ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 11 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Kantonrechter (ειρηνοδίκης) Χάγης σας υπέβαλε αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 της συνθήκης.
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα:
Στον καθηγητή Donner, κάτοικο Κάτω Χωρών, απεστάλησαν ταχυδρομικώς δέματα 6ι6λίων από διάφορα κράτη μέλη. Για να μπορέσει να παραλάβει στην κατοικία του τα δέματα αυτά, έπρεπε να καταβάλει στην ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών, εκτός του φόρου κύκλου εργασιών (φόρος προστιθέμενης αξίας), ένα ποσό ως «τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο» και ως «προμήθεια».
Θεωρώντας ότι το ποσό αυτό ήταν αντίθετο προς τα άρθρα 9 και επ. της συνθήκης, τα οποία απαγορεύουν την επιβολή εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, καθώς και την επιβολή κάθε επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στο Raad van State, Afdeling Rechtspraak (Συμβούλιο Επικρατείας των Κάτω Χωρών, τμήμα διοικητικών διαφορών) κατά της σιωπηρής αρνήσεως της εθνικής Υπηρεσίας Ταχυδρομείων να διορθώσει την πράξη επιβολής φόρου που είχε εκδώσει.
Το Raad van State έκρινε, στις 25 Νοεμβρίου 1980, ότι η εν λόγω προσφυγή ήταν απαράδεκτη,
—
αφενός, γιατί ήταν πρόωρη στο βαθμό που αναφερόταν σε πράξη επιβολής μεταγενέστερη της ημερομηνίας ασκήσεως της προσφυγής και
—
αφετέρου, γιατί στρεφόταν κατά πράξεως που διέπεται από το αστικό δίκαιο και όχι κατά διοικητικής αποφάσεως σύμφωνα με το νόμο «Wet administratieve Rechtspraak Overheidsbeschikkingen».
O Donner, ενήγαγε τότε στις 23 Απριλίου 1981, το ολλανδικό δημόσιο (Υπηρεσία Ταχυδρομείων) ενώπιον του ειρηνοδίκη Χάγης, ζητώντας την επιστροφή των ποσών που είχε ήδη καταβάλει και που έπρεπε να καταβάλει μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για να παραλάβει τα βιβλία που αγόρασε μεταξύ Ιουλίου 1979 και Φεβρουαρίου 1981.
Αφού οι διάδικοι συμφώνησαν ως προς τη διατύπωση του ερωτήματος που έπρεπε να υποβληθεί στο Δικαστήριο, ο Kantonrechter ζήτησε, με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1982, να αποφανθείτε στο ερώτημα αν η απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς που απαγγέλλει το άρθρο 13 της συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, εφαρμόζεται στο ποσό που χρεώνει η ολλανδική Υπηρεσία Ταχυδρομείων ως «τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο» και ως «προμήθεια».
II — Με το παραπάνω ερώτημα, όπως είναι διατυπωμένο, ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο ορισμένες εθνικές διατάξεις. Συνεπώς, εναπόκειται στο Δικαστήριο να διακριβώσει το γενικό πρόβλημα ερμηνείας, από το οποίο απορρέει το εν λόγω ερώτημα.
Πράγματι, από τη διατύπωση της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά αφορά τις διατυπώσεις εισαγωγής στο ενδοκοινοτικό εμπόριο' πρέπει, λοιπόν, το Δικαστήριο να κρίνει αν η συνθήκη επιτρέπει στις ταχυδρομικές υπηρεσίες των κρατών μελών να εισπράττουν ορισμένα τέλη, έστω και ευτελούς ποσού, για την προσκόμιση στο τελωνείο εμπορευμάτων, όταν τα εμπορεύματα, εν προκειμένω βιβλία, διέρχονται με το ταχυδρομείο σύνορα εντός της Κοινότητας.
III — Θα πρέπει, κατά πρώτο, να σημειωθεί ότι, αν και οι δασμοί έχουν καταργηθεί στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, οι εθνικές αρχές (στην πρακτική οι τελωνειακές αρχές) εξακολουθούν να εισπράττουν διάφορους φόρους: φόρο προστιθέμενης αξίας, φόρους καταναλώσεως, τέλη και άλλες παρεμφερείς επιβαρύνσεις.
Συγκεκριμένα, η υποχρέωση επιβολής του φόρου κύκλου εργασιών, (υπό τη μορφή ΦΠΑ) απορρέει από την απόφαση, της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων. Για την είσπραξη των φόρων αυτών είναι, συνεπώς, αναγκαία η προσκόμιση των εισαγόμενων εμπορευμάτων στο τελωνείο, προκειμένου να διατεθούν στην κατανάλωση ή να υπαχθούν, κατά περίπτωση, σε άλλο τελωνειακό σύστημα. Ο έλεγχος δικαιολογείται, ιδίως στην περίπτωση εισπράξεως εσωτερικών φόρων κατά την έννοια του άρθρου 95 της συνθήκης και στην περίπτωση που η εισαγωγή εξομοιώνεται με πράξη γενεσιουργό του ΦΠΑ για τα εγχώρια εμπορεύματα.
Προβλέπεται, πάντως, μία εξαίρεση στο σύστημα αυτό για τα εμπορεύματα που απολαύουν κατά την εισαγωγή ατέλειας ως προς το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, συνερχόμενοι στο πλαίσιο του Συμβουλίου, απεφάσισαν, στις 18 Δεκεμβρίου 1978, ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν θα εισπράττονται πλέον τέλη προσκομίσεως στο τελωνείο από την 1η Ιουλίου 1979 το αργότερο.
Της εξαιρέσεως αυτής απολαύουν τα μικρο-δέματα που δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα. τα οποία αποστέλλονται από ιδιώτη και ανταποκρίνονται στα κριτήρια της οδηγίας 74/651 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 ( 2 ), περί των φορολογικών ατελειών, των χορηγουμένων κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων υπό μορφή μικροδεμάτων μη εμπορικού χαρακτήρα εντός της Κοινότητας.
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου απαιτείται, συνεπώς, για την εισαγωγή ταχυδρομικού δέματος βιβλίων που έχουν αγοραστεί σε κράτος μέλος από ιδιώτη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, η υποβολή διασαφήσεως ή η προσκόμιση στο τελωνείο, δηλαδή μια διατύπωση με την οποία το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ο εκπρόσωπός του προσκομίζει το εμπόρευμα στο τελωνείο και δηλώνει τη βούλησή του να υπαχθεί αυτό σε ένα συγκεκριμένο τελωνειακό σύστημα, ή να διατεθεί δηλαδή στην κατανάλωση ή να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία. Απαιτείται, εξάλλου, η καταβολή του ΦΠΑ ή ποσοστού του ΦΠΑ, ανάλογα με το αν τα βιβλία φορολογήθηκαν στη χώρα καταγωγής ή ο συντελεστής του φόρου στη χώρα προορισμού είναι ανώτερος από το συντελεστή του φόρου στη χώρα αποστολής.
Έτσι, τα ταχυδρομικά δέματα βιβλίων που εισέρχονται στις Κάτω Χώρες πρέπει καταρχήν να συνοδεύονται από την τελωνειακή διασάφηση και το τιμολόγιο. Αν το τιμολόγιο δεν αποσταλεί μαζί με το δέμα, η αξία του τελευταίου μπορεί να καθοριστεί σε 20 φιορίνια το κιλό μεικτού βάρους, εφόσον το βάρος του δέματος δεν υπερβαίνει τα 10 κιλά και στην τελωνειακή διασάφηση δεν αναφέρεται κατώτερη αξία.
IV —
1.
Η Υπηρεσία Ταχυδρομείων δεν έχει πάντως το μονοπώλιο της μεταφοράς εμπορευμάτων του είδους αυτού. Η Υπηρεσία δεν παρεμβάλλεται αν ο αποστολέας επιλέξει άλλο μέσο μεταφοράς ο εκτελωνισμός γίνεται τότε στα σύνορα ή σε ένα περιφερειακό κέντρο εκτελωνισμού παρουσία, κατά κανόνα, εντεταλμένου υπαλλήλου των τελωνείων, τα έξοδα του οποίου φυσικά χρεώνονται.
Όταν παρεμβάλλεται η Υπηρεσία Ταχυδρομείων, η προσκόμιση στο τελωνείο και η σχετική διασάφηση μπορεί να γίνουν με δύο τρόπους:
α)
η διασάφηση υποβάλλεται από τον ίδιο τον παραλήπτη ή από άλλο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) για λογαριασμό του, περίπτωση κατά την οποία δεν εισπράττεται τέλος ή «προμήθεια»
β)
στις τελωνειακές διατυπώσεις, που αφορούν την προσκόμιση στο τελωνείο, προβαίνει η ίδια η ταχυδρομική υπηρεσία για λογαριασμό του παραλήπτη του δέματος, οπότε εισπράττεται ένα ποσό ως «τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο» και ως «προμήθεια».
Οι τελωνειακές υπηρεσίες διευκολύνουν τη διεκπεραίωση της διασαφήσεως με την εγκατάσταση τελωνειακών γραφείων πολύ κοντά στα ταχυδρομεία και τους σταθμούς σιδηροδρόμων. Όταν οι περιφέρειες που καλύπτουν αυτά τα τελωνειακά γραφεία δεν συμπίπτουν με τις περιφέρειες των Δήμων και των Κοινοτήτων η Υπηρεσία Ταχυδρομείων αναλαμβάνει αυτεπάγγελτα, για λόγους απλοποιήσεως και ορθολογισμού, την προσκόμιση στο τελωνείο και την εκπλήρωση των συνακόλουθων υποχρεώσεων για λογαριασμό του παραλή-πτου, εισπράττει δε τότε τις επίδικες επιβαρύνσεις.
Πάντως, το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η Υπηρεσία Ταχυδρομείων υποκαθιστά, κατ' αυτόν τον τρόπο, τον παραλήπτη, δεν μπορεί να προσδώσει στην εν λόγω μεσολάβηση υποχρεωτικό χαρακτήρα' ο ενδιαφερόμενος μπορεί, όπως έχω ήδη αναφέρει, να διεκπεραιώσει ο ίδιος τις διατυπώσεις εκτελωνισμού, αν το επιθυμεί.
Η δυνατότητα που έχει ο παραλήπτης να προβεί στις διατυπώσεις ο ίδιος (ή ο εκπρόσωπος του) δείχνει ότι δεν πρόκειται για επιβάρυνση ή μέτρο μονομερώς επιβαλλόμενο από το κράτος και η μεσολάβηση έστω και χωρίς ρητή εντολή, της εθνικής Υπηρεσίας Ταχυδρομείων, η οποία είναι δημόσια υπηρεσία, δεν αρκεί για να εξομοιωθούν με επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 13 της συνθήκης, οι επιβαρύνσεις που επιβάλλει, όταν προβαίνει στις ενέργειες που προαναφέρθηκαν.
Πράγματι, αν ο ιδιώτης επιθυμεί να υποβάλει ο ίδιος τη διασάφηση, πρέπει να προβεί σε ορισμένες ενέργειες, όπως να ανοίξει το δέμα και να το συσκευάσει ξανά, πράγμα που σπάνια ζητείται από τους υπαλλήλους του ταχυδρομείου. Ο έλεγχος λοιπόν είναι πιο λεπτομερής, όταν η διασάφηση γίνεται από τον παραλήπτη ή από άλλον ιδιώτη εκπρόσωπο του, απ' ό,τι όταν γίνεται από την Υπηρεσία Ταχυδρομείων. Η μεσολάβηση της όμως μπορεί να διευκολύνει τα πράγματα, «δεδομένου ότι οι υπάλληλοι των τελωνείων μπορούν να εργαστούν ταχύτερα, όταν συνεργάζονται με πρόσωπα που γνωρίζουν τις τελωνειακές διαδικασίες, στα οποία θεωρούν ότι μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη» ( 3 ).
2.
Στην πραγματικότητα, ο Donner δεν ισχυρίζεται ότι οι διοικητικές διατυπώσεις είναι ασυμβίβαστες με τη συνθήκη ούτε ότι έχουν οι ίδιες ισοδύναμο αποτέλεσμα με ποσοτικό περιορισμό. Ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν εξάλλου αντίθετος προς την οδηγία 70/50 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, η οποία περιέχει την ακόλουθη αιτιολογική σκέψη «οι διατυπώσεις, από την εκπλήρωση των οποίων εξαρτάται η εισαγωγή, δεν έχουν, καταρχήν, ισοδύναμο αποτέλεσμα με το αποτέλεσμα των ποσοτικών περιορισμών και, συνεπώς, δεν αναφέρεται σ' αυτές η παρούσα οδηγία».
Θεωρεί απλώς ότι οι εν λόγω διατυπώσεις δεν τον αφορούν ως επιχειρηματία και καταναλωτή και ότι εφόσον οι εθνικές αρχές εξακολουθούν να τις επιβάλλουν και εφόσον η Υπηρεσία Ταχυδρομείων εμμένει στην τήρηση τους, ενεργώντας στην πραγματικότητα για λογαριασμό των τελωνείων, δηλαδή για λογαριασμό του ολλανδικού δημοσίου, το κόστος τους, αν θεωρηθεί ότι υπάρχει κάποιο κόστος, δεν θα πρέπει να επιβαρύνει τον παραλήπτη.
Είναι, όμως, δυνατό άλλοι καταναλωτές να έχουν διαφορετική αντίληψη και να προτιμούν να προβαίνει στις αναγκαίες διατυπώσεις η Υπηρεσία Ταχυδρομείων παρά να τις διεκπεραιώνουν οι ίδιοι. Στην απόφαση Cadsky, της 26ης Φεβρουαρίου 1977, κρίνατε ότι «... δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια συγκεκριμένη υπηρεσία που παρέχεται πράγματι, να αποτελεί αντικείμενο ενδεχόμενης αμοιβής, το ποσό της οποίας είναι ανάλογο με την εν λόγω υπηρεσία ...» ( 4 ).
3.
Το ποσό που εισπράττεται ως τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο, προκύπτει από τους συντελεστές που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως.
Η Ένωση ιδρύθηκε στη Βιέννη στις 10 Ιουλίου 1964. Το κείμενο της ιδρυτικής πράξεως τροποποιήθηκε με τα συμπληρωματικά πρωτόκολλα του Τόκιο το 1969 και της Λωζάνης το 1974. Τα κράτη μέλη της Ενώσεως θέσπισαν, στις 5 Ιουλίου 1974, σε μία σύμβαση και έναν εκτελεστικό κανονισμό, τους κοινούς κανόνες που εφαρμόζονται στη διεθνή Ταχυδρομική Υπηρεσία και τις διατάξεις σχετικά με επιστολικό ταχυδρομείο· με την ευκαιρία αυτή υπογράφηκαν διάφορες συμφωνίες, εκ των οποίων μία αφορά τα ταχυδρομικά δέματα.
Μετά το συνέδριο του Ρίο ντε Τζανέιρο το 1979 ισχύουν, ιδίως, οι ακόλουθες διατάξεις:
«Επιτρέπεται εις την Ταχυδρομικήν Υπηρεσία της χώρας καταγωγής και εκείνην της χώρας προορισμού, όπως υποβάλλουν εις τελωνειακόν έλεγχον συμφώνως προς την νομο9εσίαν των χωρών τούτων τα αντικείμενα του επιστολικού ταχυδρομείου και, περιπτώσεως τυχούσης, όπως αποσφραγίζουν αυτά οίκοθεν» ( 5 ).
«Τα αντικείμενα τα υποκείμενα εις τελωνειακόν έλεγχον εις την χώραν καταγωγής ή προορισμού, αναλόγως της περιπτώσεως δύνανται να επιβαρύνονται, υπέρ της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, είτε δια την παρά-δοσιν εις το Τελωνείον και τον εκτελω-νισμόν, είτε μόνον δια την παράδοσιν εις το Τελωνείον, δια του εν άρθρω 24, παράγραφος 1, στοιχείον γ), προβλεπομένου ειδικού τέλους» ( 6 ).
Σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, το ειδικό αυτό τέλος προσκομίσεως στο τελωνείο δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 8 φράγκων. Για κάθε δέμα εντύπων με προορισμό τον ίδιο παραλήπτη, ανώτατου βάρους 30 κιλών, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν εισπράττουν ενιαίο τέλος, αλλά συνολικό ποσό 10 φράγκων κατ' ανώτατο όριο.
«Επιτρέπεται εις τας Ταχυδρομικάς Υπηρεσίας όπως εισπράττουν, παρά των αποστολέων ή των παραληπτών των αντικειμένων, αναλόγως της περιπτώσεως, τα τελωνειακά δικαιώματα και οποιαδήποτε άλλα ενδεχόμενα δικαιώματα» ( 7 ).
Κατά το άρθρο 13 της συμφωνίας που αφορά τα ταχυδρομικά δέματα.
«Αι Υπηρεσίαι δικαιούνται να εισπράττουν τα κάτωθι συμπληρωματικά τέλη:
...
β)
τέλος προσκομίοεως εις το Τελωνείον εισπραττόμενον υπό της Υπηρεσίας προορισμού, είτε διά την παράδοσιν εις το τελωνείον και τον εκτελωνισμόν, είτε δια την παράδοσιν εις το τελωνείον μόνον εκτός ειδικής συμφωνίας, η είσπραξις ενεργείται κατά την παράδοσιν του δέματος εις τον παραλήπτην ...»
Το τέλος αυτό είναι 6 φράγκα κατά δέμα κατ' ανώτατο όριο.
4.
Μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν σκόπιμο να καθιερωθεί μια ατέλεια κατά την εισαγωγή για τα βιβλία που αποστέλλονται από πρόσωπο υποκείμενο οτη φορολογία ενός κράτους μέλους σε ιδιώτη που ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, όταν τα εμπορεύματα αυτά πλήττονται με το φόρο προστιθεμένης αξίας της χώρας αποστολής και δεν υπερβαίνουν μια ορισμένη αξία, το ύψος της οποίας είναι τέτοιο, ώστε να αποκλείεται κάθε σοβαρός κίνδυνος στρεβλώσεως του ανταγωνισμού λόγω της διαφοράς των συντελεστών μεταξύ των κρατών μελών.
Η Επιτροπή έχει προτείνει στο Συμβούλιο, χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι τώρα, να τύχουν ατέλειας ΦΠΑ οι εφημερίδες, οι επιθεωρήσεις και άλλα περιοδικά, τα φυλλάδια και βιβλία, μέχρις ορισμένης αξίας (25 λογιστικές μονάδες), που αποστέλλονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο ως εμπορικά μικροδέματα, πράγμα που θα επέφερε την κατάργηση των ταχυδρομικών επιβαρύνσεων για την προσκόμιση του εμπορεύματος στο τελωνείο.
Η κατάργηση όμως των επιβαρύνσεων αυτών συνδέεται στενά με την κατάργηση του ίδιου του ΦΠΑ για τα δέματα του είδους αυτού ή με την εναρμόνιση των συντελεστών του.
Το Δικαστήριο αντιμετώπισε μία παρόμοια κατάσταση στην υπόθεση 89/76, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, απόφαση της 12ης 1ουλίου 1977. Επρόκειτο για εισφορές που εισπράττονταν επ' ευκαιρία των φυτοϋγειο-νομικών ελέγχων που διενεργεί ένα κράτος μέλος σύμφωνα με τη διεθνή συμφωνία για την προστασία των φυτικών ειδών, της 6ης Δεκεμβρίου 1951, στην οποία έχουν συμβληθεί όλα τα κράτη μέλη.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι έλεγχοι αυτοί δεν φαίνεται να αποτελούν μονομερή μέτρα που παρεμποδίζουν το εμπόριο, αλλά αποτελούν μάλλον πράξεις που προορίζονται να διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων...» ( 8 ).
«Υπ' αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθούν ως επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται λόγω των ελέγχων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό τους δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των πράξεων, σε σχέση με τις οποίες εισπράττονται» ( 9 ).
Ο τύπος της τελωνειακής διασαφήσεως, που καθιερώθηκε από το συνέδριο του Τόκιο του 1969, και εφαρμόζεται τόσο στο επιστολικό ταχυδρομείο, όσο και στα ταχυδρομικά δέματα, συνιστά μέσο απλοποιήσεως και επιταχύνσεως των τελωνειακών διατυπώσεων. Και στην παρούσα υπόθεση, το εθνικό δικαστήριο δεν σας ερωτά αν το ποσό των επίδικων τελών είναι «εύλογο».
V — Σε απάντηση του ερωτήματος που υπέβαλε ο ειρηνοδίκης της Χάγης, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
Η απαγόρευση που απαγγέλλει το άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αφορά τα ταχυδρομικά τέλη προσκομίσεως στο τελωνείο ταχυδρομικού δέματος (βιβλίων), που απεστάλη από υποκείμενο στη φορολογία ενός κράτους μέλους πρόσωπο στην κατοικία ενός ιδιώτη σε άλλο κράτος μέλος, τα οποία χρεώνονται στον παραλήπτη στο πλαίσιο της καταβολής από την ταχυδρομική υπηρεσία για λογαριασμό του του φόρου προστιθέμενης αξίας που επιβάλλεται στα βιβλία αυτά.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Τροποποιήθηκε από την οδηγία 78/1034, της 19ης Δεκεμβρίου 1978.
( 3 ) Προτάσεις γενικού εισαγγελέα J.-P. Warner, της 11ης Ιουλίου 1979, υπόδεση 159/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Recueil σ. 3270.
( 4 ) Recueil 1975, σ. 290, σκέψη 6.
( 5 ) Άρθρο 37 της συμβάσεως.
( 6 ) Άρθρο 38.
( 7 ) Άρθρο 39.
( 8 ) Recueil 1977, σ. 1365, σκέψη 15.
( 9 ) Σκέψη 16.
Full & Egal Universal Law Academy