ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 2 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ὁ Cowood, προσφεύγων στην προκειμένη υπαλληλική υπόθεση, πού ευρίσκεται ἀπό τό 1974 στην ὑπηρεσία, τῆς Επιτροπής καί είναι σήμερα υπάλληλος βαθμού LΑ 4 στην γενική διεύθυνση προσωπικοῦ καί διοικήσεως — ἀγγλικό μεταφραστικό τμήμα —, υπέβαλε στίς 19 Νοεμβρίου 1980 υποψηφιότητα γιά θέση προϊσταμένου ὁμάδος της μεταφραστικῆς ὑπηρεσίας.
Σέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 23ης 'Ιανουαρίου 1981 ὁ Ciandcio, ἁρμόδιος διευθυντής τῆς διευθύνσεως «μετάφραση, τεκμηρίωση, ἀναπαραγωγή, βιβλιοθήκη», διεβίβασε στόν Baxter, διευθυντή τῆς διευθύνσεως προσωπικού, τίς ἀπόψεις του ὅσον άφορᾶ τους υποψηφίους για τίς κενές θέσεις. Ὅσον ἀφορᾶ τήν υποψηφιότητα τοῦ προσφεύγοντος, παρατηροῦσε μεταξύ άλλων τά έξῆς:
«Ό κ. Cowood συναγωνίζεται έναν άλλο πολύ πεπειραμένο προϊστάμενο ὁμάδος: τόν κ. Schäfer. Ἐνώπιον ἰσαξίων υποψηφίων, εκφράζω τήν προτίμηση μου γιά τόν κ. Schäfer ὁ όποιος έχει μεγαλύτερη ἀρχαιότητα τόσο στην υπηρεσία ὅσο καί στόν βαθμό LΑ 4-ἀναθεωρητοῦ. Πάντως, πρέπει νά υπογραμμίσω τήν ἀξία καί τήν καλή εργασία τοῦ κ. Cowood».
Στίς 18 Φεβρουαρίου 1981 ὁ Baichère, προϊστάμενος τῆς γενικής διευθύνσεως προσωπικοί) καί διοικήσεως, ἐπληροφόρησε τόν O'Kennedy, ἁρμόδιο γιά υποθέσεις τοῦ προσωπικοί) μέλος τῆς 'Επιτροπής, γιά τίς ἐν λόγω προτάσεις προαγωγής καί τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ὁ ίδιος δέν είχε καμία ἀντίρρηση. Τό μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποφάσισε στίς 17 Μαρτίου 1981 νά διορίσει τόν Schäfer προϊστάμενο ὁμάδος στό ἀγγλικό μεταφραστικό τμήμα. Μετά ἀπό αυτό, στίς 19 Μαρτίου 1981 ἀνακοινώθηκε στον Cowood ὅτι ἡ ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή δέν τόν επέλεξε γιά τήν πλήρωση τῆς θέσεως τοῦ προϊσταμένου μεταφραστικής ομάδος. Κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής ὁ Cowood υπέβαλε στίς 22 'Ιουνίου 1981 διοικητική ἔνσταση κατά τό άρθρο 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, γιά τόν λόγο ὅτι ἡ ἀπόρριψη πρέπει νά ἀποδοθεί ἀποκλειστικά στην συνδικαλιστική του δραστηριότητα. Ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε τόν Ισχυρισμό αυτό μέ ἀπόφαση τῆς 25ης 'Οκτωβρίου 1981, πού επιδόθηκε στόν προσφεύγοντα στίς 16 Νοεμβρίου 1981.
Ὁ Cowood άσκησε στίς 11 Φεβρουαρίου 1982 προσφυγή, μέ αίτημα νά ἀκυρωθοῦν οἱ ἀπορριπτικές ἀποφάσεις τῆς 'Επιτροπής τῆς 19ης Μαρτίου 1981 καί 15ης Νοεμβρίου 1981 καί νά καταδικασθεί ἡ Ἐπιτροπή νά καταβάλει στόν προσφεύγοντα εύλογη ἀποζημίωση πρός ἀποκατάσταση τῆς ηθικής βλάβης τήν ὁποία υπέστη.
'Επί τῶν ζητημάτων αυτῶν έχω τήν ἀκόλουθη γνώμη:
1.
Ή 'Επιτροπή, παραπέμποντας στην παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, θεωρεί ἀπαράδεκτο τό αίτημα τοῦ προσφεύγοντος νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόρριψη τῆς προσφυγής του, διότι ἡ ἀπόρριψη αυτή επιβεβαιώνει τήν ἀπορριπτική ἀπόφαση τῆς 19ης Μαρτίου 1981. 'Απεναντίας, κατά τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, ἡ ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως πρέπει νά θεωρηθεί σαν αυτοτελής ἀπόφαση πού τόν βλάπτει καί μέ τήν ὁποία επιχειρείται νά συγκαλυφθοῦν μέσω ψευδών ισχυρισμών οἱ πραγματικοί λόγοι τῆς ἀπορρίψεως..
'Επειδή ὁ ωνωτέρω ισχυρισμός συνδέεται στενά μέ τήν βασιμότητα τῆς προσφυγής, παρίσταται σκόπιμο νά ἀντιμετωπισθεί κατ' ἀρχάς ἡ βασιμότητά της.
2.
Όσον άφορᾶ τό βάσιμο τῆς προσφυγῆς, ὁ προσφεύγων προβάλλει κυρίως ὅτι ἡ ἀπόρριψη τῆς ὑποψηφιότητός του συνδέεται στενά μέ ένα επεισόδιο τό όποιο συνέβη κατά την συνεδρίαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1981 τῆς Ἐπιτροπῆς Προαγωγῶν τῶν υπαλλήλων τοῦ γλωσσικού. κλάδου γιά τό έτος 1980, στην ὁποία ὁ προσφεύγων συμμετέσχε σάν εκπρόσωπος τοῦ προσωπικοῦ.
Κατά την ἐν λόγω συνεδρίαση, ἡ πρόταση του νά συμπεριληφθεί τό ὄνομα ενός άλλου υπαλλήλου στον πίνακα προακτέων ἀπερρίφθη ἀπό τόν ἁρμόδιο γιά τό προσωπικό γενικό διευθυντή, μεταξύ άλλων γιά τόν λόγο ὅτι ὁ ἐν λόγω υπάλληλος είναι γνωστός σάν συνδικαλιστής καί ἡ συνδικαλιστική του δραστηριότητα δέν τοῦ ἀφήνει ἀρκετό χρόνο γιά τό μεταφραστικό του έργο. Ό προσφεύγων προσπάθησε ἀπό τότε χωρίς επιτυχία νά γραφεί ὁ λόγος αυτός στα πρακτικά τῆς ἐν λόγω συνεδριάσεως. Τό γεγονός αυτό σέ συνδυασμό μέ τό ἀνωτέρω περιστατικό ἀποδεικνύει ὄχι μόνο τήν ύπαρξη προκαταλήψεων στά πλαίσια τῆς Ἐπιτροπής Προαγωγών, άλλά δείχνει επίσης τήν εχθρική έναντι τῆς συνδικαλιστικής δραστηριότητος στάση ὁρισμένων ἀνωτέρων υπαλλήλων τῆς γενικής διευθύνσεως προσωπικοῦ καί διοικήσεως, ἀποτελεί δέ επίσης σημαντικό λόγο γιά τήν ἀπόρριψη τῆς ὑποψηφιότητός του. Υπέρ τῆς ἀπόψεως αυτής συνηγορεί επίσης τό γεγονός ὅτι ὅλοι οἱ πρώην συντονιστές τῶν ειδικευμένων ὁμάδων τοῦ ἀγγλικοῦ μεταφραστικοί) τμήματος, έκτος ἀπό αυτόν, διο-ρίσθησαν προϊστάμενοι μεταφραστικής ὁμάδος. Κατά συνέπεια, ἡ ἀπόρριψη τῆς ὑποψηφιότητός του ἀποτελεί παράβαση τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ παραρτήματος ΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τοῦ ἄρθρου 13, παράγραφος 2, τῆς συμφωνίας τῆς 20ής Σεπτεμβρίου 1974 περί τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς 'Επιτροπής καί τῶν συνδικάτων καί επαγγελματικών ενώσεων, πού παρέχουν τήν εγγύηση ὅτι ή δραστηριότητα τῶν υπαλλήλων ὡς εκπροσώπων τοῦ προσωπικοῦ ἡ ἡ συνδικαλιστική τους δραστηριότητα δέν συνεπάγεται καμία επαγγελματική ζημία. 'Επί πλέον, μέ τήν ἀπόρριψη τῆς ὑποψηφιότητός του παραβιάζονται επίσης οἱ γενικά ισχύουσες ἀρχές τῆς ελευθερίας γνώμης καί σκέψεως, καθώς καί τῆς πολιτικής καί συνδικαλιστικής ελευθερίας.
Ή 'Επιτροπή ἀντιτάσσει στίς αιτιάσεις αυτές ὅτι, έκτός τοῦ ὅτι οἱ επίμαχες παρατηρήσεις δέν πρέπει νά ἐκληφθοῦν ὑπό τήν έννοια πού τίς προβάλλει ὁ προσφεύγων, ἡ συνδικαλιστική δραστηριότητα ουδέποτε υπήρξε ἐμπόδιο σέ προαγωγή. Ειδικότερα, δέν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ τῶν γεγονότων τά όποια συνέβησαν ὅσον άφορᾶ τήν προαγωγή τοῦ άλλου υπαλλήλου καί τῆς ἀξιολογήσεως τῆς ὑποψηφιότητος τοῦ προσφεύγοντος, ή ὁποία δέν έγινε δεκτή ἀπό καθαρά ἀντικειμενικούς λόγους.
Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν προκειμένη διαφορά, ἡ επιτυχής έκβαση τῆς προσφυγής εξαρτάται ἀποφασιστικά ἀπό τό ἄν ή ἀπορριπτική ἀπόφαση πού ελήφθη ἀπό τήν ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή στίς 17 Μαρτίου 1981 καί κοινοποιήθηκε στόν προσφεύγοντα στίς 19 Μαρτίου τοῦ ιδίου έτους ἐστηρίχθη σέ εκτιμήσεις ξένες πρός τήν υπόθεση. Πρέπει νά διαπιστωθεί σχετικά ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση ελήφθη βάσει τῆς προτάσεως τοῦ Ciando, ἁρμόδιου διευθυντή τῆς μεταφραστικής υπηρεσίας, καί προωθήθη διά τῆς υπηρεσιακής ὁδοθ χωρίς ἀποκλίνοντα σχόλια τῶν Baxter καί Bai-chère. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ πρόταση αυτή, στην ὁποία ἐξεφράζετο προτίμηση γιά τόν Schäfer, στηρίζεται σέ ἀντικειμενικά κριτήρια. Στην ἐν λόγω πρόταση, ὁ Ciancio ἀνέφερε ρητά ὅτι τόσο ὁ Schäfer ὅσο καί ὁ προσφεύγων εἶναι ισάξιοι καί ὅτι έπρεπε νά προτιμηθεί ὁ πρώτος ἁπλώς καί μόνο λόγω τῆς μεγαλύτερης ἀρχαιότητός του. Τό ὅτι τό κριτήριο αυτό δικαιολογείται ἀντικειμενικά, ἀποδεικνύεται ήδη ἀπό τήν προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ, στην ὁποία ἀναφέρεται μεταξύ άλλων ὅτι οι υποψήφιοι πρέπει νά ἀποδεικνύουν την ὕπαρξη εμπειρίας μεταφράσεως καί ἀναθεωρήσεως καί ἐπί πλέον νά διαθέτουν διοικητική ικανότητα, ἡ ὁποία νά ἀποδεικνύεται μέ τήν ύπαρξη εμπειρίας σέ θέματα ὀργανώσεως, συντονισμού καί κατανομῆς τῆς εργασίας στόν γλωσσικό τομέα.
Έτσι, ἀπομένει μόνο νά εξετασθεί ἀκόμη ἄν ἡ ἀπόφαση τῆς ἁρμόδιας γιά τους διορισμούς ἀρχής ήταν ἐπί πλέον δυνατό νά επηρεασθεί ἀπό άλλες, ξένες πρός τήν υπόθεση εκτιμήσεις. 'Αλλά ἐπ' αυτού είναι καθοριστικό τό γεγονός ὅτι ἡ ἀπόφαση τοῦ Cianciο νά δώσει τήν προτίμηση του στόν Schäfer, ἡ ὁποία ἐν τέλει ήταν τό μόνο στοιχείο πού οδήγησε τήν ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή στην μή επιλογή τοῦ προσφεύγοντος, ἐλήφθη ήδη στίς 22 Ἰανουαρίου 1981. 'Επειδή ὅμως ὁ προσφεύγων ὁρίστηκε εκπρόσωπος τοῦ προσωπικού μόλις στίς 23 'Ιανουαρίου 1981, τό δέ επίμαχο επεισόδιο συνέβη κατά τήν συνεδρίαση τῆς Ἐπιτροπῆς Προαγωγών στίς 17 Φεβρουαρίου τοῦ ἰδίου έτους, ἡ χρονική σειρά τῶν γεγονότων ἀποκλείει ήδη τήν ἀπό τόν προσφεύγοντα εικαζόμενη επίδραση ἐπί τῆς μή επιλογής του. Κατά συνέπεια, παρέλκει επίσης στην περίπτωση αὐτή ἡ εκτίμηση τῶν περιστατικών τά όποια συνέβησαν κατά τήν ἐν λόγω συνεδρίαση τῆς Ἐπιτροπῆς Προαγωγών, κατά τήν ὁποία επρόκειτο άλλωστε γιά τήν προαγωγή ἄλλον υπαλλήλου.
'Επί πλέον, τό Δικαστήριο ἐκάλεσε τόν προσφεύγοντα, ήδη κατά τήν έγγραφη διαδικασία, νά προσκομίσει ἀποδείξεις γιά τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή κατά τήν λήψη τῆς ἀποφάσεως τῆς ὅσον άφορᾶ τήν περίπτωση του επηρεάστηκε ἀπό λόγους διαφορετικούς ἀπό τους ἀναφερόμενους, Ιδίως ἀπό τήν συνδικαλιστική του δραστηριότητα ἡ ἀπό τήν στάση του στην 'Επιτροπή Προαγωγών. 'Αλλά ούτε κατά τήν έγγραφη, ούτε κατά τήν προφορική διαδικασία μπόρεσε ὁ προσφεύγων νά προσκομίσει σαφή ἀπόδειξη, ούτε κἄν ἀρχή ἀποδείξεως, ὅτι ή συνδικαλιστική του δραστηριότητα ἡ τά επίμαχα γεγονότα υπήρξαν ἡ αἰτία τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής.
'Επίσης, τό γεγονός ὅτι ὅλοι οἱ πρώην συντονιστές τοῦ ἀγγλικοῦ μεταφραστικού τμήματος ἐκτός τοῦ προσφεύγοντος διορίσθησαν προϊστάμενοι ὁμάδος, δέν μπορεί νά θεωρηθεί ὡς ένδειξη πρός στήριξη τοῦ ισχυρισμού τοῦ προσφεύγοντος, δεδομένου ὅτι κατά τήν ἀναδιάρθρωση μειώθηκε ὁ ἀριθμός τῶν μεταφραστικῶν ὁμάδων, μέ τήν αναγκαία συνέπεια νά μήν μπορούν νά γίνουν ὅλοι οἱ πρώην συντονιστές προϊστάμενοι μεταφραστικής ὁμάδος.
Ἐπειδή, ἑπομένως, ὁ προσφεύγων δέν μπόρεσε νά προσκομίσει τήν ἀπόδειξη ὅτι ή ἀπόφαση πού τοῦ κοινοποιήθηκε στίς 19 Μαρτίου 1981 ελήφθη βάσει εκτιμήσεων ξένων πρός τήν υπόθεση, οἱ ισχυρισμοί του ἀποδεικνύονται ἀβάσιμοι καί κατά συνέπεια προτείνω νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή, ὅσον άφορᾶ δέ τα δικαστικά έξοδα νά ληφθεί ἀπόφαση βάσει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy