ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 2 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τό ιστορικό τῆς προδικαστικῆς διαδικασίας, ἐπί τῆς ὁποίας λαμβάνω σήμερα θέση, δύναται νά συνοψισθεί ὡς έξης:
Ή επιχείρηση Η. und J. Bruggen, προσφεύγουσα καί καθ' ἧς ἡ Revision στην κυρία δίκη, διατηρεί στό Lübeck ἕνα εργοστάσιο επεξεργασίας δημητριακῶν. Ή ἐν λόγω επιχείρηση ἔλαβε, γιά τήν εξαγωγή στό Περού 595920 κιλῶν σπόρων βρώμης μερικώς ἀποφλοιωμένων καί τεμαχισμένων, ἀντί παροχής ασφαλείας, ἄδεια εξαγωγής ισχύος μέχρι τῆς 31ης Μαΐου 1970, μέ ἐκ των προτέρων καθορισμένη επιστροφή ἀπό τήν τότε Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel (Υπηρεσία Εισαγωγών καί 'Αποθεμάτων Σιτηρών καί Ζωοτροφών). Οἱ ἐν λόγω σπόροι βρώμης έπρεπε νά παραδοθοῦν στό Lübeck ἀπό τήν Λαϊκή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας σέ δύο παρτίδες κατά τό πρώτο καί δεύτερο δεκαπενθήμερο τοῦ 'Απριλίου τοῦ έτους αὐτοῦ, μέσω εσωτερικών πλωτών μεταφορών. 'Επειδή ὁ χειμώνας κατά τόν χρόνο εκείνο ήταν εξαιρετικά βαρύς, πράγμα πού εἶχε ὡς συνέπεια νά παγώσουν γιά μεγάλο διάστημα οἱ εσωτερικές πλωτές ὁδοί στην Λαϊκή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, καθυστέρησε ἡ παράδοση τῶν ἀνωτέρω προϊόντων, έτσι ώστε μέχρι τίς 31 Μαΐου 1970 μόνο 298039 κιλά σπόρων βρώμης ἠδυνήθησαν νά παραδοθούν βάσει της χορηγηθείσης ἀδείας.
Συνεπεία τῶν συνθηκών αυτών, ἡ προσφεύγουσα ζήτησε ήδη στίς 13 Μαΐου 1970 τήν παράταση τῆς ἀδείας γιά δύο μήνες σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β), τοῦ κανονισμοί) 473/67 τῆς Επιτροπής τῆς 21ης Αυγούστου 1967, περί άδειων εισαγωγής καί εξαγωγής γιά δημητριακά καί παράγωγα δημητριακῶν, ὄρυζα εἰς θραύσματα καί παράγωγα ὀρύζης (ABl. 204 τῆς 24ης Αὐγούστου 1967, σ. 16). Ή διάταξη αύτη προβλέπει, μεταξύ άλλων, ὅτι κατόπιν αιτήσεως παρατείνεται ἡ διάρκεια ισχύος μιᾶς ἀδείας, ἐφ' ὅσον παρεμποδίζεται ἐντός αυτής τῆς προθεσμίας ή ἐξαγωγή λόγω γεγονότων πού δύνανται νά θεωρηθούν ως ἀνωτέρα βία, στά όποια γεγονότα σύμφωνα μέ την παράγραφο 2, στοιχείο ζ), συνυπολογίζεται καί ἡ διακοπή των πλωτών μεταφορών λόγω πάγου.
Ύστερα ἀπό ἀπόρριψη τῆς αιτήσεως παρατάσεως μέ ἀπόφαση τῆς 20ής Μαΐου 1970 καί μέ τήν αιτιολογία ὅτι δέν υφίσταται καμμία περίπτωση ανωτέρας βίας πού νά δικαιολογεί παράταση, ἡ προσφεύγουσα ἠναγκάσθη τόν Ἰούνιο 1970 νά προβεί στην ἐξαγωγή τῆς υπόλοιπης ποσότητας βάσει νέας, λιγότερο ευνοϊκής ὡς πρός τό ποσοστό επιστροφής, ἀδείας.
Κατά τῆς ἀπορριπτικῆς ἀποφάσεως εστράφη ἡ ἐπιχείρηση Η. und J. Bruggen μέ προσφυγή ενώπιον τοῦ Verwaltungsgericht τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν, ἡ ὁποία καί ευδοκίμησε. Το Hessischer Verwaltungsgerichtshof ἀπέρριψε επίσης τήν ἔφεση πού άσκησε τό Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Ομοσπονδιακό "Ιδρυμα 'Οργανώσεως Γεωργικών Ἀγορών), ὀργανισμός, ὁ όποιος διεδέχθη τό Einfuhrund Vorratsstelle καί απεφάσισε ὅτι σύμφωνα μέ τό ἐν τῶ μεταξύ μεταβληθέν αἴτημα τῆς προσφυγῆς, ἡ προσφεύγουσα ἔπρεπε νά ἀποκατασταθεί στην κατάσταση στην ὁποία θά εὑρίσκετο ἄν είχε γίνει δεκτή ἡ ἀρχική αίτηση περί παρατάσεως τῆς ἀδείας εξαγωγής. Κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής άσκησε τό καθ' οὗ Revision ενώπιον τοῦ Bundesverwaltungsgericht. Ή προσφεύγουσα ζήτησε τήν ἀπόρριψη τῆς Revision καί προέβαλε επικουρικώς καί πάλι κατά τήν διαδικασία τῆς Revisiοn τό ἀρχικό της αίτημα περί ἐκ τῶν υστέρων παρατάσεως τῆς ἀδείας εξαγωγής.
Τό αίτημα αυτό ώθησε τό έβδομο τμήμα τοῦ Bundesverwaltungsgericht στην υποβολή ερωτήματος περί τῆς ἑρμηνείας τοῦ κανονισμού 473/67. Τό δικαστήριο αυτό, ὅπως τά προηγούμενα δικαστήρια πού ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως, ἐκκινεῖ ἀπό τό ὅτι στην προκειμένη περίπτωση δέν έγινε δυνατή ἡ έγκυρη χρησιμοποίηση τῆς ἀδείας λόγω ἀνωτέρας βίας καί, συνεπώς, τό καθ' οὗ υποχρεούται νά ἐγκρίνει τήν αίτηση περί παρατάσεως τῆς ἀδείας εξαγωγής. Τό δικάζον τμήμα τρέφει ὅμως σοβαρές αμφιβολίες ἄν εἶναι δυνατή μία ἐκ τῶν υστέρων παράταση τῆς ἀδείας πού ἀναφέρεται σέ μία χρονική περίοδο ἡ ὁποία έχει ήδη παρέλθει. Κατά τήν ἄποψη του είναι, βεβαίως, δυνατό σέ περίπτωση τέτοιας ἐκ τῶν ὑστέρων παρατάσεως νά ἀναγραφούν οἱ σπόροι βρώμης πού ἀφίχθησαν τόν 'Ιούνιο 1970 ἀπό τήν νέα άδεια πού ἐδόθη γιά τόν λόγο αὐτό στην παραταθεῖσα πρώτη άδεια μέ τήν συνέπεια ὅτι θά ἴσχυαν γιά τήν προσφεύγουσα οἱ ευνοϊκότεροι συντελεστές επιστροφῆς τῆς πρώτης αδείας. Μία τέτοια διαδικασία ὅμως, κατά τήν γνώμη τοῦ τμήματος, θά συνιστούσε σοβαρή ἀπειλή γιά τήν λειτουργία τοῦ κοινοτικού συστήματος ἀδειων ὡς δείκτου τῆς εξελίξεως τῆς ἀγορᾶς, επειδή τελικά θά κατέληγε σέ ένα είδος προσωρινής παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἀδείας ἀπό αὐτόν ὁ όποιος τήν λαμβάνει, ἡ δέ δεύτερη άδεια θά συνιστούσε ἁπλώς προσωρινό υποκατάστατο. 'Αφετέρου, τό δικαστήριο παραδέχεται ὅτι τό ἀποτέλεσμα αυτό εἶναι ἐλάχιστα ικανοποιητικό ἀπό ἀπόψεως προστασίας τοῦ κοινοτικού πολίτη, καθόσον δέν θά δύνανται νά εὐδοκιμήσουν ἀξιώσεις γιά παράταση τῆς ἀδείας λόγω ἀρνήσεως τῆς ἁρμοδίας ἀρχής, επειδή οι ἀξιώσεις αυτές έχουν κανονικά λήξει λόγω παρόδου τοῦ χρόνου πρίν γίνει δυνατό νά επιλυθεί τό ζήτημα δικαστικῶς. Λόγω αυτής τῆς συγκρούσεως συμφερόντων, τό ἕβδομο τμήμα τοῦ Bundesverwaltungsgericht ἀνέβαλε μέ διάταξη τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1981 τήν δίκη καί υπέβαλε, πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Είναι δυνατή, βάσει τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 473/67/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπῆς, τῆς 21ης Αυγούστου 1967 (ABl. 204/16 τῆς 24ης Αυγούστου 1967) ή παράταση τῆς ισχύος ἀδείας εξαγωγής μέ προκαθορισμένο ποσό επιστροφής, γιά χρονικό διάστημα πού ανάγεται στό παρελθόν καί, επομένως, ἀναδρομικῶς, ώστε νά εξασφαλίζεται μέ τόν τρόπο αυτό στόν εξαγωγέα, τοῦ ὁποίου ἡ ισχύς τῆς ἀδείας δέν παρετάθη εγκαίρως καί ὁ όποιος, ἐν συνεχεία, ἐπραγματοποίησε τήν εξαγωγή βάσει νέας ἀδείας, ἡ εφαρμογή τοῦ προκαθορισμένου ποσοστοῦ επιστροφής ἐπί τῆς ἐν λόγω εξαγωγής;»
Ή άποψη μου, ἐν προκειμένω, 'έχει ὡς έξῆς:
"Οπως διαπιστώνει τό αιτούν δικαστήριο στην διάταξη του περί παραπομπής, ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη επιδιώκει πράγματι νά ἀποφύγει τίς δυσμενείς νομικές συνέπειες, οἱ οποίες προέκυψαν γι' αύτη, επειδή τό καθ' οὗ στην κυρία δίκη δέν ανταπεκρίθη μέχρι τώρα, ὅπως έπρεπε, στην αίτηση περί παρατάσεως τῆς ἀδείας ἀριθ. Β-10755. Τό τμήμα εκκινεί ἐν προκειμένω ἀπό τό ὅτι ἡ προσφεύγουσα παρη-μποδίσθη λόγω ἀνωτέρας βίας νά προβεί στην εξαγωγή τοῦ ἐν λόγω εμπορεύματος εντός τῆς προθεσμίας πού καθορίζεται μέ αυτήν τήν άδεια καί ὅτι, συνεπώς, τό καθ' οὗ μή εγκρίνοντας τήν αίτηση περί παρατάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη πρό τῆς παρόδου τῆς προθεσμίας, ενήργησε παρανόμως ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β), τοῦ κανονισμοί) 473/67, σύμφωνα μέ τό όποιο ἐφ' ὅσον συντρέχουν αυτές οἱ προϋποθέσεις ἡ προθεσμία πρέπει νά παρατείνεται. 'Επειδή κατά τήν άποψη τοῦ τμήματος τό καθ' οὗ δέν δύναται νά υποχρεωθεί μέσω εξαλείψεως τῶν συνεπειών πού εἶχε ἡ ἀπόφαση του, νά προβεί σέ «τακτοποίηση» τῆς ἀδείας πού χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα «βάσει μιας υποθετικής πλήρους εξαγωγής», ἡ επιτυχής έκβαση τῆς Revision εξαρτάται, συνεπώς, ἀπό τό ἄν δύναται νά χορηγηθεί παράταση τῆς ἀδείας σύμφωνα μέ τό άρθρο 9, παράγραφος 1, τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ γιά ένα χρονικό σημείο πού ευρίσκεται στό παρελθόν. 'Η ἐκ τῶν υστέρων παράταση ὅμως τῆς πρώτης ἀδείας έχει ἐπιπλέον σημασία γιά τήν προσφεύγουσα μόνο ἄν συγχρόνως ἡ δεύτερη άδεια, βάσει τῆς ὁποίας εξήχθη τό υπόλοιπο εμπόρευμα, δύναται νά ἀκυρωθεί ἐκ τῶν υστέρων. Πράγματι, ἄν αὐτό δέν εἶναι δυνατό, χάνει ή προσφεύγουσα τήν εγγύηση πού είχε δοθεί γι' αύτη τήν άδεια ἐπειδή λόγω τῆς μεταγενέστερης ἀναγραφής τῆς ἐξαγωγής στην πρώτη άδεια ἡ δεύτερη άδεια δέν ἐχρησιμοποιήθη. Συνεπώς, πρέπει τό δικαστήριο, ὅπως τονίζουν ὅλοι οἱ διάδικοι, νά ἀποφασίσει κατά πρώτον ἄν λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ἀνωτέρω συνθηκών μία άδεια δύναται ἀκόμη νά παραταθεί μετά τήν λήξη τῆς καί ἄν ἡ πρός ἀντικατάσταση άδεια, ἡ ὁποία χρησίμευσε γιά τήν διενέργεια τῆς εξαγωγής, δύναται νά εξαφανισθεί ἐκ τῶν ὑστέρων μέ ἀναδρομικά ἀποτελέσματα.
1.
Όσον άφορᾶ τό πρώτο ερώτημα, τό παραπέμπον δικαστήριο καί οἱ διάδικοι λαμβάνουν ὀρθώς ὡς βάση, ὅτι τό ζήτημα τῆς ἐκ τῶν υστέρων παρατάσεως τῆς διαρκείας ισχύος μιᾶς ἀδείας δέν ρυθμίζεται ρητά στόν κανονισμό 473/67. Υπάρχει σύμπτωση ἀπόψεων κυρίως γιά τό ὅτι αυτό τό κενό στή ρύθμιση δύναται σέ τελευταία ἀνάλυση νά πληρωθεί μόνον κατόπιν σταθμίσεως τῶν ἀγαθών μεταξύ τῆς προστασίας καί τῆς λειτουργίας τοῦ κατά τό κοινοτικό δίκαιο συστήματος ἀδειων καί τῆς προστασίας τοῦ ενδιαφερομένου λήπτου τῆς ἀδείας. Ὑφίσταται ὅμως διάσταση ἀπόψεων ὡς πρός τό σέ ποῖο ἀπό τά δύο έννομα ἀγαθά πρέπει σέ τελευταία ἀνάλυση νά δοθεί ἡ προτίμηση.
Τό παραπέμπον δικαστήριο καί τό καθ' οὗ στην κυρία δίκη παραδέχονται μέν ὅτι ἐν ὄψει τῆς ἐννομου προστασίας τοῦ κοινοτικοί) πολίτη, σέ περίπτωση ἐκ των υστέρων μη παρατάσεως τῆς ἀδείας εισαγωγῆς δύνανται νά προκύψουν μη ικανοποιητικά ἀποτελέσματα, ἀποδίδουν ὅμως στην ἀξιοπιστία τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος άδειων, ὡς δείκτου τῆς εξελίξεως τῆς ἀγορᾶς, πρωταρχική σημασία. Ἐφ' ὅσον δεν τίθεται ἐν ἀμφιβόλω ἡ ἀποδεικτική δύναμη τῶν άδειων εἶναι ἀναπόφευκτο κατά τήν άποψη τοῦ Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung νά εκπληροῦνται οἱ υποχρεώσεις εισαγωγής ή εξαγωγής πού συνδέονται μέ αυτό, έκτός ἀπό μερικές στενῶς διατυπωμένες καί ρητῶς προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
Ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη καί ή 'Επιτροπή, οἱ όποιες επίσης δέν ἀμφισβητούν τήν ἀναγκαιότητα ενός ἀξιόπιστου συστήματος άδειων, καταλήγουν, ἀντιθέτως, μετά ἀπό στάθμιση ὅλων τῶν περιστάσεων στό συμπέρασμα ὅτι οἱ λόγω, ἐκ των υστέρων, παρατάσεως τῶν ἀδειῶν προκύπτουσες ἀρνητικές παρενέργειες ἐπί τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος ἀδειῶν εἶναι περιορισμένες ἐνῶ ἡ έννομη προστασία τοῦ ενδιαφερομένου σέ περίπτωση ἐκ των υστέρων μή παρατάσεως τῶν ἀδειῶν είναι πολύ ἀτελής. Συνεπώς, σέ περιπτώσεις ὅπως ή προκειμένη πρέπει νά δοθεί ἡ προτίμηση στην πλήρη προστασία τῶν δικαιωμάτων τοῦ ενδιαφερομένου.
Κατά τήν γνώμη μου πρέπει, γιά νά λάβω ήδη ἀπό τώρα θέση ὡς πρός τά τελικά μου συμπεράσματα, νά γίνει δεκτή ἡ τελευταία αυτή άποψη για τους έξῆς λόγους.
α)
Εἶναι, βεβαίως, ὀρθό ὅτι τό κατά τό κοινοτικό δίκαιο σύστημα ἀδειων καθίστᾶ δυνατή στά κοινοτικά ὄργανα μία ἐκ τῶν προτέρων ἀντίληψη τῆς εξελίξεως τῆς καταστάσεως στην ἀγορά γιά τήν διαχείριση τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς καί ή ρύθμιση περί εγγυήσεως, ἡ ὁποία εξυπηρετεί τήν τήρηση τῶν υποχρεώσεων σχετικά μέ τίς εισαγωγές καί εξαγωγές, εξασφαλίζει τήν μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια τῆς ὡς άνω ἐκ τῶν προτέρων ἀντιλήψεως. Ἐν προκειμένω, δύσκολα δύναται νά ἀμφισβητηθεί, ἀντιθέτως πρός τά υποστηριζόμενα από τήν προσφεύγουσα, ὅτι οἱ μεταβολές πού επέρχονται ἐκ τῶν ὑστέρων σέ δύο άδειες συνεπάγονται μέχρι ενός ὁρισμένου ὁρίου προσβολή τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ συστήματος τῶν ἀδειων εισαγωγής καί εξαγωγής γιά γεωργικά προϊόντα, στά πλαίσια τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς. Τόσο τό καθ' οὗ ὅσο καί ἡ 'Επιτροπή τόνισαν, ἐν προκειμένω, δικαίως ὅτι οἱ κοινοτικές ἀρχές προκειμένου νά έχουν ἐκ τῶν προτέρων ἀντίληψη τῆς καταστάσεως στην ἀγορά, δύνανται κατά τήν έναρξη τοῦ χρόνου διαρκείας μιᾶς ἀδείας νά επαφίενται, κατ' ἀρχήν, στό ὅτι οἱ ὑποβα-λόντες τήν αίτηση θά εκπληρώσουν τά καθήκοντά τους ὡς πρός τήν εισαγωγή καί τήν εξαγωγή, χωρίς αυτό νά ἐλέγχεται άμεσα κάθε φορά γιά λόγους διοικητικής τεχνικής. Ἐν προκειμένω καλύπτονται μέ τήν έκδοση μιᾶς διπλής ἀδείας δύο εισαγωγές καί εξαγωγές ἐνῶ σέ περίπτωση πού ἡ πρώτη άδεια παρατείνεται καί ἡ δεύτερη άδεια ἀκυροῦται, ὑφίσταται ἀπό πραγματικής ἀπόψεως μόνο μία εισαγωγή ή εξαγωγή.
Μία τέτοια «διπλή καταχώρηση» δέν δύναται αυτή καθ' ἑαυτή, ἀντιθέτως πρός τους ισχυρισμούς τοῦ καθ' οὗ στην κυρία δίκη, νά θέσει ἐν ἀμφιβόλω τήν ἀποδεικτική δύναμη αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ συστήματος ἀδειῶν. Πράγματι, γιά μία ἐκ τῶν προτέρων ἀντίληψη τῆς αγοράς δέν έχουν σημασία ἀπολύτως ἀκριβείς γνώσεις τῆς ειἰσαγωγῆς καί ἐξαγωγῆς ἀλλά ἀρκεί τό ἄν δύνανται νά καθορισθούν μέ τήν κατά τό δυνατόν ἀκρίβεια τά μεγέθη τους. Τό δημόσιο συμφέρον, τό όποιο ἀπαιτεί μία κατά τό δυνατό ἀκριβή ἀντίληψη τῆς εξελίξεως τῶν εισαγωγῶν καί εξαγωγῶν στά διάφορα κράτη μέλη, πρέπει, ἐπί πλέον, ὅπως ἐτόνισε τό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Kampffemeyer ( 2 ), νά ευρίσκεται σέ συμφωνία μέ τήν ὁμοίως πρός τό δημόσιο συμφέρον ὑφισταμένη ἀναγκαιότητα, νά μήν παρεμποδίζεται τό διακρατικό εμπόριο μέ υπερβολικά αυστηρές υποχρεώσεις. Γιά τό λόγο αὐτό, ὁ ἀμφισβητούμενος κανονισμός 473/67 προβλέπει μία ειδική ρύθμιση γιά τις περιπτώσεις, κατά τίς όποιες συνεπεία ἀνωτέρας βίας δέν δύναται νά διενεργηθεί ἡ εισαγωγή ἡ εξαγωγή εντός τῆς διάρκειας Ισχύος τῆς ἀδείας. Πρέπει νά θεωρείται πάντοτε ὅτι υπάρχει περίπτωση ἀνωτέρας βίας, ὅπως ὀρθώς παρατηρεί τό παραπέμπον δικαστήριο, σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (πχ. στίς υποθέσεις Kampffmeyer ( 2 ), 3/74 ( 3 ), 11/70 ( 4 ), 4/68 ( 5 ), ὅταν ἡ παρακωλυτική τῆς εισαγωγής ἤ εξαγωγής κατάσταση προκύπτει ἀπό ἕνα ἀσυνήθιστο γεγονός πού ευρίσκεται έκτός τῆς σφαίρας επιρροής τοῦ εξαγωγέα καί πού τόσο αυτό ὅσο καί τά ἀποτελέσματα πού συνεπάγεται δέν δύνανται νά ἀποτραπούν παρ' ὅλη τήν ἐπιδει-χθεῖσα επιμέλεια πού ἀναμένεται λογικά ἀπό ἕναν συνηθισμένο έμπορο. Ἀπό τόν ὁρισμό αυτό συνάγεται ὅτι οἱ περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας πρέπει νά βασίζονται πάντοτε σέ ἀντικειμενικές καί εύκολα δυνάμενες νά ἀποδειχθούν πραγματικές συνθήκες, οἱ όποιες ευρίσκονται έκτος τῆς σφαίρας επιρροής τοῦ ενδιαφερομένου. Αυτό τό σχετικά στενό κριτήριο, πού πρέπει νά εφαρμόζεται ἀπό τίς ἀρχές καί τά δικαστήρια ὡς πρός τό ἄν υφίσταται πράγματι περίπτωση ἀνωτέρας βίας, εξασφαλίζει, ἐν τούτοις, ὅτι θεμελιωμένες αιτήσεις ἀκυρώσεως ἡ παρατάσεως τῆς διάρκειας ισχύος ἀδειων δέν θά εμφανίζονται υπερβολικά συχνά καί ὅτι ἐκ τούτου οἱ αρνητικές επιπτώσεις στην λειτουργία τοῦ συστήματος ἀδειῶν θά συγκρατείται επίσης σέ στενά ὅρια.
Ή προκειμένη περίπτωση διακρίνεται ἐν προκειμένω σαφώς καί ὡς πρός τά πραγματικά περιστατικά, στά όποια στηρίζεται ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς ὑποθέσεως Hirsch ( 6 ), στην ὁποία ἀναφέρεται τό Bundesverwaltungsgericht. Στην υπόθεση αύτη επρόκειτο γιά τό ἄν καί κατά πόσο δηλώσεις βουλήσεως κατά τό κοινοτικό δίκαιο δύνανται ενδεχομένως νά προσβληθοῦν λόγω πλάνης βάσει κανόνων τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου. 'Η πλάνη ὅμως, σέ ἀντίθεση πρός τίς περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας, στηρίζεται σέ υποκειμενικές ελαττωματικές παροχές καί πηγάζει ἀπό τό πεδίο προσωπικής ευθύνης τοῦ ενδιαφερομένου. 'Επειδή ἐν προκειμένω ὑφίσταται κίνδυνος τεχνασμάτων, τό Δικαστήριο εδέχθη στην ἀνωτέρω ἀπόφαση, μεταξύ άλλων, ὅτι μιά αίτηση χορηγήσεως άδειας εισαγωγής δέν δύναται νά προσβληθεί λόγω πλάνης.
Ἄν, συνεπώς, πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση ὅτι οἱ περιορισμένες εξαιρέσεις πού καθορίζονται στενά γιά τίς περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας δέν θίγουν κατ' ἀρχήν τήν ἀξιοπιστία τοῦ συστήματος ἀδειῶν εἶναι, ἐν προκειμένω, επίσης άνευ σημασίας τό ἄν ἡ διάρκεια ισχύος τῶν ἀδειων παρατείνεται πρίν ἀπό τη λήξη τους ἡ μόλις μετά ἀπό αύτη. Τό ὅτι επιτρέπεται μία τέτοια ἐκ τῶν υστέρων παράταση, δύναται, ἐξ άλλου νά συναχθεί επίσης, ὅπως ὀρθώς ἀναφέρει ή προσφεύγουσα, ἀπό τό άρθρο 36, παράγραφος 2, τοῦ, ὅπως ισχύει σήμερα, κανονισμού 3183/80 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινῶν τρόπων εφαρμογής τοῦ καθεστώτος άδειων εισαγωγής, εξαγωγής καί προκαθορισμού γιά τά γεωργικά προϊόντα (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 11/022 σ. 66), σύμφωνα μέ τό όποιο αίτηση παρατάσεως τῆς διαρκείας ισχύος δύναται νά υποβληθεί εντός 30 ἡμερῶν μετά τήν λήξη τῆς ἀδείας. "Αν ὅμως ἡ αἴτηση παρατάσεως δύναται νά υποβάλλεται μετά τή λήξη τῆς ἀδείας τότε δύναται καί ἡ ἀπόφαση ἐπ' αυτής τῆς αιτήσεως νά επέρχεται χρονικά ἐκ τῶν υστέρων μέ τήν συνέπεια ὅτι τότε ή παράταση ενεργεί ἀναδρομικά γιά τή χρονική διάρκεια ἀπό τῆς λήξεως τῆς ἀδείας μέχρι τῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς αιτήσεως παρατάσεως.
β)
"Αν δέν γίνει δεκτή ἡ ἐκ τῶν υστέρων παράταση τῆς διαρκείας ισχύος τῆς ἀδείας εξαγωγής, τότε καί ἡ ἔννομος προστασία τοῦ ενδιαφερομένου κατόχου τῆς ἀδείας θά εἶναι εξαιρετικά ἀτελής. Ή ἀπαίτηση τοῦ κατόχου τῆς ἀδείας γιά παράταση αυτής σύμφωνα μέ τό άρθρο 9 τοῦ ἐν λόγω κανο-νισμοῦ δέν θά δύνανται πρακτικά νά ὑπερισχύσει, στην περίπτωση αυτή, τῆς ἀρνήσεως τῆς ἁρμοδίας διοικητικής ἀρχής, ὅπως τονίζουν ὀρθῶς τόσο τό παραπέμπον δικαστήριο ὅσο καί ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη καί ἡ 'Επιτροπή, επειδή οἱ ἀπαιτήσεις αυτές σέ ἀντίθεση πρός τίς ἀπαιτήσεις σχετικά μέ τήν ελευθέρωση τῆς εγγυήσεως κανονικά λήγουν μέ τήν πάροδο τῆς προθεσμίας πρίν γίνει δυνατό νά λυθεί τό ζήτημα ὁριστικώς διά τῆς δικαστικής ὁδοῦ. 'Αλλά καί διατάξεις κατά τήν διαδικασία τῶν ἀσφαλιστικών μέτρων ἀποδεικνύονται σέ μιά τέτοια περίπτωση ως ελαχίστη ἀρωγή, επειδή έτσι θά προεξοφλείται ἡ ἀπόφαση κατά τήν κυρία διαδικασία καί, ἐπί πλέον, ὁ εξαγωγεύς θά διατρέχει τόν κίνδυνο νά διενεργήσει τήν εξαγωγή ἐπί μιᾶς ελάχιστα ἀσφαλοῦς νομικῆς βάσεως, επειδή ἡ ὁριστική ἀπόφαση περί τοῦ νομίμου αυτής θά εκδοθεί πολύ ἀργότερα.
Τέλος, ὁ ενδιαφερόμενος δέν θά ἠδύνατο ούτε μέ τό μέσο τῆς ἀποζημιώσεως νά ἀνεύρει πάντοτε τό δίκαιό του, επειδή ἀξιώσεις ἀποζημιώσεως κατά εθνικών άρχῶν βάσει τοῦ εθνικού δικαίου ὁδηγούν ἐν μέρει σέ θετικό ἀποτέλεσμα μόνον ἐφ' ὅσον ἡ ἀρχή ενήργησε ὑπαιτίως. Στίς περιπτώσεις, ὅμως, ανωτέρας βίας μία τέτοια ὑπαιτιότης δύναται δύσκολα νά ἀποδειχθεί.
Ἐξ άλλου, κατά τῆς παραπομπής τοῦ ενδιαφερομένου στίς δυνατότητες ἀποζημιώσεως κατά τό εθνικό δίκαιο συνηγορεί καί ἡ σκέψη ὅτι στην περίπτωση αυτή θά ἐθεμελιοῦτο υποχρέωση ἀποζημιώσεως εις βάρος τοῦ εθνικού προϋπολογισμού ἡ τοῦ υπαλλήλου πού ενήργησε, ἐνῶ ἡ κατάπτωση τῆς εγγυήσεως καί ὁ χαμηλότερος υπολογισμός τῆς επιστροφής λόγω εξαγωγής θά ἀπέβαινε πρός όφελος τοῦ κοινοτικού προϋπολογισμού,
Μία καθαρώς ἀναγνωριστική ἀπόφαση περί τοῦ ὅτι ἡ ἀρχή εἶναι υποχρεωμένη νά παρατείνει τήν άδεια κατά τό χρονικό σημείο τῆς υποβολῆς τῆς αιτήσεως θά εἶχε μέν, τέλος, ὡς συνέπεια ὅτι ἡ εγγύηση, πού κακώς κατέπεσε, ελευθερώνεται, ὄχι ὅμως καί τή συνέπεια, νά χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο καί ἡ έκ τῶν προτέρων καθορισθείσα επιστροφή, επειδή τό εμπόρευμα εξήχθη βάσει τῆς ἀδείας πού εξεδόθη πρός ἀντικατάσταση.
Ἐπειδή, συνεπώς, οἱ λόγοι αυτοί πού ἀφορούν τήν έννομο προστασία τοῦ κατόχου τῆς ἀδείας εἶναι τόσο σημαντικοί καί ἡ ἐκ τῶν υστέρων παράταση δέν θά έθιγε αισθητά τήν ἀξιοπιστία τοῦ συστήματος ἀδειων, πρέπει καί ἡ ἐκ τῶν υστέρων παράταση τῆς ἀδείας νά θεωρηθεί ὡς επιτρεπτή, σύμφωνα μέ τό άρθρο 9, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού 473/67.
2.
Ἐπειδή μία τέτοια ἐκ τῶν υστέρων παράταση τῆς πρώτης ἀδείας, ὅπως ήδη κατέδειξα, 'έχει σημασία γιά τόν ενδιαφερόμενο μόνο ἄν συγχρόνως υφίσταται ἡ δυνατότης ἀκυρώσεως τῆς δευτέρας ἀδείας, βάσει τῆς ὁποίας εξήχθη τό εμπόρευμα, τίθεται τό περαιτέρω ερώτημα περί τῆς νομικής βάσεως μιᾶς τέτοιας ἀκυρώσεως. 'Αναμφιβόλως, τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 473/67 δέν εφαρμόζεται ευθέως στην περίπτωση αυτή, επειδή δέν ἔγινε χρήση τῆς δεύτερης ἀδείας γιά λόγους ἀνωτέρας βίας.
'Ενῶ τό Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ἀποκρούει ἐδῶ χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος άδειων μία διασταλτική ερμηνεία, ἡ Ἐπιτροπή συνηγορεί ὑπέρ τῆς υπάρξεως καθήκοντος τῆς εθνικής ἀρχής πρός ἀκύρωση τῆς δεύτερης ἀδείας, κατά ἀνάλογη νομική εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχεῖο α), καί παράγραφος 3, τοῦ ἐν λόγω κανονισμού, σύμφωνα μέ τα όποια πρέπει νά θεωρηθούν ὡς περιστάσεις ἀνωτέρας βίας καί άλλες ἀπό αυτές πού ἀναφέρονται στην παράγραφο 2.
Σύμφωνα μέ ὅσα ελέχθησαν μέχρις ἐδῶ, πρέπει, κατά τή γνώμη μου, τό Δικαστήριο νά ἀκολουθήσει κι ἐδῶ τήν πρόταση τῆς 'Επιτροπής καί νά δεχθεί κατά ἀνάλογη ἐφαρμογή τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ὅτι ή άδεια πού χορηγείται ἀργότερα δύναται νά ἀκυρωθεί. Ἐδώ πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ άδεια αυτή ἐζητήθη μόνο, επειδή ὁ ὀργανισμός, τόν όποιον διεδέχθη τό Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, κακώς ἀρνήθη νά χορηγήσει παράταση τῆς πρώτης ἀδείας ἐνῶ συνέτρεχε περίπτωση ἀνωτέρας βίας. 'Εν προκειμένω, ή ἀρνητική ἀπόφαση πρέπει νά θεωρηθεί ὡς γεγονός τό ὁποῖο ευρίσκεται έκτός τῆς σφαίρας επιρροής τῆς προσφευγούσης συνεπεία περιπτώσεως ανωτέρας βίας, πού τόσο αυτό ὅσο καί οἱ συνέπειες πού συνδέονται μέ αυτό δέν δύνανται νά ἀποφευχθούν παρ' ὄλη τήν επίδειξη κάθε επιμέλειας πού ἀναμένεται λογικά ἀπό έναν συνηθισμένο έμπορο. Καό ἐδῶ επίσης πρόκειται γιά γεγονότα τά όποια διαφεύγουν τῆς δυνατότητος έλεγχου τοῦ κατόχου τῆς άδειας καί, συνεπώς, δέν θά πρέπει νά εμφανίζονται πολύ συχνά. Οἰ ἀρνητικές επιπτώσεις στή λειτουργία τοῦ συστήματος τῶν ἀδειων πού συνεπάγεται ἡ ἀκύρωση τῆς ἀδείας, συγκρατούνται, συνεπώς, επίσης σέ στενά ὅρια, ἐνῶ ἡ ἀκύρωση καί πάλι φαίνεται επιβαλλομένη γιά νά ἐξασφαλισθεί στον ενδιαφερόμενο ἀποτελεσματική έννομος προστασία. 'Επειδή, ἐπί πλέον, καί ἡ εξαιρετική διάταξη τοῦ άρθρου 9, παράγραφος 1, τοῦ ἐν λόγω κανονισμού, πού ισχύει γιά περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας, στηρίζεται σέ σκέψεις ἐπιεικείας, δέν έχω κανένα δισταγμό νά θεμελιώσω κατά ἀνάλογη εφαρμογή αυτής τῆς διατάξεως τήν υποχρέωση πρός ἀκύρωση τῆς δεύτερης ἀδείας.
3.
Συμπεραίνων, προτείνω, συνεπῶς, στό Δικαστήριο νά δώσει στό προδικαστικό ἐρώτημα τοῦ Bundesverwaltungsgericht τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση :
Ή διάρκεια ισχύος μιας ἀδείας εξαγωγής μέ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμένη επιστροφή δύναται βάσει τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 473/67/ΕΟΚ τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 21ης Αυγούστου 1967, νά παραταθεί καί μετά τήν λήξη ισχύος τῆς ἄν ἡ ἁρμοδία ἀρχή κακώς ἀρνήθη νά χορηγήσει εγκαίρως παράταση καί γιά τόν λόγο αὐτό ἡ εξαγωγή διενεργήθη μέ μία νέα άδεια. Στην περίπτωση αὐτή, ἡ μεταγενέστερη άδεια πρέπει νά ἀκυρωθεί.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 30ης 'Ιανουαρίου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 158/73, Ε. Kampffmeyer κατά Einfuhrland Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Slg. 1974, σ. 101.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 28ης Μαΐου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 3/74, Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel κατά Firma Wilhelm Pfützenreuter, Slg. 1974, σ. 589.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1970 ἐπί τῆς υποθέσεως 11/70, Internationale Handelsgesellschaft mbH κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Slg. 1970, σ. 1125.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 11ης 'Ιουλίου 1968 ἐπί τῆς υποθέσεως 4/68, Firma Schwarzwaldmilch GmbH κατά Einfuhr-und Vorratsstelle für Fette, Slg. 1968, σ. 561.
( 6 ) 'Απόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1978 ἐπί τῆς υποθέσεως 85/78, Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung κατά Jacob Hirsch & Söhne GmbH, Slg. 1978, σ. 2517.
Full & Egal Universal Law Academy