τις ευθύνες.
5. Συμπέρασμα
Βάσει των προηγούμενων σκέψεων προτείνω, επομένως, να εκδοθεί η ακόλουθη προσωρινή απόφαση με την οποία το Δικαστήριο:
5.1.
να κρίνει την αγωγή της ενάγουσας βάσιμη πλην του ύψους της προς αποκατάσταση από την Κοινότητα ζημίας.
5.2.
να αναβάλει τον προσδιορισμό του ύψους της προς αποκατάσταση από την Κοινότητα ζημίας μέχρις ότου η ενάγουσα εξαντλήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες για τη ρύθμιση των διαφορών της με τις αρμόδιες αρχές της Μαδαγασκάρης (άμεση διαβούλευση με τις αρχές αυτές, ισχύουσες τοπικές διαδικασίες συμβιβασμού και διαιτητική διαδικασία που προβλέπεται με τη σύμβαση αναθέσεως του έργου )
5.3.
να υποχρεώσει την ενάγουσα να υποβάλλει ανά εξάμηνο έκθεση στην Επιτροπή και στο Δικαστήριο σχετικά με το στάδιο ρυθμίσεως της διαφοράς της με τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης και να υποβάλει στην Επιτροπή και στο Δικαστήριο έκθεση ως προς την εξάντληση των προβλεπόμενων διαδικασιών για την επίλυση της διαφοράς'
5.4.
να υποχρεώσει τους δύο διαδίκους να υποβάλουν στο Δικαστήριο έκθεση, εντός έξι μηνών από της υποβολής της τελευταίας προαναφερόμενης έκθεσης, περί των ενδεχόμενων διισταμένων απόψεων που υπάρχουν ως προς την έκταση της υφιστάμενης ακόμη στο στάδιο αυτό ευθύνης της Κοινότητας'
5.5.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα μέχρι το παρόν στάδιο της διαδικασίας δικαστικά έξοδα.
Τέλος, παρατηρώ ακόμη ότι ως προς την εναπομένουσα ευθύνη της Κοινότητας, την οποία έχω καταρχήν αναγνωρίσει, και η Επιτροπή έχει φυσικά συμφέρον να διευκολύνει την ταχεία ρύθμιση της διαφοράς μεταξύ ενάγουσας και αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας της Μαδαγασκάρης. Θεωρώ ευκταίο η Επιτροπή να καταδικαστεί από τώρα στα μέχρι σήμερα δικαστικά έξοδα, διότι με την προτεινόμενη λύση θα παρέλθει ασφαλώς αρκετός ακόμη χρόνος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν κρίνω ορθό η ενάγουσα να φέρει προσωρινά τα δικαστικά της έξοδα, εν αναμονή της οριστικής αποφάσεως.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 1 ) Πρβλ. το τελευταίο εδάφιο της σελίδας 2 του σχετικού εγγράφου. Λόγιο της αναφερθείσας κατανομής αρμοδιοτήτων, στην οποία η Επιτροπή επέμεινε τόσο πολύ κατά τη διαδικασία, η ενάγουσα μπορούσε ασφαλώς να υποθέσει ότι η συμφωνία αυτή είχε επιτευχθεί από τις αρμόδιες κοινοτικές αρχές. Κατά το μέτρο αυτό, η ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στο απόσπασμα αυτό στη σελίδα 7 του υπομνήματος αντικρούσεως και στη σελίδα 6 της απάντησης δεν είναι αξιόπιστη.
( 2 ) Εν πάση περιπτώσει η αρμοδιότητα αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά μάλλον αναγνωρίστηκε έμμεσα.
( 3 ) Η ακρίβεια των ισχυρισμών αυτών της Επιτροπής δεν επιβεβαιώθηκε ούτε αντικρούστηκε από το δικηγόρο της ενάγουσας στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεδομένου ότι δεν ήταν επαρκώς πληροφορημένος ως προς την εξέλιξη της διαιτητικής διαδικασίας.
( 4 ) Δηλαδή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στο πλαίσιο των προϋποθέσεων nou καθόρισε η Επιτροπή για τη μέθοδο υπολογισμού.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΈΣ ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
1. Εισαγωγή
Οι γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι διάδικοι μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας με υποχρεώνει να λάβω την εξής θέση και να συμπληρώσω τις προτάσεις μου της 10ης Απριλίου 1984. Υπενθυμίζω καταρχάς ότι η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου κινήθηκε με έγγραφο με το οποίο υποβλήθηκαν στους διαδίκους οι πέντε ακόλουθες ερωτήσεις:
Πρώτη ερώτηση
« Μπορεί η Επιτροπή να διευκρινίσει, έστω και κατά προσέγγιση, ποιο είναι κατά τη γνώμη της το ύψος της προκληθείσας ζημίας λόγω των δυσκολιών που ανέκυψαν σχετικά με την πληρωμή του τμήματος των έργων για τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προϊόντα ασφάλτου μετά την αιφνίδια αύξηση των τιμών της ασφάλτου το Νοέμβριο 1973 και το Μάρτιο 1974, για τις οποίες η γενική διεύθυνση αναπτύξεως ήταν πλήρως πληροφορημένη, όπως προκύπτει από το έγγραφο του εκπροσώπου του ETA της 29ης Ιουνίου 1976; »
Δεύτερη ερώτηοη
« Εκτός από το έγγραφο του εκπροσώπου της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 1976, υπάρχουν άλλα στοιχεία που να στηρίζουν την άποψη ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δικαιολογείται αποκατάσταση της ζημίας; »
Τρίτη ερώτηοη
« Δέχονται οι εθνικές αρχές της Μαδαγασκάρης την αρχή της αναθεώρησης των επίδικων τιμών και έχει συναφθεί σχετική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως και των αρχών αυτών; »
Τέταρτη ερώτηοη
« Μπορεί η Επιτροπή να ανακοινώσει στο Δικαστήριο για ποιο λόγο το πρόβλημα ως προς τις επίδικες τιμές, το οποίο ανέκυψε στο τέλος του 1973, δεν είχε ακόμη διευθετηθεί μέχρι την έγερση της αγωγής στις 20 Ιανουαρίου 1982, δηλαδή εννέα χρόνια μετά; »
Πέμπτη ερώτηοη
« Η ενάγουσα και η Επιτροπή παρακαλούνται να εξηγήσουν αν, κατά τις διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση των επίδικων τιμών, η ενάγουσα εκδήλωσε την πρόθεση να διακόψει την εκτέλεση των έργων εν αναμονή της αναθεώρησης αυτής και αν αποφάσισε να συνεχίσει την εκτέλεση των έργων κατόπιν των υποσχέσεων ή των διαβεβαιώσεων που έδωσε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής. »
Τα σημαντικότερα νέα στοιχεία περιέχονται στις απαντήσεις που δόθηκαν στη δεύτερη και τρίτη ερώτηση. Τα νέα αυτά στοιχεία έχουν επίσης σημασία για την εκτίμηση των απαντήσεων που δόθηκαν στις άλλες ερωτήσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα εξετάσω πρώτα τα νέα αυτά στοιχεία.
2. Απαντήσεις της ενάγουσας στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ερώτηση
2.1.
Τα παραρτήματα 8 μέχρι 15 του υπομνήματος που περιέχει την απάντηση της επιχείρησης Muni frères στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου ( απάντηση που πρωτοκολλήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1984 ) δεν είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο προηγουμένως. Δείχνουν ότι, κατά τη μετά το από 10 Αυγούστου 1976 έγγραφο του εκπροσώπου του ETA περίοδο, η επιχείρηση Murri frères δεν αδράνησε, αλλά προσπάθησε μέχρι τις 21 Ιανουαρίου 1978 να καταλήξει σε απευθείας συμφωνία με τις αρχές της Μαδαγασκάρης. Τα στοιχεία αυτά έχουν κυρίως σημασία σε σχέση με την τέταρτη ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς τις αιτίες της μακρόχρονης εξέτασης της αίτησης αναθεώρησης των τιμών. Το μόνο νέο στοιχείο κάποιας σπουδαιότητας ( σε σχέση με τη δεύτερη και τρίτη ερώτηση του Δικαστηρίου ) που βρήκα στα έγγραφα αυτά είναι η προφορική ανακοίνωση των αρχών της Μαδαγασκάρης, της 2ας Σεπτεμβρίου 1977, η οποία αναφέρεται στη σελίδα 4 του παραρτήματος 13 και που δείχνει ότι οι εν λόγω αρχές διατηρούσαν ακόμη μέχρι τη στιγμή αυτή την άποψη τους ως προς τη μέθοδο που έπρεπε να εφαρμοστεί για την αναθεώρηση των τιμών ( ενώ παρήλθε ένα περίπου έτος από το έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976, με το οποίο ο εκπρόσωπος ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην ενάγουσα ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει από τις εν λόγω αρχές να εξετάσει τις μεθόδους αναθεωρήσεως των τιμών που προέτεινε η Επιτροπή). Κατά τα λοιπά, τα νέα αυτά έγγραφα δεν περιέχουν τίποτε που να επιβάλλει την τροποποίηση ή τη συμπλήρωση των προηγούμενων προτάσεων μου.
2.2.
Αντίθετα, μεγαλύτερη σημασία, σε σχέση με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους, εμφανίζουν τα νέα έγγραφα που κατέθεσε η ενάγουσα με το πρόσθετο υπόμνημα της της 9ης Οκτωβρίου 1984 ( και τα οποία, σύμφωνα με όσα ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, έλαβε από τις αρχές της Μαδαγασκάρης). Το έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1986, που απηύθυνε ο εκπρόσωπος του ETA στο γενικό γραμματέα του Υπουργείου Δημοσίων 'Εργων της Μαδαγασκάρης και το οποίο συνιστά το παράρτημα 1 του πρόσθετου αυτού υπομνήματος, επιβεβαιώνει ότι ο εκπρόσωπος δεν είχε αντίρρηση κατά των αναθεωρημένων ενιαίων τιμών για την άσφαλτο που του είχαν υποβληθεί, πλην όσον αφορά μια ποσότητα ασφάλτου 2400 τόνων, η οποία έπρεπε να παραδοθεί στον τόπο εκτελέσεως του έργου, σύμφωνα με τη σύμβαση, πριν από το Δεκέμβριο του 1973 και, επομένως, έπρεπε επίσης να είχε αγοραστεί πριν από την αύξηση των τιμών των προϊόντων πετρελαίου. Εξάλλου, το έγγραφο περιλαμβάνει τους κανόνες για την αναθεώρηση των τιμών βάσει των νέων ενιαίων τιμών οι οποίες, κατά τη γνώμη του εκπροσώπου, έπρεπε να εφαρμοστούν και οι οποίες, εν συνεχεία, έπρεπε να καθοριστούν για τη χρησιμοποιηθείσα άσφαλτο μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία με υπηρεσιακή εντολή. Τέλος, επεσύρετο η προσοχή των αρχών της Μαδαγασκάρης σχετικά με την καθυστέρηση στην εκτέλεση των έργων, η οποία θα προέκυπτε από την άμεση αναθεώρηση τιμών λόγω των περιορισμένων διαθέσιμων πιστώσεων.
Με το από 15 Απριλίου 1976 επόμενο έγγραφο του αντιπροσώπου προς τον ίδιο γενικό γραμματέα, το οποίο αποτελεί το παράρτημα 2, ασφαλώς επιβεβαιώνεται η προφανής ανάγκη τέτοιας αναθεωρήσεως των τιμών. Πάντως, αυτή τη φορά το έγγραφο προσθέτει ότι το ενδιαφερόμενο τμήμα στις Βρυξέλλες προτιμά μια συνολική επανεξέταση της μεθόδου αναθεωρήσεως τιμών. Το έγγραφο ανέφερε ως λόγο την επιθυμία να αποκλειστεί το αποτέλεσμα δύο συντελεστών στη μέθοδο αναθεωρήσεως τιμών, ευνοϊκών για την ενάγουσα. Ο εκπρόσωπος υπέβαλε στις αρχές της Μαδαγασκάρης την παράκληση να του υποβάλουν, σύμφωνα με αυτή τη βάση, νέες προτάσεις.
Από την απάντηση του γενικού γραμματέα της 18ης Μαΐου 1976 (παράρτημα 3) προκύπτει ότι αυτός θεώρησε την προτεινόμενη εναλλακτική λύση αντίθετη προς τους αρχικούς όρους του διαγωνισμού. Εξάλλου, αμφισβητεί αιτιολογημένα την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία, σε περίπτωση αναθεωρήσεως μόνο των ενιαίων τιμών της ασφάλτου, η επιχείρηση Murri frères θα ετύγχανε, σε σύγκριση με άλλους διαγωνιζόμενους, ενός αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος. Επαναλαμβάνει ότι η μέθοδος αναθεωρήσεως τιμών, που συμφωνήθηκε με την επιχείρηση Murri frères, του φαίνεται να είναι η μόνη ορθή μέθοδος και υπενθυμίζει ότι ο εκπρόσωπος είχε εξάλλου συμφωνήσει ως προς τη μέθοδο αυτή, εκτός για την προαναφερθείσα ποσότητα των 2400 τόνων για την οποία, κατά τη γνώμη του γραμματέα, οι τιμές δεν έπρεπε να αναθεωρηθούν.
Το από 2 Δεκεμβρίου 1976 έγγραφο του αρμόδιου αρχιμηχανικού της Μαδαγασκάρης προς τον εκπρόσωπο του ETA (παράρτημα 4 του πρόσθετου υπομνήματος) επιβεβαιώνει ότι είχε συμφωνηθεί ότι όλες οι διεκδικήσεις της ενάγουσας ( ιδίως το πρόβλημα της ασφάλτου και οι αποζημιώσεις λόγω κυκλώνων ) θα ρυθμιστούν στο τέλος των εργασιών, « σύμφωνα με τους αριθμούς που συμφωνήθηκαν κατά την τελευταία αποστολή προγραμματισμού του ETA ».
3. Οι απαντήσεις της Επιτροπής στη δεύτερη και τρίτη ερώτηση
Τα προαναφερόμενα νέα στοιχεία περιλαμβάνονται στην απάντηση της ενάγουσας στη δεύτερη και τρίτη ερώτηση του Δικαστηρίου. Η απάντηση της Επιτροπής στη δεύτερη ερώτηση του Δικαστηρίου αναφέρει ότι, κατά τη γνώμη της, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει την άποψη αυτή. Υπό το φως των στοιχείων που ανέφερα στις πρώτες μου προτάσεις και των νέων στοιχείων που υπέβαλε η ενάγουσα, αυτή η απάντηση της Επιτροπής δύσκολα μπορεί να νοηθεί άλλως εκτός από αποδοκιμασία των εγγράφων που ο εκπρόσωπος της απέστειλε στην ενάγουσα και στις αρμόδιες αρχές της Μαδαγασκάρης. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Επιτροπή φαίνεται να αποδοκιμάζει με την απάντηση αυτή τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν οι εκπρόσωποι της κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση και τις οποίες παρέθεσα στις προηγούμενες μου προτάσεις. Το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος αναγνώρισε με τα εν λόγω έγγραφα ότι η αποζημίωση για την προξενηθείσα ζημία λόγω της αύξησης της τιμής της ασφάλτου ήταν δικαιολογημένη δύσκολα μπορεί να μη γίνει δεκτό.
Όσον αφορά την τρίτη ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο, η Επιτροπή αναγνωρίζει με την γραπτή απάντηση της ότι οι αρχές της Μαδαγασκάρης έκλιναν αρχικά στην αναζήτηση λύσεως προβαίνοντας στην αναθεώρηση των ενιαίων τιμών, όπως ζητούσε η επιχείρηση Murri. Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης του Δικαστηρίου [αν έχει συναφθεί σχετική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως ( ETA ) και των αρχών αυτών ], η Επιτροπή με το υπόμνημα της απαντά κάπως προσχηματικά ότι, μετά τις επαφές μεταξύ Επιτροπής και αρχών της Μαδαγασκάρης, οι τελευταίες κατέληξαν υπέρ της μεθόδου της ολικής επανεξετάσεως των μεθόδων αναθεωρήσεως τιμών, όπως ο εκπρόσωπος της είχε ήδη υποστηρίξει με το από 10 Αυγούστου 1976 έγγραφο του προς την επιχείρηση Murri. Εξάλλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει με την απάντηση της ότι, με το από 16 Ιανουαρίου 1979 έγγραφο, οι αρχές της Μαδαγασκάρης κάλεσαν την ενάγουσα να συνεργαστεί για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής.
Σχετικά με την απάντηση αυτή, παρατηρώ πρώτον ότι τα έγγραφα των αρχών της Μαδαγασκάρης που η ενάγουσα προσκόμισε τώρα δείχνουν κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι οι αρχές της Μαδαγασκάρης αναγνώρισαν πράγματι τόσο την ανάγκη αναθεωρήσεως των τιμών όσο και την καταρχήν ορθότητα της μεθόδου αναθεωρήσεως που προέτεινε η ενάγουσα. Δεύτερον, παρατηρώ ότι αντίθετα απ' ό, τι αφήνει να νοηθεί η απάντηση της Επιτροπής, από το έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976 δεν προκύπτει καθόλου ότι οι αρχές της Μαδαγασκάρης είχαν ήδη συμφωνήσει κατά την ημερομηνία αυτή ως προς την προτεινόμενη από την Επιτροπή σφαιρική μέθοδο. Όπως έχω ήδη παρατηρήσει με τις προηγούμενες προτάσεις μου, από το έγγραφο αυτό προκύπτει αποκλειστικά ότι η Επιτροπή κάλεσε τις αρχές της Μαδαγασκάρης να εξετάσουν τη νέα μέθοδο αναθεωρήσεως τιμών, την οποία θεωρούσε ορθότερη και ότι ο εκπρόσωπος συμβούλευσε την ενάγουσα να συνεργαστεί στην εν λόγω εξέταση. Βάσει του παραρτήματος 13 της απάντησης της ενάγουσας, το οποίο παρέθεσα προηγουμένως, θεωρώ πιθανό ότι ακόμη και το Σεπτέμβριο του 1977, οι αρχές της Μαδαγασκάρης επέμεναν ακόμη στην αρχική τους άποψη ως προς τη μέθοδο αναθεωρήσεως τιμών.
Τέλος, η απάντηση της Επιτροπής σε ερώτηση που υπέβαλα προσωπικά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση δείχνει ότι, αντίθετα απ' ό, τι έκρινα πιθανό στις αρχικές μου προτάσεις, καμιά συμφωνία δεν είχε ποτέ συναφθεί μεταξύ Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως και αρχών της Μαδαγασκάρης ως προς το αποτέλεσμα της μεθόδου αναθεωρήσεως τιμών που επιθυμούσε η Επιτροπή, σύμφωνα με το έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1976 (για παράδειγμα υπό μορφή σχεδίου προσθέματος ). Μόνο από το από 16 Ιανουαρίου 1979 έγγραφο των αρχών της Μαδαγασκάρης προς την ενάγουσα η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι αρχές της Μαδαγασκάρης είχαν τελικά συμφωνήσει ως προς τη μέθοδο αναθεωρήσεως τιμών που επιθυμούσε η Επιτροπή. Επομένως, στην πραγματικότητα θα ήταν ορθότερο η Επιτροπή να απαντήσει αρνητικά στο δεύτερο σκέλος της τρίτης ερωτήσεως του Δικαστηρίου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εμμένω στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα προηγουμένως ( στην παράγραφο 4.2 των προτάσεων μου της 10ης Απριλίου 1984), δηλαδή ότι, τουλάχιστον μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου 1978, η Επιτροπή παρεμπόδισε αντικανονικά το διακανονισμό της αιτούμενης αποζημιώσεως. Σε απάντηση ερωτήσεως μου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το ελάχιστο συγκεκριμένο στοιχείο που να παρέχει οποιαδήποτε ένδειξη ως προς το αποτέλεσμα της διαβούλευσης μεταξύ Επιτροπής και αρχών της Μαδαγασκάρης μετά τις 10 Αυγούστου 1976.
4. Η απάντηση της Επιτροπής στην πρώτη ερώτηση του Δικαστηρίου
Σε απάντηση της πρώτης ερωτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ανέφερε με το υπόμνημα της ότι δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει το ύψος της ενδεχόμενης προσαρμογής της τιμής αγοράς, που μπορούσε να προκύψει αν ελαμβάνετο υπόψη η αύξηση της τιμής της ασφάλτου που επήλθε μεταξύ Νοεμβρίου 1973 και Μαρτίου 1974. Εν συνεχεία, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ενάγουσα μπορούσε να αποφύγει τις συνέπειες από την εν λόγω αύξηση της τιμής, αν είχε παραγγείλει την αναγκαία ποσότητα ασφάλτου, όπως όφειλε να το πράξει, nptv από τους τελευταίους μήνες του 1973.
Αν ληφθεί υπόψη η αλληλογραφία που προσκόμισε η ενάγουσα, η τελευταία αυτή παρατήρηση μου φαίνεται βάσιμη το πολύ όσον αφορά τους 2400 τόνους ασφάλτου, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τους οποίους η ενάγουσα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει, σύμφωνα με τη σύμβαση, πριν από το τέλος του 1973. Ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η ενάγουσα έχει δίκαιο όταν υποστηρίζει ότι, για τεχνικούς λόγους, η προμήθεια της ασφάλτου μπορεί να γίνει το πολύ ένα μήνα πριν από τη χρησιμοποίηση της, θεωρώ εν πάση περιπτώσει απαράδεκτο το να αντιτάσσεται εκ των υστέρων στην ενάγουσα ότι έπρεπε να είχε λάβει υπόψη, κατά την πραγματοποίηση των αγορών της, τις αυξήσεις τιμών των προϊόντων πετρελαίου, οι οποίες δεν ήταν προβλέψιμες κατά την εποχή εκείνη και, επομένως, να αγοράσει την αναγκαία ποσότητα ασφάλτου πριν από τις αυξήσεις αυτές. Στο πλαίσιο των προηγούμενων προτάσεων μου, το στοιχείο αυτό έπρεπε εξάλλου να υποβληθεί στην επιτροπή διαιτησίας, πριν το Δικαστήριο εκδώσει οριστική απόφαση. Εξεταζόμενη η απάντηση στο σύνολο της, σημαντικότερο μου φαίνεται πάντως το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ( ούτε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ) το απόσπασμα της επιστολής του αρχιμηχανικού της Μαδαγασκάρης, που παρέθεσα προηγουμένως, και το οποίο αναφέρει ότι έχει επιτευχθεί συμφωνία ως προς το ύψος της αποζημίωσης. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και σχετικά με το σημείο αυτό, ανέφερε μόνο ότι θεωρούσε αμφίβολη την αλληλογραφία που η ενάγουσα επισυνάπτει στο πρόσθετο υπόμνημα της. Εξάλλου, σε απάντηση ερωτήσεως που υπέβαλα προσωπικά, δήλωσε, όπως έχω ήδη αναφέρει, ότι δεν διέθετε στοιχεία ως προς το αποτέλεσμα της διαβούλευσης μεταξύ Επιτροπής και Μαδαγασκάρης μετά τον Αύγουστο του 1976.
5. Η απάντηση της Επιτροπής στην τέταρτη ερώτηση του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή αποδίδει την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στη βραδύτητα που επέδειξαν οι αρχές της Μαδαγασκάρης μεταξύ Αυγούστου 1976 και Ιανουαρίου 1979 και στην πλήρη έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία προτίμησε τη διαιτητική διαδικασία, για να την εγκαταλείψει εν συνεχεία. Απορρίπτει κάθε δική της ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή και υπενθυμίζει ότι η παρέμβαση της εξηρτάτο από την ύπαρξη προτάσεως του συνδεδεμένου κράτους, το οποίο κάλεσε από τον Αύγουστο του 1976 να μελετήσει παρόμοια πρόταση. Τέλος, υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού 229/72 της 28ης Ιανουαρίου 1972, περί των λεπτομερειών λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως, η ενδεχόμενη υποχρέωση της να παρέμβει περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κύριος διατά-κτης υποκαθιστά τον τοπικό διατάκτη λόγω καθυστερήσεως στην εξόφληση αναμφισβήτητα οφειλόμενου ποσού.
Σχετικά με την απάντηση αυτή, πρώτον, παρατηρώ ότι αφορά μόνο την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μετά τις 10 Αυγούστου 1976. Δεύτερον, θα υπενθυμίσω το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα προηγουμένως, δηλαδή ότι η Επιτροπή πρέπει τουλάχιστον να θεωρηθεί υπεύθυνη για την παρεμπόδιση ( αντικανονική κατά τη γνώμη μου) του διακανονισμού της αποζημίωσης μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου 1978.
6. Η απάντηση των διαδίκων στην πέμπτη ερώτηση του Δικαστηρίου
Η απάντηση της Επιτροπής στην πέμπτη ερώτηση του Δικαστηρίου, με την οποία κυρίως ισχυρίζεται ότι ο εκπρόσωπος δεν είχε συμφωνήσει για τη διόρθωση των ενιαίων τιμών για τις οποίες γίνεται λόγος, μου φαίνεται ακόμη περισσότερο αμφισβητήσιμη, αν ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε τώρα η ενάγουσα, απ' ό, τι ήταν ήδη βάσει των εγγράφων τα οποία έχω αναλύσει με τις προτάσεις μου της 20ής Απριλίου 1984.
7. Τελικές παρατηρήσεις και συμπέρασμα
Οι αγορεύσεις των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση επιβάλλουν ελάχιστες συμπληρωματικές παρατηρήσεις εκ μέρους μου. Η αγόρευση της ενάγουσας ενισχύει την πραγματική βάση των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα προηγουμένως. Η Επιτροπή είχε ασφαλώς δίκαιο να ισχυριστεί, όπως το έπραξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι το ίδιο το ETA δεν ανέλαβε δεσμευτικές υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας. Όπως προκύπτει απ' όσα εξέθεσα προηγουμένως, δεν νομίζω πάντως ότι η ευθύνη της Επιτροπής βασίζεται σε τέτοιες υποχρεώσεις. Εξάλλου, δεν θα ήταν δυνατό να γίνει παρόμοια σκέψη στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ ETA και Μαδαγασκάρης, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή στη συνέχεια της αγόρευσης της. Σχετικά με αυτό, η αναφορά της στην απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 126/83 (STS Consorzio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 769) δεν μου φαίνεται πάντως λυσιτελής, κυρίως διότι η σκέψη 20 της απόφασης αυτής αφήνει σαφώς άθικτο, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της πιθανής επίκλησης του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ευθύνη της Επιτροπής, όπως έχω ήδη αναφέρει, βασίζεται κυρίως στην αντικανονική παρεμπόδιση συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και αρχών της Μαδαγασκάρης. Υπό την επιφύλαξη των σχετικών συμπληρωματικών παρατηρήσεων στις οποίες προβαίνω σήμερα, εμμένω επομένως στην εκτίμηση την οποία διατύπωσα σχετικά στην παράγραφο 4.2 των προτάσεων μου της 20ής Απριλίου 1984.
Τέλος, ορισμένο ενδιαφέρον εμφανίζει, κατά την άποψη μου, η έκθεση που έγινε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση σε απάντηση ερωτήσεων που υπέβαλε το Δικαστήριο, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποδεχτεί τη μέθοδο αναθεωρήσεως τιμών που προέτεινε η Μαδαγασκάρη. Δεν νομίζω ότι είμαι σε θέση να κρίνω αν τα επιχειρήματα αυτά είναι βάσιμα, αν ληφθούν υπόψη τα αντίθετα επιχειρήματα των αρχών της Μαδαγασκάρης, όπως αυτά αναπτύχτηκαν από την ενάγουσα. Πάντως, εμμένω στην άποψη μου ότι, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και Μαδαγασκάρης, μόνο η επιτροπή διαιτησίας μπορεί να αποφανθεί επί του αποφασιστικού αυτού σημείου της διαφοράς με απόφαση η οποία, όπως έχω ήδη διαπιστώσει με τις προηγούμενες προτάσεις μου, πρέπει επίσης να θεωρηθεί δεσμευτική για την Κοινότητα.
Ως συμπέρασμα, τα νέα στοιχεία που προσκομίστηκαν μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας — και τα οποία είναι εν μέρει σημαντικά — δικαιολογούν επομένως, κατά την άποψη μου, την εμμονή χωρίς τροποποίηση στην πρόταση την οποία έκανα στις 10 Απριλίου 1984, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι θα συμπληρωθούν και θα αναμορφωθούν οι λόγοι τους οποίους ανέφερα τότε, κατά την έννοια που εξέθεσα με τις παρούσες συμπληρωματικές προτάσεις μου.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy