ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 8 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
κύριοι οικαστές,
1.
Καλείστε και πάλι να κρίνετε αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΟΚ τα εθνικά μέτρα που αποβλέπουν στην καταπολέμηση της νόσου του Newcastle και άλλων ασθενειών των πουλερικών. Όπως είναι γνωστό, το Σεπτέμβριο του 1981 το Ηνωμένο Βασίλειο απαγόρευσε τελείως την εισαγωγή κατεψυγμένων ή διατηρημένων με ψήξη πουλερικών, αυγών (εκτός των αυγών που προορίζονται για επώαση) και προϊόντων αυγών στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία, που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη εκτός της Ιρλανδίας και της Δανίας. Η αιτιολογία αυτή της απαγόρευσης ήταν η προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων. Ανάλογοι περιορισμοί που στηρίζονται στους ίδιους λόγους διέπουν από το 1938 την εισαγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων στη Βόρεια Ιρλανδία.
Στις 15 Ιουλίου 1982, αποφανθήκατε επί προσφυγής της Επιτροπής κατά του Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση 40/82). Κρίνατε τότε ότι, απαγορεύοντας την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων στην Αγγλία, στην Ουαλία και στη Σκωτία, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Αναβάλατε όμως την οριστική σας απόφαση επί δύο άλλων ζητημάτων: την απαγόρευση των εισαγωγών στη Βόρεια Ιρλανδία διότι εγείρει προβλήματα ανάλογα μ' αυτά που εξετάζονται στο πλαίσιο της υπόθεσης 74/82 και το νόμο πλαίσιο επί του οποίου στηρίζονται τα μέτρα που θέσπισε η Μεγάλη Βρετανία και η Βόρεια Ιρλανδία κατά το ότι καθιερώνει ένα σύστημα αδειών εισαγωγής (Συλλογή 1982, σ. 2793).
Οι προτάσεις μου αναφέρονται λοιπόν σ' αυτές τις δύο ομάδες κανόνων και συγχρόνως στην ιρλανδική έννομη τάξη όσον αφορά την εισαγωγή πτηνοτροφικών προϊόντων (υπόθεση 74/82). Πράγματι, οι διατάξεις αυτές ομοιάζουν πολύ μεταξύ τους όπως ομοιάζουν οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή και οι ισχυρισμοί που προβάλλουν για την υπεράσπιση τους οι δύο κυβερνήσεις που διαπνέονται από τις ίδιες αρχές. Αυτό μου επιτρέπει να εξετάσω τα εκατέρωθεν επιχειρήματα σε ενιαίο πλαίσιο.
2.
Συνοψίζω τα πραγματικά περιστατικά μόνο της υποθέσεως 74/82 διότι της άλλης υποθέσεως (40/82) τα γνωρίζετε. Όταν έλαβε γνώση των βρετανικών μέτρων που ανέφερα πιο πάνω η Επιτροπή ζήτησε από την Ιρλανδία πληροφορίες ως προς τη ρύθμιση που εφαρμόζει στα πτηνοτροφικά προϊόντα (2 Σεπτεμβρίου 1981). Εκείνο που ζητούσε να μάθει ήταν αν το εν λόγω κράτος μέλος απαγόρευε και αυτό τις εισαγωγές νωπών κρεάτων πουλερικών, αυγών και ζώντων πουλερικών από χώρες στις οποίες χρησιμοποιείται ο εμβολιασμός για την καταπολέμηση της νόσου του Newcastle. Η απάντηση (7 Σεπτεμβρίου 1981) ήταν καταφατική. Η Ιρλανδία αναγνώρισε ότι είχε λάβει τέτοια μέτρα' τα οποία ωστόσο — ισχυρίστηκε — στηρίζονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου 71/118 της 15ης Φεβρουαρίου 1971 περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116).
Με έγγραφο προειδοποιήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 1981 η Επιτροπή επέκρινε τα ιρλανδικά μέτρα διότι έχουν αποτέλεσμα ισοδύναμο με ποσοτικούς περιορισμούς κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης και δεν δικαιολογούνται κατά το άρθρο 36 συγκεκριμένα, ιδίως υπό το φως του κοινοτικού απολογισμού στο θέμα των ασθενειών των πουλερικών που είναι ικανοποιητικός, η δυσαναλογία μεταξύ της απαγορεύσεως που θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα και οι κίνδυνοι τους οποίους σκοπούν να προλάβουν είναι — παρατήρησε η Επιτροπή — πολύ μεγάλοι. Ωστόσο η Ιρλανδία δεν εγκατέλειψε τη γραμμή της. Η υγειονομική κατάσταση στα κράτη μέλη — παρατήρησε — είναι λιγότερο ρόδινη απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή. Η απαγόρευση των εισαγωγών — συγκεκριμένα όχι απόλυτη — διότι δεν περιλαμβάνει τις χώρες όπου το επίπεδο υγείας είναι ανάλογο — είναι επομένως νόμιμη κατά την έννοια του άρθρου 30.
Στις 9 Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή εξέδωσε την απαιτούμενη αιτιολογημένη γνώμη και κάλεσε την ιρλανδική κυβέρνηση να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός πέντε ημερών. Αμφισβήτησε ιδίως το ότι τα εκτρεφόμενα στην Ιρλανδία πουλερικά, καίτοι δεν έχουν ποτέ εμβολιαστεί, είναι πιο ευαίσθητα από άλλα και παρατήρησε ότι εν πάση περιπτώσει, είναι δυνατό να προστατευτούν με λιγότερο έντονα μέσα' επανέλαβε εξάλλου τις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει, έστω in nuce, επί του συστήματος των αδειών εισαγωγής. Με την απάντηση της (7 Δεκεμβρίου 1981) η Ιρλανδία περιορίστηκε να χαρακτηρίσει ως βιαστική την επίθεση της Επιτροπής κατά των μέτρων που ίσχυαν ήδη όταν η Ιρλανδία προσχώρησε στην Κοινότητα. Πρόσθεσε δε ότι η νομοθεσία της επιτρέπει την εισαγωγή, εκτός των πουλερικών και των προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, ορνιθίων μιας ημέρας και αυγών προς επώαση υπό συνθήκες υγειονομικής καθάρσεως και αυστηρού ελέγχου. Τέλος, με συμπληρωματικό σημείωμα η κυβέρνηση του Δουβλίνου επανέλαβε ότι η νόσος του Newcastle και οι άλλες ασθένειες των πουλερικών είναι ακόμη εξαπλωμένες στην Κοινότητα, επεσήμανε δε τον κίνδυνο που θα απειλούσε τις κτηνοτροφικές μονάδες της χώρας αν ελευθερώνονταν οι εισαγωγές από χώρες μέλη όπου τα πουλερικά εμβολιάζονται.
3.
Λίγα λόγια για τη νόσο του Newcastle και τις μεθόδους με τις οποίες καταπολεμάται. Πρόκειται για ιώδη νόσο που πλήττει τα πουλερικά και ιδίως τις όρνιθες και τους ινδιάνους προκαλώντας αναπνευστικές και άλλης (ρύσεως διαταραχές, καθυστέρηση στην ανάπτυξη, παύση της ωοτοκίας και συχνά το θάνατο του ζώου. Για την πρόληψη της πολλές φορές καταφεύγουν στον εμβολιασμό χρησιμοποιώντας ουσίες που παράγονται από ζώντες ή αδρανείς ιούς. Συνήθως όμως η θεραπεία αυτή δεν είναι υποχρεωτική και προστατεύει μέρος μόνο των πουλερικών μιας συγκεκριμένης χώρας. Εξάλλου, τα εμβολιασμένα πουλερικά, το κρέας τους και τα αυγά τους μπορεί να είναι φορείς μεταδοτικού ιού (ή όπως λέγεται επίσης «μη καλλιεργημένου»). Ενόψει αυτών των κινδύνων ορισμένα κράτη προτιμούν να απαγορεύουν τον εμβολιασμό (έτσι ώστε να ελέγχεται ταχύτερα η ενδεχόμενη εξαφάνιση της νόσου), να επιβάλλουν τη σφαγή των πουλερικών στις ζώνες όπου υπάρχουν οι εστίες της νόσου και να απαγορεύουν να περιορίζουν τις εισαγωγές πουλερικών, κρέατος πουλερικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από χώρες όπου τα πουλερικά εμβολιάζονται.
Αυτό συμβαίνει λόγου χάρη στις δύο Ιρλανδίες. Από το τέλος της δεκαετίας του τριάντα η Ιρλανδία καταφεύγει στη σφαγή όταν και όπου εκδηλώνεται η εστία της νόσου, στην απαγόρευση του εμβολιασμού και σε αυστηρούς ελέγχους των εισαγωγών. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής υπήρξαν εξαιρετικά εφόσον η νόσος του Newcastle διαπιστώθηκε για τελευταία φορά το 1956 ενώ καμιά άλλη ασθένεια (μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις, πανώλης, λύσσα, κόρυζα των ινδιάνων, νόσος της Αριζόνας) δεν έπληξε σ' αυτό το διάστημα τα εκτρεφόμενα στην Ιρλανδία πουλερικά.
Η ήδη ισχύουσα ρύθμιση που παραμένει ουσιαστικά η ίδια από το 1938 στηρίζεται στον Diseases of Animals Act του 1966 και περιέχεται στο Poultry, Poultry Carcases, Poultry Eggs and Poultry Products (Restriction on Importation), Order του 1971 (SI 1971, No 139). To Order αυτό επιτρέπει την εισαγωγή πουλερικών, σφαγίων πουλερικών, αυγών και κτηνοτροφικών προϊόντων βάσει και υπό τους όρους αδείας που εκδίδει ο υπουργός γεωργίας και αλιείας.
Η άδεια χορηγείται εφόσον πρόκειται για προϊόντα που προέρχονται από χώρες οι οποίες ακολουθούν ανάλογες μεθόδους (δηλαδή, στο κοινοτικό πλαίσιο, από το Ηνωμένο Βασίλειο (Βόρεια Ιρλανδία) και από τη Δανία) ή για αυγά και πτηνοτροφικά προϊόντα ψημένα ή που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία που επιτρέπει την εξάλειψη των παθογόνων ιών.
Η ρύθμιση που ισχύει στη Βόρεια Ιρλανδία δεν είναι διαφορετική. Και εδώ σφάζονται υποχρεωτικά τα μολυσμένα ζώα, γίνονται ορολογικές εξετάσεις των εκτρεφομένων πτηνών, συχνές αναλύσεις εργαστηρίου καθώς και αυστηρός έλεγχος των εισαγωγών. Οι έλεγχοι των εισαγωγών ανατρέχουν στο 1933 ενώ τα μέτρα σχετικά με τη νόσο του Newcastle εφαρμόζονται από το 1949, οπότε κατέστη υποχρεωτικό να δηλώνεται στις αρχές κάθε εκδήλωση της νόσου.
Η σημερινή ρύθμιση στηρίζεται στο Diseases of Animals (Northern Ireland) Act του 1958 και περιέχεται στο Diseases of Animals (Importation of Poultry) Order (Northern Ireland) 1965 (SI 1965 NI, No 175). To άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω Order εξαρτά την εισαγωγή ζώντων πουλερικών, σφαγίων, αυγών και ^ ορισμένων συσκευών που χρησιμοποιούνται στην κτηνοτροφία από την κατοχή άδειας που εκδίδει το Υπουργείο Γεωργίας. Δυνάμει της παραγράφου 2, η άδεια χορηγείται εφόσον είναι βέβαιο ότι από τη χρήση της δεν προκύπτει κίνδυνος εισαγωγής των ασθενειών στην περιοχή: δηλαδή, χορηγείται και εδώ μόνο για εισαγωγές από χώρες που εφαρμόζουν τα ίδια υγειονομικά κριτήρια για προϊόντα που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
Εξαίρεση γίνεται πάντως για την Ιρλανδία, τα προϊόντα της οποίας μπορούν να εισαχθούν βάσει «ανοικτής γενικής άδειας» ή και χωρίς άδεια στην περίπτωση που τα προϊόντα προορίζονται για άλλες χώρες.
Τέλος, η εισαγωγή και η χρήση του εμβολίου απαγορεύονται ανέκαθεν. Στο διάστημα μεταξύ 30 Νοεμβρίου 1973 και 30 Μαρτίου 1974 ο κανόνας αυτός δεν τηρήθηκε προκειμένου να συγκρατηθεί η επιδημία της νόσου του Newcastle. Από τότε η νόσος εκδηλώθηκε σποραδικά και σε όλες τις περιπτώσεις καταπολεμήθηκε ταχέως.
4.
Το πρώτο σημείο που πρέπει να εξεταστεί αφορά τις πολυάριθμες ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η ιρλανδική κυβέρνηση στην υπόθεση 74/82. Η Ιρλανδία επικαλέστηκε πρώτον ορισμένες διαδικαστικές παρατυπίες που έβλαψαν τα δικαιώματα της υπεράσπισης: πχ. τις πολύ μικρές προθεσμίες (15 ή 5ημερών) που της χορηγήθηκαν για να απαντήσει στο έγγραφο προειδοποιήσεως και για να συμμορφωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη αντιστοίχως· η διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης χωρίς νέα διαβούλευση με την Ιρλανδία· το διαφορετικό περιεχόμενο του εγγράφου οχλήσεως και της αιτιολογημένης γνώμης (μόνο στην τελευταία γίνεται λόγος για άδειες εισαγωγής) · οι διαφορές μεταξύ της προσφυγής και των αιτιάσεων που διατυπώθηκαν κατά τη διοικητική φάση (η προσφυγή πλέον δεν αφορά τα ζώντα πουλερικά και τα αυγά που προορίζονται για επώαση). Στις ενστάσεις αυτές η καθής κυβέρνηση πρόσθεσε δύο άλλες που συνδέονται κατά κάποιο τρόπο με την ουσία: η Επιτροπή — ισχυρίζεται τ\κυβέρνηση της Ιρλανδίας — θεώρησε παράνομο το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118 ενώ δεν μπορεί να διατυπώσει αυτή την εκτίμηση στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία δεν μετέχει το Συμβούλιο επιπλέον, το γεγονός ότι δεν αμφισβήτησε τους ιρλανδικούς κανόνες επί δέκα έτη και πλέον δημιουργεί τεκμήριο ότι οι εν λόγω κανόνες συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο.
Κατά την άποψη μου, οι ενστάσεις αυτές είναι όλες αβάσιμες, η δε συμπεριφορά της Επιτροπής είναι πλήρως σύμφωνη προς τη Συνθήκη. Βεβαίως: ο αναγκαστικός χαρακτήρας της διαδικασίας του άρθρου 169 συνεπάγεται ορισμένες προφυλάξεις και εγγυήσεις υπέρ των κρατών μελών. Το ίδιο το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα της διοικητικής φάσεως κρίνοντας ότι η παροχή στα κράτη μέλη της δυνατότητας να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επί σαφώς διατυπωμένης αιτιάσεως αποτελεί γι' αυτά «σημαντική εγγύηση» ... η τήρηση της οποίας αποτελεί ουσιώδη τύπο της κανονικότητας της διαδικασίας περί διαπιστώσεως παραβιάσεως της Συνθήκης ή των δευτερευόντων κανόνων (απόφαση της 17. 2. 1970, υπόθεση 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Race. 1970, σ. 25, σκέψη 13). Το τόνισα στις πρώτες προτάσεις που ανέπτυξα ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας): ολόκληρη η διοικητική διαδικασία σκοπεί να εξασφαλίσει την τήρηση της αρχής audiatur et altera pan.
Παρ' όλα αυτά, είναι γεγονός ότι δόθηκε στην ιρλανδική κυβέρνηση η δυνατότητα να αμυνθεί, πράγμα που έπραξε, από την πρώτη απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως, με αποτελεσματικότητα και σθένος. Εν πάση περιπτώσει, δεν απαιτείται νέα διαβούλευση με το κράτος μέλος πριν από τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι η προθεσμία που χορηγήθηκε στην Ιρλανδία προκειμένου να συμμορφωθεί ήταν πολύ σύντομη. Η Συνθήκη δεν αναφέρει τίποτα για τη διάρκεια της. Εν πάση περιπτώσει, δέχομαι ότι πρέπει να είναι εύλογη. Εύλογη όμως δεν θα ήταν αν η Επιτροπή είχε ασκήσει αμέσως την προσφυγή. Αλλά δεν την άσκησε αμέσως. 'Εδωσε μάλιστα παράταση στην Ιρλανδία και κατέθεσε την προσφυγή τρεις μήνες μετά την εκπνοή της προθεσμίας.
Item, σχετικά με τη διαφορά του αντικειμένου που η Ιρλανδία θεωρεί ότι υπάρχει μεταξύ αφενός αιτιολογημένης γνώμης και οχλήσεως και αφετέρου προσφυγής και πράξεων της διοικητικής διαδικασίας. Επίσης, σχετικά με το σύστημα των αδειών, με την αιτιολογημένη γνώμη δεν διατυπώνονται αιτιάσεις οι οποίες, δεν περιέχονταν ήδη, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, στο έγγραφο οχλήσεως- οι εν λόγω αιτιάσεις απλώς εκτίθενται λεπτομερέστερα με την αιτιολογημένη γνώμη, πράγμα που δεν θεωρώ καθόλου παράνομο ως προς την προσφυγή. Είναι ακριβές ότι δεν γίνεται πλέον λόγος για ζώντα πουλερικά και για αυγά προς επώση είναι όμως παράλογο να απαιτείται απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ της διοικητικής και της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Διαφορετικά, αν η Επιτροπή δεν μπορούσε ούτε καν να οροθετήσει τις αιτιάσεις της κατά του κράτους μέλους, δεν θα επιτυγχανόταν ο σκοπός της διοικητικής φάσεως που είνει να επιτρέψει τον κατά το δυνατό εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ του κράτους και του εν λόγω οργάνου.
Αβάσιμες είναι και οι ενστάσεις που συνδέονται με την ουσία. Συγκεκριμένα, παρατηρώ α) ότι Η Επιτροπή ουδέποτε υποστήριξε ότι δεν είναι νόμιμη η οδηγία 71/78 και 6) ότι η σιωπή της επί δέκα και πλέον έτη όσον αφορά τα ιρλανδικά μέτρα δεν παράγει αξιόλογα έννομα αποτελέσματα. Όπως είναι γνωστό, η Επιτροπή έχει πλήρη διακριτική εξουσία ως προς την επιλογή του χρόνου κατά τον οποίο στρέφεται κατά κράτους μέλους για μη εκπλήρωση υποχρεώσεως του. Εν προκειμένω, ενήργησε μετά την κατά το Σεπτέμβριο του 1981 κοινοποίηση των βρετανικών μέτρων που την παρακίνησε να εξετάσει τις μεθόδους με τις οποίες τα άλλα κράτη μέλη προστατεύουν τα εκτρεφόμενα στην επικράτεια τους πουλερικά.
5.
Τα νομικά σημεία στις δύο δίκες είναι στοιχειώδη. Όπως είναι φανερό, τα μέτρα που στερούν από επτά κράτη μέλη τη δυνατότητα εισαγωγής στην Ιρλανδία νωπών ή κατεψυγμένων κρεάτων πουλερικών και που εξαρτούν συγχρόνως τις εξαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων από ειδικές άδειες ισοδυναμούν με ποσοτικούς περιορισμούς. Είναι επίσης προφανές ότι τα εν λόγω μέτρα συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο εφόσον εμπίπτουν στην εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 30 που θεσπίζει το άρθρο 36.
Ωστόσο, η απόφαση επί των δύο υποθέσεων που μας απασχολούν πρέπει να αναφέρεται όχι μόνο στα εν λόγω άρθρα αλλά και σε μια πηγή του παράγωγου δικαίου. Εννοώ την προαναφερθείσα οδηγία 71/118 και ιδίως το άρθρο 11. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι τα εθνικά μέτρα υγειονομικού ελέγχου «εφαρμόζονται μέχρις ενάρξεως ισχύος ενδεχομένων κοινοτικών διατάξεων»· οι παράγραφοι 2 και 5 ρυθμίζουν τις ενέργειες των κρατών μελών σε περίπτωση κινδύνου μεταδόσεως επιζωοτιών με την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών από άλλο κράτος μέλος.
6.
Οι δύο καθών κυβερνήσεις ερμηνεύουν κατά γράμμα το άρθρο 11, παράγραφος 1, και, το σπουδαιότερο, το θεωρούν κατά κάποιο τρόπο ως καθεδρικό ναό στην έρημο. Τα επίδικα μέτρα — ισχυρίζονται — είναι προγενέστερα της οδηγίας 71/118: επομένως, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί προσέγγιση στο κοινοτικό επίπεδο, τίποτε δεν εμποδίζει την εφαρμογή τους. Δεν μπορεί να υποστηριχτεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι τα εν λόγω μέτρα αντιβαίνουν στο άρθρο 30 και δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 διότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις (κίνδυνος επιζωοτίας) που απαιτούνται για την πλήρωση της εξαιρέσεως (προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων) που προβλέπει, δεν συντρέχουν. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει αν υπάρχει ο εν λόγω κίνδυνος και αν είναι κατάλληλα τα μέτρα που αποβλέπουν στην πρόληψη του. Θεσπίζοντας την οδηγία, το Συμβούλιο έκρινε ήδη ότι η εξαίρεση εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση' και στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169, η απόφαση του Συμβουλίου δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Η άποψη αυτή δεν με πείθει. Αν η παράγραφος 1 του άρθρου 11 ερμηνευτεί κατ' αυτόν τον τρόπο, αποκτά υπερβολική έκταση. Αφορά τόσο τα εθνικά μέτρα που συνάδουν τόσο προς το σύστημα των άρθρων 30 και 36 όσο και αυτά που παρεκκλίνουν στη δεύτερη περίπτωση — που δεν μπορεί να αποκλειστεί γενικώς — η διάταξη αυτή είναι προφανώς παράνομη. Στην περίπτωση αυτή είναι προτιμότερο να ερμηνεύεται περιοριστικά, έστω και επειδή αυτό ανταποκρίνεται καλύτερα στις γενικά αποδεκτές ερμηνευτικές αρχές: υπό την έννοια δηλαδή ότι η αναφορά του στα προϋπάρχοντα μέτρα περιέχει την επιφύλαξη, άγραφη μεν αλλά που συνάγεται από τις αρχές, ότι αυτά συμβιβάζονται προς τις πρωτογενείς πηγές. Επιπλέον, ας λάβουμε υπόψη το περιεχόμενο και τους στόχους της οδηγίας. Η τελευταία αποσκοπεί στο σύνολο της όχι βεβαίως στην αύξηση αλλά ενδεχομένως στη μείωση των εμποδίων που οι εθνικές ρυθμίσεις μπορούν να παρεμβάλλουν στην κυκλοφορία των νωπών κρεάτων πουλερικών. Εξάλλου, η εν λόγω οδηγία ρυθμίζει μόνο ορισμένα υγειονομικά προβλήματα που αφορούν το εμπόριο στον τομέα de quo και, θα έλεγα, πάντα με σκοπό να το διευκολύνει. Από τις δύο ερμηνείες που περιέγραψα σε γενικές γραμμές είναι αναμφισβήτητο ότι οι θεωρήσεις του είδους αυτού επιβεβαιώνουν μάλλον τη δεύτερη.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία — καθήκον — να εκτιμήσει τους στόχους των εθνικών μέτρων και το αν αυτά είναι ικανά να τους πραγματοποιήσουν. Το άρθρο 11 (που δεν είναι καθεδρικός ναός στην έρημο αλλά παρέκκλιση που επισκιάζεται από κανονιστικά οικοδομήματα, πολύ περισσότερο επιβλητικά) υποχωρεί έτσι προ του άρθρου 36 της Συνθήκης.
7.
Όπως είναι γνωστό, κατά παρέκκλιση από τα άρ9ρα 30 και 34, το άρθρο 36 νομιμοποιεί συγκεκριμένα «τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους ... προστασίας της υγείας και της ζωής ... των ζώων» υπό την προϋπόθεση ότι οι απαγορεύσεις αυτές δεν αποτελούν «ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών».
Ας μου επιτραπεί, πρώτον, να εξετάσω συνθετικά τα σημαντικότερα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία αυτής της διάταξης. Το Δικαστήριο δέχτηκε πρώτο ότι ο εξαιρετικός χαρακτήρας του άρθρου 36 επιβάλλει την κατά το δυνατό αυστηρή ερμηνεία του (6λ. απόφαση της 12. 10. 1978, υπόθεση 13/78, Eggers, Race. 1978, σ. 1935, σκέψη 30): η διάταξη «αποτελεί εξαίρεση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων και επομένως πρέπει να ερμηνεύεται έτσι ώστε να μην επεκτείνονται τα αποτελέσματα της πέραν του αναγκαίου για την προστασία των συμφερόντων, στην εξασφάλιση των οποίων αποβλέπει»).
Δεύτερον, το Δικαστήριο κατέστησε πλέον άκαμπτη τη λέξη «που δικαιολογούνται» η οποία χαρακτηρίζει «τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς» προσδίδοντας της την έννοια του αναγκαίου ή απαραίτητου (βλ. απόφαση της 15. 12. 1976 στην υπόθεση 35/76, Simmenthal, Race. 1976, σ. 1871, σκέψη 19: «οι περιορισμοί τους οποίους επιτρέπει το άρθρο 36 ... συνάδουν προς τη Συνθήκη μόνο εφόσον δικαιολογούνται, δηλαδή είναι αναγκαίοι για την επίτευξη των στόχων τους που αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη ...» ομοίως με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, υπόθεση 153/78, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Race. 1979, σ. 2555, σκέψη 5, το Δικαστήριο ομιλεί για «περιορισμούς οι οποίοι επιτρέπονται ... μόνο εφόσον ... είναι αναγκαίοι».
Παράλληλα με τις αρχές αυτές το Δικαστήριο διευκρίνισε δύο σημεία: αφενός απέκλεισε ότι το άρθρο 36 επιφυλάσσει τα θέματα με τα οποία ασχολείται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών (βλέπε τις προαναφερθείσες αποφάσεις Simmenthal, σκέψη 24, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σκέψη 5) αφετέρου δέχτηκε «ότι η εθνική ρύθμιση ή πρακτική δεν εμπίπτει στην εξαίρεση ... εφόσον η υγεία και η ζωή των προσώπων μπορούν να προστατευτούν το ίδιο αποτελεσματικά με μέτρα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου (απόφαση της 20. 5. 1976, υπόθεση 104/75, De Peijper, Race. 1976, σ. 613, σκέψη 16/18, της 8. 11. 1979, υπόθεση 251/78, Denkavit Futtermittel, Race. 1979, σ. 3369, σκέψη 23).
Τα αποτελέσματα αυτής της νομολογίας είναι προφανή. Το κράτος που επικαλείται το άρθρο 36 και έχει το βάρος να αποδείξει ότι τα περιοριστικά μέτρα που έχει θεσπίσει συμβιβάζονται προς τις προϋποθέσεις αυτού του άρθρου, δεν μπορεί απλώς να ισχυριστεί ότι τα εν λόγω μέτρα στηρίζονται σε έναν από τους λόγους που αναφέρει αυτό το άρθρο (παραδείγματος χάρη στην προστασία της υγείας ή της ζωής των ζώων). Πρέπει να αποδείξει ότι είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικά μέσα το ίδιο αποτελεσματικά αλλά που μπορούν να παρεμβάλλουν λιγότερο σοδαρά εμπόδια στο εμπόριο. Το Δικαστήριο από την πλευρά του οφείλει να εξετάσει κατ' ουσία τα μέτρα και ως προς το αν είναι αναγκαία και ως προς το αν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας' όπως βεβαίως και να ελέγχει αν συνεπάγονται αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό «με προστατευτικές τάσεις» του εμπορίου.
8.
Ας εξετάσουμε λοιπόν υπό το φως αυτών των αρχών τα μέτρα που εφαρμόζονται στις δύο Ιρλανδίες για την καταπολέμηση των ασθενειών των πουλερικών και ιδίως της νόσου του Newcastle. Ο συλλογισμός των δύο κυβερνήσεων μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η νόσος αυτή είναι ανύπαρκτη στη νήσο' η μέθοδος όμως της σφαγής και η απαγόρευση του εμβολιασμού έχουν ως αποτέλεσμα ότι τα ιρλανδικά πουλερικά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σ'αυτή. Έτσι, η απαγόρευση των εισαγωγών αποβαίνει αναγκαστικό μέτρο που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί παρά μόνο όταν όλα τα κράτη μέλη θα υιοθετήσουν ισοδύναμα υγειονομικά κριτήρια. Κατά τα λοιπά, η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να εμφανίζονται στην ηπειρωτική Ευρώπη μικρές εστίες της νόσου και ότι το 1981 εκδηλώθηκαν μερικές στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Εξάλλου, η ανοσοποίηση των εμβολιασμένων ζώων συγκαλύπτει συχνά την παρουσία του λεγόμενου «μη καλλιεργημένου» ιού.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί αυτά τα στοιχεία αλλά προσκομίζει άλλα με σκοπό να ανατρέψει τη σημασία των πρώτων. Μετά το τέλος της δεκαετίας του 1970 — παρατηρεί — ότι δεν διαπιστώθηκε καμία επιδημία. Υπήρξαν απλώς ορισμένα κρούσματα που περιορίστηκαν και εξαλείφθηκαν ταχέως, η δε νόσος ουδέποτε εξαπλώθηκε πέραν των ορίων ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους. Εκτός των εστιών που διαπιστώθηκαν στην Ελλάδα και στην Ιταλία το διεθνές γραφείο επιζωοτιών διαπίστωσε δεκατρία κρούσματα στο Βέλγιο, έξι στη Γερμανία και ένα στη Μεγάλη Βρετανία' όλα όμως πριν από το 1981 κατά το οποίο δεν εμφανίστηκε κανένα κρούσμα. Δεν είναι λοιπόν υπερβολικό να γίνεται λόγος για κοινοτικό απολογισμό. Είναι περισσότερο ικανοποιητικός γιατί βρίσκεται σε συνεχή πρόοδο.
Να λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις. Ποια πρέπει να γίνει δεκτή; Εγώ επιλέγω τη δεύτερη, κυρίως λόγω της ιδιαίτερα υψηλής βαθμίδας που κατέχει η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού συστήματος. Αν όλες οι χώρες με «υψηλό επίπεδο» στον τομέα της υγείας των προσώπων και των ζώων μπορούσαν συστηματικά να σταματήσουν τις εισαγωγές, επικαλούμενες το ενδεχόμενο μεταδόσεως ασθενειών, το άρθρο 30, από κανόνας που είναι θα μετατρεπόταν σε εξαίρεση και θα μπορούσαμε τότε να ενταφιάσουμε την κυκλοφορία των προϊόντων διατροφής. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση το ενδεχόμενο αυτό φαίνεται, αν όχι ανύπαρκτο, τουλάχιστον φθίνον. Ας πάρουμε τον εμβολιασμό. Όλοι οι ειδικοί δεν συμφωνούν στο ότι είναι επικίνδυνος' εκτός αυτού όμως, κυρίως τα πρακτικά του αποτελέσματα δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν τους φόβους των καθών κυβερνήσεων.
Επισημαίνω στο Δικαστήριο τα περιστατικά χωρισμένα σε τέσσερις κατηγορίες επί των οποίων στηρίζω αυτό το συμπέρασμα:
α)
μέχρι το Σεπτέμβριο του 1981, η Μεγάλη Βρετανία ακολουθούσε τη μέθοδο της σφαγής και του εμβολιασμού· επιπλέον γίνονταν πολλές εισαγωγές πουλερικών από ένα κράτος — τη Γαλλία — όπου εφαρμόζεται κατά κανόνα ο εμβολιασμός. Παρ' όλα αυτά δεν εκδηλώθηκαν επιζωοτίες μάλιστα από το 1975 μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία διαπιστώθηκαν μόνο δεκατέσσερα κρούσματα
6)
η απόφαση σας της 15ης Ιουλίου 1982 κατέστησε περισσότερο φιλελεύθερο το εμπόριο μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και των άλλων κρατών μελών πολυάριθμοι τόνοι πουλερικών εισήχθησαν από τις Κάτω Χώρες και, όπως και παλαιότερα, από τη Γαλλία. Παρ' όλα αυτά, η νόσος του Newcastle δεν εκδηλώθηκε και πάλι'
γ)
η Δανία ακολουθεί τη μέθοδο της σφαγής αλλά τα μέτρα που έχει θεσπίσει για την προστασία των εκτρεφομένων πουλερικών είναι πολύ λιγότερο περιοριστικά από τα ιρλανδικά μέτρα. Εντούτοις, το τελευταίο κρούσμα της νόσου του Newcastle που έγινε γνωστό σ' αυτή τη χώρα, ανατρέχει στο 1972
δ)
ο πορθμός του Αγίου Γεωργίου είναι κάπως ευρύτερος από τη Μάγχη το γεγονός όμως ότι η νόσος του Newcastle εισχώρησε και στο έδαφος της αποδεικνύει ότι η Ιρλανδία δεν είναι νήσος περισσότερο απομονωμένη από την Μεγάλη Βρετανία. Το 1973η νόσος εμφανίστηκε στην επαρχία του Ulster (τριανταέξι κρούσματα) η οποία, όπως ανέφερα, αμύνθηκε με μαζικούς εμβολιασμούς επί πέντε μήνες. Εντούτοις, αυτό δεν φαίνεται να έβλαψε την πανίδα της περιοχής.
9.
Είμαι πεπεισμένος ότι οι σκέψεις αυτές αρκούν, τουλάχιστον όσον αφορά τη νόσο του Newcastle να αποκλείσουν τα επίδικα μέτρα από την εξαίρεση του άρθρου 36. Δέχομαι όμως ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος. Και πάλι όμως παραμένει το ζήτημα αν τα εν λόγω μέτρα ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που έχει δεχτεί η νομολογία σας αν δηλαδή ο κίνδυνος αυτός μπορεί να προληφθεί μόνο με αυτά τα μέτρα, όπου «μόνο» σημαίνει ότι είναι αδύνατο να προβλεφθούν εξίσου αποτελεσματικοί αλλά περισσότερο περιοριστικοί κανόνες.
Τρία επιχειρήματα με πείθουν για το αντίθετο. Τη βάση του πρώτου αποτελεί ο ισχυρισμός της Ιρλανδίας και της Βρετανίας ότι δηλαδή τα εμβολιασμένα πουλερικά μπορεί να είναι φορείς του «μη καλλιεργημένου» ιού. Δεν εξετάζω αν είναι βάσιμη αυτή η άποψη απλώς επισημαίνω ότι θα δικαιολογούσε την απαγόρευση της εισαγωγής των εν λόγω πουλερικών αλλά όχι την απαγόρευση της εισαγωγής των πουλερικών που δεν έχουν υποστεί εμβολιασμό (που, όπως γνωρίζουμε, είναι σχεδόν πάντα προαιρετικός). Η απαγόρευση όμως αφορά και τα μη εμβολιασθέντα πουλερικά. Κατά συνέπεια, από την πλευρά αυτή τουλάχιστον δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία.
Το δεύτερο επιχείρημα είναι a contrario. Αναφέρθηκα ήδη, αν και κάπως φευγαλέα, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 71/118. Ήδη παρατηρώ ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στις εθνικές αρχές να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τις εισαγωγές από κράτη όπου έχει εκδηλωθεί επιζωοτίαμόνο· όμως προσωρινά και μόνο για τα νωπά κρέατα πουλερικών που προέρχονται από περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί. Με άλλα λόγια, προβλέπει χρονικά, τοπικά και αντικειμενικά όρια. Είναι δυνατό να υποστηριχτεί ότι το άρθρο 36 νομιμοποιεί τα μέτρα όπου δεν υπάρχει ίχνος ορίου και τα οποία, επιπλέον, έχουν ληφθεί ενόψει κινδύνου που δεν είναι συγκεκριμένος αλλά γενικός και ενδεχόμενος;
Ωστόσο, το τρίτο επιχείρημα είναι αποφασιστικό, συνάγεται δε από τα δανικά μέτρα. Όπως το Eire και το Ulster, η Δανία ακολουθεί τη μέθοδο της «εκριζώσεως». Παρ' όλα αυτά, οι αρχές της δεν απαγορεύουν τις εισαγωγές. Απλώς απαιτούν:
α)
«τα εισαγόμενα πουλερικά να προέρχονται από περιοχές που έμειναν ανέπαφες κατά τους έξι τελευταίους μήνες πριν από την εξαγωγή ·
6)
τα χρησιμοποιούμενα εμβόλια να είναι ορισμένων τύπων
γ)
ορισμένα δείγματα από πουλερικά εμβολιασμένα και μη να έχουν υποβληθεί, κατά τη στιγμή της σφαγής, σε εξετάσεις εργαστηρίου με αρνητικό αποτέλεσμα.
Με λίγα λόγια πρόκειται για ένα σύστημα βεβαιώσεως το οποίο εμπνέεται από το σύστημα (κτηνιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας) που προβλέπει το άρθρο 8 της οδηγίας 71/118 καίτοι διευρύνει το περιεχόμενο του. Κυρίως όμως πρόκειται για σύστημα το οποίο λειτουργεί: αυτό αποδεικνύεται από τα στοιχεία που παρέθεσα στην παράγραφο 8 και από το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε παρόμοιο σύστημα για την Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1982.
10.
Άρα τα μέτρα που εφαρμόζονται στις δύο Ιρλανδίες δεν είναι αναγκαία, συγχρόνως δε είναι και πάρα πολύ περιοριστικά σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ωστόσο δεν πρόκειται μόνο για τη νόσο του Newcastle. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί αν αυτό το συμπέρασμα ισχύει και για τις άλλες ασθένειες από τις οποίες τα εν λόγω μέτρα σκοπούν να προστατεύσουν τα εκτρεφόμενα στη νήσο πουλερικά.
Για την εξέταση αυτή απαιτείται πρώτα να λυθεί το ζήτημα της ένστασης που πρόβαλε η Επιτροπή και η Γαλλία έναντι της βρετανικής κυβέρνησης. Η τελευταία — δηλαδή — επικαλέστηκε την εξαίρεση του άρθρου 36 για να δικαιολογήσει τα μέτρα της κατά των «διαφόρων ασθενειών» μόνο με το απαντητικό υπόμνημα ... άρα πολύ αργά, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2 του κανονισμού διαδικασίας. Νομίζω ότι η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη. Συγκεκριμένα το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αποτελεί ισχυρισμό που επιδέχεται συζήτηση ως προς το αν είναι νέος ή παλαιός πρόκειται για επιχείρημα προς στήριξη του γνήσιου ισχυρισμού που συνίσταται στην επίκληση του άρθρου 36 για λόγους προστασίας της υγείας και που βεβαίως προβλήθηκε ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία. Και το Δικαστήριο δέχεται, από της ιδρύσεως του, ότι τα επιχειρήματα προς στήριξη ισχυρισμών μπορούν να προβληθούν και με το απαντητικό υπόμνημα (απόφαση της 12. 6. 1958, υπόθεση 2/57, Compagnie des Hauts Fourneaux de Chasse κατά Ανωτάτης Αρχής, Race. 1958, σ. 121).
Από τις ασθένειες κατά των οποίων η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν ότι θέλουν να προστατευτούν, μπορούμε να αγνοήσουμε: τη λύσσα που μεταδίδεται μέσω των ζώντων ζώων, ενώ τα μέτρα de quibus έχουν ως αντικείμενο νεκρά πουλερικά και την πανώλη, τα συμπτώματα της οποίας είναι σαφέστατα ώστε διαπιστώνονται αμέσως. Απομένουν επομένως, κατά σειρά κινδύνου που παρουσιάζουν, η καλούμενη νόσος της Αριζόνας, η κόρυζα των ινδιάνων Απάτσι και η μολυσματική λαρυγγοτραχειίτις. Το ερώτημα που τίθεται σχετικά με τις ασθένειες αυτές είναι απλούστατο. Το άρθρο 8 της οδηγίας 71/118 προβλέπει ελέγχους ante και post mortem για να διαπιστωθεί αν το κρέας είναι κατάλληλο για κατανάλωση. Οι έλεγχοι αυτοί αποτελούν επαρκή εγγύηση ότι οι εν λόγω ασθένειες δεν υπάρχουν και κατά συνέπεια δεν μπορούν να μεταδοθούν;
Οι καθών κυβερνήσεις απαντούν αρνητικά επικαλούμενο τα αποτελέσματα των δια φόρων επιστημονικών ερευνών το προσφεύγον όργανο απαντά καταφατικά. Γιο μια ακόμα φορά συμφωνώ με την Επιτροπή επίσης για το λόγο ότι η άποψη τη£ έχει στερεά αντικειμενικά ερείσματα! Μεταξύ αυτών, ο εξαιρετικός απολογισμός που έχει επιτύχει η Κοινότητα στον τομέα των «διαφόρων» ασθενειών. Τα κρούσματα που γίνονται γνωστά εντός της Κοινότητας είναι σπάνια και σποραδικά. Ιδίως στο έδαφος των δύο μεγάλων εξαγωγέων — της Ολλανδίας και της Γαλλίας — η νόσος της Αριζόνα δεν εκδηλώνεται πλέον εδώ και πολλά χρόνια το 1982 δεν έγινε λόγος για κόρυζα, τα δε κρούσματα λαρυγγοτραχειί-τιδας είναι σπανιότατα (εικοσιδύο σε ολόκληρη την Κοινότητα).
Περαιτέρω, το γεγονός ότι κανένα από τα άλλα κράτη μέλη δεν απαγορεύει ούτε περιορίζει τις εισαγωγές για την καταπολέμηση αυτών των ασθενειών είναι σημαντικό. Προφανώς οι αρχές τους φρονούν ότι οι σχετικοί κίνδυνοι είναι ελάχιστοι και εμπιστεύονται τους ελέγχους που ανέφερα. Όλα αυτά αρκούν νομίζω να στηρίξουν το συμπέρασμα ότι, και από την πλευρά αυτή, τα μέτρα που εφαρμόζονται στις δύο Ιρλανδίες είναι δυσανάλογα προς το στόχο που επιδιώκουν.
11.
Οι ειδικές άδειες εισαγωγής θέτουν άλλου είδους προβλήματα. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τις εγγυήσεις, δεν παρέχουν τίποτα περισσότερο από τα πιστοποιητικά που εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους εξαγωγής είναι επομένως υπερβολικά περιοριστικές σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκουν. Αντιθέτως, οι καθών κυβερνήσεις θεωρούν ότι οι εν λόγω άδειες βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 71/118 και, επικουρικώς, δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36. Στη συνέχεια, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει μια ιδιαίτερη ένσταση, για την εκτίμηση των ειδικών αδειών. Παρατηρεί — πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι ο συγκεκριμένος τομέας (εν προκειμένω ο τομέας της πτηνοτροφίας) στον οποίο εφαρμόζονται αλλά η φύση των κινδύνων που σκοπούν να προλάβουν. Η Κοινότητα όμως έχει επιτρέψει τη χρησιμοποίηση τους στο πλαίσιο της καταπολέμησης του αφθώδους πυρετού και του πυρετού των χοίρων. Δεν υπάρχει λόγος να εγκαταλειφθεί αυτή η γραμμή στην περίπτωση της νόσου του Newcastle δεδομένου ότι ο σχετικός κίνδυνος είναι ανάλογος.
Οι απόψεις αυτές δεν μπορεί να γίνουν δεκτές. Απέδειξα ήδη ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν επιτρέπει τη διατήρηση σε ισχύ κανόνων που αποκλίνουν από το σύστημα των άρθρων 30 και 36. Ως προς το βρετανικό επιχείρημα οφείλω να παρατηρήσω ότι όλες οι πλευρές του αγώνα κατά του αφθώδους πυρετού και του πυρετού των χοίρων ρυθμίστηκαν με δύο οδηγίες εναρμονίσεως ενώ για τη νόσο του Newcastle υπάρχει μόνο η περιορισμένη και ατελής ρύθμιση της οδηγίας 71/118. Είναι όμως ήδη πολύ αμφίβολο το αν μπορεί να συναχθεί από τις πρώτες η αρχή του επιτρεπτού των ειδικών αδειών αλλά, περισσότερο από αμφίβολο, είναι παράλογο να εφαρμόζεται κατ' αναλογία η αρχή αυτή στην πρόληψη ενός κινδύνου (αυτού που αντιπροσωπεύει η νόσος του Newcastle) ο οποίος μπορεί να εκτιμηθεί αποκλειστικά ή κυρίως υπό το φως του άρθρου 36.
Ας προχωρήσουμε λοιπόν σύμφωνα με την οικονομία αυτού του άρθρου. Όπως είναι προφανές, η απαίτηση ειδικών αδειών για κάθε παρτίδα εισαγόμενου εμπορεύματος συνεπάγεται ορισμένο βαθμό αβεβαιότητας ως προς την έκβαση της πράξης και, στην καλύτερη περίπτωση, καθυστερήσεις: επομένως, διάφορα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Τα εμπόδια αυτά δικαιολογούνται; αφηρημένα, ναι. Όχι, όπως έκρινε το ίδιο το Δικαστήριο, όταν χωρίς να βλάπτεται η αποτελεσματικότητα της «προστασίας της υγείας των ζώων» και χωρίς να καθίσταται επαχθέστερη «η διοικητική ή οικονομική επιβάρυνση την οποία συνεπάγεται η επιδίωξη του σκοπού αυτού», οι αρχές είναι σε θέση να «συλλέξουν τις πληροφορίες που τους είναι χρήσιμες, πχ. μέσο δηλώσεων που υπογράφονται από τους εισαγωγείς και συνοδεύονται ενδεχομένως από κατάλληλα πιστοποιητικά» (απόφαση της 8. 2. 1983, υπόθεση 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 18' βλ. επίσης τις αποφάσεις της 15. 12. 1971, υποθέσεις 51-54/71, International Fruit, Race. 1971, σ. 1107, σκέψεις 8 και 9' της 16. 3. 1977, υπόθεση 68/76, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Race. 1977, σ. 515, σκέψεις 14-16).
Νομίζω όμως ότι τέτοια ακριβώς είναι η υπό κρίση υπόθεση. Ένα γενικό μέτρο που απαιτεί έγγραφα — όπως τα κτηνιατρικά πιστοποιητικά που ανέφερα πιο πάνω — που να αποδεικνύουν την καταλληλότητα των προϊόντων θα μπορούσε κάλλιστα να αντικαταστήσει τις ειδικές άδειες. Πρόσθετη αποτελεσματικότητα θα εξασφαλιζόταν με δειγματοληπτικούς ελέγχους που θα επέτρεπαν στα κράτη μέλη να διαπιστώσουν αν τα προϊόντα ανταποκρίνονται προς τους κανόνες τους και να αρνούνται την εισαγωγή των παρτίδων που δεν ανταποκρίνονται.
Μερικά λόγια ακόμη σχετικά με τις ειδικές άδειες που προβλέπει το Ηνωμένο Βασίλειο για την εισαγωγή στη Μεγάλη Βρετανία αυγών και προϊόντων αυγών που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία. Κατά το διάστημα που εκκρεμούσε η υπό κρίση υπόθεση και προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση σας της 15ης Ιουλίου 1982, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντικατέστησε τις ειδικές άδειες με ένα σύστημα γενικών αδειών: αυτό όμως, από 1ης Ιουλίου 1983, δηλαδή μετά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί με το έγγραφο οχλήσεως. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή τις αμφισβητεί και νομίζω ότι θα πρέπει να αποφανθείτε σχετικώς. Φυσικά σας προτείνω να το πράξετε σύμφωνα με τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα σχετικά με τα ανάλογα μέτρα που ισχύουν στις δύο Ιρλανδίες.
12.
Για όλες τις προαναφερθείσες σκέψεις προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής επί των προσφυγών που άσκησε η Επιτροπή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου με δικόγραφο το οποίο κατατέθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1982 (υπόθεση 40/82) και κατά της Ιρλανδίας με δικόγραφο που κατατέθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1982 (υπόθεση 74/82): το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία, εφαρμόζοντας περιορισμούς επί των εισαγωγών κρέατος πουλερικών και προϊόντων αυγών και εξαρτώντας τις εισαγωγές από την κατοχή άδειας, ενώ τα μέτρα αυτά δεν δικαιολογούνται από το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρέβησαν την υποχρέωση που υπέχουν από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα προτείνω να καταδικαστούν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία στην καταβολή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy