ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER YERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 18 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ι — Εισαγωγή
1.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 43 και 63/82, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων που θέτει η εφαρμογή της νομοθεσίας περί συμπράξεων γενικά και η εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ ειδικότερα, στο σύστημα διατίμησης κατά τη μεταπώληση. Για το λόγο αυτό, στο δεύτερο μέρος των προτάσεων μου, θα κάνω ορισμένες παρατηρήσεις επί των συγκεκριμένων πτυχών αυτού του καθεστώτος διατίμησης από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού γενικά, κατά το μέτρο που οι παρατηρήσεις αυτές έχουν σημασία σχετικά με τις υπό κρίση υποθέσεις.
2.
Για την περίληψη των πραγματικών περιστατικών και την εξέλιξη της διαδικασίας στις υπό κρίση υποθέσεις, καθώς και για την επιχειρηματολογία των διαδίκων, παραπέμπω πρώτον στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Πάντως, για να ικανοποιήσω πλήρως τις προσφεύγουσες, έλαβα υπόψη, κατά την ανάλυση των επιχειρημάτων τους, εκτός από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και τα κατατεθέντα υπομνήματα και αρκετές τροποποιήσεις της έκθεσης για την επ' ακροατηρίου συζήτηση που πρότειναν οι προσφεύγουσες.
Το σημαντικότερο στοιχείο — το οποίο επιθυμώ να υπενθυμίσω από τώρα — είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχει δεσμευτικές διατάξεις αφορώσες το ολλανδικό και φλαμανδικό σύστημα διατίμησης. Η επίδικη απόφαση αφορά αποκλειστικά τη «διεθνική» συμφωνία που συνήψαν οι δύο ενώσεις και που περιλαμβάνει συλλογικό σύστημα αποκλειστικότητας και συλλογικό σύστημα διατίμησης, εφαρμοστέο στο εμπόριο βιβλίων ολλανδικής γλώσσας μεταξύ Βελγίου και Κάτω Χωρών (απόφαση της 25. 11. 1981, ΕΕ L 54, 1982, σ. 36, παράγραφος 1 και άρθρο 1). Πάντως, πρέπει αμέσως να προστεθεί ότι τα εθνικά συστήματα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην αιτιολόγηση της απόφασης και ότι εξάλλου, κατά τη διαδικασία, προσδόθηκε μεγάλη σημασία — και από τις παρεμβαίνουσες υπέρ των προσφευγουσών — στα αποτελέσματα που η απόφαση μπορεί να έχει επί των εθνικών συστημάτων διατίμησης στον τομέα του βιβλίου. Θα επανέλθω και πάλι λεπτομερώς, σε διάφορα σημεία των προτάσεων μου, στη σχέση που υπάρχει μεταξύ του βελγικού και φλαμανδικού εθνικού συστήματος και της διεθνικής συμφωνίας και στη νομική σημασία της σχέσης αυτής. Πάντως, θα ήθελα από τώρα να παρατηρήσω ότι η εικόνα των «τοίχων ή των εθνικών στύλων που η κοινή στέγη εμποδίζει να καταπέσουν», εικόνα την οποία χρησιμοποίησαν κατ' εξοχήν οι προσφεύγουσες, δεν μου φαίνεται πολύ ακριβής. Αντίθετα, όπως νομίζω ότι αποδείχτηκε με τις αγορεύσεις κατά την προφορική διαδικασία, τα δύο εθνικά συστήματα λειτούργησαν επί πολλά έτη ως εθνικά «οικοδομήματα» συνεχώς ενισχυό-μενα, υπό στερεά εθνική «στέγη» υποχρεώσεων και κυρώσεων. Αν παρ' όλα αυτά θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει συμβολισμούς, μπορεί να λεχθεί ότι η διεθνική συμφωνία εμφανίζεται πολύ περισσότερο ως «διάδρομος» μεταξύ των δύο εθνικών οικοδομημάτων. Με εξαίρεση τη διέλευση από το «διάδρομο» αυτόν, η πρόσβαση οποιουδήποτε παρείσακτου από άλλη χώρα απαγορεύεται και, στο εσωτερικό του διαδρόμου, το εμπόριο μεταξύ των κρατών υπόκειται σε πραγματικό έλεγχο με σκοπό να διασφαλίζεται η τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων στο εσωτερικό του «διαδρόμου».
Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου επί των άρθρων 30 μέχρι 36 της Συνθήκης ΕΟΚ., δεν απαγορεύεται κατ' ανάγκη κάθε έλεγχος επί των εισαγόμενων εμπορευμάτων ή κάθε επιβαλλόμενη υποχρέωση. Στο πλαίσιο των άρθρων 30 μέχρι 36, γενικές επιταγές, κυρίως μη οικονομικού χαρακτήρα, μπορούν να δικαιολογούν τις εξαιρέσεις από την απαγόρευση των περιορισμών επί των εισαγωγών και στο πλαίσιο του άρθρου 85, παράγραφος 3, — διαφορετικά από ό,τι συμβαίνει με τα κρατικά μέτρα — οικονομικοί κυρίως λόγοι γενικού συμφέροντος μπορούν να αποτελούν τη βάση της παρέκκλισης. Εν προκειμένω, ένα σημαντικό επίδικο σημείο είναι κατά ποίο μέτρο πολιτιστικοί λόγοι μπορούν επίσης να δικαιολογήσουν εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Γενικότερα, όπως θα εκθέσω λεπτομερέστερα, η κατ' ουσία εκτίμηση της ληφθείσας απόφασης εξαρτάται κυρίως από την εξέταση των τεσσάρων προϋποθέσεων του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Χωρίς να ληφθούν υπόψη οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων, οι οποίες συνοψίστηκαν στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι γραπτές απαντήσεις στα ερωτήματα του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην εν λόγω έκθεση, καθώς και οι αγορεύσεις, συνέβαλαν ευρέως στο να διευκρινιστούν οι απόψεις των διαδίκων. Δεδομένου ότι, κατ' ανάγκη, οι μεταγενέστερες αυτές διευκρινίσεις δεν μπορούσαν πλέον να περιληφθούν στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, θα τις εξετάσω με μεγαλύτερη σχετικά προσοχή στη συνέχεια των προτάσεων μου.
3.
Για τη συνέχεια των προτάσεων μου, έχω επιλέξει το ακόλουθο σχέδιο. Μετά το δεύτερο μέρος που αφιερώνεται στις ουσιαστικές επόψεις του συστήματος διατίμησης γενικά, στο τρίτο μέρος θα εκτιμήσω τους λόγους επί της ουσίας που ανέπτυξαν οι προσφεύγουσες. Εν συνεχεία, στο τέταρτο μέρος, θα εξετάσω κατά πόσο είναι δυνατόν να γίνουν δεκτοί λόγοι αφορώντες τον τύπο και τέλος, στο πέμπτο μέρος, θα εξετάσω, εφόσον είναι αναγκαίο, για μια ακόμη φορά τις μεν σε σχέση προς τις δε, τις ουσιαστικές και τυπικές επόψεις του προβλήματος των εναλλακτικών λύσεων και θα συναγάγω τα τελικά συμπεράσματα των εκτιμήσεων μου.
II — Τα προβλήματα εφαρμογής του άρθρου 85 στο σύστημα διατίμησης γενικά
1.
Όπως ανέφερα, θα αφιερώσω το δεύτερο τμήμα των προτάσεων μου σε μερικές γενικές παρατηρήσεις επί των προβλημάτων που θέτει η εφαρμογή του άρθρου 85 στα συστήματα διατίμησης. Σχετικά, παρατηρώ ότι σε πολλές χώρες έγιναν ζωηρές συζητήσεις κατά τη δεκαετία του 50 και του 60 μεταξύ αντιπάλων και υποστηριχτών του συστήματος διατίμησης ως προς τα πλεονεκτήματα Kat τα μειονεκτήματα του. Όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον, οι συζητήσεις αυτές κατέληξαν τότε στη διαμόρφωση μιας γνώμης που έγινε ευρέως αποδεκτή στις δυτικές χώρες, εφόσον η διαμάχη επιλύθηκε εις βάρος του συστήματος διατίμησης ή τουλάχιστον εις βάρος των περισσότερο ανεπτυγμένων μορφών του. Θεωρώ πάντα ότι η αντιπροσωπευτικότερη ανάλυση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του εν λόγω συστήματος βρίσκεται στη μελέτη στην οποία προέβη το 1958 ο δανός οικονομολόγος Søren Gammelgaard, σε στενή συνεργασία με εμπειρογνώμονες άλλων κρατών μελών για το γραφείο παραγωγικότητας του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας ( 2 ).
Οι επόψεις που προτίθεμαι να εξετάσω ειδικότερα είναι οι ακόλουθες: οι έννοιες του ατομικού και του συλλογικού συστήματος διατίμησης (πρώτο ερώτημα του Δικαστηρίου), η σημασία της διάκρισης μεταξύ των εθνικών συμφωνιών και των διεθνικών συμφωνιών ή ρητρών που επιβάλλουν σύστημα διατίμησης (δεύτερο ερώτημα του Δικαστηρίου), η πρακτική της Επιτροπής και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην εφαρμογή του άρθρου 85 στα συστήματα διατίμησης (τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου). Μολονότι με τις προτάσεις μου θα βασιστώ στις απαντήσεις της Επιτροπής στα αναφερθέντα ερωτήματα, θα προσθέσω ορισμένες παρατηρήσεις. Μόνο στο τρίτο μέρος των προτάσεων μου θα αναλύσω τόσο τις απαντήσεις της Επιτροπής όσο και τις απαντήσεις των προσφευγουσών στα άλλα ερωτήματα που έθεσε γραπτώς το Δικαστήριο, εφόσον τα ερωτήματα αυτά ενέχουν ιδίως σημασία εν όψει των ζητημάτων ουσίας που τίθενται εν προκειμένω.
2.
Όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ των ατομικών και των συΑΑογικών συστημάτων διατίμησης, συμμερίζομαι ουσιαστικά την απάντηση που έδωσε η Επιτροπή στο πρώτο ερώτημα του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση του ατομικού συστήματος διατίμησης, ο μεμονωμένος παραγωγός (ή ορισμένος αριθμός παραγωγών λαμβανομένων ατομικά) συνάπτει συμφωνίες με καθένα από τους μεταπωλητές (και με ενδεχόμενους μεσάζοντες) επί της τιμής πώλησης του εμπορεύματος στον καταναλωτή. Στην περίπτωση των συΑΑογικών συστημάτων διατίμησης, μπορούν να διακριθούν δύο τύποι: η υποχρέωση που αναλαμβάνουν συλλογικά όλοι οι παραγωγοί ορισμένου τομέα με σκοπό να επιβάλλουν στους μεταπωλητές τους τιμές πώλησης στους καταναλωτές (εφόσον η εφαρμογή είναι ατομική) και ο τύπος κατά τον οποίο (ενδεχομένως σε συνδυασμό με την ίδια συλλογική υποχρέωση) η εφαρμογή του συστήματος είναι συλλογική λόγω του ότι, για παράδειγμα, όλοι οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί και όλοι οι μεταπωλητές υποχρεούνται αμοιβαίως να εφαρμόζουν το σύστημα διατίμησης και/ή, για το σκοπό αυτό, δημιούργησαν κοινό μηχανισμό εφαρμογής (μπορεί να πρόκειται, επί παραδείγματι, για τη γραμματεία του συλλογικού τους συστήματος ή ενός άλλου οργάνου κοινής συμφωνίας ή ατόμου κοινής εμπιστοσύνης). Όπως θα έχει παρατηρήσει το Δικαστήριο, η δική μου περιγραφή της αυλΑογικής εφαρμογής του συστήματος διαφέρει κάπως από την περιγραφή της Επιτροπής, εφόσον μέριμνα μου είναι να λάβω καλύτερα υπόψη τις πολλές μορφές που στην πραγματικότητα υπάρχουν. Ειδικότερα, ο τόπος του συστήματος που συνεπάγεται συλλογική εφαρμογή της διατίμησης εμφανίζει στην πράξη μεγάλο αριθμό παραλλαγών, των οποίων το πραγματικό αποτέλεσμα ως προς την τήρηση των τιμών μπορεί να είναι λίγο ή πολύ μεγάλο. Εξάλλου, στο πλαίσιο των ατομικών συστημάτων διατίμησης, μπορεί πλήρως να προβλεφθεί και σύστημα συλλογικής διατίμησης για την πώληση στους καταναλωτές κατόπιν συμφωνίας. Επιπλέον, όταν όλοι ή σχεδόν όλοι ο παραγωγοί επιβάλλουν εκουσίως σύστημα διατίμησης στους μεταπωλητές τους, το οικονομικό αποτέλεσμα του συστήματος αυτού και το αποτέλεσμα του πλήρως συλλογικού συστήματος 3α είναι σχεδόν ταυτόσημα. Στο τέλος της επ' ακροατηρίου συζήτησης στην παρούσα διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δικαίως επέσυρε επίσης την προσοχή επί του ασαφούς αυτού χαρακτήρα της διάκρισης μεταξύ των ατομικών και των συλλογικών συστημάτων.
Όσον αφορά την επίδικη συμφωνία, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε με την απάντηση της στο πρώτο ερώτημα του Δικαστηρίου ότι τα άρθρα 3 και 4 της συμφωνίας αφορούν τη συλλογική υποχρέωση επιβολής τιμών, ενώ το άρθρο 5 ρυθμίζει τη συλλογική εφαρμογή. Για την εφαρμογή του συστήματος, οι δύο ενώσεις επέλεξαν τη δημιουργία κοινής επιτροπής, επιφορτισμένης με τον έλεγχο της αυστηρής τήρησης της συμφωνίας και εξουσιοδοτημένης, σε περίπτωση παράβασης, να καλεί με αιτιολογημένη γνώμη τον ενδιαφερόμενο να παρέχει εξηγήσεις ενώπιον της αρμόδιας εθνικής επιτροπής εμπορίου. Η αρμοδιότητα των εθνικών αυτών επιτροπών στον τομέα του εμπορίου, να θεσπίζουν μέτρα με σκοπό να αποκλείουν τους ενδιαφερομένους από το εμπόριο, δεν επηρεάζεται εξάλλου από την κανονιστική αυτή ρύθμιση (άρθρο 5, παράγραφος 4). Επομένως στην παρούσα υπόθεση, η εφαρμογή του συστήματος είναι πάρα πολύ συγκεντρωτική και η μόνη κύρωση είναι η «οικονομική θανατική ποινή» που αποβλέπει στον «αποκλεισμό του επιχειρηματία από το εμπόριο» βιβλίων.
Στις παρατηρήσεις αυτές επί των διαφορών μεταξύ των ατομικών και συλλογικών μορφών διατίμησης προσθέτω ακόμη ότι, σε όλες τις αναφερθείσες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα των συμφωνιών που συνίσταται στο να εμποδίζει ή να περιορίζει τον ανταγωνισμό μέσω των τιμών στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου, προκύπτει πρώτον από την πραγματική ή νομική σύμπτωση (όταν πρόκειται για συλλογικές υποχρεώσεις) μεγάλου αριθμού μεμονωμένων συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερόμενων παραγωγών και συχνά πολλών μεταπωλητών, κατά την έννοια που αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 23/67 (Brasseries de Haecht, Jurispr. 1967, σ. 511).
Κατά το ουσιώδες, μπορώ επίσης να αποδεχτώ τα οικονομικά μειονεκτήματα που εμφανίζουν τόσο τα ατομικά όσο και τα συλλογικά συστήματα διατίμησης, τα οποία η Επιτροπή αναλύει στη σελίδα 2 της απάντησης της στο πρώτο αναφερθέν ερώτημα και που άντλησε κυρίως, σύμφωνα με την παραπομπή της, από την επίσημη ολλανδική εφημερίδα, από την οποία δανείστηκε επίσης τον ορισμό των εννοιών (επεξηγηματικές σημειώσεις των σχετικών ολλανδικών απαγορευτικών διατάξεων, Staatsblad 110, 1964). Τα αναφερόμενα μειονεκτήματα συμπίπτουν επίσης με τα μειονεκτήματα που περιλαμβάνονται στη θεωρία που αναφέρθηκε προηγουμένως. Ασφαλώς ενέχουν επίσης σημασία στην εκτίμηση της επίδικης συμφωνίας, αλλά δεν είναι περισσότερο καθοριστικά, εφόσον, εν προκειμένω, οι ενδιαφερόμενοι προέβαλαν επίσης το πολιτιστικό ενδιαφέρον που εμφανίζει το σύστημα διανομής υψηλού επιπέδου, τόσο από ποσοτική όσο και ποιοτική άποψη. Αντίθετα από ό,τι προβλέπει η ολλανδική νομοθεσία (και η βελγική νομοθεσία), δεν προέχει, κατά την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, να καταδειχτεί ποια είναι τα μειονεκτήματα του συστήματος, αλλά να εκτιμηθούν τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα που εμφανίζει εν όψει των δύο θετικών και των δύο αρνητικών προϋποθέσεων της αναφερόμενης διάταξης. Θα επανέλθω αργότερα, στη συνέχεια των προτάσεων μου, στην επίπτωση της διαφορετικής αυτής κανονιστικής ρύθμισης επί της αιτιολογίας που πρέπει να δοθεί.
3.
Η απάντηση της Επιτροπής στο οεύτερο ερώτημα του Δικαστηρίου, με το οποίο ερωτάται ποιο είναι το αποτέλεσμα της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ της επίδικης διεθνικής συμφωνίας και των εθνικών συμφωνιών επί των οποίων βασίζεται, έχει αναμφίβολα μεγάλη σημασία εν προκειμένω. Είναι αλήθεια ότι η απόφαση δεν αφορά άμεσα τις τελευταίες αναφερθείσες συμφωνίες, αλλά πάντως παραπέμπει σ' αυτές συχνά.
Δεδομένου ότι ένας από τους τυπικούς λόγους που προέβαλαν οι προσφεύγουσες αφορά το ζήτημα αυτό, θα επανέλθω στην απάντηση που πρέπει να δοθεί για τη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση στο τέταρτο μέρος των προτάσεων μου. Προς το παρόν, περιορίζομαι σε ορισμένα σχόλια επί των απαντήσεων που έδωσε η Επιτροπή στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου, όσον αφορά την πολιτική της έναντι των εθνικών συλλογικών συστημάτων διατίμησης γενικά.
Με την απάντηση της στο δεύτερο ερώτημα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό ότι η αναμονή στην οποία βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο η Επιτροπή, όσον αφορά τα εθνικά συστήματα διατίμησης, δικαιολογείται ήδη από το γεγονός ότι αναμένει να διαπιστώσει ποια είναι τα αποτελέσματα της κατάργησης της (διεθνικής) προστασίας των εθνικών συστημάτων. Εξάλλου, παραπέμποντας επ' αυτού στην απάντηση της στο τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου, κατέστησε γνωστό ότι οι συνέπειες των ενεργειών της κατά της διεθνικής προστασίας των εθνικών συλλογικών συστημάτων διατίμησης δεν την εμπόδισαν ούτε και στο παρελθόν να ενεργήσει κατά της διεθνικής αυτής προστασίας και ότι αυτό ουδέποτε παρεκίνησε κράτος μέλος να ισχυριστεί ότι, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητες που έχει δυνάμει του άρθρου 85. Τέλος, από την απάντηση της Επιτροπής στο τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου, απορρέει ότι από το 1971η Επιτροπή είχε αμφιβολίες ως προς τις αρμοδιότητες της να ενεργεί κατά των καθαρά εθνικών συστημάτων διατίμησης, τα οποία δεν αφορούσαν εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα.
Ενόψει των απαντήσεων αυτών, παρατηρώ τα εξής: Πρώτον, θεωρώ ότι η Επιτροπή δικαιολογημένα έχει ακόμη αμφιβολίες ως προς την αρμοδιότητα της να ενεργεί κατά των καθαρά εθνικών συστημάτων διατίμησης. Είναι αλήθεια ότι στην υπόθεση 8/72 (Vereniging van Cementhandelaren, Jurispr. 1972, σ. 977) το Δικαστήριο έκρινε ότι «η σύμπραξη που επεκτείνεται στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους έχει ως αποτέλεσμα, από την ίδια της την φύση, να παγιώνει τις στεγανοποιήσεις εθνικού χαρακτήρα, εμποδίζοντας έτσι την οικονομική αλληλοδιείσδυση που θέλησε η Συνθήκη και εξασφαλίζοντας προστασία της εθνικής παραγωγής». Πάντως, όταν η Επιτροπή, στηριζόμενη στη σκέψη αυτή, προέβη σε ενέργειες κατά του εθνικού βελγικού συλλογικού συστήματος διατίμησης στις πωλήσεις και μεταπωλήσεις χαρτιού τοιχοστρωσίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε επαρκώς αποδειχτεί ότι η συμφωνία είχε επίδραση επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Ειδικότερα, όσον αφορά το εθνικό συλλογικό σύστημα διατίμησης που δεν εφαρμόζεται συγχρόνως στα εισαγόμενα ή εξαγόμενα αγαθά, δεν είναι πράγματι προφανές, άνευ ετέρου, ότι από την ίδια της τη φύση η συμφωνία «έχει ως αποτέλεσμα να παγιώνει τις στεγανοποιήσεις εθνικού χαρακτήρα, εμποδίζοντας έτσι την οικονομική αλληλοδιείσδυση που θέλησε η Συνθήκη και εξασφαλίζοντας προστασία στην εθνική παραγωγή». Πρώτον, όπως παρατήρησα προηγουμένως, το σύστημα αυτό προστατεύει πρωταρχικά τους λιανοπωλητές και όχι τους παραγωγούς. Πράγματι, στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, οι παραγωγοί παραμένουν ελεύθεροι να καθορίζουν τις δικές τους τιμές πώλησης, τις τιμές πώλησης στους καταναλωτές και τα εμπορικά περιθώρια κέρδους. Μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να αποδειχτεί ότι το σύστημα προσφέρει και σ' αυτούς προστασία. Κατά συνέπεια — και το σημείο αυτό είναι σημαντικότερο — χωρίς συμπληρωματικές αποδείξεις, δεν είναι καθόλου προφανές ότι το εθνικό συλλογικό σύστημα διατίμησης, που δεν αφορά συγχρόνως τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα, έχει ως αποτέλεσμα να παγιώνει τις στεγανοποιήσεις εθνικού χαρακτήρα. Ελλείψει κάθε άλλου περιορισμού στον ανταγωνισμό, όπως για παράδειγμα στις συλλογικές συμβάσεις αποκλειστικότητας, οι παραγωγοί άλλων χωρών παραμένουν πράγματι απόλυτα ελεύθεροι να εξάγουν τα εμπορεύματα τους στο εν λόγω κράτος, εφαρμόζοντας ή όχι σύστημα διατίμησης, οι δε έμποροι, περιλαμβανομένων και των λιανοπωλητών του ενδιαφερομένου κράτους, παραμένουν απολύτως ελεύθεροι να πωλούν τα εισαγόμενα προϊόντα εφαρμόζοντας ή όχι σύστημα διατίμησης. Και στο σύστημα αυτό, μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή πρόσθετες ειδικές περιστάσεις, που πρέπει να αποδεικνύονται, όπως η ύπαρξη συλλογικών συμβάσεων αποκλειστικότητας που συμπληρώνουν το σύστημα διατίμησης ή το σύστημα μεγαλύτερων περιθωρίων κέρδους, προστατευόμενες από σύστημα διατίμησης στη χώρα εισαγωγής (το οποίο, ειδικότερα, όταν υπάρχει απαγόρευση κάθε μορφής διατίμησης στο κράτος εξαγωγής για τους αλλοδαπούς παραγωγούς, μπορεί να τους αφαιρέσει ένα σημαντικό όπλο στον ανταγωνισμό), μπορούν να έχουν ως συνέπεια τη στεγανοποίηση έναντι των εισαγωγών. Πάντως, τα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους ως συνέπεια του ανταγωνισμού στο επίπεδο των περιθωρίων κέρδους στο πλαίσιο συστήματος διατίμησης, εμφανίζονται κυρίως όταν υπάρχει έντονος ανταγωνισμός μεταξύ προϊόντων διαφορετικών κατασκευαστών, όπως καταφαίνεται από την προαναφερθείσα θεωρία. Όπως δέχονται και οι προσφεύγουσες, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση των βιβλίων. Λόγω των μεγάλων διαφορών που εμφανίζουν από άποψη περιεχομένου, τα περισσότερα βιβλία, αντίθετα προς πολλά γνωστά προϊόντα, δεν υποκαθίστανται μεταξύ τους στα μάτια των αγοραστών.
Η δεύτερη μου παρατήρηση συνίσταται στο ότι, και κατά την άποψη μου, το γεγονός ότι δεν μπορούν να θιγούν τα εθνικά συστήματα διατίμησης τα οποία δεν έχουν καμιά απτή συνέπεια in concreto επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, δεν αποκλείει καθόλου, κατά την οικονομία της Συνθήκης, ότι είναι δυνατό να κινηθεί η διαδικασία κατά των διεθνικών συμφωνιών ή κατά των ρητρών που αφορούν τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα, και που περιλαμβάνονται στα εθνικά συστήματα διατίμησης, εφόσον οι τελευταίες έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίζουν τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές. Ειδικότερα, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η δυνατότητα αυτή εφόσον η κίνηση της δικαστικής διαδικασίας κατά της κανονιστικής αυτής ρύθμισης έχει ως συνέπεια να καθιστά δυσκολότερη την εφαρμογή των εθνικών συστημάτων ή ακόμη, υπό ορισμένες περιστάσεις, να την καθιστά αδύνατη (ιδίως όταν ένα αυστηρό εθνικό σύστημα δεν επιτρέπει καμιά παρέκκλιση). Σχετικά, είναι καθ' όλα δυνατό, όσον αφορά το σύστημα του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, να παραλληλιστεί με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Η απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε νομικών και πραγματικών σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η απαγόρευση ως προς τη δυνατότητα θέσπισης ή εφαρμογής ορισμένων καθαρά εθνικών οικονομικών μέτρων. Έτσι, η εν λόγω απαγόρευση δεν επιτρέπει πλέον την προστασία από τον αλλοδαπό ανταγωνισμό των εθνικών συμπράξεων κρίσης όπως συνέβαινε στο πλαίσιο της ολλανδικής πολιτικής προς αντιμετώπιση της κρίσης πριν από τον πόλεμο, συμπράξεις οι οποίες τότε ενθαρρύνονταν ευρύτατα. Ομοίως, η απαγόρευση αφαιρεί στην πράξη κάθε ενδιαφέρον από την αναγνώριση των συμπράξεων ως γενικά υποχρεωτικών στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες, σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνονται σημαντικές εισαγωγές. Επίσης, η απαγόρευση καθιστά χωρίς ενδιαφέρον τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες αποβλέπουν στον περιορισμό της υπερπαγαγωγικής ικανότητας (καίτοι, από νομική άποψη, οι τελευταίες είναι παραδεκτές), εφόσον η υπερπαραγωγική ικανότητα είναι διεθνές φαινόμενο. Έτσι, τα παραδείγματα αυτά μπορούν να πολλαπλασιαστούν και κανένα στοιχείο από το ίδιο το γράμμα ή την πρακτική εφαρμογής του άρθρου 85 δεν δείχνει ότι η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου δεν πρέπει στην πραγματικότητα να συνεπάγεται καμιά παρόμοια συνέπεια για τις εθνικές συμπράξεις, οι οποίες επιτρέπονται καθεαυτές κατά το κοινοτικό δίκαιο. Οι ετήσιες εκθέσεις ως προς το ολλανδικό μητρώο συμπράξεων δείχνουν ότι οι πρακτικές συνέπειες του άρθρου 85 για τις εθνικές συμφωνίες επί των τιμών, οι οποίες επιτρέπονται στις Κάτω Χώρες, είναι εξάλλου ασήμαντες στην πράξη.
Τέλος, επιθυμώ ακόμη να παρατηρήσω ότι οι προηγούμενες σκέψεις δεν αποκλείουν καθόλου, κατά την εκτίμηση των αρνητικών και θετικών αποτελεσμάτων του διεθνικού συστήματος όσον αφορά τη διατίμηση, να ληφθούν επίσης υπόψη οι πραγματικές ή νομικές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ του διεθνικού αυτού συστήματος και ενός καθαρά εθνικού συστήματος. Πράγματι, το περιεχόμενο και οι συνέπειες του διεθνικού συστήματος μπορούν επίσης να προσδιοριστούν από το εθνικό αυτό σύστημα. Εξάλλου, όσον αφορά τις δυνατότητες εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, το συμπέρασμα αυτό είναι και προς το συμφέρον των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Η δικαιολογία σύμπραξης που έχει διεθνικά αποτελέσματα, όπως μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση των μέτρων που θέσπισαν οι δημόσιες αρχές βάσει του άρθρου 36, μπορεί να βρίσκεται εν μέρει ή και κυρίως σε στόχους γενικού συμφέροντος στο εσωτερικό των οικείων εθνικών αγορών.
4.
Με την απάντηση της στο τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή παρατηρεί, πρώτον, ότι δεν μπορεί καν να γίνεται λόγος για εξεΑιξη στην πολιτική της όσον αφορά τις εθνικές και διεθνικές επόψεις των συλλογικών και ατομικών συστημάτων διατίμησης, εφόσον κηρύχθηκε «εξ αρχής ριζικά αντίθετη σε κάθε συμφωνία επί των τιμών όσον αφορά τις εφαρμοζόμενες τιμές στους τελικούς καταναλωτές, είτε υπό μορφή άμεσης συμφωνίας μεταξύ παραγωγών είτε για κάθετα επιβαλλόμενη τιμή στους μεταπωλητές».
Στη συνέχεια της απάντησης της, η Επιτροπή συνοψίζει κατατοπιστικά την πρακτική της λήψης αποφάσεων στον τομέα αυτό, σύνοψη στην οποία επιθυμώ να παραπέμψω. Κατά την άποψη μου, η σημασία των αποφάσεων της Επιτροπής — εφόσον μόνο μια από τις αποφάσεις αυτές προσβλήθηκε ενώπιον του Δικασηρίου — προκειμένου να κατανοηθεί η πολιτική της στον τομέα αυτό, δεν μειώνεται καθόλου από την ορθή, καθαυτή, παρατήρηση της προσφεύγουσας στην υπόθεση 63/82 κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δηλαδή ότι οι περισσότερες από τις καταδικασθείσες συμφωνίες διατίμησης περιλαμβάνονταν σε συμφωνίες που περιείχαν και άλλους περιορισμούς του ανταγωνισμού.
Εξάλλου, η σύνοψη στην οποία προέβη η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι, εκτός από την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση του βελγικού χαρτιού επίστρωσης τοίχων, την οποία ακύρωσε το Δικαστήριο, η Επιτροπή με τις αποφάσεις της απέφυγε επιμελώς μέχρι σήμερα να επέμβει άμεσα στα εθνικά συστήματα διατίμησης, των οποίων το αποτέλεσμα επί των εισαγωγών ή των εξαγωγών δεν είχε συγκεκριμένα αποδειχτεί. Ασφαλώς, φαίνεται ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το γενικό συμφέρον ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων πρέπει να υπερισχύει των απαιτήσεων ενός συγκεκριμένου τομέα να εξασφαλίζει ορισμένα περιθώρια κέρδους μέσω του συστήματος διατίμησης που δεν συνεπάγεται καμιά εξαίρεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως με την απόφαση Deutsche Philips και Gero, φαίνεται ότι τελικά η Επιτροπή απαγόρευσε και τα ατομικά συστήματα διατίμησης των οποίων τα αποτελέσματα υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει το δισταγμό που επέδειξε η Επιτροπή στο να δεχτεί, στον τομέα του βιβλίου, ως εναλλακτική λύση το ατομικό σύστημα διατίμησης που έχει διεθνικά αποτελέσματα.
III — Λόγοι αφορώντες την ουσία που προβλήθηκαν από τις προσφεύγουσες
1. Η φερόμενη προσβολή των αναρωπίνων δικαιωμάτων
Ο πρώτος λόγος επί της ουσίας που προέβαλε η φλαμανδική ένωση συνίσταται στο ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι αντίθετη προς την ελευθερία της έκφρασης την οποία εξασφαλίζει το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Ο λόγος αυτός στηρίζεται αφενός στην ιδέα ότι η απελευθέρωση του εμπορίου μεταξύ των δύο εν λόγω κρατών θα είχε ως συνέπεια την κατάρρευση των εθνικών συστημάτων. Θα εξετάσω την άποψη αυτή σε συνδυασμό με την εξέταση της απόφασης εν όψει των προϋποθέσεων του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφετέρου, ο λόγος αυτός βασίζεται στο γεγονός ότι η απαγόρευση του συστήματος διατίμησης θα είχε μοιραίες συνέπειες επί της ποσότητας και της ποιότητας των προϊόντων στον τομέα του βιβλίου. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση θα ισοδυναμούσε με έμμεση λογοκρισία. Θα εξετάσω επίσης την άποψη αυτή κατά την ανάλυση της απόφασης ενόψει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Σχετικά, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι το κατ' αυτόν τον τρόπο διατυπωνόμενο παράπονο δεν συνιστά χωριστά λόγο. Περιορίζομαι εν προκειμένω σε μια παρατήρηση ως προς την ιδέα, στην οποία στηρίζεται ο λόγος αυτός, ότι η διατήρηση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον τομέα του βιβλίου μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συγκρούεται με την ελευθερία της έκφρασης. Παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Noid (4/73, Jurispr. 1974, σ. 491, σκέψη 18), η Επιτροπή ορθώς παρατηρεί σχετικά ότι «τα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει κατ' ανάγκη να έχουν εφαρμογή υπό δεδομένες κοινωνικοοικονομικές περιστάσεις» (υπόμνημα αντίκρουσης, σελίδα 20). Πράγματι, αν ληφθεί υπόψη η ανάγκη επαρκούς αποδοτικότητας, ot εκδότες δεν θα μπορούσαν ποτέ να δημοσιεύσουν όλα τα χειρόγραφα που τους προτείνονται, με ή χωρίς σύστημα διατίμησης (ή τουλάχιστον χωρίς εξωτερική ενίσχυση). Από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι πρόκειται επομένως για έμμεση λογοκρισία και ο προβαλλόμενος λόγος φαίνεται, εξάλλου, να έχει ελάχιστη σχέση με την ύπαρξη ή την απουσία συστήματος διατίμησης.
2. Η φερόμενη παράβαση τ?/ς Σύμβασης των Παρισίων
Με το δεύτερο λόγο που πρόβαλε η φλαμανδική ένωση ισχυρίζεται ότι η απόφαση είναι αντίθετη προς το άρθρο 10 α της Σύμβασης των Παρισίων, επειδή μόνο η διατήρηση του συστήματος διατίμησης είναι ικανή να προστατεύσει τους εμπόρους από την πρακτική «προσφοράς ειδών προς προσέλκυση πελατείας» που μπορεί ήδη να διαπιστωθεί στο Βέλγιο, ενώ το αναφερόμενο άρθρο, το οποίο έχει απευθείας εφαρμογή, την απαγορεύει.
Κατά το μέτρο που έχει σημασία εν προκειμένω, το άρθρο 10 δις της Σύμβασης των Παρισίων ορίζει τα εξής:
«1.
Αι Χώραι της Ενώσεως υποχρεούνται να εξασφαλίσωσιν εις τους υπηκόους της Ενώσεως αποτελεσματικήν προ-στασίαν κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού.
2.
Συνιστά αθέμιτον ανταγωνισμόν πάσα πράξις ανταγωνισμού αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη της Βιομηχανίας και του Εμπορίου.
3.
Ειδικώς δέον ν' απαγορευθώσι:
1)
Πάσαι αι πράξεις αίτινες δύνανται να δημιουργήσωσι καθοιονδήποτε τρόπον σύγχυσιν ως προς την επι-χείρησιν, τα προϊόντα ή την βιομη-χανικήν ή εμπορικήν δραστηριότητα ανταγωνιστού τίνος.
2)
Οι ψευδείς ισχυρισμοί εν τη ασκήσει του εμπορίου οίτινες δύνανται να δυσφημήσωσι την επι-χείρησιν, τα προϊόντα ή την βιομη-χανικήν ή εμπορικήν δραστηριότητα ανταγωνιστού τίνος.»
Στη Λισσαβώνα, το 1958 προστέθηκε ακόμα μία απαγόρευση σχετική με την ψευδή διαφήμιση.
Συμμεριζόμενος την άποψη της Επιτροπής (υπόμνημα αντίκρουσης, σελίδα 22), θεωρώ ότι από τη διατύπωση της αναφερόμενης διάταξης προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι καθόλου «self executing» και κανένα στοιχείο της δεν φανερώνει ότι οι χώρες της Ενώσεως υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου αυτού, να απαγορεύουν κάθε πρακτική προσφοράς ειδών προς προσέλκυση πελατείας (ιδίως με την απαγόρευση της πώλησης ορισμένων προϊόντων επί ζημία). Επίσης, όλα τα κράτη μέλη δεν έχουν απαγορεύσει την εμπορική αυτή πρακτική, η δε Επιτροπή συμπεραίνει από αυτό, ορθώς κατά την άποψη μου, ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος εν προκειμένω για γενική αρχή του δικαίου που το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύει. Τέλος, η απόφαση αφήνει άθικτη τη δυνατότητα εφαρμογής της βελγικής νομοθεσίας ως προς την απαγόρευση. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
3. Πρώτη οή& εν παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος Ι (απαίτηση περιορισμού του ανταγωνισμού)
Καίτοι παραπέμπουν στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 26/76 (Metro, Jurispr. 1977, σ. 1875) και 56/66 (Société, technique minière, Jurispr. 1966, σ. 391) Ol προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 85 επιβάλλει μόνο τη διατήρηση ενός αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά, ότι ο ανταγωνισμός κυμαίνεται ανάλογα με τη φύση των οικείων προϊόντων και την οικονομική δομή της αγοράς και ότι πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο αυτό. Δεν μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω για περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, αν ληφθούν υπόψη τα αποτελεσματικά μέσα ανταγωνισμού που παραμένουν άθικτα.
Πάντως, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε ότι η αναφερόμενη δήλωση που περιλαμβάνεται στην απόφαση Metro αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85 στο σύνολο του (περιλαμβανόμενης και της παραγράφου 3), ενώ εξάλλου η παρατιθέμενη απόφαση διευκρινίζει ότι ο ανταγωνισμός μέσω των τιμών δεν μπορεί ποτέ να καταργηθεί πλήρως (και αυτό, ακόμη και σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3). Με το υπόμνημα αντίκρουσης (σελίδες 26 μέχρι 28), η Επιτροπή προέβαλε ακόμη πολλά άλλα επιχειρήματα για να αποδείξει ότι εσφαλμένως οι προσφεύγουσες επικαλούνται την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Metro. Πάντως, μπορώ να θεωρήσω ικανοποιητικά τα προβαλλόμενα επιχειρήματα. Όπως έχω ήδη αναφέρει στο δεύτερο μέρος, σημείο 2, των προτάσεων μου, ένα σύστημα διατίμησης όπως το επίδικο εν προκειμένω έχει ως αποτέλεσμα, στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου των οικείων προϊόντων, να αποκλείει ή τουλάχιστον (καίτοι ορισμένες εξαιρέσεις είναι δυνατές) να περιορίζει τον ανταγωνισμό μέσω των τιμών. 'Οπως ο ανταγωνισμός μέσω των τιμών έχει ουσιώδη σημασία στην οικονομία του άρθρου 85, όπως δέχονται η Επιτροπή και το Δικαστήριο και εφόσον το κείμενο του άρθρου 85, παράγραφος 1, είναι σαφές, δεν μπορεί κατ' εμέ να υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι το σύστημα διατίμησης που εφαρμόζουν όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι παραγωγοί ορισμένου προϊόντος συνιστά (αισθητό) περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού. Ειδικότερα, στην υπό κρίση υπόθεση, εμφανίζεται σαφώς το πρώτο παράδειγμα περιορισμού του ανταγωνισμού που αναφέρεται ενδεικτικά στην παράγραφο του εν λόγω άρθρου, δηλαδή ότι η συμφωνία συνίστατο «στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης» και αυτό στο επίπεδο των τιμών λιανικής πώλησης και επομένως των τιμών αγοράς που πλήρωναν οι καταναλωτές.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
4. Δεύτερη προβαλλόμενη παράβαση τον άρΰρον 85, παράγραφος 1 (αισαητός επηρεασμός τον εμπορίον μεταξύ κρατών μελών)
Εν συνεχεία, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι η μεταξύ τους συναφθείσα συμφωνία μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Ο λόγος αυτός αναπτύσσεται καλύτερα στο δικόγραφο της ολλανδικής ένωσης (σελίδες 28 μέχρι 31). Επ' αυτού, η εν λόγω ένωση παραθέτει αρχικά τις σχετικές σκέψεις που περιλαμβάνονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Grundig/Consten (υποθέσεις 56 και 58/64, Jurispr. 1965, σ. 449) και Hugin Kassaregister AB (υπόθεση 22/78, Jurispr. 1979, σ. 1869). Λόγω της σημασίας που δόθηκε στις παραπομπές αυτές, τις επαναλαμβάνω στις προτάσεις μου.
Στην πρώτη αναφερόμενη υπόθεση και σχετικά με τα κριτήρια για τα οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«σχετικά προέχει κυρίως να διευκρινιστεί αν η συμφωνία μπορεί να θίξει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την πραγματοποίηση των στόχων της ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών»
στην υπόθεση Hugin, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο κάθε σύμπραξη και κάθε πρακτική που μπορούν να θίξουν την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την πραγματοποίηση των στόχων της ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως στεγανοποιώντας τις εθνικές αγορές ή μεταβάλλοντας τη μορφή του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά».
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται τώρα ότι η επίδικη συμφωνία αποβλέπει στην ολοκλήρωση της γλωσσικής και πολιτιστικής ολλανδοφλαμανδικής κοινότητας, ότι ακριβώς η κατάργηση του διεθνικού συστήματος διατίμησης οδηγεί στη στεγανοποίηση της ολλανδικής και φλαμανδικής αγοράς και ότι η Επιτροπή κακώς επιδιώκει να προσδώσει στα βελγοολλανδικά σύνορα ρόλο που εμποδίζει την πραγματοποίηση μιας αγοράς μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου, ο ανταγωνισμός μεταξύ βιβλιοπώλη ενός κράτους προς βιβλιοπώλη άλλου κράτους είναι κυρίως δυνατός μόνο για τους ίδιους τίτλους («intra-brand competition») και ο ανταγωνισμός αυτός έχει μικρή μόνο σημασία, δεδομένου ότι η ελαστικότητα των τιμών στον τομέα του 6ι6λίου είναι περιορισμένη. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ακόμη ότι το επίπεδο τιμών των βιβλίων δεν διαφέρει από το ένα κράτος στο άλλο, ότι η συλλογική συμφωνία αποκλειστικότητας δεν εφαρμόζεται πλέον και ότι η Επιτροπή κακώς θεωρεί ότι υπάρχουν δύο αγορές, χωριζόμενες από (τυχαία) σύνορα μεταξύ δύο χωρών.
Επειδή ο λόγος που προβάλλει η προσφεύγουσα σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή κακώς έλαβε υπόψη τη συλλογική συμφωνία αποκλειστικότητας, για την οποία διατείνεται με τα δικόγραφα ότι δεν εφαρμόζεται πλέον, συνιστά κατά την άποψη της τυπικό λόγο πρωτίστως, θα επανέλθω επ' αυτού λεπτομερέστερα στο τέταρτο μέρος των προτάσεων μου. Επί του παρόντος, αρκεί η διαπίστωση ότι, ανεξαρτήτως της πραγματικής εφαρμογής της συμφωνίας, αποδείχτηκε ότι, μολονότι έγιναν προτάσεις, οι σχετικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στη διεθνική συμφωνία δεν έχουν καταργηθεί. Επομένως, οι ρήτρες αυτές μπορούν πάντοτε, δυνητικά τουλάχιστον, να αποκλείσουν το διακρατικό εμπόριο μεταξύ μη εγκεκριμένων εκδοτών ή βιβλιοπωλών και, επ' αυτού, επιθυμώ να επισύρω επίσης την προσοχή στην κύρωση που έχει ήδη αναφερθεί και η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, της συμφωνίας.
Όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, εφιστώ την προσοχή, πρώτον, στο γεγονός ότι ορθώς η Επιτροπή παρατήρησε ότι σύμφωνα με την ίδια απόφαση Grundig/Consten, στην οποία παραπέμπει η ολλανδή προσφεύγουσα, το κριτήριο που αφορά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι πρωτίστως σημαντικό ενόψει της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων εθνικών αρχών στον τομέα των συμπράξεων.
Οι ίδιες οι προσφεύγουσες αναγνώρισαν ότι η συναφθείσα συμφωνία αποβλέπει κυρίως στο να εμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εθνικές συμφωνίες διατίμησης, είναι δε δύσκολο να υποστηριχτεί, εξάλλου, ότι η μορφή αυτή ανταγωνισμού μεταξύ κρατών και ο περιορισμός του δεν έχει καμία σημασία.
Τέλος, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών σύμφωνα με τον οποίο η διεθνική συμφωνία διατίμησης είχε ως σκοπό την προώθηση της ολοκλήρωσης της αγοράς στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες για να επιτευχθεί ομοιόμορφο επίπεδο, από τα πράγματα και υπό το φως των στόχων της Συνθήκης ΕΟΚ είναι εντελώς αβάσιμος. Όπως επιβεβαιώνεται ρητά με το άρθρο 3, στοιχείο στ, και τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις που αποβλέπουν στη δημιουργία κοινής αγοράς, περιλαμβανομένων και των κανόνων περί ανταγωνισμού, έχουν πράγματι ως σκοπό την εγκαθίδρυση «καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς». Η σύμπραξη ως προς τις τιμές πώλησης στους καταναλωτές (πράγμα που αποτελεί την πραγματική σημασία του συστήματος διατίμησης, όπως ελέχθη προηγουμένως), η οποία αφορά ιδίως το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεν συμβιβάζεται με τον προαναφερθέντα στόχο, οποιοδήποτε κι αν είναι το επίπεδο των τιμών, πράγμα που εξάλλου οι ίδιες οι προσφεύγουσες έπρεπε να είχαν ήδη κατανοήσει με την ανάγνωση του τελευταίου τμήματος του αποσπάσματος της απόφασης Hugin, στην οποία παραπέμπουν.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Το ίδιο ισχύει και για το λόγο που προέβαλε χωριστά η φλαμανδική ένωση, δηλαδή ότι η επίπτωση δεν είναι αισθητή. Εκτός αυτού που έχω αναφέρει ως προς τον καθοριστικό χαρακτήρα του αποκλεισμού του ανταγωνισμού μέσω των τιμών, θεωρώ επίσης σημαντικό, προς απόρριψη του επιχειρήματος αυτού, ότι η Επιτροπή διαπίστωσε — πράγμα που δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα — ότι το Βέλγιο είναι ιδίως χώρα εισαγωγής 6ι6λίων ολλανδικής γλώσσας. Για το λόγο' αυτό ο κίνδυνος παράλληλων εισαγωγών βιβλίων εκτός διατίμησης από το Βέλγιο προς τις Κάτω Χώρες (κύριος σκοπός της διεθνικής συμφωνίας) είναι ακριβώς πολύ μεγάλος λόγω της συγκέντρωσης της παραγωγής στις Κάτω Χώρες.
5. Η οννανότητα εφαρμογής τον άρ& ρου 85, παράγραφος 3
Οι σημαντικότεροι λόγοι ουσίας που προέβαλαν οι προσφεύγουσες αφορούν χωρίς αμφιβολία την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει εξαίρεση για την επίδικη διεθνική συμφωνία βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Στα δύο επόμενα τμήματα των προτάσεων μου εξετάζω μόνο τους τυπικούς λόγους που οι προσφεύγουσες επικαλούνται σχετικά κατά της Επιτροπής. Οι σημαντικότεροι λόγοι που αναφέρονται στη διαδικασία και που οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή αφορούν, αφενός μεν, το γεγονός ότι με την απόφαση της έχει προδικάσει τη μεταγενέστερη εκτίμηση των εθνικών συστημάτων, αφετέρου δε, το γεγονός ότι δεν έχει αποφανθεί επί των ενδεχομένων πλεονεκτημάτων της διεθνικής συμφωνίας σε σχέση με το ατομικό σύστημα.
5.1. Πρώτη προϋπόθεση
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν πρώτον, κατ' αντίθεση προς την Επιτροπή, ότι η επίδικη συμφωνία συμβάλλει ασφαλώς στη βελτίωση της παραγωγής και της διανομής βιβλίων. Και στις δύο περιπτώσεις, η βελτίωση αυτή οφείλεται στο συλλογικό σύστημα διατίμησης. Μόνο το σύστημα αυτό είναι ικανό να προσφέρει τόσο στους εκδότες όσο και στους βιβλιοπώλες την ευκαιρία να προβαίνουν στον εσωτερικό συμψηφισμό μεταξύ βιβλίων μεγάλης κυκλοφορίας και βιβλίων λιγότερο αποδοτικών ή μεταξύ τίτλων ταχείας ανανέωσης και βραδείας ανανέωσης. Στο επίπεδο του χονδρεμπορίου, το σύστημα επέτρεψε εξάλλου στο Βέλγιο να προβεί σε πολύ μεγάλη αυτοματοποίηση και τη δημιουργία στις Κάτω Χώρες του «Centraal Boekhuis», που διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στην ταχεία διανομή των βιβλίων. Οι δύο μορφές ορθολογικής οργάνωσης στο επίπεδο του χονδρεμπορίου δεν θα ήταν δυνατές χωρίς την εφαρμογή του συλλογικού συστήματος διατίμησης.
Όσον αφορά το επίπεδο της παραγωγής βιβλίων, συμμερίζομαι πρωτίστως τη γνώμη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία, τόσο κατά τις ακροάσεις ενώπιον της Επιτροπής όσο και κατά τις διάφορες φάσεις της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες δεν κατόρθωσαν να δώσουν πειστική απάντηση στο ερώτημα που τους τέθηκε ρητά πολλές φορές, δηλαδή γιατί οι εκδότες δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τις υφιστάμενες ζημίες από ένα προϊόν με τα κέρδη που πραγματοποιούν επί άλλων προϊόντων χωρίς διατίμηση, όπως το πράττουν πολλοί άλλοι παραγωγοί διαφοροποιημένων προϊόντων. Πράγματι, ακόμη και αν δεν υπάρχει καμιά συμφωνία διατίμησης, οι εκδότες παραμένουν ελεύθεροι να καθορίζουν τις δικές τους τιμές πώλησης από τον εκδοτικό οίκο. Τη σημαντικότερη προσπάθεια απάντησης κατέβαλε ο εκπρόσωπος της ολλανδικής ένωσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Εν συντομία, μπορεί να λεχθεί ότι υποστήριξε ότι οι εκδότες δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιοι τίτλοι θα αποδειχθούν ή όχι μεγάλης κυκλοφορίας, ότι το πολύ μόνο του ενός τετάρτου των τίτλων γίνεται επανέκδοση και ότι κατά γενικό κανόνα μόνο οι επανεκδόσεις και όχι οι άλλοι τίτλοι επιτρέπουν την πραγματοποίηση κερδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο εκδότης είναι υποχρεωμένος να έχει πολύ μεγάλη ποικιλία παραγωγής και, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτόν, δεν είναι στην πράξη προβλέψιμη η εμπορική επιτυχία ενός νέου βιβλίου που εκδίδεται.
Θεωρώ ότι και οι σκέψεις αυτές είναι ελάχιστα πειστικές. Πρώτον, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού ειδικευμένων εκδοτών αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο η κατάσταση της αγοράς, όπως έχει περιγραφεί, και η δομή της τιμής κόστους υποχρεώνουν τους εκδότες να έχουν πολύ διαφοροποιημένη παραγωγή είναι αντίθετος προς την πραγματικότητα. Δεύτερον, η Επιτροπή ορθά υπογράμμισε κατά την άποψη μου ότι, αντίθετα προς πολλούς άλλους παραγωγούς διαφοροποιημένης σειράς προϊόντων, οι εκδότες μπορούν να πωλούν τους επιτυχείς τίτλους επί πολλά έτη σε μεγάλη ποσότητα και με φθήνον κόστος μετά την πρώτη έκδοση. Κατά το μέτρο που είναι ακριβές ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί η επιτυχία της πρώτης έκδοσης και ότι η έκδοση αυτή ουδέποτε επιτρέπει την πραγματοποίηση κερδών, οι αγορεύσεις κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση απέδειξαν επίσης ότι περίπου το ένα τέταρτο των τίτλων, οι οποίοι είναι πολύ γνωστοί, επανεκδίδονται πολλές φορές. Όσον αφορά τους τίτλους αυτούς, ο κίνδυνος ζημιών έχει επομένως σχεδόν εξαφανιστεί και το επιχείρημα του τυχαίου που υποχρεώνει τους εκδότες να έχουν πολύ διαφοροποιημένη παραγωγή δεν ισχύει πλέον κατά το ίδιο μέτρο. Τέλος, θεωρώ επομένως ότι η κατάσταση της αγοράς και η δομή της τιμής κόστους στον τομέα του βιβλίου αναμφίβολα δεν προσφέρουν λιγότερες ευκαιρίες στους εκδότες, αλλά μάλλον περισσότερες ευκαιρίες να προβαίνουν στον εσωτερικό συμψηφισμό των ζημιών σε σχέση με άλλους παραγωγούς, οι οποίοι έχουν σειρά διαφοροποιημένων προϊόντων. Οι αριθμοί που προσκόμισε η Επιτροπή και που αφορούν τα κέρδη που πραγματοποίησαν οι μεγαλύτεροι ολλανδοί εκδότες φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις σκέψεις αυτές.
Κατόπιν τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη κατ' εμέ ότι οι προσφεύγουσες έδωσαν τη μεγαλύτερη σημασία στην επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία ο εσωτερικός συμψηφισμός των ζημιών στους εκδοτικούς οίκους δεν είναι επαρκής αν δεν εξασφαλίζεται συγχρόνως η ύπαρξη ικανού αριθμού βιβλιοπωλών που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία τίτλων. Για το λόγο ακριβώς αυτόν θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω συγχρόνως τις δήθεν βελτιώσεις στην παραγωγή και στη διανομή. Για να εξασφαλιστεί η ύπαρξη ικανού αριθμού βιβλιοπωλών που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία τίτλων, είναι χωρίς αμφιβολία χρήσιμο να υπάρχει, πρώτον, χονδρεμπόριο ορθολογικά οργανωμένο και γρήγορο, που να διαθέτει μεγάλη ποικιλία, αν όχι όλα τα εκδιδόμενα βιβλία. Πάντως, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται — χωρίς όμως και να το αποδείξουν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε φάση της διαδικασίας — ότι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του χονδρεμπορίου δεν θα εξασφαλίζεται πλέον μετά την κατάργηση της διεθνικής συμφωνίας. 'Ετσι, στην παρούσα υπόθεση τονίζεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο η ύπαρξη βιβλιοπωλείων που να έχουν αποθέματα και προσφέρουν ευρεία ποικιλία στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου κινδυνεύει από την κατάργηση της διεθνικής συμφωνίας. Σ' αυτό, οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι μετά την κατάργηση αυτή αναπόφευκτα θα καθίστατο επίσης αδύνατη η διατήρηση των εθνικών συμφωνιών. Για το λόγο αυτό επιθυμώ να αναλύσω λεπτομερέστερα τους δύο αυτούς ισχυρισμούς.
Όσον αφορά τον πρώτο, επισύρω πρώτον την προσοχή στο γεγονός ότι με την απόφαση της (τελευταία φράση του σημείου 51), η Επιτροπή ανέφερε ήδη ότι «παρά το συλλογικό σύστημα διατίμησης, ο αριθμός των γενικών βιβλιοπωλείων έχει ήδη μειωθεί κατά πολύ, τουλάχιστον στις Κάτω Χώρες, λόγω κυρίως της επιτυχίας των καταστημάτων με ελεύθερη είσοδο, τα οποία πωλούν σχεδόν αποκλειστικά ευρείας κατανάλωσης βιβλία και περιοδικά και της σημαντικής αύξησης του κύκλου εργασιών των λεσχών βιβλίου που προτείνουν γενικά αρκετά περιορισμένη ποικιλία βιβλίων». Είναι αλήθεια ό ιδίως η φλαμανδική ένωση αρνείται τον ισχυρισμό αυτό, αλλά τα αριθμητικά στοιχεία που ανακοίνωσαν οι ίδιες οι προσφεύγουσες αποδεικνύουν ότι το μερίδιο αγοράς των βιβλιοπωλών που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία τίτλων στο Βέλγιο δεν υπερέβαινε, εν πάση περιπτώσει, το 50°/ο κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπήρχαν γνωστά στοιχεία και ότι στις Κάτω Χώρες (περιλαμβανομένων και των βιβλιοπωλείων-χαρ-τοπωλείων, των μεγάλων εγκεκριμένων καταστημάτων, των βιβλιοπωλείων που πωλούν με αλληλογραφία και των περιπτέρων) ο αριθμός των βιβλιοπωλών (εκφραζόμενος σε αριθμό σημείων πώλησης) μειώθηκε πράγματι από 65 σε 54 0/0 μεταξύ 1977 και 1980. Αν τα ίδια στοιχεία εκφραστούν σε κύκλο εργασιών σε φιορίνια, το μερίδιο αγοράς των βιβλιοπωλών που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία τίτλων υπό ευρεία έννοια μειώθηκε στις Κάτω Χώρες κατά την ίδια περίοδο σχεδόν κατά το ίδιο μέτρο. Όσον αφορά τα αριθμητικά στοιχεία παραπέμπω κυρίως στις απαντήσεις που έδωσαν οι ενώσεις στο έβδομο γραπτό ερώτημα του Δικαστηρίου. Δεύτερον, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι ο κίνδυνος τον οποίο διατρέχουν οι βιβλιοπώλες που έχουν απόθεμα είναι τόσο μεγάλος όσο ο κίνδυνος των μεγάλων εκδοτών. Κατ' αντίθεση προς τους τελευταίους, οι βιβλιοπώλες που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία τίτλων μπορούν πλήρως να μεριμνούν ώστε στα αποθέματα τους ο αριθμός των επανεκδόσεων να αντιπροσωπεύει σημαντικότερο τμήμα μεταξύ του συνόλου των τίτλων, από ό,τι συμβαίνει στους εκδότες. Ομοίως, το γεγονός ότι δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κέρδος επί των πρώτων εκδόσεων δεν ισχύει ασφαλώς κατά το ίδιο μέτρο για τους βιβλιοπώλες και τους εκδότες. Αν ο καθορισμός των περιθωρίων κέρδους ήταν ελεύθερος (πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση του συστήματος διατίμησης), αυτό ίσως να ήταν ακόμη λιγότερο αληθές. Επομένως, όσον αφορά τα βιβλιοπωλεία που έχουν αποθέματα, θεωρώ ότι οι δυνατότητες να προβαίνουν σε εσωτερικό συμψηφισμό είναι τελικά μάλλον περισσότερες παρά λιγότερες σε σχέση με ό,τι συμβαίνει με τους εκδότες όταν η τιμή μπορεί να καθοριστεί ελεύθερα. Συνολικά, οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν επιχειρήματα υπέρ μιας άλλης άποψης αλλά, ως προς αυτό, έθεσαν μάλλον τους βιβλιοπώλες και τους εκδότες σε ίδια βάση. Οι παρατηρήσεις που διατυπώνω ως προς τους εκδότες ισχύουν επομένως και για τους βιβλιοπώλες που διαθέτουν αποθέματα. Τέλος, θεωρώ ότι η απλή διαπίστωση ότι το σύστημα διατίμησης δεν υποχρεώνει κατά κανένα τρόπο τους βιβλιοπώλες να διατηρούν σημαντικά αποθέματα είναι καθ' εαυτή καθοριστική. Ακόμη και στο πλαίσιο του συστήματος αυτού μπορούν σαφώς να έχουν ως επιλογή να διατηρούν περιορισμένα αποθέματα που περιλαμβάνουν μόνο βιβλία ευρείας κατανάλωσης. Αν δεν προβούν στην εν λόγω επιλογή, αυτό θα οφείλεται κυρίως στο ότι υπολογίζουν μεγαλύτερα κέρδη ή τουλάχιστον αρκετά κέρδη διατηρώντας μεγάλη ποικιλία, δηλαδή διότι μέρος του κοινού ζητεί περισσότερο τη μεγαλύτερη αυτή ποικιλία. Δεν βλέπω για ποιο λόγο η ζήτηση που προέρχεται από ένα μέρος του κοινού θα εξαφανιστεί σε περίπτωση κατάργησης του συστήματος διατίμησης. Καίτοι οι εκδότες αποδίδουν τόση σημασία στην ύπαρξη μεγάλου αριθμού βιβλιοπωλών που διαθέτουν μεγάλη ποικιλία, δεν βλέπω για ποιο λόγο, ακόμη και στην περίπτωση πλήρους κατάργησης κάθε μορφής συστήματος διατίμησης, οι εκδότες δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν στους βιβλιοπώλες αυτούς χαμηλότερες τιμές αγοράς παρά στους βιβλιοπώλες που διαθέτουν μικρότερη ποικιλία τίτλων. Ορθώς η Επιτροπή προέβη στην ίδια παρατήρηση. Ακόμη κι αν οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες συνήπταν μεταξύ τους σχετική συμφωνία, η τελευταία θα ήταν λιγότερο αμφισβητήσιμη παρά το σύστημα διατίμησης που εφαρμόζεται επί του παρόντος.
Όπως ανέφερα ήδη προηγουμένως, για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται επίσης ότι η διατήρηση των δύο εθνικών συστημάτων διατίμησης εξαρτάται από τη διατήρηση της διεθνικής συμφωνίας. Πράγματι, η τελευταία αυτή συμφωνία χρησιμεύει μόνο προς τελειοποίηση των εθνικών συστημάτων. Από το γεγονός αυτό, οι δήθεν βελτιώσεις στην παραγωγή και στη διανομή πρέπει επομένως να αποδοθούν πρωτίστως στα εθνικά συστήματα. Μόνο αν η κατάργηση της διεθνικής συμφωνίας είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την κατάρρευση των εθνικών συστημάτων, όπως προβλέπουν οι προσφεύγουσες, θα αποδεικνυόταν ότι υπάρχει σχέση αιτιότητας μεταξύ των δήθεν πλεονεκτημάτων και της διεθνικής συμφωνίας.
Δέχομαι ότι δεν είναι πολύ εύκολο να κατασταλοόν οι δυνάμεις ενός ελεύθερου μηχανισμού τιμών. Αν ορισμένοι έμποροι θεωρούν ότι η πώληση βιβλίων σε τιμές κατώτερες από τις επιβαλλόμενες θα τους απέφερε σημαντικό οικονομικό όφελος και είναι οικονομικά εφαρμόσιμη, δεν θα παρέλειπαν να αναζητήσουν συνδυασμούς που θα τους επέτρεπαν να ενεργούν κατά τον τρόπο αυτό. Το γεγονός που αναφέρθηκε ήδη προηγουμένως, ότι οι συντάκτες της διεθνικής συμφωνίας έκριναν αναγκαίο να προβλέψουν στο άρθρο 5 «θανατική ποινή» οικονομικού χαρακτήρα, δηλαδή τον πλήρη αποκλεισμό από το εμπόριο ως κύρωση, δείχνει ποια είναι η σημασία των δυνάμεων που δρουν επί της αγοράς, οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπιστούν κατά τη θέσπιση των εθνικών συστημάτων και την κατάργηση της διεθνικής συμφωνίας για να παρεμποδιστεί, για παράδειγμα, η μετακύ-λιση του μικρότερου κόστους στις τιμές. Πάντως, αυτό που έχει σχετικά σημασία είναι η διαπίστωση ότι η ολλανδική νομολογία, περιλαμβανομένης και της νομολογίας των ανωτάτων δικαστηρίων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατό βάσει του ίδιου του εθνικού συστήματος διατίμησης να παρεμποδίζεται η τεχνητή εξαγωγή, που έχει ως μόνο σκοπό να επιτρέπει την επανεισαγωγή χωρίς υποχρέωση τήρησης του συστήματος διατίμησης (αυτό που αποκαλείται κατασκευή σχήματος U, εφαρμοζόμενη από ορισμένον αριθμό υπεραγορών ή καταστημάτων που πωλούν σε πολύ χαμηλές τιμές). Όπως η επανεισαγωγή βιβλίων που αγοράζονται σε συνήθη εμπορικά καταστήματα στο Βέλγιο συνδέεται πάντοτε με λίγο-πολύ ψηλό κόστος και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αντιρρήσεις που μπορούν να εγερθούν κατά της απαγόρευσης της τακτικής αυτής με εθνική σύμπραξη, δεν βλέπω το λόγο γιατί η επανεμφάνιση της δυνατότητας αυτής θα απειλούσε και την ύπαρξη του ολλανδικού συστήματος, εφόσον το τελευταίο καθορίζει τις τιμές, και τα περιθώρια κέρδους σε εύλογο επίπεδο. Στο Βέλγιο, το συνολικό πρόβλημα της πώλησης σε κατώτερες τιμές από τη διατίμηση χάρη στην επανεισαγωγή χωρίς υποχρέωση τήρησης αυτής είναι σχεδόν ανύπαρκτο, δεδομένου ότι, όπως έχω ήδη παρατηρήσει, τα βιβλία σε ολλανδική γλώσσα εκδίδονται κατά το πλείστον στις Κάτω Χώρες. Δέχομαι ότι η ίδια αυτή περίσταση καθιστά ενδεχομένως δυσκολότερη τη διατήρηση του συστήματος διατίμησης σε εθνικό επίπεδο στο Βέλγιο, αλλά η περιγραφείσα κατά τη διαδικασία πρακτική δείχνει ότι, ακόμη και η σύναψη της επίδικης διεθνικής συμφωνίας δεν επέτρεψε την τόσο αυστηρά ομοιόμορφη εφαρμογή του βελγικού εθνικού συστήματος όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ολλανδικού συστήματος. Εν συμπεράσματι, πρέπει να λεχθεί ότι το δεύτερο στοιχείο του ισχυρισμού των προσφευγουσών, λαμβάνοντας υπόψη την πρώτη θετική προϋπόθεση του άρθρου 85, παράγραφος 3, δηλαδή ότι η κατάργηση της διεθνικής συμφωνίας θα συνεπαγόταν την κατάρρευση των εθνικών συστημάτων, δεν αποδείχτηκε. Οι λόγοι που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες ως προς την εκτίμηση της διεθνικής συμφωνίας υπό το φως της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3, πρέπει επομένως να απορριφθούν. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχω ακόμη λάβει υπόψη το επιχείρημα που αναφέρεται στο σημείο 53 της απόφασης, δηλαδή ότι εν πάση περιπτώσει τα δήθεν πλεονεκτήματα του συστήματος δεν αντισταθμίζουν τη μομφή σύμφωνα με την οποία, αποκλείοντας κάθε ανταγωνισμό μέσω των τιμών στο επίπεδο της διανομής των διαφόρων τίτλων, το σύστημα καταργεί το στοιχείο το οποίο παρακινεί περισσότερο στην ορθολογική οργάνωση και βελτίωση του δικτύου διανομής. Πάντως, θα επανέλθω επί του επιχειρήματος αυτού σε άλλο πλαίσιο.
5.2. Η δεύτερη προϋπόθεση
Όπως έχω ήδη αναφέρει, επειδή οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν επαρκώς ότι η διεθνική συμφωνία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής και της διανομής των βιβλίων, είναι περιττό, υπό αυστηρή έννοια, να εκτιμηθεί λεπτομερέστερα η απόφαση υπό το φως της δεύτερης θετικής προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3. Σύμφωνα με την προϋπόθεση αυτή, πρέπει να εξασφαλίζεται στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει από τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας. Ως προς την πολύ σημαντική αυτή προϋπόθεση, πρέπει πάντως, χάρη της πληρότητας, να παρατηρήσω τα εξής: οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι το δήθεν όφελος για τους καταναλωτές βρίσκεται πρώτον στα πλεονεκτήματα που οι τελευταίοι αποκομίζουν από την ποικίλη προσφορά τίτλων, ot οποίοι, σύμφωνα πάντα με τις προσφεύγουσες, προκύπτουν από τη συλλογική συμφωνία διατίμησης. Επειδή αποδείχτηκε ότι ούτε το σύνολο των εκδοτών ούτε το σύνολο των βιβλιοπωλών δεν διαθέτουν μεγάλη ποικιλία τίτλων στην αγορά, πρέπει το επιχείρημα αυτό να απορριφθεί. Δεδομένου του ενδιαφέροντος που δείχνουν για άλλα δίκτυα διανομής, είναι προφανές ότι μόνο ένα τμήμα των καταναλωτών ενδιαφέρεται για μια μεγάλη ποικιλία τίτλων.
Σημαντικό τμήμα των καταναλωτών ( 3 ) που δεν ανήκει στους «ενεργούς αγοραστές», όπως τους ονομάζει η ολλανδική ένωση στη σελίδα 3 της απάντησης στο έβδομο γραπτό ερώτημα του Δικαστηρίου, και που σύμφωνα με την απάντηση αυτή σπάνια ή ουδέποτε εισέρχεται σε βιβλιοπωλείο το οποίο προσφέρει μεγάλη ποικιλία βιβλίων, υφίσταται πολλά μειονεκτήματα λόγω της συμφωνίας. Πράγματι, η συμφωνία εμποδίζει ώστε το μικρότερο κόστος που έχουν οι βιβλιοπώλες οι οποίοι διαθέτουν περιορισμένη ποικιλία να είναι προς όφελος των καταναλωτών υπό μορφή μείωσης των τιμών. Όσον αφορά το δήθεν πλεονέκτημα από τη συμφωνία, δεν μπορεί επομένως να γίνει λόγος για συμμετοχή των καταναλωτών (δηλαδή όλων των καταναλωτών) στο όφελος.
Εν συνεχεία, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι μόνο το συλλογικό σύστημα διατίμησης θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο κοινό καλές υπηρεσίες ως προς την πληροφόρηση και τις ατομικές παραγγελίες και ότι, στην περίπτωση αυτή πρόκειται επίσης για πλεονέκτημα των καταναλωτών. Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, περιορίζομαι επίσης να παρατηρήσω ότι μόνο η πρώτη αναφερόμενη ομάδα ενεργών αγοραστών χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες αυτές και ότι οι καταναλωτές οι οποίοι δεν αποδίδουν σημασία στις εν λόγω υπηρεσίες οφείλουν πάντως να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση του συστήματος. Πράγματι, όσον αφορά το κόστος, δεν μπορούν να ωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι βιβλιοπώλες οι οποίοι δεν εξασφαλίζουν τις υπηρεσίες αυτές. Εν συμπεράσματι, όσον αφορά τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, θεωρώ ότι οι προσφεύγουσες δεν αντέκρουσαν τη λεπτομερή επιχειρηματολογία που η Επιτροπή ανέπτυξε, σχετικά με την ουσιώδη αυτή προϋπόθεση εξαίρεσης, στα σημεία 54 μέχρι 56 της απόφασης και που συμπλήρωσε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου, ανέφερα ότι, κατά τις μεταγενέστερες φάσεις της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδίως κατά την επ'ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες δεν προσπάθησαν καν να αντικρούσουν την επιχειρηματολογία της Επιτροπής επί του σημείου αυτού. Σχετικά, το κέντρο βάρους της επιχειρηματολογίας τους μετακινήθηκε μάλλον προς το πολιτιστικό επιχείρημα, το οποίο, σύμφωνα με το σχέδιο της επίδικης απόφασης θα εξετάσω στο πλαίσιο της ανάλυσης της πρώτης αρνητικής προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
5.3. Τρίτη προϋπόθεση
Υπό αυστηρή έννοια, η εξέταση της διεθνικής συμφωνίας υπό το φως της επιταγής του άρθρου 85, παράγραφος 3, στοιχείο α, δηλαδή ότι η συμφωνία δεν πρέπει να επιβάλλει περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων που θεωρούνται θετικοί, είναι περιττή, εφόσον η συμφωνία δεν συγκεντρώνει τις δύο θετικές προϋποθέσεις. Πάντως, για τρεις διαφορετικούς λόγους, θεωρώ σκόπιμο να αναλύσω την προϋπόθεση αυτή λεπτομερέστερα∙ α) πρώτον, ο πολιτιστικός παράγοντας που διαδραμάτισε τόσο μεγάλο ρόλο στις τελευταίες φάσεις της προκειμένης διαδικασίας και στην πολιτική συζήτηση που προκάλεσε η απόφαση της Επιτροπής δύσκολα μπορεί να αναλυθεί εκτός του πλαισίου αυτού, αν ληφθεί υπόψη το σχέδιο της απόφασης της Επιτροπής∙ 6) αυτό ισχύει επίσης, καίτοι σε μικρότερο μέτρο, για τη συζήτηση ως προς τις εναλλακτικές λύσεις. Πάντως, θα επανέλθω επί του σημείου αυτού στο τελευταίο μέρος των προτάσεων μου λόγω των διαδικαστικών πτυχών που σχετίζονται μ' αυτόν γ) τέλος, η σχετική συζήτηση ως προς τις προϋποθέσεις αυτές, μου παρέχει μια καλή ευκαιρία για να επανέλθω για μια ακόμη φορά επί των μειονεκτημάτων που εμφανίζουν τα συλλογικά συστήματα διατίμησης στην πολιτική του ανταγωνισμού. Στην οικονομία του άρθρου 85, τα αυτονόητα αυτά μειονεκτήματα για τις συμφωνίες επί των τιμών επεκτείνονται σε πολλούς τομείς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, ακόμη και κατά τη στιγμή της εκτίμησης της επίδικης συμφωνίας με την απόφαση της, αρκούσε στην Επιτροπή να την εξετάσει μόνον συνοπτικά, πράγμα που έπραξε (βλέπε σημείο 53), κυρίως στο πλαίσιο της εκτίμησης της συμφωνίας υπό το φως της πρώτης θετικής προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3. Κατά την οικονομία του άρθρου 85, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις οφείλουν πράγματι, και κατά το μέτρο του δυνατού σε συνεργασία με την Επιτροπή, να αποδείξουν πρώτον ότι το σύστημα έχει ως συνέπεια αντικειμενικές βελτιώσεις της παραγωγής ή της διανομής, ικανές να δικαιολογήσουν την εξαίρεση από την κατ' αρχήν απαγόρευση των συμφωνιών επί των τιμών που περιλαμβάνει το άρθρο 85, παράγραφος 1, και επί πλέον σημαντικότερες από τα μειονεκτήματα που συνδέονται με τις συμφωνίες αυτές. Κατά συνέπεια, μόνο στο πλαίσιο της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3, μπορεί να γίνει η ανάλυση των μειονεκτημάτων, αφενός, και των πλεονεκτημάτων ενός συστήματος, αφετέρου, δηλαδή με άλλα λόγια να καταρτιστεί αυτό που στη Γαλλία καλείται «Ie bilan économique» της επίδικης συμφωνίας. Η οικονομία της παραγράφου αυτής του άρθρου 85 παραβιάζεται κάπως όταν γίνεται εκ νέου η ίδια ανάλυση στο πλαίσιο της πρώτης αρνητικής προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3. Εντούτοις, οι προσφεύγουσες εξέτασαν το σημείο αυτό σε συνδυασμό με τους λόγους που προέβαλαν σχετικά με τον αναπόφευκτο χαρακτήρα που έπρεπε να προσδοθεί στη συμφωνία. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εθνική πολιτική στον τομέα των συμπράξεων των δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών βασίζεται στην έννοια της κατάχρησης και ότι, σχετικά, δεν είναι τα πλεονεκτήματα, αλλά αντίθετα ακριβώς τα μειονεκτήματα, που πρέπει να αποδειχτούν υπό το φως του γενικού συμφέροντος. Για να πειστεί η κοινή γνώμη — εκείνη που έχει ευαισθησία στην τιμή του βιβλίου — στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, θα ήταν καλύτερα, κατ' εμέ, η Επιτροπή να δώσει με την απόφαση της ακόμη περισσότερη προσοχή στα μειονεκτήματα του συστήματος, ακόμη κι αν η οικονομία του άρθρου 85 δεν το επιβάλλει, όπως έχω ήδη αναφέρει. Μόλις με την απάντηση της στο δεύτερο γραπτό ερώτημα του Δικαστηρίου και στην επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή επανήλθε εξηγώντας αναλυτικότερα τις αντιρρήσεις που διατύπωσε συνοπτικά στην απόφαση.
Προς το παρόν, 9α εξετάσω το ένα μετά το άλλο τα τρία αναφερόμενα ζητήματα γύρω από τα οποία περιστρέφονται οι λόγοι που προέβαλαν οι προσφεύγουσες.
α) Το πολιτιστικό επιχείρημα
Κατά την άποψη μου, η Επιτροπή κατέβαλε άσκοπες προσπάθειες αναφέροντας στην τελευταία παράγραφο του σημείου 60 της απόφασης «ότι δεν απόκειται στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων η σύναψη συμφωνιών οι οποίες αφορούν πολιτιστικά θέματα τα οποία υπάγονται κατ'εξοχήν στην αρμοδιότητα των δημοσίων αρχών». Είναι αλήθεια ότι, με την απάντηση στο έκτο ερώτημα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μετρίασε κατά πολύ την απάντηση αυτή, πράγμα που δέχτηκαν και οι προσφεύγουσες κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όσον αφορά όμως τη δημόσια συζήτηση (μεταξύ άλλων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) το σφάλμα στον τομέα αυτό είχε ήδη διαπραχτεί. Εξάλλου, επίσης με την απάντηση της στο προαναφερόμενο ερώτημα (σελίδα 18), η Επιτροπή αναφέρει ακόμη ότι «δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η προϋπόθεση βελτίωσης της διανομής πληρούται για το μόνο λόγο ότι το συλλογικό σύστημα διατίμησης εξυπηρετεί ορισμένες πολιτιστικές αξίες». Και συνεχίζει, αναφέροντας ότι το γεγονός «ότι ορισμένο σύστημα διανομής μπορεί να έχει ορισμένα πολιτιστικώς επιθυμητά αποτελέσματα» ... δεν μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή να αποδώσει στο σύστημα αυτό «καθοριστική σημασία κατά την εκτίμηση μιας συμφωνίας ενόψει του άρθρου 85, παράγραφος 3». Η Επιτροπή αναφέρει ότι κατά την εκτίμηση της συμφωνίας εξετάζει τις πολιτιστικές της συνέπειες μόνο υπό την «αρνητική έννοια»: «Αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να μεριμνά ώστε να μην εκμηδενίζονται οι πολιτιστικές αξίες». Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό εξετάζοντας, στα σημεία 57 επ. της απόφασης, τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της συμφωνίας, πράγμα που είναι πράγματι αληθές κατ' εμέ.
Ανέφερα ήδη ότι με τα παρατεθέντα αποσπάσματα η Επιτροπή εξετέθη ασκόπως σε επικρίσεις διότι, μετά την επιχειρηματολογία που είχε ήδη αναπτύξει με την απόφαση της, δεν χρειαζόταν πλέον να προβεί στις δηλώσεις αυτές. Πράγματι, το πολιτιστικό επιχείρημα των προσφευγουσών εκφράζεται, in concreto, από το συμφέρον που εμφανίζει η μεγάλη ποικιλία τίτλων στα βιβλιοπωλεία και η ύπαρξη μεγάλου αριθμού των τίτλων αυτών στα βιβλιοπωλεία. Η Επιτροπή είχε ήδη αποδείξει προηγουμένως ότι το συμφέρον αυτό, που αυτή αναγνωρίζει, δεν διαφυλάσσεται από το συλλογικό σύστημα διατίμησης και λιγότερο ακόμη όταν το εν λόγω σύστημα, ενισχυμένο στο διεθνικό επίπεδο, είναι απαραίτητο για το σκοπό αυτό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ επίσης ότι είναι άσκοπο και ελάχιστα επιθυμητό να αναλυθούν λεπτομερώς οι παρατεθείσες δηλώσεις όσον αφορά την πολιτιστική πολιτική. Αρκούμαι επομένως στο να εκφράσω τη λύπη μου για τον απόλυτο τρόπο που μπορούσε να παραπλανήσει, με τον οποίο διατυπώθηκε στην απόφαση η άσκοπη δήλωση, και επαναλαμβάνω τις προηγούμενες παρατηρήσεις, δηλαδή ότι, με ή χωρίς το σύστημα διατίμησης, οι εκδότες και οι βιβλιοπώλες έπρεπε πάντοτε να εργάζονται έχοντας κατά νου την προϋπόθεση της επαρκούς αποδοτικότητας. Επομένως, ουδέποτε μπορεί να λεχθεί ότι, ακόμη και γι' αυτούς, οι πολιτιστικοί λόγοι υπερίσχυαν κατά τρόπο απόλυτο των οικονομικών λόγων.
Με την ίδια παράγραφο της απόφασης, η Επιτροπή έθεσε πάλι τον εαυτό της σε δύσκολη θέση, επίσης εντελώς άσκοπα, παραπέμποντας στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ Βελγίου και Κάτω Χωρών σχετικά με την ολλανδόφωνη γλωσσική ένωση. Για τους ίδιους λόγους, δηλαδή ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι κρίσιμο, δεν θα αναλύσω λεπτομερώς τους σχετικούς μακροσκελείς ισχυρισμούς των προσφευγουσών. Επί του σημείου αυτού αρκούμαι σε τρεις παρατηρήσεις. Πρώτον, αμφιβάλλω ότι το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά επίσης, εκτός από την τελωνειακή και οικονομική ένωση μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών (καθώς και την οικονομική και νομισματική ένωση μεταξύ Βελγίου και Λουξεμβούργου), την ολλανδική γλωσσική ένωση μεταξύ Κάτω Χωρών και Βελγίου. Επειδή η ίδια η Συνθήκη ΕΟΚ δεν αφορά τα πολιτιστικά αυτά συμφέροντα, δεν μου φαίνεται εκ πρώτης όψεως σύμφωνο προς το στόχο του άρθρου 233 να ερμηνευτεί το άρθρο αυτό με τόση ευρύτητα. Δεύτερον, όπως και η Επιτροπή, δεν βλέπω γιατί η ύπαρξη της ίδιας γλώσσας επιβάλλει τον καθορισμό ενιαίων τιμών για τα βιβλία στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες. Αν κυβερνήσεις του Βελγίου και των Κάτω Χωρών θεωρούσαν ότι έτσι έπρεπε να έχουν τα πράγματα, θα έπρεπε τελικά να αναμένεται από τις βελγικές και ολλανδικές αρχές η θέσπιση κανονιστικής ρύθμισης επί του θέματος αυτού πριν πραγματικά τεθεί το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 233 της Συνθήκης ΕΟΚ.
6) Οι εναΑΑακηκές λύσεις
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών σύμφωνα με τους οποίους δεν είναι δυνατό να βρεθούν λιγότερο σημαντικοί περιορισμοί του ανταγωνισμού που να οδηγούν στα δήθεν θετικά αποτελέσματα της διεθνικής συμφωνίας, παρατηρώ πρώτον ότι η απόφαση δεν επηρεάζει, στο Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες, τα καθαρά εθνικά ατομικά συστήματα διατίμησης, όπως αυτά λειτουργούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το ίδιο ισχύει και για τα σαφώς εθνικά συλλογικά συστήματα διατίμησης που υπάρχουν προς το παρόν στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες, εκτός αν ακριβέστερη ανάλυση των εθνικών συστημάτων καταδείξει ότι τα τελευταία εμποδίζουν επίσης τις κανονικές παράλληλες εισαγωγές στις δύο χώρες ή αφορούν κατ' άλλο τρόπο τις κανονικές εισαγωγές και εξαγωγές. Θεωρώ επίσης ελάχιστα πιθανό ότι, αν η Επιτροπή εξακολουθήσει να εφαρμόζει την πολιτική που εφάρμοζε μέχρι τώρα και την οποία περιέγραψα προηγουμένως, θα ενεργήσει κατά των εθνικών συστημάτων, αυτών καθεαυτών. Ανέφερα ήδη ποιοι νομικοί και οικονομικοί λόγοι καθιστούν πράγματι δύσκολο για την Επιτροπή να παρεκκλίνει από την αναφερθείσα πολιτική. Οι παρεμβαίνουσες υπέρ των προσφευγουσών, οι οποίες προφανώς παρακινήθηκαν να παρέμβουν επειδή ανησυχούσαν ως προς τις έμμεσες ενδεχόμενες συνέπειες της απόφασης επί των εθνικών συστημάτων που ισχύουν στα άλλα κράτη μέλη, δεν μπορούν πράγματι για τους ίδιους λόγους να ανεύρουν στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους ανησυχίας.
Όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν τυπικά να προβάλουν νομίμως την παρατεθείσα γαλλική κανονιστική ρύθμιση, επειδή πρόκειται για εθνική ρύθμιση επιβληθείσα από τις δημόσιες αρχές και δεν μπορούν να την επικαλεστούν κατ' ουσία, διότι κατ' αντίθεση προς την επίδικη συμφωνία, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δέχεται ρητά ορισμένο ανταγωνισμό μέσω των τιμών στο επίπεδο των βιβλιοπωλών.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όσον αφορά τις διεθνικές εναλλακτικές λύσεις, η Επιτροπή εμφανίστηκε πολύ περισσότερο επιφυλακτική σχετικά με την επίδικη κανονιστική ρύθμιση. Σχετικά με το σύστημα που προβλέπει τη διεθνική συλλογική εφαρμογή των εθνικών ατομικών συστημάτων διατίμησης, στα σημεία 27 μέχρι και 30 της απόφασης εμφανίζονται κυρίως οι επιφυλάξεις της Επιτροπής. Στο τέλος της επ' ακροατηρίου συζήτησης, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής εξήγησε ακριβέστερα, απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, τις επιφυλάξεις της Επιτροπής σχετικά με την εναλλακτική αυτί] λύση. Όπως έχω ήδη παρατηρήσει προηγουμένως, θεωρώ ότι οι σκέψεις της Επιτροπής είναι πειστικές κατά το μέτρο που το όριο μεταξύ των ατομικών και συλλογικών συστημάτων είναι πράγματι τόσο ασαφές, ώστε δεν μπορεί ασφαλώς να διατυπωθούν κατά του συστήματος που τυπικά θεωρείται ως ατομικό — αν ασφαλώς συνεπάγεται συλλογική εφαρμογή — οι ίδιες αντιρρήσεις από οικονομική και νομική άποψη όπως κατά του πλήρως συλλογικού συστήματος. Αυτό ισχύει ιδίως όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι οι εκδότες, εφαρμόζουν το ατομικό αυτό σύστημα. Από νομική άποψη πάντως, η απόφαση δεν προδικάζει το ζήτημα της εναλλακτικής αυτής λύσης.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Επιτροπή ανέφερε εξάλλου διάφορες άλλες λύσεις που μπορούν να υποκαταστήσουν το σύστημα διατίμησης και να επιτρέψουν την εκπλήρωση των στόχων που επιδιώκονται τόσο στο επίπεδο των εκδοτών όσο και στο επίπεδο των βιβλιοπωλών. Με την απάντηση της στο έκτο γραπτό ερώτημα του Δικαστηρίου (σελίδα 23), η Επιτροπή συνόψισε εκ νέου τις προτάσεις της. Όπως ανέφερα ήδη, θα επανέλθω στο τελευταίο μέρος των προτάσεων μου επί των λόγων διαδικαστικού χαρακτήρα, που ωθούν την Επιτροπή να είναι επιφυλακτική στο να αναφέρει αναλυτικότερα τις εναλλακτικές λύσεις στο πλαίσιο του άρθρου 85, παράγραφος 3.
Εν συμπεράσματι, θεωρώ ότι το ζήτημα του αναπόφευκτου χαρακτήρα της συμφωνίας δεν χρειάζεται να εξεταστεί καθόλου εν προκειμένω, εφόσον, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή εκτίμησε, βασιζόμενη επί σοβαρών λόγων, ότι οι δύο θετικές προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, δεν συνέτρεχαν. Εντούτοις, κατά τρόπο περιττό, κατέστησε συγχρόνως κατανοητό ότι η απόφαση της επιτρέπει να θεσπιστούν διάφορες εναλλακτικές λύσεις, κυρίως εθνικές, που περιορίζουν λιγότερο σοβαρά τον ανταγωνισμό απ' ό,τι η παρούσα σώρευση των δύο εθνικών συμφωνιών, τις οποίες συμπληρώνει η διεθνική συμφωνία, προοριζόμενη να κλείσει τον κύκλο των εθνικών συμφωνιών. Ανέφερα ήδη για ποιο λόγο, κατά την άποψη μου, ούτε ο διεθνικός «συνδετικός κρίκος» είναι απαραίτητος για τη διατήρηση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων. Το γεγονός ότι υπάρχουν εθνικές συμφωνίες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Αγγλία, μολονότι οι διασυνοριακές εμπορικές ανταλλαγές στην αγορά του βιβλίου στις γλώσσες αυτές δεν συμπληρώνονται με το διεθνικό «συνδετικό κρίκο», επιβεβαιώνει την ακρίβεια της εκτίμησης της Επιτροπής στο σημείο αυτό.
y) Οι αντιρρήοεις οικονομικής φνοί]ς κατά της κανονιστικής ρνάμισης
Υπάρχει λόγος που το άρθρο 85, παράγραφος 3, στοιχείο α, απαγορεύει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να επιβάλουν «περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών» (δηλαδή των στόχων που θεωρούνται κατ' αρχήν θετικοί). Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η πείρα απέδειξε ότι το σύστημα διατίμησης είναι το μόνο μέσο για να εξασφαλιστούν άριστες προϋποθέσεις παραγωγής και διανομής στον τομέα του βιβλίου. Χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ότι ασφαλώς η πείρα δεν αποδεικνύει καθόλου ότι οι διεθνικές συμφωνίες είναι επίσης αναγκαίες για το σκοπό αυτό, οι προσφεύγουσες με τις σκέψεις αυτές αγνοούν πλήρως τις αντιρρήσεις οικονομικής φύσης που αναγνωρίστηκαν σχετικά με τα συστήματα διατίμησης κατά τις δεκαετίες του 50 Kat του 60 (λίγο αργότερα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) στο μεγαλύτερο τμήμα του δυτικού κόσμου. Σχετικά, παραπέμπω πρωτίστως σε ό,τι ανέφερα ήδη στο δεύτερο τμήμα, σημεία 1 και 2, των προτάσεων μου όσον αφορά τις αντιρρήσεις του χαρακτήρα αυτού και την παρατιθέμενη στο ίδιο τμήμα θεωρία. Οι σκέψεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την απάντηση της, στο πρώτο ερώτημα του Δικαστηρίου επί των αντιρρήσεων οικονομικού χαρακτήρα μπορούν να συνοψιστούν στο ότι οι ατομικές συμφωνίες διατίμησης εμποδίζουν ήδη τους μεταπωλητές να εκφράζουν, στις τιμές τους πώλησης, τις διαφορές κόστους. Για τους λόγους που ανέφερε η Επιτροπή, η αντίρρηση αυτή επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν πρόκειται για συλλογικό σύστημα διατίμησης. Πρώτον, οι αγοραστές δεν μπορούν πλέον να επιλέγουν, σε ορισμένο τομέα, μεταξύ εμπορευμάτων που υπόκεινται και εμπορευμάτων που δεν υπόκεινται σε σύστημα διατίμησης. Ομοίως, οι παραγωγοί δεν μπορούν πλέον να προσαρμόσουν σχετικά την πολιτική πωλήσεων στις περιστασιακές μεταβολές. Τέλος, σε περίπτωση συλλογικής εφαρμογής του συστήματος, ο έλεγχος και η τήρηση του κάθετου συστήματος διατίμησης γίνονται πολύ αυστηρότεροι. Ο κανονικός συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των παραγωγών λαμβανομένων ατομικά και των μεταπωλητών τους αντικαθίσταται από το συσχετισμό δυνάμεων που δημιουργείται μεταξύ της ομάδας που εφαρμόζει τη διατίμηση και των (μελλοντικών) μεμονωμένων μεταπωλητών οι οποίοι «συντρίβουν τις τιμές». Στη συνοπτική αυτή επιχειρηματολογία επιθυμώ ακόμη να προσθέσω ότι το σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου είναι πολύ καλύτερα οργανωμένο από το σύστημα ελέγχου που θέσπισαν οι παραγωγοί λαμβανόμενοι μεμονωμένα και ότι οι συλλογικές κυρώσεις, όπως ο πλήρης αποκλεισμός ενός επιχειρηματία από τις εμπορικές ανταλλαγές, θίγουν, από τη φύση τους πολύ δεινότερα τους ενδιαφερομένους από ό,τι οι κυρώσεις (οι οποίες είναι συχνά δικαστικές) που επιβάλλουν οι παραγωγοί, λαμβανόμενοι μεμονωμένα. Πάντως, επιθυμώ ιδίως να προσθέσω στην επιχειρηματολογία αυτή ότι κάθε σύστημα διατίμησης γενικής ή σχεδόν γενικής εφαρμογής αποκλείει τη μόνιμη πίεση η οποία εξαναγκάζει στην επιδίωξη μείωσης του κόστους και στην οποία στηρίζεται κάθε αποτελεσματικός ανταγωνισμός μέσω των τιμών. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίον το σύστημα διατίμησης δεν εξασφαλίζει τις άριστες προϋποθέσεις διανομής βιβλίων, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες εκθέτοντας τους λόγους όσον αφορά τον απαραίτητο χαρακτήρα της συμφωνίας. Ο ανταγωνισμός μέσω των τιμών, που αποτελεί το κίνητρο προς αναζήτηση αποτελεσματικότερων μεθόδων διανομής, εξαλείφεται έτσι και στον τομέα του βιβλίου. Στο σημείο 53 της απόφασης, ορθώς τονίζεται επίσης το ζήτημα αυτό, το οποίο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, υπήρξε αντικείμενο ακόμη πειστικότερων διευκρινίσεων εκ μέρους της Επιτροπής.
Επομένως, ο καίριος χαρακτήρας που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 3, πρέπει, στην περίπτωση της επίδικης διεθνικής συμφωνίας, να ερμηνευτεί και να εκτιμηθεί έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των γενικών αυτών αντιρρήσεων που συνεπάγεται το σύστημα διατίμησης. Όσο αυστηρότεροι είναι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού, τόσο η επιταγή ως προς τον απαραίτητο χαρακτήρα της εξεταζόμενης συμφωνίας πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρότερα. Κατόπιν αναφοράς στην εκτίμηση της απόφασης ενόψει των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 85, παράγραφος 3, πρέπει ήδη χωρίς αμφιβολία να προκύπτει, κατά την άποψη μου, ότι η ενίσχυση των εθνικών συστημάτων που έγινε με τη σύναψη της διεθνικής συμφωνίας δεν μπορεί να αντέξει στην κριτική ως προς τον απαραίτητο και αναγκαίο χαρακτήρα της. Αντίθετα, μετά την εξέταση όλων των εγγράφων του φακέλου, προσωπικά θεωρώ ότι, ακόμη και σε περίπτωση πλήρους κατάργησης κάθε συστήματος διατίμησης, εφόσον τα συμφέροντα του κοινού εξακολουθούν να ικανοποιούνται, τα βιβλιοπωλεία που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία τίτλων θα αντεπεξέλθουν μάλλον καλύτερα, παρά χωρίς τη διατήρηση της συμφωνίας διότι θα έχουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεως ως προς τον καθορισμό των τιμών. Σχετικά και προς υπόμνηση, παρατηρώ επίσης ότι, μολονότι οι τιμές για την ίδια κατηγορία εμπορευμάτων είναι υψηλότερες από τις τιμές που εφαρμόζουν τα μεγάλα καταστήματα και οι υπεραγορές, μεγάλος αριθμός καταστημάτων πολιτιστικού μάλλον προσανατολισμού ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια κατά την τελευταία δεκαετία. Αυτός είναι πιθανόν ο λόγος για τον οποίο μεγαλύτερη και ποιοτικά καλύτερη ποικιλία δα μπορούσε, ενδεχομένως, να συνδυαστεί με υψηλότερες ενίοτε τιμές, ακόμη και στον τομέα του βιβλίου, και σε καμιά περίπτωση δεν θα διέτρεχε μεγαλύτερη απειλή από τις υπεραγορές και τα άλλα δίκτυα διανομής απ' ό,τι συμβαίνει προς το παρόν.
Επομένως, πρέπει κατά την άποψη μου να απορριφθούν στο σύνολο τους οι προβαλλόμενοι λόγοι ως προς τον απαραίτητο χαρακτήρα της συμφωνίας.
5.4. Κατάργηση του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των προϊόντων Παρατήρησα ήδη ότι, ακόμη και στην απόφαση Metro, στην οποία παραπέμπουν οι προσφεύγουσες, ο πλήρης αποκλεισμός του ανταγωνισμού μέσω των τιμών έχει απορριφθεί. Σχετικά, επιθυμώ ευθύς εξ αρχής να προσθέσω επίσης ότι η εκτίμηση της επίδικης συμφωνίας, υπό το φως της τελευταίας προϋπόθεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3, είναι άσκοπη εφόσον μία ή περισσότερες από τις άλλες προϋποθέσεις της παραγράφου αυτής δεν συντρέχουν. Πάντως, για να είμαι πλήρης, προσθέτω ότι οι ίδιες οι προσφεύγουσες αναγνώρισαν ότι στον τομέα του βιβλίου ο ανταγωνισμός «interbrand» δεν διαδραματίζει σχεδόν κανένα ρόλο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι δυνατόν παρά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι κάθε περιθώριο ανταγωνισμού στο επίπεδο των τιμών πώλησης στον καταναλωτή, που επιτρέπουν ακόμη τα εθνικά συστήματα, αποκλείεται λόγω της διεθνικής συμφωνίας. Εφόσον τόσο η Επιτροπή όσο και το Δικαστήριο απέδιδαν πάντοτε ουσιώδη λειτουργία στον αποτελεσματικό ανταγωνισμό μέσω των τιμών,
έπεται ότι η επίδικη συμφωνία δεν συγκεντρώνει ούτε και την τελευταία προϋπόθεση του άρθρου 85, παράγραφος 3.
IV — Λόγοι αφορώντες τον τύπο
1. Περί τον ότι η απόφαση λαμοάνει υπόψη το ουλλογικό ούστημα αποκλει-οτικότητας
Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι στήριξε την απόφαση της τόσο στο συλλογικό σύστημα αποκλειστικότητας που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία, όσο και στο σύστημα διατίμησης, ενώ προ πολλού, ιδίως από την πρώτη ακρόαση (15 και 16 Μαρτίου 1978), γνώριζε ότι η πρώτη διατύπωση της συμφωνίας δεν εφαρμοζόταν πλέον. Για το λόγο αυτόν, η απόφαση παρέχει μια ανακριβή εικόνα των πραγμάτων. Από αυτό έπεται ότι η απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον ένας από τους δύο λόγους στους οποίους στηρίζεται η εκτίμηση της Επιτροπής είναι άκυρη.
Η Επιτροπή δεν αρνείται ότι ot προσφεύγουσες της γνώρισαν ότι η συμφωνία υπήρχε μόνο θεωρητικά. Αντίθετα, το γεγονός αυτό καθεαυτό αναφέρεται ρητά στην απόφαση (σημεία 22 και 38). Πάντως, η Επιτροπή επισύρει την προσοχή επί του γεγονότος ότι οι κρίσιμες ρήτρες της επίδικης συμφωνίας δεν καταργήθηκαν ρητά. Ούτε και ενημερώθηκε τυπικά για το γεγονός ότι ot ρήτρες αυτές δεν εφαρμόζονταν, δηλαδή δεν έγινε νέα κοινοποίηση στο αρμόδιο όργανο.
Για να εκτιμηθεί ο λόγος αυτός, πρέπει να εξεταστεί ποιος είναι ο σκοπός της κοινοποίησης. Η κοινοποίηση έχει ως σκοπό να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τη συμφωνία ως έχει και να της επιτρέψει να την εξετάσει, ώστε να μπορεί να διαπιστώσει αν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή μπορεί να εξαιρεθεί βάσει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η Επιτροπή υποχρεούται να περιορίσει την εξέταση της και την εκτίμηση της συμφωνίας όπως κοινοποιήθηκε, εφόσον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιστέλλουν τα αποτελέσματα της συμφωνίας ως προς τον περιορισμό του ανταγωνισμού, μη εφαρμόζοντας πλέον ορισμένες ρήτρες, χωρίς πάντως να τροποποιήσουν τυπικά τη συμφωνία. Κατά την άποψη μου, η απάντηση είναι αρνητική. Τελικά, αντικείμενο της εξέτασης της Επιτροπής είναι η συμφωνία όπως την κοινοποίησαν οι ίδιες οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Οποιαδήποτε άλλη αποδοχή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά το σκοπό της κοινοποίησης και της εξέτασης των συμφωνιών. Εξάλλου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούσαν να περιορίσουν τα αποτελέσματα της κοινοποιηθείσας συμφωνίας κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, για να επαναφέρουν σε ισχύ την κοινοποιηθείσα συμφωνία υπό την πλέον περιοριστική της μορφή μετά την απόφαση, η οποία στηρίχτηκε στη λιγότερο περιοριστική συμπεριφορά που είχαν υιοθετήσει στην πραγματικότητα τα συμβαλλόμενα μέρη. Σχετικά, παραπέμπω στην υπόθεση 106/79, VBBB κατά Eldi records, Jurispr. 1980, σ. 1146, σκέψη 16 της απόφασης, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής: «Τα αποτελέσματα της κοινοποίησης εκτείνονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας κατά το χρόνο της κοινοποίησης της».
Από την απάντηση στο ένατο γραπτό ερώτημα του Δικαστηρίου προκύπτει εξάλλου ότι, στις Κάτω Χώρες, το σύστημα αποκλειστικότητας δεν έχει πλήρως εξαλειφθεί. Επιπλέον, ό,τι περιλαμβάνεται στο σημείο 43 της απόφασης, δηλαδή ότι το κύριο μέρος των εμπορικών ανταλλαγών (μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων κρατών) στον τομέα του βιβλίου διενεργείται μεταξύ επιχειρήσεων αναγνωρισμένων από τις δύο ενώσεις ή συνεργαζόμενων με αυτές δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά εν προκειμένω.
Τέλος, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε επί του σημείου αυτού ότι η αιτιολογία είναι επαρκής σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 1, εφόσον αποδείχτηκε ότι η συμφωνία «έχει ως αντικείμενο» τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της Κοινής Αγοράς (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58/64, Grundig κατά Consten, Jurispr. 1966, σ. 510 επ.) Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν επί του γεγονότος ότι οι επίδικες ρήτρες έχουν ένα τέτοιο αντικείμενο. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
2. Περί της οήάεν εσωτερικής αντίφασης και του ατεΑοΰς χαρακτήρα του ιστορικού
Προσάπτεται επίσης στην Επιτροπή ότι, αφενός μεν δεν ανέφερε ρητά στο σημείο 1 της απόφασης ότι η διαδικασία δεν αφορά τα συλλογικά συστήματα διατίμησης στο εθνικό επίπεδο, αφετέρου δε ότι, κατά την εξέταση της διεθνικής συμφωνίας, έκρινε ότι το συλλογικό σύστημα διατίμησης δεν ήταν σύμφωνο προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ το συλλογικό σύστημα διατίμησης περιλαμβάνεται και στα εθνικά συστήματα. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση, εφόσον αυτό καθαυτό το εθνικό σύστημα δεν υπήρξε αντικείμενο της διαδικασίας. Λόγω της σπουδαιότητας του λόγου αυτού, έχω ήδη προβεί σε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις στο δεύτερο μέρος των προτάσεων μου ως προς τον καθοριστικό χαρακτήρα, για την έκδοση απόφασης εν προκειμένω, της σχέσης που υπάρχει μεταξύ της διεθνικής συμφωνίας και των εθνικών συμφωνιών. Εξάλλου, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στις παρατηρήσεις που έκανα στο τρίτο μέρος των προτάσεων μου ως προς την ουσία της σχέσης αυτής. Επειδή ο λόγος αυτός προβλήθηκε ως λόγος αφορών τον τύπο, περιορίζομαι εδώ να αναλύσω τις τυπικές επόψεις.
Είναι πράγματι αλήθεια ότι η απόφαση αναφέρει ρητά ότι η διαδικασία δεν αφορά τα εθνικά συστήματα (σημείο 1), ενώ στη συνέχεια, στα σημεία 4 και 5, η απόφαση περιγράφει τα συστήματα διανομής και καθορισμού των τιμών των βιβλίων ολλανδικής γλώσσας στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο αντιστοίχως. Τέλος, στα σημεία 48 επ. της απόφασης, στο πλαίσιο της ανάλυσης της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, η Επιτροπή εξετάζει διάφορες πτυχές των συλλογικών συστημάτων διατίμησης γενικά. Κατά την άποψη μου, αυτό δεν συνιστά ούτε παράβαση τύπου ως προς την αιτωλογία ούτε παράβαση άλλου κανόνα τύπου. Πρώτον, η απόφαση καθορίζει το αντικείμενο της εκτίμησης, δηλαδή τη διεθνική συμφωνία που συνήψαν οι δύο ενώσεις. Σχετικά, τα εθνικά συστήματα αποκλείονται ρητώς. Πάντως, για να εκτιμηθούν ορθά τα υπάρχοντα στοιχεία ήταν αναγκαία η περιγραφή των εθνικών συστημάτων για να εκτεθεί σαφώς, όπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή, το πλαίσιο στο οποίο η διεθνική συμφωνία παράγει τα αποτελέσματα της. Η περιγραφή αυτή εμπίπτει μόνο στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Τέλος, στο τρίτο μέρος της απόφασης που φέρει τον τίτλο «εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3», η Επιτροπή αναλύει, λαμβάνοντας υπόψη τα συλλογικά συστήματα διατίμησης που θέσπισε η διεθνική συμφωνία, «ορισμένες επόψεις του θέματος του συλλογικού καθορισμού των τιμών γενικά, δεδομένου ότι η εκτίμηση της συμφωνίας η οποία αφορά τον καθορισμό των τιμών των βιβλίων, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών δεν δύναται να αποσυνδεθεί τελείως από αυτές τις γενικές θεωρήσεις» (σημείο 48, τελευταία παράγραφος της απόφασης).
Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή επί του σημείου αυτού, λαμβάνοντας υπόψη τα γενικά χαρακτηριστικά των συστημάτων διατίμησης, ισχύουν ασφαλώς και για το εθνικό συλλογικό σύστημα διατίμησης. Πάντως, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή εκτίμησε ήδη πράγματι κατά νόμο αυτό καθαυτό το εθνικό σύστημα. Όπως έχω ήδη αναφέρει στο τρίτο μέρος των προτάσεων μου, αυτό που έχει κυρίως σημασία είναι κατά πόσο οι επίδικες εθνικές συμφωνίες θίγουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ώστε η Επιτροπή να είναι αρμόδια να ενεργήσει ή, με άλλα λόγια, αν το άρθρο 85 έχει εφαρμογή στα συλλογικά αυτά εθνικά συστήματα διατίμησης στον τομέα του βιβλίου που περιορίζονται σε ένα μόνο κράτος μέλος.
Λαμβάνοντας υπόψη το ερώτημα αυτό, η νομική εκτίμηση που περιέχει η απόφαση αφορά το συλλογικό σύστημα διατίμησης πέραν των συνόρων. Αυτός δε είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι η απόφαση δεν περιέχει καμιά εκτίμηση των εθνικών συστημάτων αυτών ως έχουν. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος ως προς την ανεπάρκεια της αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί.
3. Παραοίαοη των γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως των αρχών περί ορ& ής απονομής της δικαιοσύνης
Υπό τον τίτλο αυτό, θα εξετάσω επτά λόγους που προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία που κινήθηκε κατά της απόφασης.
α)
Ο πρώτος λόγος αποτελεί στην πραγματικότητα συνέχεια του λόγου που εξέτασα προηγουμένως στο σημείο 2, εφόσον με το λόγο αυτόν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση καταδικάζει στην πράξη τα εθνικά συστήματα χωρίς να έχει κινηθεί η τυπική διαδικασία και χωρίς να έχουν κοινοποιηθεί οι αιτιάσεις.
Εξάλλου, από το τρίτο μέρος των προτάσεων μου προκύπτει ότι δεν μπορώ να δεχτώ την άποψη κατά την οποία η απόφαση καταλήγει, στην πράξη, στην κατάργηση των εθνικών συστημάτων. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ περισσού, παρατηρώ από τώρα ότι η διακρατική επαναθέσπιση του συλλογικού συστήματος διατίμησης στον τομέα του βιβλίου, σε σχέση με τις εθνικές συμφωνίες, όντως αναφέρθηκε στις σχετικές με την επίδικη συμφωνία αιτιάσεις. Εν συνεχεία, το σύστημα αυτό συζητήθηκε εκτενέστατα κατά τη διοικητική διαδικασία, τόσο κατά τις ακροάσεις όσο και με τις γραπτές παρατηρήσεις.
6)
Με το δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι με τη ληφθείσα απόφαση η Επιτροπή έκρινε αντίθετα προς τις υποσχέσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και κατά τις ακροάσεις της 15ης και 16ης Μαρτίου 1978 (σελίδα 100), δηλαδή ότι θα προέβαινε πρώτα σε έρευνα ως προς τη διατίμηση στον τομέα του βιβλίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πριν αποφανθεί επί των επίδικων διεθνικών συμφωνιών. Με την απόφαση της, ενήργησε αντίθετα προς ό,τι μπορούσαν να αναμένουν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Σχετικά με ό,τι ελέχθη στις ακροάσεις της 15ης και 16ης Μαρτίου 1978, παρατηρώ πρώτον ότι ο εν λόγω υπάλληλος, ο διευθυντής Ferry, δεν μπορούσε κατά κανένα τρόπο να δημιουργήσει στους ενδιαφερομένους δικαιολογημένη προσδοκία και ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σχετικά, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση 71/74, Frubo, Jurispr. 1975, σελίδα 582, σκέψη 20. Μπορεί αναμφίβολα να υπομνηστεί ότι και σε άλλες υποθέσεις, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα, το Δικαστήριο έκρινε ήδη κατ' επανάληψη ότι η ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους των υπαλλήλων της Επιτροπής δεν είναι καθοριστικού χαρακτήρα, που να επιτρέπει την επίκληση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να υποστηριχτεί ότι, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της, μια δήλωση κατά τις ακροάσεις της 15ης και 16ης Μαρτίου 1978 μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιες προσδοκίες, ώστε η απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1981, τρία έτη αργότερα, να αποτελέσει απροσδόκητη έκπληξη, εφόσον κατά τη διάρκεια των τριών αυτών ετών η Επιτροπή και οι ενδιαφερόμενοι είχαν στενότερες επαφές, περιλαμβανόμενης και της δεύτερης ακρόασης στις 18 Οκτωβρίου 1979. Σχετικά, το σύστημα διατίμησης στον τομέα του βιβλίου βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο της σχετικής συζήτησης.
Κατά τις ακροάσεις της 15ης και 16ης Μαρτίου 1978, ελέχθη πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να λάβει απόφαση ως προς την επίδικη συμφωνία πριν από τη σχετική συνάντηση για τον τομέα του βιβλίου, που έπρεπε να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τον Απρίλιο του 1978 και η οποία θα επέτρεπε τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής προσέθεσαν ότι μετά τη σύσκεψη αυτή και αφού η Επιτροπή θα ελάμβανε απόφαση ως προς την πολιτική της στον τομέα των βιβλίων, θα εζητείτο από τους ενδιαφερομένους να τροποποιήσουν τις ρήτρες της συμφωνίας που, κατ' αυτές, δεν ίσχυαν πλέον. Δεν είναι γνωστό αν η Επιτροπή έλαβε πράγματι γενική απόφαση ως προς την πολιτική της στον τομέα του βιβλίου και η οποία επομένως δεν αφορά μόνο την επίδικη συμφωνία, ούτε είναι δε γνωστή η ημερομηνία της ενδεχόμενης αυτής απόφασης. Θεωρώ ότι η επίδικη ανακοίνωση δεν συνιστά πράγματι παράδειγμα μεγάλης σαφήνειας. Πρώτον, φαίνεται ότι η λήψη απόφασης αναβλήθηκε μέχρι τη συνάντηση που έπρεπε να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τον Απρίλιο, ενώ μεταγενέστερα δόθηκαν διευκρινίσεις, ότι δηλαδή η γενική απόφαση ως προς την πολιτική που θα ακολουθούσε η Επιτροπή θα ελαμβάνετο προηγουμένως. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η διατύπωση και ιδίως η κατ' επανάληψη χρησιμοποίηση των λέξεων «we do not intend ... to proceed with a decision ...» καταδεικνύουν ότι πρόκειται για πρόθεση και όχι για κατευθυντήρια πολιτική συμπεριφορά που δεσμεύει την Επιτροπή.
Θεωρώ επομένως ότι αυτό το σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Όσον αφορά την ανακοίνωση του μέλους της Επιτροπής O'Kennedy στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 13ης Φεβρουαρίου 1981, θεωρώ ότι με την ανακοίνωση αυτή ορθώς υπογραμμίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία δεν αφορούσε το αντικείμενο της συζήτησης ενώπιον του Κοινοβουλίου. Σχετικά, το μέλος της Επιτροπής δήλωσε ρητά ότι, βάσει του καθήκοντος που έχει στο πλαίσιο του άρθρου 85, η Επιτροπή δεν μπορούσε να δεχτεί προηγούμενη ανταλλαγή απόψεων με το Κοινοβούλιο.
Από τα διάφορα έγγραφα, τα οποία κατέθεσαν οι προσφεύγουσες και που αφορούν τις συζητήσεις ενώπιον του Κοινοβουλίου, δεν προκύπτει εξάλλου ότι η Επιτροπή έδωσε υποσχέσεις στο Κοινοβούλιο, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες. Επομένως, στο σημείο αυτό συμμερίζομαι την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή με τα υπομνήματα της. Εξάλλου, ακόμη κι αν η άποψη των προσφευγουσών ήταν ορθή, δεν θα αποδεικνυόταν επίσης, ως εκ τούτου, ότι μπορούσαν κατά νόμο να την επικαλεστούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Επομένως, και αυτό το σκέλος του εν λόγω λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
γ)
Τρίτον, ελέχθη ότι η απόφαση εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος της επίδικης συμφωνίας, δεδομένου ότι άλλα παρόμοια συστήματα δεν θίγονται. Προς απόδειξη της ομοιότητας άλλων συμφωνιών, οι προσφεύγουσες παραπέμπουν κυρίως στο γεγονός ότι άλλα συστήματα η.λαμβάνουν επίσης σύστημα διατίμησης για τα βιβλία. Σχετικά, παραπέμπουν ιδίως στο βρετανικό «Net Book Agreement», στο γερμανικό «Sammelrevers» και στο ισχύον γαλλικό σύστημα («Loi Lang»).
Δεν μου φαίνεται αναγκαίο να αναπτύξω λεπτομερώς στο Δικαστήριο τα συστήματα που αναφέρονται κατά την ανάλυση του λόγου αυτού. Αρκεί να υπομνηστεί ότι η επίδικη συμφωνία είναι σαφώς διεθνικού χαρακτήρα, ότι συνήφθη από δύο ενώσεις που έχουν την έδρα τους στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο για τις διασυνοριακές εμπορικές ανταλλαγές και ότι η συμφωνία που κοινοποιήθηκε περιλαμβάνει σύστημα συλλογικής αποκλειστικότητας καθώς και συλλογικό σύστημα διατίμησης. Από πρώτη άποψη, το Net Book Agreement και το γερμανικό Sammelrevers είναι ήδη λιγότερο περιοριστικά από την επίδικη συμφωνία, εφόσον και τα δύο συστήματα στηρίζονται στο ατομικό σύστημα διατίμησης και δεν περιλαμβάνουν ρήτρα αποκλειστικότητας. Εξάλλου, και τα δύο έχουν πρωτίστως εθνικό χαρακτήρα, καίτοι είναι αλήθεια ότι αναδίδουν ορισμένο αποτέλεσμα πέραν των συνόρων. Όπως ανέφερε η Επιτροπή, ο βαθμός των αποτελεσμάτων αυτών και η εκτίμηση τους υπό το φως του άρθρου 85 αποτελούν εν τω μεταξύ αντικείμενο έρευνας. Εξάλλου, η εφαρμογή του Net Book Agreement στην Ιρλανδία φαίνεται ότι θέτει προβλήματα λόγω των διακυμάνσεων που υπάρχουν στην τιμή συναλλάγματος μεταξύ της στερλίνας και της ιρλανδικής λίρας, πράγμα που εμποδίζει τελικά την ύπαρξη ενιαίας τιμής για κάθε εκδιδόμενο βιβλίο που πωλείται στην Ιρλανδία, όπως ανέφερε η Επιτροπή απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου.
Το γαλλικό σύστημα βασίζεται στο νόμο της 10ης Αυγούστου 1981 και, επομένως, εμπίπτει πλήρως στο δημόσιο δίκαιο. Όπως ανέφερα ήδη, ο βιβλιοπώλης μπορεί, μεταξύ άλλων, να παρέχει έκπτωση 5 ο/ο κατ' ανώτατο όριο επί της διατίμησης. Είναι αλήθεια ότι, σε περίπτωση εισαγωγής βιβλίου που εκδόθηκε αρχικά στη Γαλλία, ο εισαγωγέας οφείλει τουλάχιστον να καθορίζει την τιμή πώλησης στο Kotvó στο ίδιο επίπεδο με τον εκδότη. Η Επιτροπή ανέφερε ότι ζήτησε σχετικές εξηγήσεις από τη γαλλική κυβέρνηση.
Είμαι πεπεισμένος ότι με τη σύνοψη αυτή αποδείχτηκε ήδη επαρκώς ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ αφενός της επίδικης συμφωνίας και αφετέρου των άλλων συστημάτων. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι διαφορές αυτές έχουν ελάχιστη σημασία, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί πάντως να αιτιολογήσει την παράβαση από τις προσφεύγουσες των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού ή την παράλειψη της Επιτροπής να ενεργήσει (βλέπε συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 209 μέχρι 215 και 218/78, Fedetab, Jurispr. 1980, σ. 3249, σκέψη 84). Από τη φύση των πραγμάτων, η Επιτροπή δεν μπορεί να ενεργεί συγχρόνως καθ' όλων των παρόμοιων παραβάσεων του άρθρου 85. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή, λαμβάνοντας την απόφαση, δεν ενήργησε κατά παράβαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
δ)
Τέταρτον, προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν αναζήτησε εναλλακτικές λύσεις σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι η εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, δεν ήταν δυνατή. Έχω ήδη αναλύσει από πλευράς ουσίας το λόγο αυτό στο τρίτο μέρος των προτάσεων μου. Σχετικά, παρτήρησα ήδη ότι στην πραγματικότητα το διατυπωθέν παράπονο δεν είναι εντελώς ακριβές, αλλά ότι η Επιτροπή παρουσιάστηκε πράγματι επιφυλακτική στο να προτείνει εναλλακτικές λύσεις.
Με την απάντηση της στον τυπικό αυτό λόγο, η Επιτροπή διερωτήθηκε πρώτον ποια αρχή παραβίασε, κατά τη γνώμη των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Με την ανταπάντηση τους, οι τελευταίες διευκρίνισαν ότι η Επιτροπή εξετέλεσε κακώς τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί και ότι διέψευσε τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει.
Πρέπει να διαπιστωθεί ότι κανένα στοιχείο ούτε του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε του κανονισμού εφαρμογής 17/62 δεν προβλέπει παρόμοια υποχρέωση βαρύνουσα την Επιτροπή. Εξάλλου, μια τέτοια συμπεριφορά θα συνεπαγόταν κινδύνους για την Επιτροπή, δηλαδή ότι τελικά δεν θα μπορούσε πλέον να ασκεί ανεπιφύλακτα τα καθήκοντα της δυνάμει του άρθρου 85.
Κατά το τέλος της επ' ακροατηρίου συζήτησης, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ορθώς διατύπωσε τις ίδιες αυτές σκέψεις απαντώντας σε ερωτήματα του Δικαστηρίου, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3. Η Επιτροπή διατυπώνει λιγότερες αντιρρήσεις όταν πρόκειται να κάνει προτάσεις που συνεπάγονται αρνητική πιστοποίηση. Αυτό μου φαίνεται δικαιολογημένο από μόνο το λόγο ότι η αρνητική πιστοποίηση μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναθεωρηθεί εφόσον εμφανίζονται νέα πραγματικά περιστατικά συνεπαγόμενα αντιρρήσεις. Αντίθετα, η εξαίρεση δεσμεύει και τον εθνικό δικαστή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στις συζητήσεις της με τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, η Επιτροπή οφείλει να επαγρυπνεί ώστε να μη δεσμεύεται επί ορισμένων λύσεων δυναμένων να υπονομεύσουν τις εγγυήσεις αμερόληπτης διαδικασίας, οι οποίες προβλέπονται κυρίως για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των τρίτων, όπως των ανταγωνιστών ή των πελατών. Εξάλλου, η Επιτροπή ορθώς επέσυρε την προσοχή επί του γεγονότος ότι, στους τομείς στους οποίους υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πλήρως ποιες είναι οι εσωτερικές συγκρούσεις συμφερόντων που μπορούν να οδηγήσουν στην προτίμηση των μεν ή των δε λύσεων. Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν επίσης υπέρ της μεγάλης επιφύλαξης της Επιτροπής όταν αυτή προτείνει εναλλακτικές λύσεις σε μια σύμπραξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται εξάλλου ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και η Επιτροπή διατηρούσαν κανονικές επαφές από την κοινοποίηση των αιτιάσεων μέχρι το τέλος του 1977 και, επομένως, επρόκειτο για πραγματικό διάλογο. Στο έγγραφο του διευθυντή Ferry, της 9ης Αυγούστου 1979, αναφέρεται ότι μπορούσε να προβλεφθούν λιγότερο περιοριστικά συστήματα από το σύστημα συλλογικής διατίμησης, όπως, για παράδειγμα, «η αγοραστική κοινοπραξία βιβλιοπωλών και μορφές συνεργασίας όπως οι περιγραφόμενες στην ανακοίνωση περί συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων (PB C 75, 1968, σ. 3, και C 84, σ. 4)».
Εν συνεχεία, οι ίδιες οι προσφεύγουσες, στις επιστολές που απηύθυναν στον Dubois της Επιτροπής, αναφέρονται στην εφαρμογή των σχετικών σχεδίων που πρότεινε η Επιτροπή (ενδέκατο επισυναπτόμενο έγγραφο της VBBB, και τριακοστό επισυναπτόμενο έγγραφο της VBVB).
Τέλος, οι σκέψεις που διατύπωσε η VBBB με την ανταπάντηση της (υπόθεση 63/82, σ. 13) δείχνουν ότι η Επιτροπή διατύπωσε πράγματι παρόμοιες προτάσεις. Αυτό ακριβώς οδήγησε την προσφεύγουσα να ισχυριστεί στο σημείο αυτό ότι η επίδικη απόφαση είναι αντίθετη προς τις προτάσεις που έγιναν και, συνεπώς, συγκρούεται προς τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν. Όσον αφορά τις προσδοκίες αυτές, προς αντίκρουση τους παραπέμπω για μια ακόμη φορά στην υπόθεση 71/84 Frubo, Jurispr. 1975, σ. 581 και 582.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
ε)
Πέμπτον, η προσφεύγουσα VBVB ισχυρίζεται ότι σε όλα τα κράτη μέλη ισχύει σύστημα διατίμησης στον τομέα του βιβλίου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρεί ότι η απόφαση είναι αντίθετη προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία είναι κοινά σε όλα τα κράτη μέλη και που η Κοινότητα οφείλει να σέβεται. Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει σχετικά την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Noid (4/73, Jurispr. 1974, σ. 491).
Ορθώς η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά το Δικαστήριο, όταν προέχει η προστασία της αρχής την οποία επικαλείται, πρέπει να πρόκειται για υεμελιώοη δικαιώματα τα οποία είναι κοινά σε όλα τα κράτη μέλη. Στην υπόθεση Noid, το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ότι πρέπει να πρόκειται για τα δικαιώματα που απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών ή να σχετίζονται με διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τις οποίες τα κράτη μέλη συνεργάστηκαν ή στις οποίες προσχώρησαν (σκέψη 13).
Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι, κατά το μέτρο που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη, η διατίμηση στον τομέα του βιβλίου εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία δικαιωμάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για μέτρο οικονομικής φύσης. Σχετικά, παραπέμπω εξάλλου σε ό,τι παρατήρησα στο τρίτο μέρος των προτάσεων μου, σχετικά με παρόμοιο λόγο που ανάπτυξαν οι προσφεύγουσες ως προς την ουσία.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
στ)
Έκτον, προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν ανακοίνωσε προηγουμένως στην προσφεύγουσα όλα τα αποδεικτικά μέσα, καίτοι η προσφεύγουσα BVBV το ζήτησε ρητώς με την από 1ης Οκτωβρίου 1979 αίτηση της και ως εκ τούτου η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα υπεράσπισης.
Στο παρατιθέμενο έγγραφο, η προσφεύγουσα γράφει, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή (15ο επισυναπτόμενο έγγραφο):
«Πρέπει να χορηγηθεί στην προσφεύγουσα το δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων στα οποία βασίζεται η Επιτροπή. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης επιβάλλει να ανακοινωθούν προηγουμένως στην προσφεύγουσα τα αποδεικτικά μέσα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν εναντίον της.»
Πάντως, η αίτηση της προσφεύγουσας δεν διευκρινίστηκε περαιτέρω. Επί πλέον, η προσφεύγουσα δεν επανήλθε στην αίτηση της, καίτοι η Επιτροπή δεν αντέδρασε κατά κανένα τρόπο. Είναι επομένως κατανοητό ότι, στηριζόμενη και στη' διατύπωση της αίτησης, η Επιτροπή έκρινε ότι επρόκειτο μάλλον για γενική διατύπωση αρχής, παρά για συγκεκριμένη αίτηση που απέβλεπε στη γνωστοποίηση ορισμένων εγγράφων. Επ' αυτού, παρατηρώ επίσης ότι η αίτηση περιλαμβάνεται στο εισαγωγικό τμήμα του εν λόγω εγγράφου, με τίτλο «προκαταρκτική παρατήρηση», με το οποίο η προσφεύγουσα προβαίνει σε ορισμένα γενικά σχόλια πριν αναλύσει, στο επόμενο τμήμα, τις αιτιάσεις που της κοινοποιήθηκαν με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1979. Εξάλλου, η φύση του εγγράφου που απέστειλε η προσφεύγουσα και που η ίδια ονομάζει «σημείωμα» δεν μου φαίνεται εντελώς σαφής.
Μόνο με την ανταπάντηση της η προσφεύγουσα διευκρίνισε σαφώς ότι πρόκειται για τρία διαφορετικά έγγραφα, ήτοι:
—
το πρακτικό της συνεδρίασης της ένωσης εκδοτών βιβλίων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,
—
την εμπεριστατωμένη μελέτη για την οποία γίνεται λόγος στο έγγραφο του διευθυντή Ferry, της 9ης Αυγούστου 1979,
—
την έρευνα για την οποία γίνεται λόγος στην πρόταση ψηφίσματος στην περίπτωση που η τελευταία θα γινόταν δεκτή και που αναφέρεται στο από 13 Νοεμβρίου 1980 έγγραφο του διευθυντή Ferry προς την προσφεύγουσα.
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι το πρακτικό της αναφερόμενης συνεδρίασης ήταν ήδη στην κατοχή της προσφεύγουσας, διότι οι εκπρόσωποι της είχαν επίσης μετάσχει στη συνεδρίαση αυτή.
Όσον αφορά τη δεύτερη υποβληθείσα αίτηση, το κρίσιμο απόσπασμα της επιστολής είναι το ακόλουθο:
«Μετά λεπτομερή εξέταση του συστήματος διατίμησης στον τομέα του βιβλίου για την ολλανδόφωνη περιοχή, με τη βοήθεια, μεταξύ άλλων, της τεκμηρίωσης που μας αποστείλατε σχετικά με τον τομέα του βιβλίου στις Κάτω Χώρες και στη Φλάνδρα, καταλήξαμε προσωρινά στο συμπέρασμα ότι η αίτηση σας για χορήγηση εξαίρεσης βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ για το σχέδιο νέας συμφωνίας, που πρόκειται να συναφθεί μεταξύ VBBB και VBVB, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.»
Κατά την άποψη μου δεν είναι σαφές τι πράγματι επιδιώκει η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι, στη συνέχεια της επιστολής, το αναφερόμενο συμπέρασμα, δηλαδή η απόρριψη της αίτησης μετά προηγούμενη έρευνα, αιτιολογήθηκε λεπτομερώς.
Τέλος, όσον αφορά την τρίτη αίτηση, περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι η εν λόγω αίτηση της 1ης Οκτωβρίου 1979 δεν μπορούσε να έχει καμιά σχέση με τη δυνατότητα διενέργειας ορισμένων ερευνών που η Επιτροπή είχε αναγγείλει με το έγγραφο της 13ης Αυγούστου 1980, εφόσον στο μεταξύ παρήλθε σχεδόν ολόκληρο έτος.
Εξάλλου, το έγγραφο αφορούσε την αρνητική γνώμη σχετικά με το σχέδιο της νέας συμφωνίας που είχε υποβληθεί (σημεία 27 μέχρι 30 της απόφασης). Επομένως, οι αιτιάσεις που διατυπώθηκαν αρχικώς, στις 19 Δεκεμβρίου 1977, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Αναφέρουν αρκετά σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στην προσφεύγουσα. Το Δικαστήριο, στις υποθέσεις 56 και 58/64, Grundig κατά Consten, Jurispr. 1966, σ. 511, έκρινε ήδη ότι δεν επιβάλλεται να γνωστοποιηθεί ολόκληρος ο φάκελος. Αρκεί ότι οι ενδιαφερόμενες ενημερώθηκαν ως προς το κύριο μέρος των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζονται οι αιτιάσεις (υπόθεση 48/69, ICI, Jurispr. 1972, σ. 654, σκέψεις 21 μέχρι 26).
Κατά την άποψη μου, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι, λόγω της επιφυλακτικής συμπεριφοράς της Επιτροπής, στερήθηκε από τα αναγκαία στοιχεία για να ετοιμάσει την υπεράσπιση της. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις 209 μέχρι 215 και 218/78, Fedetab, Jurispr. 1980, σκέψη 39.
Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
η)
Τέλος, προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε σε όλα τα ζητήματα που ήγειραν οι προσφεύγουσες. Σχετικά, προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν εξέτασε τους προβληθέντες λόγους σύμφωνα με τους οποίους, με την τηρηθείσα στάση, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 10 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί της ελευθερίας της έκφρασης, καθώς και το άρθρο 10 δις της Συμβάσεως της Ενώσεως των Παρισίων περί της προστασίας κατά της πρακτικής προσφοράς «ειδών προς προσέλκυση πελατείας». Έχω ήδη εξετάσει προηγουμένως το λόγο αυτό από πλευράς ουσίας.
Είναι αλήθεια ότι με την απόφαση της η Επιτροπή δεν εξέτασε τα θέματα αυτά, τα οποία εντούτοις ανέκυψαν πολλές φορές κατά τη διαδικασία. Πάντως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο η Επιτροπή να αναλύει λεπτομερώς όλους τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι κατά τη διοικητική διαδικασία και δεν οφείλει να αιτιολογήσει την απόφαση της εφόσον απορρίφθηκαν οι λόγοι που προέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη (βλέπε μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις 56 και 58/64, Grundig κατά Consten, Jurispr. 1966, σ. 510 και 511, και τις πιο πρόσφατες 209 μέχρι 215 και 218/78, Fedetab, Jurispr. 1980, σ. 3244, σκέψη 66).
Ο λόγος αυτός που αφορά τον τύπο πρέπει επομένως να απορριφθεί.
4. Αιαοικαοτίκές πλημμέλειες
Εν συνεχεία, προσάπτονται στην Επιτροπή ορισμένα τυπικά σφάλματα που μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις πλημμέλειες κατά τη διαδικασία που κατέληξε στην επίδικη απόφαση.
α)
Πρώτον, εσφαλμένως o Schlieder υπέγραψε «κατ' εντολή» την κοινοποίηση των αιτιάσεων της 12ης Ιανουαρίου 1978, διότι παρόμοια εντολή δεν υπήρξε, και, σε περίπτωση που υπήρξε, ήταν παράνομη.
Κατά την άποψη μου, ο λόγος αυτός μπορεί αμέσως να αντικρουστεί παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση 48/69, ICI, Jurispr. 1972, σ. 653, σκέψεις 11 μέχρι 14, καθώς και στην υπόθεση 8/72, Vereniging van Cementhandelaren, Jurispr. 1972, σ. 989, σκέψεις 10 μέχρι 14. Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εν λόγω υπάλληλος, ενήργησε στο πλαίσιο «όχι μεταβίβασης εξουσιών, αλλ' απλής εξουσιοδότησης προς θέση υπογραφής που είχε από το αρμόδιο μέλος».
Σχετικά, η Επιτροπή παρατήρησε ακόμη ότι στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για εξουσιοδότηση προς θέση υπογραφής την οποία το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής είχε δώσει στον Schlieder, αφού το ίδιο το μέλος είχε εγκρίνει τις αιτιάσεις (στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάστηκαν από την Επιτροπή στο μέλος αυτό). Κατά την Επιτροπή, πρόκειται εδώ για πάγια πρακτική που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με τις παρατεθείσες προηγουμένως αποφάσεις και η οποία συνεπάγεται ότι για κάθε εγκεκριμένη κοινοποίηση των αιτιάσεων παρέχεται νέα εξουσιοδότηση θέσεως υπογραφής.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των προσφευγουσών κατά τον οποίο, στις παρατιθέμενες υποθέσεις, είχε αποδειχτεί ότι το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής ενέκρινε προ-σεκτικώς τις αιτιάσεις, αντίθετα προς ό,τι συνέοη στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή προσφέρθηκε να προσκομίσει τα αναγκαία έγγραφα. Καίτοι η Επιτροπή δεν έδωσε ακόμη συνέχεια στην πρόταση αυτή, μπορεί να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση η πάγια πρακτική της Επιτροπής εφαρμόστηκε ορθά.
Επομένως, και αυτός ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.
6)
Αεύνερον, προσάπτεται στην Επιτροπή ότι παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 99/63, διότι απέκλεισε από την ακρόαση ένα φλαμανδό συγγραφέα που η VBVB είχε προτείνει να καταθέσει ως μάρτυρας.
Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, αν ληφθούν υπόψη όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος της VBVB, όπως αποδεικνύεται από τη σελίδα 50 των πρακτικών των ακροάσεων της 15ης και 16ης Μαρτίου 1978, τα οποία αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή μετέβαλε την προηγούμενη απορριπτική της προτάσεως θέση της. Η μη εμφάνιση του εν λόγω συγγραφέα στην ακρόαση οφείλεται προφανώς στο ότι δεν ειδοποιήθηκε έγκαιρα ως προς τη μεταβολή της γνώμης της Επιτροπής η οποία, τώρα, δεχόταν τη μαρτυρία του.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι κατά την άποψη μου αναγκαίο να αναλυθεί η αρνητική θέση που υιοθέτησε προηγουμένως η Επιτροπή και η δήθεν παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 99/63.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
γ)
ΤέΑος, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η ακρόαση της 18ης Οκτωβρίου 1979 δεν εξελίχτηκε κανονικά, δεδομένου ότι όλοι οι επιφορτισμένοι με την υπόθεση υπάλληλοι, και ιδίως ο διευθυντής Ferry, δεν ήταν παρόντες, και ότι ο τελευταίος εκπροσωπήθηκε από άλλον υπάλληλο.
Δεν βλέπω σαφώς ποια αρχή του δικαίου θεωρεί η προσφεύγουσα ότι παραβιάστηκε από το γεγονός αυτό. Σχετικά, μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 99/63, που προβλέπει ότι «οι ακροάσεις διεξάγονται από πρόσωπα που ορίζει η Επιτροπή προς το σκοπό αυτό».
Από την ανταπάντηση προκύπτει ότι το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού είχε εξουσιοδοτήσει το διευθυντή της διεύθυνσης «Συμπράξεις» ή, σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου, τον αναπληρωτή του για τη διεξαγωγή των ακροάσεων.
Κατά την ακρόαση της 18ης Οκτωβρίου 1979 δεν προήδρευσε ο διευθυντής Ferry, αλλά ο νομικός σύμβουλος Mussard, προφανώς ως αναπληρωτής του πρώτου.
Αυτό φαίνεται πλήρως σύμφωνο προς την προαναφερθείσα εξουσιοδότηση σχετικά με τη διεξαγωγή των ακροάσεων.
'Ετσι, στην αρχή της ακρόασης, γνωστοποιήθηκε εξάλλου ότι ο Mussard θα ανα-πληρούσε τον Ferry στη διεύθυνση της ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 26 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής και, ιδίως, δυνάμει της ειδικής εξουσιοδότησης του αρμόδιου μέλους της Επιτροπής.
Το άρθρο 26 του εσωτερικού κανονισμού ορίζει τον υπάλληλο που αντικαθιστά τον προϊστάμενο του σε περίπτωση κωλύματος.
Συνεπώς, η προσφεύγουσα ουδαμώς απέδειξε ότι η ακρόαση πάσχει από οποιαδήποτε πλημμέλεια λόγω του ότι ο Mussard αναπλήρωσε τον Ferry.
Κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα θεωρεί ότι όλοι οι επιφορτισμένοι με την υπόθεση υπάλληλοι οφείλουν πάντα να είναι παρόντες κατά την ακρόαση, περιορίζομαι να παραπέμψω στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 209 μέχρι 215 και 218/78, Fedetab, Jurispr. 1980, σ. 3234, σκέψη 27, με την οποία απορρίφθηκε παρόμοιο επιχείρημα. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο Mussard ήταν παρών κα9όλη τη διάρκεια της ακρόασης.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
5.
Προσάπτεται ακόμη στην Επιτροπή ότι παρέβη τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 99/63, λόγω του ότι η απόφαση περιέχει αιτιάσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην κοινοποίηση και διότι η κοινοποίηση των αιτιάσεων περιλαμβάνει ορισμένες ασάφειες που έπρεπε να είχαν διευκρινιστεί.
Η πρώτη μομφή που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες συνίσταται, ειδικότερα, στο ότι οι αιτιάσεις βασίζονταν κυρίως στο στοιχείο που αποτελούσε το συλλογικό σύστημα αποκλειστικότητας στην επίδικη συμφωνία, ενώ, με την απόφαση, η ειδική συμφωνία εκτιμήθηκε τόσο βάσει του συλλογικού συστήματος αποκλειστικότητας όσο και του συλλογικού συστήματος διατίμησης.
Εντούτοις, από την ανάγνωση των αιτιάσεων προκύπτει σαφώς ότι οι αιτιάσεις αφορούσαν ήδη τα δύο στοιχεία, τόσο ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, σημείο II, των αιτιάσεων, όσο και προς τη μη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, σημείο III, των αιτιάσεων (μεταξύ άλλων στις περιπτώσεις 2 και 4).
Είναι αυτονόητο ότι η απόφαση αιτιολογείται λεπτομερέστερα απ' ό,τι η κοινοποίηση των αιτιάσεων, όπως και όσον αφορά ορισμένες επόψεις σχετικές με το συλλογικό σύστημα διατίμησης, πράγμα που συμφωνεί πλήρως με το σκοπό της κοινοποίησης των αιτιάσεων στη διοικητική διαδικασία. Σχετικά, παραπέμπω στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση 42/69, ACF Chemiefarma, Jurispr. 1970, σ. 694, σκέψεις 90 μέχρι 95, και στις υποθέσεις 209 μέχρι 215 και 218/78, Fedetab, Jurispr. 1980, σ. 3245, σκέψη 68).
Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η κοινοποίηση των αιτιάσεων περιέχει «στοιχεία και αριθμούς προσφανώς ανακριβείς» και ότι κακώς περιλαμβάνει το σύστημα έγκρισης.
Κατά το μέτρο που, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει, ot προσφεύγουσες θεωρούν ότι η Επιτροπή έπρεπε επομένως να τους κοινοποιήσει νέες αιτιάσεις, παραγνωρίζουν ποια είναι η λειτουργία της διοικητικής διαδικασίας (κοινοποίηση των αιτιάσεων, γραπτές παρατηρήσεις, ακρόαση των ενδιαφερομένων), που προηγείται της λήψεως απόφασης και σκοπό έχει να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ασκήσουν τα δικαιώματα υπερασπίσεως τους. Αν η απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις και τα σχόλια των ενδιαφερομένων, αυτοί μπορούν να την προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν διευκρινίζουν για ποια «στοιχεία και αριθμούς προφανώς ανακριβείς» πρόκειται. Επομένως, δεν είναι δυνατό το σημείο αυτό να αναλυθεί λεπτομερέστερα εν προκειμένω. Κατέληξα ήδη στο συμπέρασμα ότι είναι αβάσιμος ο λόγος που προέβαλαν οι προσφεύγουσες ως προς το ότι η προϋπόθεση έγκρισης περιελαμβάνετο στην κοινοποίηση των αιτιάσεων (και στην απόφαση).
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
V — Τελικές παρατηρήσεις και συμπέρασμα
1. Σύνοψη
Με τις προηγούμενες σκέψεις κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλοι οι λόγοι οι αφορώντες την ουσία και τον τύπο, που πρόβαλαν οι προσφεύγουσες κατά της ληφθείσας απόφασης, πρέπει να απορριφθούν. Σχετικά, φαίνεται ότι οι σημαντικότεροι λόγοι αφορούν τη μη χορήγηση εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Επί του σημείου αυτού, το συμπέρασμα μου ήταν ότι η επίδικη διεθνική συμφωνία πραγματικά δεν συγκεντρώνει καμιά από τις τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο αυτό ή, τουλάχιστον, ότι, στο πλαίσιο της διακριτικής της εξουσίας, η Επιτροπή κατέληξε κανονικά στην εκτίμηση αυτή. Για να ληφθούν πλήρως υπόψη οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών, αν έλυσα για το Δικαστήριο περισσότερο απ' ό,τι χρειαζόταν τα επιχειρήματα τους, προκειμένου να τα αντικρούσω. Πράγματι, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε ότι, με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε ρητώς ότι, κυρίως — αν όχι αποκλειστικά — κατά την εξέταση μιας συμφωνίας υπό το φως των δύο θετικών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 85, παράγραφος 3, για κάθε εξαίρεση, η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτίμησης επί του οποίου το Δικαστήριο ασκεί μόνο έλεγχο νομιμότητας. Η εκτίμηση των ισχυρισμών των προσφευγουσών κατά τους οποίους η συμφωνία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής και της διανομής καθώς και η εκτίμηση των βελτιώσεων του ισολογισμού που ενδεχομένως διαπιστώθηκαν, αφενός, και οι αντιρρήσεις οικονομικού χαρακτήρα που συνεπάγεται η συμφωνία, (ο «οικονομικός ισολογισμός» της συμφωνίας) εμπίπτουν πρωτίστως στην οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο οφείλει, ιδίως, να επαγρυπνεί ώστε τα προβαλλόμενα από τις προσφεύγουσες επιχειρήματα να εκτιμώνται επισταμένως. Αναφερόμενος επίσης στις σοβαρότατες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν κατά των συλλογικών συστημάτων διατίμησης γενικά στις περισσότερες δυτικές χώρες και τα οποία εκ νέου περιέγραψα συνοπτικά με τις προτάσεις μου, όσον αφορά τις αναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις, επιθυμώ να περιοριστώ, στην παρούσα σύνοψη, στο να αναφέρω ότι, μετά σοβαρή εξέταση όλων των προβληθέντων επιχειρημάτων, η Επιτροπή, προς στήριξη της άποψης της κατά την οποία δεν συγκεντρώνονται οι δύο θετικές προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, προέβαλε σοβαρούς λόγους, που εναπόκεινται στο Δικαστήριο να σεβαστεί. Σχετικά, η Επιτροπή εκτίμησε επίσης σωστά τον πολιτιστικό παράγοντα ο οποίος, κατά τις ίδιες τις προσφεύγουσες, εκφράζεται από την επιταγή της «μεγάλης ποικιλίας». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, ως εκ περισσού από νομική άποψη — όπως ανέφερα ήδη —, εξέθεσα με τις προηγούμενες σκέψεις γιατί προσωπικά θεωρώ επίσης ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της άποψης της είναι ορθά. Λόγω της πολιτικής χροιάς που έχει η παρούσα υπόθεση, θεωρώ εξάλλου κατανοητό και σημαντικό ότι η Επιτροπή — καίτοι ήταν περιττό από νομική άποψη — αφού διαπίστωσε ότι η εκτίμηση της συμφωνίας υπό το φως των δύο θετικών προϋποθέσεων ήταν αρνητική, την εξέτασε ακόμη υπό το φως των δύο αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 85, παράγραφος 3. Στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτει, λαμβάνοντας υπόψη τις θετικές προϋποθέσεις (quod non), η Επιτροπή αναγνώρισε στην επίδικη συμφωνία το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, προβάλλει καλώς αιτιολογημένα στοιχεία, για να αποδείξει ότι, εν πάση περιπτώσει, η συμφωνία δεν συγκέντρωνε τις δύο αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3.
2. Το πρόβλημα των εναλλακτικών λύσεων
Το πρόβλημα κατά πόσο υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στις απαγορευμένες ρήτρες της διεθνικής συμφωνίας και, αν ναι, ποιες είναι οι λύσεις αυτές, τέθηκε από τις προσφεύγουσες τόσον όσον αφορά την εξέταση του απαραίτητου αναπόφευκτα χαρακτήρα της συμφωνίας που προβλέπει το άρ9ρο 85, παράγραφος 3, όσο και στο πλαίσιο των λόγων που αφορούν τον τύπο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όπως ανέφερα προηγουμένως, επανέρχομαι επί του σημείου αυτού στο τελευταίο μέρος των προτάσεων μου. Σ' αυτό προστίθεται το ότι, κατά την απογευματινή συνεδρίαση, η ολλανδή προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι, αν το Δικαστήριο εδέχετο την απόφαση της Επιτροπής, ακόμη και όσον αφορά το συλλογικό σύστημα αποκλειστικότητας, θα επακολουθούσε ένα κενό, μια «μεσοβασι-λεία», κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα μπορούσε να υπάρξει νέο σύστημα ικανό να εξουδετερώσει για ορισμένη περίοδο την υφιστάμενη ένταση στην αγορά, ώστε η μετάβαση στο νέο σύστημα να μην μπορεί να γίνει σωστά. Στην αλληλουχία αυτί], η ολλανδή προσφεύγουσα ζήτησε από το Δικαστήριο να περιλάβει στην απόφαση του τις απόψεις του όσον αφορά τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις.
Όσον αφορά το αίτημα αυτό, επιθυμώ προκαταρκτικά να παρατηρήσω ότι, εκ των πραγμάτων, μόνο σε περιορισμένο βαθμό μπορεί το Δικαστήριο να δώσει συνέχεια στο αίτημα αυτό. Σχετικά, όχι μόνο το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει η Επιτροπή στον τομέα αυτό, αλλά και το γεγονός ότι καμιά καθεαυτό εναλλακτική λύση δεν υπήρξε αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, περιορίζουν πολύ το Δικαστήριο. Εντούτοις, είναι δυνατό να γίνουν μερικές παρατηρήσεις επί των εναλλακτικών λύσεων, για τις οποίες έγινε συζήτηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορεί να γίνει είναι ότι η ληφθείσα απόφαση και συνεπώς και η απόφαση του Δικαστηρίου δεν αφορούν τα εθνικά συστήματα που αποτελούν τη βάση της διεθνικής συμφωνίας. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τα εθνικά συλλογικά συστήματα αποκλειστικότητας κατά το μέτρο που ισχύουν ακόμη, πράγμα που δεν συμβαίνει, ιδίως στο Βέλγιο, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, ακόμη και όσον αφορά το τελευταίο αυτό στοιχείο, δεν πρέπει να υπάρχουν φόβοι για «μεσοβασιλεία» (ιδίως στις Κάτω Χώρες) εφόσον συνεχίζονται οι συνομιλίες με την Επιτροπή. 'Εχω ήδη παρατηρήσει ότι τα εθνικά συλλογικά συστήματα διατίμησης, με τους περιορισμούς που επέβαλαν οι εθνικές διοικητικές και δικαστικές αρχές, συνιστούν ήδη καθεαυτά ισχυρή προστασία. Τόσο τα υφιστάμενα συστήματα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία επιτρέπονται, όσο και το γεγονός ότι, από τη στιγμή που η εφαρμογή της διεθνικής συμφωνίας με επιβολή κυρώσεων κατέστη αδύνατη, δεν υπήρξε καμιά σοβαρή διεθνική διαταραχή των εθνικών συστημάτων, αποδεικνύουν ότι τα εθνικά συστήματα, ως έχουν συνιστούν ήδη σημαντική εναλλακτική λύση. Επ' αυτού, παραπέμπω επίσης σε ό,τι ήδη είπα προηγουμένως σχετικά με τη λύση αυτή και κυρίως στις αντικειμενικές δυσκολίες τις οποίες η Επιτροπή πρέπει να υπερνικήσει πριν ενεργήσει και κατά των εθνικών συστημάτων.
Όσον αφορά τις άλλες εναλλακτικές λύσεις που η Επιτροπή, κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, θεώρησε ρητώς αποδεκτές (τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και στο επίπεδο της διανομής βιβλίων), προκαλεί προφανώς έκπληξη το γεγονός ότι οι εναλλακτικές αυτές λύσεις βασίζονται στην υπόθεση ότι κάθε μορφή διατίμησης θα εξαφανιστεί και στο εθνικό επίπεδο. Από τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να έχει προκύψει ότι έχω συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πάντως, αυτό δεν μπορεί να μεταβάλει σε τίποτε την άλλη μου διαπίστωση, δηλαδή ότι η απόφαση της Επιτροπής και, επομένως, η απόρριψη των προσφυγών που στρέφονται κατ' αυτής, δεν θίγουν καθόλου τα εθνικά συστήματα.
Όπως προκύπτει ήδη από τις εναλλακτικές λύσεις που η Επιτροπή θεώρησε ρητώς αποδεκτές, αλλά επιβεβαιώνεται ρητά με την απόφαση και ιδίως με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή είναι πράγματι πολύ επιφυλακτική έναντι του ατομικού διεθνικού συστήματος διατίμησης. Έχω ήδη αναφέρει για ποιο λόγο, από μόνο το γεγονός ότι η διαχωριστική γραμμή που υπάρχει μεταξύ ατομικών και των συλλογικών συστημάτων διατίμησης είναι πάρα πολύ ασταθής, θεωρώ ότι οι επιφυλάξεις αυτές είναι πάρα πολύ ευνόητες. Αυτό ασφαλώς ισχύει κατά το μέτρο που το ατομικό σύστημα διατίμησης, εφαρμοζόμενο κατά γενικό σχεδόν τρόπο, εφαρμόζεται συλλογικά σε διεθνικό επίπεδο. Εντούτοις, αυτό δεν εμποδίζει, ακόμη και όσον αφορά τις εναλλακτικές λύσεις υπό μορφή ατομικών διεθνικών συμφωνιών διατίμησης, η απόφαση να μην είναι οριστική και, επομένως, να μπορέσουν να συνεχιστούν οι συζητήσεις με την Επιτροπή. Από μόνο το γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία δεν αφορά αυτή τη μορφή διατίμησης και επειδή η Επιτροπή διαθέτει επίσης περιθώριο εκτίμησης εν προκειμένω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί με την απόφαση του να προχωρήσει πέρα από τη διαπίστωση αυτή. Οποιαδήποτε νύξη μέσα στην απόφαση του Δικαστηρίου, κατά την οποία λύση προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν πράγματι δυνατή, θα συνιστούσε προσβολή του αναφερθέντος περιθωρίου εκτίμησης και θα αγνοούσε επίσης το πολύπλοκο πλαίσιο στο οποίο η Επιτροπή εξετάζει τα προβλήματα αυτά, όπως προκύπτει από τις σκέψεις που διατύπωσε κατά το τελευταίο στάδιο της προφορικής διαδικασίας.
3. Συμπέρασμα
Συνοψίζων τις προτάσεις μου επί των πολλών κατ' ιδίαν λόγων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, προτείνω
α)
να απορριφθούν οι προσφυγές∙
6)
να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα, εκτός των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνουσες υπέρ των προσφευγουσών, οι οποίες πρέπει να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Resale price maintenance, που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Γραφείο Παραγωγικότητας του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, Παρίσι, 1958 που περιέχει επίσης σύνοψη της σχετικής νομοθεσίας των δυτικών χωρών κατά το χρόνο της έκδοσης. Η ουσία των αμερικανικών απόψεων όσον αφορά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του συστήματος αυτού (οι οποίες, στην πλειοψηφία, ανάγονται επίσης στην αναφερθείσα χρονική περίοδο) περιλαμβάνεται, στον τόμο XII, αριθμός 2 του «The Journal of Reprints for Antitrust-Law and Economics» (Federal Legal Publications, 1981). Όσον αφορά τη βρετανική θεωρία των ίδιων ετών, παραθέτω ειδικότερα το έργο των Ε. Β. Stevens και Β. S. Yamey, The restrictive practices Court (Λονδίνο, 1965) και το έργο του Α. Turner, Competition and the Law (Λονδίνο, 1966), που και τα δύο περιλαμβάνουν πολύ επικριτικές παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση του Ristrictive Practices Court επί του «Net Book Agreement», στις οποίες αναφέρονται οι προσφεύγουσες και οι παρεμβαίνουσες που τις υποστηρίζουν. Σύντομη περίληψη της συζήτησης, όπως εμφανίστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την ίδια περίοδο, περιλαμβάνεται στο Immenga/Mestmaecker, Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen, Kommentar zum Kartellgesetz (1981), στις σελίδες 462 επ.
( 3 ) Όσον αφορά τη σημασία αυτού του τμήματος των καταναλωτών υπενθυμίζω τους αριθμούς που προσκόμισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της ολλανδικής ένωσης.
Full & Egal Universal Law Academy