ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 26 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με την προσφυγή επί παραβάσει που άσκησε η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας ένα σύστημα σταθερών περιθωρίων για την εμπορία των επεξεργασμένων καπνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 37 της συνθήκης.
I —
Για να κατανοηθεί το αντικείμενο της προσφυγής αυτής, θα πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιό του. Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής που ακολουθούν τα όργανα της Κοινότητας, ιδίως η Επιτροπή, για την πραγματοποίηση, στον τομέα των επεξεργασμένων προϊόντων καπνού, μιας οικονομικής ένωσης, στην οποία θα επικρατεί υγιής ανταγωνισμός και η οποία θα έχει χαρακτηριστικά ανάλογα προς εκείνα της εσωτερικής αγοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της συνθήκης ( 2 ).
Οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο τη λήψη φορολογικών μέτρων, δεδομένου ότι οι φόροι συνιστούν τον καθοριστικότερο παράγοντα διαμορφώσεως της τιμής λιανικής πωλήσεως των καπνών [70 % κατά μέσο όρο όσον αφορά τα τσιγάρα ( 3 ). Το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 19 Δεκεμβρίου 1972, την πρώτη οδηγία σχετικά με την εναρμόνιση των ειδικών φόρων καταναλώσεως επί των τσιγάρων, (οδηγία 72/464/ΕΟΚ), η οποία τροποποιήθηκε από τότε πολλές φορές. Με την οδηγία αυτή επιδιώκεται κυρίως «η προοδευτική κατάργηση των συστημάτων φόρων που πλήττουν, στα κράτη μέλη, την κατανάλωση καπνών και τους παράγοντες που είναι ικανοί να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αυτών και να νοθεύσουν τους όρους του ανταγωνισμού, τόσο επί εθνικού όσο και επί κοινοτικού πεδίου» ( 4 ). Τα χρησιμοποιούμενα για το σκοπό αυτό μέτρα συνίστανται κυρίως στη δημιουργία ταυτόσημης σχέσεως, σε όλα τα κράτη μέλη, μεταξύ του αναλογικού φόρου καταναλώσεως και του ειδικού φόρου καταναλώσεως ( 5 ) και στον ελεύθερο σχηματισμό των τιμών ( 6 ), έννοια που αποτελεί τώρα αντικείμενο διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας (υπόθεση 90/82) ( 7 ).
Οι αναληφθείσες ενέργειες αφορούν αναμφισβήτητα όλα τα κράτη μέλη, για εκείνα, όμως, στα οποία το εμπόριο των καπνών αποτελεί αντικείμενο μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 37, η Επιτροπή, που επαγρυπνά για την εφαρμογή της συνθήκης, μεριμνά για την τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν ειδικά για τα κράτη αυτά από την εν λόγω ειδική διάταξη. 'Οσον αφορά τη Γαλλία, η Επιτροπή της απεύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στις 22 Ιουλίου 1980 και στις 28 Οκτωβρίου 1981 αποφάσισε να προσφύγει σχετικά στο Δικαστήριο. Λόγω όμως της προόδου που διαπιστώθηκε και των μέτρων που ελήφθησαν, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 18 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, να παραιτηθεί της προσφυγής αυτής. Θεώρησε ότι η γαλλική κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να λάβει εκείνα τα μέτρα που είναι απαραίτητα για τη διαρρύθμιση του γαλλικού μονοπωλίου σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ ( 8 ).
Επίσης, πραγματοποιήθηκαν επαφές με τις ιταλικές αρχές στο θέμα του μονοπωλίου επεξεργασμένων καπνών και πυρείων. Δεδομένου ότι η στάση των ιταλικών αρχών εξακολουθεί να μη συμβιβάζεται προς το άρθρο 37, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 28 Οκτωβρίου 1981, να προσφύγει στο Δικαστήριο· νεώτερες, όμως, εξελίξεις επέτρεψαν στην Επιτροπή να παραιτηθεί και της προσφυγής αυτής ως προς όλα τα επίμαχα σημεία, εκτός όσον αφορά το πρόβλημα του καθορισμού των περιθωρίων των εμπόρων λιανικής πωλήσεως ( 9 ). Εν τω μεταξύ, η ιταλική κυβέρνηση έλαβε ορισμένα μέτρα διαρρυθμίσεως και ως προς το τελευταίο αυτό σημείο ( 10 ). Τα σημεία στα οποία επήλθε συμφωνία αφορούν τα πρατήρια χονδρικής πωλήσεως, τη συσκευασία των προϊόντων, τον τρόπο εισπράξεως του φόρου, την απευθείας πρόσβαση στους πωλητές μέσω των εγκεκριμένων πρατηρίων, την κατάργηση της υποχρεώσεως που επιβάλλεται στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως να έχουν την ιταλική ιθαγένεια και στην ευχέρεια ιδρύσεως «κρατικών», όπως αποκαλούνται, καταστημάτων λιανικής πωλήσεως ( 11 ). Η αιτιολογημένη γνώμη του 1980 αφορούσε και το μονοπώλιο των πυρείων. Ενώ η Επιτροπή θεωρούσε, μετά τη συμφωνία που επήλθε στο τέλος του 1980, ότι το μονοπώλιο αυτό λειτουργούσε τώρα απολύτως σύμφωνα με το άρθρο 37, η ένδικη φάση της παρούσας διαφοράς αποκάλυψε την ύπαρξη μιας παρανοήσεως. Εκτός από τα επεξεργασμένα καπνά, πλήττονται και τα πυρεία με ένα ενιαίο περιθώριο εμπορίας στο στάδιο της λιανικής πωλήσεως. Συνεπώς, παρ' όλον ότι το ζήτημα αυτό δεν περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, η λύση που θα δώσετε για τα επεξεργασμένα καπνά θα ισχύει και για τα πυρεία.
Ot ενέργειες των κοινοτικών οργάνων δεν αποβλέπουν μόνο στην αντιμετώπιση των εμποδίων που προβάλλουν τα κράτη στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού· έχουν επίσης ως στόχο κάθε συμπεριφορά επιχειρήσεως και ενώσεως επιχειρήσεων που αντίκεινται στο θεμιτό ανταγωνισμό. Έτσι, η Επιτροπή έλαβε, στις 20 Ιουλίου 1978, την απόφαση 78/670/ΕΟΚ., που αναφέρεται σε διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ. ( 12 ), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγών που κατέληξαν στην ήδη αναφερθείσα απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 ( 13 ). Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής στην υπόθεση Fedetab προκύπτει επίσης ότι η τελευταία είχε κινήσει από το 1976 ορισμένες διαδικασίες για πιθανές παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 σχετικά με συμβάσεις αποκλειστικότητας που συνήψαν τα γαλλικά (SEITA) και ιταλικά (AAMS) μονοπώλια με τους περισσότερους από τους αλλοδαπούς κατασκευαστές επεξεργασμένων προϊόντων καπνού ( 14 ).
Θεωρώ σημαντικό να τονιστεί από τώρα ότι σύμφωνα με την απόφαση Fedetab, ακόμα και στην περίπτωση που η σχετική με έναν τομέα εθνική νομοθεσία μειώνει σημαντικά τις δυνατότητες ανταγωνισμού μεταξύ κατασκευαστών και εισαγωγέων ( 15 ), ιδίως γιατί είναι σημαντικό το ποσοστό της τιμής λιανικής πωλήσεως που περιέρχεται στο δημόσιο, οι επιχειρηματίες έχουν εντούτοις «ένα επαρκές περιθώριο που επιτρέπει έναν πραγματικό ανταγωνισμό και τούτο σε σχέση με προϊόντα ... για τα οποία μια πολύ περιορισμένη μείωση της τιμής στο στάδιο της παραγωγής ή της εισαγωγής μπορεί να έχει αισθητό αποτέλεσμα στο στάδιο της καταναλώσεως» ( 16 ).
Τοποθετούμενη στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να λεχθεί ότι η παρούσα προσφυγή αποβλέπει στην επέκταση του ελεύθερου πεδίου δράσεως των επιχειρηματιών. Οι τιμές λιανικής πωλήσεως των επεξεργασμένων καπνών αποτελούνται από τρία στοιχεία: το ποσοστό που περιέρχεται στο δημόσιο (κατά μέσον όρο 70 %), τα έξοδα κατασκευής (20 % περίπου) και το ποσοστό που περιέρχεται στον έμπορο λιανικής πωλήσεως (αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρον 10 %) ( 17 ). Συνεπώς, η τωρινή υπόθεση θα σας επιτρέψει να εξετάσετε αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο μια διάταξη εθνικού δικαίου που αφορά το ποσοστό των εμπόρων λιανικής πωλήσεως, συμπληρώνοντας έτσι τη σχετική με το ελεύθερο εμπόριο νομολογία σας, που αφορούσε το ποσοστό του δημοσίου και του προμηθευτή.
Τέλος, είναι σκόπιμο να τονιστεί ο θεωρητικός κυρίως χαρακτήρας της προσφυγής αυτής. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, πρόκειται για υπόθεση αρχής, εφόσον κανείς εισαγωγέας δεν προσέβαλε στην Ιταλία τον επικρινόμενο κανόνα.
II —
Για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβάσεως, πρέπει να συγκριθεί ο ιταλικός κανόνας με τις επιταγές του άρθρου 37 της συνθήκης. Θα περιγράψω, λοιπόν, συνοπτικά το ιταλικό σύστημα, στοιχείο του οποίου αποτελεί ο κανόνας για τα περιθώρια εμπορίας.
Το ιταλικό μονοπώλιο καπνών είναι μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 37 της συνθήκης ΕΟΚ. Συνιστά ταυτόχρονα μονοπώλιο παραγωγής και διανομής του προϊόντος αυτού, είτε εγχώριου είτε αλλοδαπού τύπου κατόπιν παραχωρήσεως σχετικής άδειας. Μόνον η AAMS (Azienda Autonoma dei Monopoli dello Stato) μπορεί να χορηγεί
την απαραίτητη άδεια σε 80000 πωλητές προϊόντων καπνού, άδεια που παρέχεται εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, που καθορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων.
Πληροφορήθηκα ότι, παρά τους υφιστάμενους ελέγχους, τα αμερικανικά ιδίως τσιγάρα αποτελούν στην Ιταλία αντικείμενο λαθρεμπορίου, οργανωμένου σε μεγάλη κλίμακα.
Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης της Ρώμης, το ιταλικό μονοπώλιο καπνών αναδιοργανώθηκε σε 6άθος, για να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως από το άρθρο 37 της συνθήκης. Το μόνο πρόβλημα που υπάρχει σήμερα είναι το πρόβλημα του καθορισμού ενιαίου περιθωρίου για τους πωλητές, το οποίο ανέρχεται σε 8 % της τιμής διαθέσεως στην κατανάλωση ( 18 ). Ο καθορισμός του περιθωρίου αυτού συνιστά προφανώς «την άσκηση, από (το), μονοπώλιο ..., της ειδικής εξουσίας του, δηλαδή του δικαιώματος αποκλειστικότητας» ( 19 ), που εμπίπτει, συνεπώς, στον «lex specialis» δηλαδή το άρθρο 37, παρά στις διατάξεις κοινού δικαίου της συνθήκης, ιδίως του άρθρου της 30.
Όπως παρατήρησε η ιταλική κυβέρνηση, δεν πρόκειται για ένα σταθερό περιθώριο, το ύψος του οποίου παραμένει αμετάβλητο ασχέτως της τιμής πωλήσεως του καπνού. Πρόκειται για ενιαίο περιθώριο σταθερού ποσοστού, που ποικίλλει συνεπώς ανάλογα με την αξία του προϊόντος.
Το περιθώριο αυτό συνιστά ένα από τα στοιχεία της τιμής λιανικής πωλήσεως. Στους καταλόγους τιμών, που βρίσκονται σε παράρτημα στο τέλος του νομοθετικού διατάγματος της 1ης Οκτωβρίου 1982, που ήδη αναφέρθηκε, καθορίζονται όχι μόνο η τελική τιμή πωλήσεως, αλλά και τα ποσοστά της τιμής αυτής που περιέρχονται στο δημόσιο (ειδικοί φόροι καταναλώσεως και ΦΠΑ) και στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως. Η διαφορά μεταξύ της τελικής τιμής πωλήσεως, αφενός, και του ποσού που περιέρχεται στο δημόσιο και του περιθωρίου εμπορίας, αφετέρου, αποτελεί το εναπομένον τμήμα που προορίζεται για την αμοιβή της κατασκευής και του χονδρεμπορίου (ποσοστό του προμηθευτή).
Οι τιμές λιανικής πωλήσεως επιλέγονται τελείως ελεύθερα από τους εισαγωγείς μεταξύ των τιμών που περιέχονται στους καταλόγους που δημοσιεύονται τακτικά στην «Gazzetta Ufficiale», σε παράρτημα νομοθετικών ή κανονιστικών πράξεων του υπουργείου οικονομικών. Οι πίνακες αυτοί περιέχουν, για κάθε κατηγορία προϊόντων, μεγάλο αριθμό διαφορετικών τιμών. Παραδείγματος χάρη, στο παράρτημα του νόμου 724, της 10ης Δεκεμβρίου 1975, περιέχονται 36 τιμές για τον καπνό αναρροφήσεως, 71 τιμές για τα τσιγάρα, 91 τιμές για τα πουράκια, 133 τιμές για τον κομμένο καπνό και 213 τιμές για τα πούρα. Σε περίπτωση που καμία από τις τιμές αυτές δεν ικανοποιεί τους επιχειρηματίες, οι τελευταίοι μπορούν να ζητήσουν να περιληφθεί στους καταλόγους αυτούς μια καινούρια τιμή. Το εν λόγω σύστημα είναι σύμφωνο προς την οδηγία 72/464/ΕΟΚ που ήδη αναφέρθηκε. Η ιταλική κυβέρνηση το ορίζει ως σύστημα επιβαλλόμενων τιμών, υπό την έννοια ότι, όταν η επιλεγείσα τιμή περιληφθεί στον κατάλογο και εφόσον δεν μεσολαβεί μέτρο που τροποποιεί την τιμή αυτή, το προϊόν δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο σε χαμηλότερη ή υψηλότερη τιμή.
Οι διατάξεις που βρίσκονται σε ισχύ απορρέουν από τις διατάξεις του νόμου 825 της 13ης Ιουλίου 1965, που τροποποίησε το νόμο 724 της 13ης Δεκεμβρίου 1975, οι δε ισχύουσες τιμές αναφέρονται σε πίνακες που περιέχονται σε παράρτημα του νομοθετικού διατάγματος 697, της 1ης Οκτωβρίου 1982.
III —
Πριν εξεταστεί το κύρος της ρυθμίσεως αυτής σε σχέση με το άρθρο 37, 9α πρέπει να αναφερθώ στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ενόψει της νομολογίας σας. Η αναφορά αυτή είναι ακόμη περισσότερο σκόπιμη, γιατί η εξεταζόμενη διάταξη αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβητήσεων, όπως δείχνει και η παρούσα διαφορά.
Συγκεκριμένα, σχετικό εν προκειμένω είναι μόνο το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 37, σύμφωνα με το οποίο:
«Τα κράτη μέλη διαρρυθμίζουν προοδευτικώς τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα κατά τρόπο ώστε με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών.»
Η νομολογία σας αποσαφήνισε προοδευτικά το πεδίο εφαρμογής, καθώς και τους επιδιωκόμενους στόχους της διατάξεως αυτής.
A —
Ο πρώτος στόχος συνίσταται στο να μη μπορεί η παρέμβαση ενός κράτους μέλους να δημιουργήσει «διακρίσεις σε βάρος της παραγωγής ή του εμπορίου άλλων κρατών μελών» ( 20 ) και αποβλέπει, συνεπώς, στην εξασφάλιση απολύτως ίσων ευκαιριών διαθέσεως στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα ( 21 ).
B —
Όπως έχετε επίσης επισημάνει στη νομολογία σας, ο δεύτερος στόχος «αποβλέπει στην εξασφάλιση της τηρήσεως του θεμελιώδη κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο σύνολο της κοινής αγοράς, ιδίως με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» ( 22 ).
Με την αναφορά στην έννοια του μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή ανακύπτει το ερώτημα αν η έννοια αυτή πρέπει ή όχι να έχει, στο άρθρο 37, το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο που έχει στο άρθρο 30. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μόνο καταφατική απάντηση.
Η απάντηση αυτή απορρέει από τις σκέψεις 8 και 9 της αποφάσεως σας Manghera ( 23 ). Η σκέψη 8 διατυπώνεται ως εξής:
«(Η παράγραφος 2 του άρθρου 37) αναφέρεται στην υποχρέωση που υπέχουν τα κράτη μέλη, να μη λάβουν, από την έναρξη της μεταβατικής περιόδου, οποιοδήποτε μέτρο που θα μπορούσε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής των άρθρων που αφορούν την κατάργηση των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών ... Επιπλέον, στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι το σύστημα διαρρυθμίσεως, που ορίζεται στην παράγραφο 1, πρέπει να προσαρμοστεί με την προβλεπόμενη στα άρθρα 30 έως 34 κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών για τα ίδια προϊόντα.»
Χάρη στη διατύπωση αυτή, καθώς και στη διατύπωση της επόμενης σκέψεως, η οποία αποτελεί το συμπέρασμα, όπως διασαφηνίστηκαν με τις ιδιαίτερα σαφείς προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner ( 24 ), δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ενότητα της έννοιας του μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος στο άρθρο 37 και στο άρθρο 30. Δεν θα ήταν άσκοπο να σημειωθεί επιπλέον ότι ήδη, εδώ και 20 χρόνια, ο γενικός εισαγγελέας Lagrange χρησιμοποίησε, όσον αφορά το άρθρο 37, μια διατύπωση που σήμερα μπορεί να θεωρηθεί ως πρόβλεψη: «Σημασία έχει μόνο, ενόψει του στόχου των εν λόγω διατάξεων, η αισθητή επιρροή, τωρινή ή δυνητική, επί των εισαγωγών ή των εξαγωγών μεταξύ των κρατών μελών ( 25 ). Συμμερίζομαι, συνεπώς, τις σχετικές απόψεις του καθηγητή Robert Kovar: «To Δικαστήριο εντάσσει στο πλαίσιο της διατάξεως αυτής (του άρθρου 37) το σύνολο των απαγορεύσεων που έχουν καθιερωθεί αλλού, όσον αφορά τις παραβιάσεις της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» ( 26 ). Αναφέρω επίσης τον καθηγητή Aurelio Pappalardo: «Το συμπέρασμα, λοιπόν, του Δικαστηρίου (στην υπόθεση Manghera) απορρέει από την απλή και σαφή εφαρμογή, στον τομέα των μονοπωλίων, των σχετικών με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κανόνων ... Συνεπώς, το άρθρο 37 (είναι) ειδικός κανόνας, που χαρακτηρίζεται από μια διαδικασία ad hoc, αλλά ταυτόσημη, ως προς την ουσία, με τις άλλες διατάξεις του ίδιου κεφαλαίου» ( 27 ).
Γ —
Ο τρίτος στόχος του άρθρου 37 συνίσταται στην εξασφάλιση «της διατηρήσεως κανονικών όρων ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών» ( 28 ). Αποφεύγεται έτσι «η παρέμβαση ενός κράτους μέλους μέσω της δράσεως ενός κρατικού μονοπωλίου να έχει ως αποτέλεσμα τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά» ( 29 ).
Ο στόχος αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα διαφορά. Η δεύτερη από τις αιτιάσεις της Επιτροπής συνίσταται πράγματι στον ισχυρισμό ότι ο καθορισμός από το κράτος ενιαίων εμπορικών περιθωρίων μπορεί να νοθεύσει τους όρους του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Η ιταλική κυβέρνηση αρνείται το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού. Κατ' αυτήν, οι δήθεν στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο του άρθρου 37 μόνο από την άποψη των προβαλλόμενων διακρίσεων.
Νομίζω ότι η αντίρρηση αυτή έγκειται εν μέρει σε μια παρανόηση. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι η προσβολή του ανταγωνισμού, για την οποία πρόκειται στις σκέψεις 9 και 10 της αποφάσεως Hansen, δεν ταυτίζεται με την προσβολή που επιφέρουν στον ανταγωνισμό οι επιχειρήσεις, η οποία αναφέρεται στα άρθρα 85 και 86 της συνθήκης, αλλά με τα μέτρα με τα οποία τα κράτη, μέσω των μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα που ελέγχουν, διευθύνουν ή επηρεάζουν αισθητά (άρθρο 37, παράγραφος 1, εδάφιο 2), παραβιάζουν την ευθύτητα στον ανταγωνισμό μεταξύ της οικονομίας τους, θεωρούμενης στο σύνολό της, και εκείνης των άλλων κρατών μελών. Η έννοια της ευθύτητας στον ανταγωνισμό, που αναφέρεται στο προοίμιο της συνθήκης και επαναλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, συνιστά, ως εκ τούτου, στοιχείο ερμηνείας πολλών διατάξεων της συνθήκης, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 37.
Εξάλλου, νομίζω ότι θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η διατήρηση της ευθύτητας στον ανταγωνισμό μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών περιλαμβάνεται στους στόχους του άρθρου 37, λόγω του ότι αλληλοσυμπληρώνεται με τη διατήρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών. Αναφέρεται ότι οι συντάκτες της συνθήκης δίστασαν να περιλάβουν το άρθρο 37 στο σχετικό με τους κανόνες περί ανταγωνισμού κεφάλαιο, γεγονός που εύκολα εξηγείται ( 30 ).
Στόχος των κανόνων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των κανόνων που αποβλέπουν στην εξασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι, και των μεν και των δε, η δημιουργία μιας κοινής αγοράς (άρθρο 2 της συνθήκης), δηλαδή μιας αγοράς με τα χαρακτηριστικά εσωτερικής αγοράς ή τουλάχιστον με όσο το δυνατότερο περισσότερα χαρακτηριστικά εσωτερικής αγοράς ( 31 ). Όπως έγραφε ένας από τους διαπραγματευτές και υπογράψαντες τη συνθήκη, οι τεχνητές στεγανοποιήσεις μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών, τις οποίες «το σύνολο της συνθήκης της κοινής αγοράς αποσκοπούσε να καταργήσει» δεν εκδηλώνονται μόνο «με τις τρεις κατηγορίες προστατευτικών μέτρων ... που αναφέρονται ειδικά στη συνθήκη της κοινής αγοράς, δηλαδή τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, τους περιορισμούς συναλλάγματος και τους δασμούς, αλλά εκδηλώνονται ακόμα με ένα μεγάλο αριθμό έμμεσων προστατευτικών μέτρων, μεταξύ των οποίων οι δημόσιες επιχειρήσεις και τα μονοπώλια αποτελούν μια από τις πλέον επικίνδυνες μορφές.»
Το άρθρο 90 της συνθήκης της Ρώμης υπάγεται στο κεφάλαιο που αφορά την ελευθερία του ανταγωνισμού, ελευθερία που ευνοεί ταυτόχρονα τον καταναλωτή και την παραγωγικότητα. «Εξάλλου, το άρθρο 37 αποβλέπει κατά τον ίδιο τρόπο στην κατάργηση της προστασίας που απορρέει από τα κρατικά μονοπώλια» ( 32 ).
Νομίζω ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και τα εμπόδια στο εμπόριο συνιστούν απλώς και μόνο διαφορετικές πλευρές του αυτού φαινομένου.
Η διαπίστωση αυτή συγκεκριμενοποιείται κατά τρόπο ιδιαίτερα σαφή στην παρούσα υπόθεση.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ιδίως ότι ένα μονοπώλιο, το οποίο είναι ταυτόχρονα μονοπώλιο παραγωγής και μονοπώλιο εμπορίας, δεν μπορεί να μη διαρρυθμίζει την εμπορία κατά τρόπο προτιμησιακό για τα προϊόντα του. Πρόκειται για την πρώτη αιτίαση, που έχει ήδη προβληθεί στην υπόθεση Manghera που προαναφέρθηκε.
Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή είχε θεωρήσει το εν λόγω προτιμησιακό σύστημα ως «μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή» ( 33 ). Στην παρούσα όμως υπόθεση στηρίζει την επιχειρηματολογία της στη σύγκριση μεταξύ μονοπωλίου και συ-μπράξεως μεταξύ επιχειρήσεων που περιορίζει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, την οποία καταδικάσατε με την απόφαση σας της 29ης Οκτωβρίου 1981, Fedetab ( 34 ).
Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επικρινόμενο σύστημα νοθεύει τους όρους τον ανταγωνισμού στην κοινή αγορά με τη δημιουργία ορισμένων διακρίσεων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ο καθορισμός του ίδιου περιθωρίου για τα νέα προϊόντα και για τα ήδη γνωστά στην αγορά προϊόντα ισοδυναμεί με ταυτόσημη μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων χωρίς αντικειμενική δικαιολογία.
Το γεγονός ότι με τη νομολογία του Δικαστηρίου αναγνωρίστηκε ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής στην παράγραφο 1, εδάφιο πρώτο, του άρθρου 37, οφείλεται επίσης σε λόγους γενικού χαρακτήρα. Πρώτον, λόγω της θέσεως που έχει η διάταξη αυτή στη συνθήκη και, συνεπώς, του θεμελιώδους χαρακτήρα της αρχής της ενότητας της αγοράς και της αρχής, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της πρώτης, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( 35 ). Δεύτερον, λόγω της ιδιαίτερης επαγρύπνησης που επιβάλλει η ύπαρξη οργανισμών, που μπορεί να αποδειχθούν τόσο επικίνδυνοι για το εμπόριο, όπως τονίζει και ο Baron Snoy (στο άρθρο που προαναφέρθηκε), όσο τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα.
Με βάση τις αρχές της εν λόγω νομολογίας, θα πρέπει τώρα να εξεταστεί το βάσιμο των δύο αιτιάσεων της Επιτροπής κατά του ιταλικού συστήματος των περιθωρίων εμπορίας, καθώς και οι αντιρρήσεις που προέβαλε κατ' αυτών η ιταλική κυβέρνηση.
IV —
Α.
Κατά την Επιτροπή, όταν ένα κράτος μέλος, που κατέχει το μονοπώλιο παραγωγής (και ταυτόχρονα το μονοπώλιο εμπορίας), επιβάλλει το ίδιο περιθώριο εμπορίας στα προϊόντα ανταγωνιστών του από άλλα κράτη μέλη με εκείνο που καθορίζει για τα δικά του προϊόντα, προβαίνει σε διάκριση, που απαγορεύεται από το άρθρο 37, σε βάρος των εισαγομένων προϊόντων. Πράγματι, μεταχειρίζεται έτσι με ταυτόσημο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, δηλαδή των εμπορευμάτων που παράγει και των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Το άρθρο 37 αποβλέπει ακριβώς στο να παρεμποδίσει ένα κράτος μέλος, που κατέχει το μονοπώλιο παραγωγής, να επωφεληθεί εμπορίας για να δημιουργήσει μια κατάσταση του είδους αυτού.
Το ιταλικό μονοπώλιο καπνών είναι ταυτόχρονα μονοπώλιο παραγωγής και εμπορίας. Ως μονοπώλιο εμπορίας, καθορίζει το περιθώριο των επεξεργασμένων καπνών σε συνάρτηση με την πολιτική πωλήσεων που ακολουθεί για τα δικά του προϊόντα. Το περιθώριο όμως αυτό εφαρμόζεται και στα εισαγόμενα προϊόντα. Ενώ είναι αναμφίβολα προσαρμοσμένο στην κατάσταση των προϊόντων του μονοπωλίου, δεν είναι όμως κατ' ανάγκη και προσαρμοσμένο στην κατάσταση των εισαγόμενων προϊόντων, γιατί είναι δύσκολο για ένα κράτος να μην επιδιώκει να ευνοεί τη διάθεση των δικών του προϊόντων. Ετσι, όχι μόνον οι εισαγωγείς δεν είναι πλέον ελεύθεροι να παρέχουν στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως την κατά την κρίση τους καταλληλότερη αμοιβή, αλλά επιπλέον υποχρεούνται να τους αμείβουν με τον τρόπο που καθορίζει ο άμεσος ανταγωνιστής τους, δηλαδή το ιταλικό κράτος που κατέχει το μονοπώλιο παραγωγής. Είναι δύσκολο για την Επιτροπή να φανταστεί μια κατάσταση όπου να είναι εμφανέστερη η διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως.
Το μονοπώλιο δημιουργεί επίσης μια κατάσταση ανάλογη με εκείνη που ο ιδιώτης παραγωγός επιδιώκει να επιβάλει στους ανταγωνιστές του το περιθώριο που καθορίζει ο ίδιος στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως των δικών του προϊόντων. Η συμφωνία, όμως, μεταξύ επιχειρήσεων που δρουν στην αγορά του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, να απαγορεύεται στα συμβαλλόμενα μέρη «η διαπραγμάτευση με τους εμπόρους χονδρικής πωλήσεως ειδικών περιθωρίων και ευνοϊκότερων πλεονεκτημάτων, ανάλογα με την κατάσταση της αγοράς», θεωρήθηκε ως συμφωνία περιοριστική του ανταγωνισμού, που απαγορεύεται από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της συνθήκης ( 36 ).
Τέλος, τα αλλοδαπά προϊόντα είναι γενικώς ακριβότερα από τα εγχώρια προϊόντα. Επομένως, η επιβολή σταθερού κατά ποσοστό περιθωρίου, που ποικίλλει ανάλογα με την τιμή λιανικής πωλήσεως, πλήττει, σε πραγματικό κόστος, βαρύτερα τα ακριβά προϊόντα, που είναι γενικώς τα εισαγόμενα προϊόντα, απ' ό,τι τα φθηνότερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, ιταλικά προϊόντα. Ακόμη, όμως, κι αν οι εισαγωγείς ήθελαν, για να εξαλείψουν το εν λόγω μειονέκτημα, να μειώσουν την αμοιβή των μεταπωλητών τους, δεν θα μπορούσαν απαγορεύεται από το σύστημα του ενιαίου περιθωρίου.
Β.
Ο καθορισμός από το κράτος ενιαίων εμπορικών περιθωρίων μπορεί επίσης να νοθεύσει τους όρους του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, ιδίως στο ιταλικό έδαφος. Συγκεκριμένα, ευνοεί τους τύπους των προϊόντων καπνού που έχουν ήδη εισαχθεί και είναι γνωστοί στην ιταλική αγορά σε σχέση με τους νέους τύπους, που οι προμηθευτές άλλων κρατών μελών 9α ήθελαν, ενδεχομένως, να διαθέσουν στην αγορά αυτή. Το ιταλικό σύστημα τους εμποδίζει πράγματι να διαπραγματεύονται με τους διανομείς υψηλότερα περιθώρια υπό τη μορφή πριμοδοτήσεων διεισδύσεως. Συνεπώς, το σύστημα αυτό περιορίζει την επιλογή των εμπορικών μεθόδων· εμποδίζει την προσαρμογή τους στον ιδιάζοντα χαρακτήρα των αγορών των διαφόρων προϊόντων καπνού και στην εξέλιξη της καταστάσεως καθεμιάς απ' αυτές.
Το μειονέκτημα αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερο λόγω της απαγορεύσεως κάθε διαφημίσεως στον τομέα για τον οποίο πρόκειται. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο καθορισμός ενιαίων περιθωρίων μπορεί να νοθεύσει τους όρους του ανταγωνισμού και συνιστά προσβολή της ισότητας ευχερειών διαθέ-οεως, που πρέπει να εξασφαλίζεται στα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα ( 37 ). Η τελευταία αυτή έννοια συνάδει με την έννοια της διακρίσεως. Η επιβολή του ίδιου περιθωρίου στα νέα προϊόντα και στα ήδη γνωστά σε μια αγορά προϊόντα ισοδυναμεί, πράγματι, με ταυτόσημη μεταχείριση, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, διαφορετικών καταστάσεων.
V —
Για περισσότερη σαφήνεια, κατέταξα σε τρεις κατηγορίες τις απαντήσεις της ιταλικής κυβερνήσεως στους ισχυρισμούς αυτούς:
—
απαντήσεις κοινές στους δύο ισχυρισμούς·
—
απαντήσεις ειδικές στον πρώτο ισχυρισμό ·
—
απαντήσεις ειδικές στο δεύτερο ισχυρισμό.
Α —
1.
Σαν γενική απάντηση, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το επίδικο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει διακρίσεις και ότι, συνεπώς, είναι αντίθετο προς το άρθρο 37, παράγραφος 1, εδάφιο πρώτο, για το μόνο λόγο ότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε αλλοδαπά και σε εγχώρια προϊόντα.
Η Επιτροπή, πάντως, απάντησε στον ισχυρισμό αυτό ότι, στο πλαίσιο της κοινής αγοράς, θεωρούμενης ως σύνολο, το ενιαίο περιθώριο συνιστά διακρίσεις σε βάρος των παραγωγών άλλων κρατών μελών.
Νομίζω ότι παρέλκει η εξέταση του βάσιμου της απόψεως της Επιτροπής, κατά την οποία θα πρέπει να εξεταστεί σε κοινοτική κλίμακα αν υπάρχει ή όχι παράβαση του άρθρου 37, εφόσον, κατά τη νομολογία σας, απαγορεύονται τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή. Συνεπώς, αρκεί να προσδιοριστεί αν η επιβολή το σε ποσοστό εμπορικού περιθωρίου στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα και στα προϊόντα του μονοπωλίου μπορεί να συνιστά εμπόδιο, έστω έμμεσο και δυνητικό, για τα πρώτα στην ιταλική αγορά. Αλλως, η προβληθείσα αντίρρηση είναι απαράδεκτη, γιατί στηρίζεται σε υπερβολικά στενή ερμηνεία του άρθρου 37, η οποία δεν έχει γίνει δεκτή άλλωστε από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
2.
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι το τωρινό σύστημα δεν εισάγει διακρίσεις, γιατί επιτρέπει στους επιχειρηματίες την εκτίμηση όλων των στοιχείων της τιμής λιανικής πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένου του ύψους του περιθωρίου, όταν επιλέγουν την τιμή αυτή. Συνεπώς, το εν λόγω σύστημα είναι ένα σύστημα «διαφάνειας» των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν την τελική τιμή.
Είναι βέβαια προφανές ότι, επιλέγοντας την τιμή λιανικής πωλήσεως των προϊόντων τους, οι εισαγωγείς γνωρίζουν το ύψος του περιθωρίου εμπορίας, εφόσον το τελευταίο αποτελεί σταθερό ποσοστό της πρώτης. Δεν νομίζω, όμως, ότι συνάγεται εξ αυτού το συμπέρασμα ότι το επίδικο σύστημα δεν καταλήγει στον περιορισμό του εμπορίου ή στη νόθευση του ανταγωνισμού.
3.
Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα η κατάργηση του συστήματος των ενιαίων περιθωρίων θα δημιουργούσε διακρίσεις, γιατί θα παρείχε στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως τη δυνατότητα να ευνοούν ορισμένους προμηθευτές σε βάρος άλλων.
Πράγματι, μόνον οι σημαντικότεροι κατασκευαστές είναι σε θέση να παραχωρούν υψηλά και ελκυστικά για τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως περιθώρια. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να παραμερίσουν προοδευτικά από τη νόμιμη αγορά τους πιο μικρούς κατασκευαστές, οι οποίοι ενδέχεται να επιχειρούσαν να πωλούν τα προϊόντα τους μέσω του λαθρεμπορίου.
Πρώτον, είναι υπερβολικό να θεωρηθεί ότι οι ιταλοί μεταπωλητές προϊόντων καπνού δεν διαδραματίζουν κανέναν εμπορικό ρόλο. Πράγματι, μπορούν να παραγγείλουν ένα προϊόν ενός κατασκευαστή, παρά κάποιου άλλου, και τούτο παρά την απαγόρευση διαφημίσεως, είτε ζωντανής είτε παραδείγματος χάρη, με διευθέτηση των προθηκών τους.
Δεύτερον, φαίνεται δύσκολο να θεωρηθεί ότι η κατάργηση του τωρινού συστήματος του σταθερού περιθωρίου που καθορίζει το κράτος και η αντικατάσταση του, παραδείγματος χάρη, από ένα σύστημα ελευθέρως επιλεγόμενων περιθωρίων εντός μιας ορισμένης κλίμακας, μπορεί να έχει την παραμικρή επιρροή στην έκταση του λαθρεμπορίου στην Ιταλία. Αυτό εξηγείται επαρκώς από άλλα στοιχεία που δεν ενδείκνυται να παραθέσω εδώ.
Συνεπώς, κανένας από τους ισχυρισμούς γενικού χαρακτήρα, που προέβαλε προς άμυνά της η ιταλική κυβέρνηση, δεν είναι πειστικός.
Β —
Θα εξετάσω τώρα τα επιχειρήματα που αναφέρονται ειδικά στον πρώτο ισχυρισμό της Επιτροπής.
1.
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν καθορίζει το ποσοστό του «Aggio» με βάση την ευνοϊκότερη πολιτική πωλήσεων για τα προϊόντα του μονοπωλίου της, γιατί πρέπει να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από άλλους παράγοντες, ιδίως τις διεκδικήσεις των πωλητών προϊόντων καπνού και τις επιπτώσεις της τιμής των εν λόγω προϊόντων στο κόστος ζωής και, μέσω των ρητρών μεταβλητής κλίμακας («Scala Mobile»), στους μισθούς. Αναφέρει επίσης ότι, δεδομένου ότι τα αλλοδαπά προϊόντα είναι κατά μέσον όρο τα ακριβότερα και ότι το περιθώριο ποικίλλει ανάλογα με την τιμή, για τα προϊόντα αυτά ακριβώς οι μεταπωλητές εισπράττουν, σε απόλυτους αριθμούς, το υψηλότερο περιθώριο.
2.
Τα εν λόγω πραγματικά επιχειρήματα έχουν μεν κάποια βάση, είναι όμως ανεπαρκή.
Ως προς το δήθεν μεγαλύτερο συμφέρον των εμπόρων λιανικής πωλήσεως να πωλούν τα αλλοδαπά προϊόντα παρά τα εγχώρια, διαπιστώνεται ότι οι εν λόγω έμποροι πρέπει υποχρεωτικά να λάβουν άδεια πωλήσεως των οικείων προϊόντων από το μονοπώλιο και, συνεπώς, μπορεί το τελευταίο να τους ζητήσει να ευνοούν, σε αντάλλαγμα, τα δικά του προϊόντα, παρά το αναφερόμενο οικονομικής φύσεως πλεονέκτημα. Επιπλέον, το επίδικο ζήτημα δεν αφορά μόνο τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως· το πλεονέκτημα που προβάλλει η ιταλική κυβέρνηση μπορεί να εξουδετερωθεί από τα μειονεκτήματα που υφίστανται οι επιχειρηματίες, οι οποίοι προβαδίζουν των εμπόρων λιανικής πωλήσεως στη διαδικασία εμπορίας.
Εκτός, όμως, από το ζήτημα αν οι έμποροι λιανικής πωλήσεως έχουν συμφέρον να πωλούν τα αλλοδαπά παρά τα εγχώρια προϊόντα ή αν το μονοπώλιο καθορίζει τις τιμές σύμφωνα με το συμφέρον του και, συνεπώς, σε βάρος των αλλοδαπών ανταγωνιστών του, σημασία έχει κυρίως να προσδιοριστεί αν το σύστημα, που εφαρμόζεται από το μονοπώλιο, μπορεί να δημιουργήσει διακρίσεις ή, τουλάχιστον, να θίξει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Πράγματι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Warner στις προτάσεις του στην υπόθεση Manghera ( 38 ), οι δυνητικοί περιορισμοί στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών αντίκεινται στο άρθρο 37, όπως άλλωστε και στα άρθρα 30 έως 36 ( 39 ). Το επιχείρημα που ο γενικός εισαγγελέας Warner στηρίζει «τη χρησιμοποίηση στο άρθρο 37, παράγραφος 1, της λέξεως “αποκλείεται” (“ensured that” ... στο αγγλικό κείμενο)» παίρνει εδώ όλη τη σημασία του: «η εξάλειψη μιας καταστάσεως δεν εξασφαλίζεται, εφόσον μπορεί να παρουσιαστεί».
Η νομολογία του Δικαστηρίου προέβαλε τη λογική συνέπεια της ταυτότητας της έννοιας του μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος στο άρθρο 37 και στο άρθρο 30.
Ο συλλογισμός αυτός με οδηγεί στο να ταχθώ υπέρ της απόψεως της Επιτροπής. Δεν μπορώ, πάντως, να ακολουθήσω εξ ολοκλήρου τα επιχειρήματά της' το γεγονός ότι το ιταλικό μονοπώλιο είναι ταυτόχρονα μονοπώλιο παραγωγής και εμπορίας δεν συνεπάγεται καν' ανάγκη τον ισχυρισμό ότι οργανώνει την εμπορία των προϊόντων ευνοώντας τα δικά του και θέτοντας σε μειονεκτική θέση τα προϊόντα των ανταγωνιστών του από άλλα κράτη μέλη. Πρόκειται για έναν απλό ισχυρισμό, που δεν στηρίζεται στην παραμικρή απόδειξη. Νομίζω ότι η κατάσταση που περι-γράφηκε είναι επικίνδυνη, ότι μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις και ότι, ιδίως, ο καθορισμός ενιαίου περιθωρίου από το μονοπώλιο για τα προϊόντα του και τα προϊόντα των ανταγωνιστών του μπορεί να παρενοχλήσει ή να δημιουργήσει διακρίσεις σε βάρος των εισαγωγέων επεξεργασμένων καπνών από άλλα κράτη μέλη.
Συμφωνώ με την άποψη και τα επιχειρήματα του γενικού εισαγγελέα Roemer που περιέχονται στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση «γαλακτοκομικά κέντρα» Ιταλίας ( 40 ) :
«όταν οι οργανισμοί, που αναφέρονται στο άρθρο 37 της συνθήκης, κατέχουν αποκλειστικό δικαίωμα πωλήσεως, θα πρέπει να διερωτηθεί κανείς αν προκύπτει εξ αυτού καν' ανάγκη διάκριση σε 6άρος υπηκόων άλλων κρατών μελών. Όπως απέδειξε η Επιτροπή, στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, τουλάχιστον όσον αφορά τη δννανόνηνα διακρίσεως, στην περίπτωση, που το κράτος έχει την αποκλειστικότητα της πωλήσεως, εφόσον δεν μπορεί να αποιαεισνεί όνι ενεργώννας ένσι νο κράνος amó επιδιώκει να προασπίσει συμφέροννα πον δεν είναι καααρώς οικονομικά. Το πράγμα έχει έτσι κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις που το δικαίωμα αποκλειστικότητας της πωλήσεως αναγνωρίζεται σε οργανισμό που παράγει ή επεξεργάζεται ο ίδιος τα εμπορεύματα που διαθέτει στο εμπόριο. Εφαρμόζοντας τις σκέψεις αυτές στα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι κατά κανόνα μόνο το επεξεργασμένο γάλα αποτελεί αντικείμενο διεθνούς εμπορίου, μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι τα γαλακτοκομικά κέντρα, που απολαύουν της αποκλειστικότητας πωλήσεως, προτιμούν να διαθέτουν το γάλα που επεξεργάζονται τα ίδια» ( 41 ).
Οι προτάσεις αυτές αξίζει να ληφθούν υπόψη ακόμα περισσότερο γιατί το μονοπώλιο, για το οποίο επρόκειτο στην εν λόγω υπόθεση, ήταν επίσης, όπως θα παρατηρήσατε, μονοπώλιο παραγωγής και εμπορίας και γιατί ο σχετικός ισχυρισμός της Επιτροπής ήταν παρόμοιος με τον ισχυρισμό που προβάλλει στην παρούσα υπόθεση.
C —
Απομένει η εξέταση των απαντήσεων που έδωσε η ιταλική κυβέρνηση και αφορούν ειδικά το δεύτερο ισχυρισμό της Επιτροπής.
1.
Απλώς σημειώνω το επιχείρημα που προέβαλε κατά κάποιο τρόπο προεισαγωγικά η ιταλική κυβέρνηση και αφορά το παραδεκτό του δεύτερου ισχυρισμού. Όπως έχω ήδη πει, η απόφαση Hansen της 13ης Μαρτίου 1979 καθιστά αβάσιμη την άποψη, κατά την οποία οι δήθεν στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού, τουλάχιστον υπό την έννοια που διευκρίνισα, δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο του άρθρου 37, παρά μόνο από την άποψη των δήθεν διακρίσεων.
2.
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται δεύτερον ότι ο ανταγωνισμός δεν έχει νοθευθεί στην πραγματικότητα, εφόσον το τμήμα της αγοράς των εισαγόμενων καπνών αυξήθηκε σημαντικά στην Ιταλία εδώ και ορισμένα χρόνια. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, προέβαλε, κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, στοιχεία που διαφέρουν αισθητά από τα στοιχεία που προσεκόμισε η Επιτροπή. Τα πλήρη στατιστικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, κατόπιν του αιτήματος του Δικαστηρίου κατά την προφορική διαδικασία, για την περίοδο 1970-1982, επιβεβαιώνουν πράγματι τις απόψεις της. Η Επιτροπή όμως αμφισβητεί τη βάση υπολογισμού των στοιχείων αυτών, ιδίως γιατί θεωρούνται ως αλλοδαπά τα προϊόντα που κατασκευάζονται στην Ιταλία υπό αλλοδαπή άδεια, ισχυρισμός που νομίζω ότι ασκεί επιρροή.
Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τα συμπεράσματα που αντλεί η καθής από τα εν λόγω στοιχεία. Έστω κι αν το τμήμα της αγοράς των αλλοδαπών προϊόντων αυξή9ηκε υπό το σύστημα των ενιαίων περιθωρίων, δεν αποδείχτηκε όμως ότι ένα άλλο σύστημα δεν 9α επέφερε μεγαλύτερη αύξηση. 'Αλλως, το «τεστ» που προτείνει η ιταλική κυβέρνηση δεν αποτελεί την επιδιωκόμενη απόδειξη.
Έχει σημασία, εν προκειμένω, όπως έχω ήδη πει, να προσδιοριστεί αν το επικρινόμενο μέτρο μπορεί ή όχι «να διακυβεύσει, αμέσως ή εμμέσως, τώρα ή στο μέλλον, την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, υπό την έννοια ότι μπορεί να βλάψει την επίτευξη των στόχων μιας ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών» ( 42 ).
Για τους λόγους οι οποίοι αποτελούν τον πρώτο ισχυρισμό της Επιτροπής, η απάντηση είναι καταφατική. Το συμπληρωματικό στοιχείο, που αναφέρει η Επιτροπή στο δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή ότι οι εισαγωγείς δεν μπορούν να διαπραγματεύονται τώρα με τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως διαφορετικά περιθώρια από εκείνα που επιβάλλει το μονοπώλιο, και ιδίως πριμοδοτήσεις διεσδύσεως, ενισχύει προφανώς, αν υπάρχει ανάγκη, το κύρος της απαντήσεως αυτής.
3.
Ως προς την απόλυτη απαγόρευση διαφημίσεων, η οποία, κατά την Επιτροπή, Θέτει στην πραγματικότητα σε μειονεκτική θέση τα λιγότερο γνωστά αλλοδαπά προϊόντα, η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει δύο χωριστά επιχειρήματα:
1.
η απαγόρευση αυτή παραβιάζεται για τα αλλοδαπά προϊόντα
2.
στην πραγματικότητα, δεν τα Θέτει σε μειονεκτικότερη θέση.
Ως προς το πρώτο σημείο, το προβαλλόμενο επιχείρημα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξάλλου, είναι αναμφίβολα λογικό να 9εωρη9εί ότι η απαγόρευση διαφημίσεων είναι ένα στοιχείο που προστίθεται στο σύστημα ενιαίων εμπορικών περιθωρίων για να αυξήσει τις δυσχέρειες διεισδύσεως ενός νέου προϊόντος στην ιταλική αγορά.
Συνεπώς, εύλογα η ιταλική κυβέρνηση, θεωρεί ότι, καίτοι παραβιάζεται η απαγόρευση αυτή εν μέρει για τα αλλοδαπά προϊόντα, ενώ δεν παραβιάζεται για τα εγχώρια, τα τελευταία τίθενται σε μειονεκτικότερη 9έση, σε βαθμό ακριβώς ανάλογο με τη βαρύτητα της παραβάσεως του νόμου από τους εισαγωγείς. Νομίζω, πάντως, ότι η παράβαση αυτή δικαιολογεί μάλλον την επιβολή κυρώσεων για παράβαση του νόμου παρά τη διατήρηση μέτρων που συνεπάγονται διακρίσεις, όπως το ενιαίο περι9ώριο εμπορίας, διατήρηση που, αν ακολουθηθεί η επιχειρηματολογία της καθής μέχρι τέλος, ενδέχεται να δικαιολογήσει, λόγω της ανάγκης αντισταθμίσεως των παραβάσεων του νόμου περί απαγορεύσεως της διαφημίσεως.
Ως προς το δεύτερο σημείο, το επιχείρημα δεν ευστα9εί. Η οικονομική αποτελεσματικότητα ορισμένων επιχειρηματιών, που επιτυγχάνουν την εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων μιας προστατευτικής, τουλάχιστον δυνητικά, ρυθμίσεως, δεν μου φαίνεται επαρκής αιτιολογία για τη δικαιολόγηση της διατηρήσεως της. Επιπλέον, το επιχείρημα που προέβαλε η ιταλική κυβέρνηση δεν είναι πολύ πειστικό. Από το γεγονός ότι το αλλοδαπό τσιγάρο, με τη μεγαλύτερη ζήτηση σήμερα, διετέθη στο εμπόριο το 1962 (δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του νόμου περί απαγορεύσεως της διαφημίσεως για τα προϊόντα καπνού), ενώ το εγχώριο τσιγάρο, με τη μεγαλύτερη ζήτηση σήμερα, δεν διετίθετο, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απαγόρευση διαφημίσεως ευνόησε τα αλλοδαπά προϊόντα. Το πολύ μπορεί να διαπιστωθεί ότι τα αλλοδαπά τσιγάρα δεν εισάγονται εύκολα στην ιταλική αγορά, πράγμα που δεν συνέβη για το εγχώριο τσιγάρο με τη μεγαλύτερη σήμερα ζήτηση.
4.
Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι η έλλειψη περιορισμών του ανταγωνισμού αποδεικνύεται εν πάση περιπτώσει από τη δυνατότητα που παρέχεται στους εισαγωγείς να διαθέτουν τα προϊόντα τους σε ανταγωνιστικότερες τιμές, χωρίς να παρεμβαίνουν στον καθορισμό του περιθωρίου του μεταπωλητή.
Συμφωνώντας με την Επιτροπή, έχω τη γνώμη ότι η ύπαρξη του άνταγωνισμού στο επίπεδο των τιμών λιανικής πωλήσεως δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ως νόμιμη η εξάλειψή του στο επίπεδο του περιθωρίου αμοιβής του εμπόρου λιανικής πωλήσεως. Συγκεκριμένα, μπορεί οι κατασκευαστές να έχουν συμφέρον να αυξάνουν παρά να μειώνουν την τιμή διαθέσεως στην κατανάλωση. Ενώ όμως το ιταλικό κράτος, κάτοχος τόσο του μονοπωλίου παραγωγής όσο και του μονοπωλίου εμπορίας, μπορεί να καθορίζει αδιάκριτα το περιθώριο ή την τιμή διαθέσεως στην κατανάλωση, οι εισαγωγείς μπορούν να καθορίζουν μόνο την τιμή, εφόσον για τα επιπλέον πρέπει να τηρούν το περιθώριο, που θεωρεί συμφερό-τερο το ιταλικό μονοπώλιο.
Επομένως, έστω και υπό την πλέον αυστηρή ερμηνεία του άρθρου 37, το επικρινόμενο μέτρο είναι σαφώς αντίθετο προς τη διάταξη αυτή. Εξάλλου, σημειώνω ότι το Δικαστήριο έχει απορρίψει την εν λόγω αυστηρή ερμηνεία, κατά την οποία η διάταξη αυτή απαγορεύει μόνο τις καθαρές διακρίσεις, υπό τη στενή έννοια του όρου, όχι δε και κάθε εμπόδιο στις συναλλαγές, καθώς και κάθε περιορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών.
D —
Δεδομένου, όμως, του πεδίου εφαρμογής που αναγνωρίζεται σήμερα κατά το θετικό δίκαιο στο άρθρο 37, το οποίο περιλαμβάνει ιδίως τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή κατά τον ίδιο τρόπο με το άρθρο 30, θα πρέπει να εξετάσω και ένα τελευταίο σημείο.
Πράγματι, η απαγόρευση που απαγγέλλει το άρθρο 30 περιορίζεται από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται, αφενός στο άρθρο 36 και, αφετέρου, στις εμπορικές ρυθμίσεις των κρατών μελών, που εφαρμόζονται αδιάκριτα σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, «αναγνωρίζονται» δε «ως αναγκαία για την ικανοποίηση (ορισμένων) επιτακτικών αναγκών» ( 43 ). 'Οπως και οι παρεκκλίσεις του άρθρου 36, οι ρυθμίσεις αυτές δεν πρέπει να επιδιώκουν οικονομικούς σκοπούς. Κατά τη γνώμη μου, η ενότητα του κεφαλαίου που αφορά την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών ή, τουλάχιστον, η συνάφεια των τομέων ( 44 ), επιβάλλει την ίδια λύση για τα αντίθετα προς το άρθρο 37 μέτρα.
Βέβαια, δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί η λήψη τέτοιων μέτρων με ρητή αναφορά στο άρθρο 36, γιατί το τελευταίο πρέπει να ερμηνευθεί αυστηρά, αποκλείεται δε από τη διατύπωση του («οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται ...»). Πάντως, νομίζω ότι είναι δυνατό να εξεταστεί το ζήτημα αν, στο πλαίσιο του άρθρου 37, οι εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 36 και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άλλες επιτακτικές ανάγκες «επιτρέπουν την άρνηση της υπάρξεως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, κατά την έννοια του ανωτέρω άρδρου» ( 45 ).
Επομένως, 3α πρότεινα να συμπληρωθεί η εξομοίωση του άρθρου 37 με το άρθρο 30, επεκτείνοντας στο πρώτο τη μεθοδολογία που καθιέρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση «Cassis de Dijon» και διασαφήνισε ακολούθως ιδίως στην απόφαση «ιρλανδικά ενθύμια» και στην πρόσφατη απόφαση σχετικά με το ιταλικό βερμούτ ( 46 ).
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στην υπό κρίση υπόθεση, θα διαπιστώσετε ότι μόνο ένα επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως θα μπορούσε a priori να εξεταστεί εν προκειμένω, το επιχείρημα που στηρίζεται στην προστασία των καταναλωτών. Από την ανάγνωση όμως των σχετικών με το σημείο αυτό απόψεων προκύπτει ότι δεν είναι σκόπιμη η εξέταση του επιχειρήματος αυτού. Συγκεκριμένα, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το σταθερό περιθώριο προστατεύει τους καταναλωτές κατά το ότι τους προφυλάσσει από ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών. Συνεπώς, το μέσο αυτό άμυνας είναι οικονομικής φύσεως και, ως τοιούτο, απαράδεκτο.
VI —
Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει, επικουρικά, έναν τελευταίο ισχυρισμό που στηρίζεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, της συνθήκης.
Δυνάμει της διατάξεως αυτής, «οι επιχειρήσεις ... που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσης συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό, ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας».
Συνεπώς, πρόκειται για εξαιρετική διάταξη που επιτρέπει σε κανονικά αντίθετες προς τη συνθήκη δραστηριότητες να διαφύγουν της απαγορεύσεως που απορρέει κατ' αρχήν από την υποχρέωση αυτή. Συνεπώς, η ιταλική κυβέρνηση την επικαλείται μόνον επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση που, όπως εγώ, θα κρίνετε ότι το επίδικο μέτρο είναι αντίθετο προς το άρθρο 30, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο. Το άρθρο 90, παράγραφος 2, αποτελεί εξαιρετική διάταξη και πρέπει να ερμηνευθεί περιοριστικά ( 47 ).
Όπως γνωρίζετε, για το ζήτημα αν ένα κράτος μέλος μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 90, για να διαφύγει της εφαρμογής του άρθρου 37, υπάρχει διαφωνία στη θεωρία. Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή Franceschelli, «το άρθρο 37 πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να υπερισχύει του άρθρου 90 υπό την έννοια ότι, αν μεταξύ των μονοπωλίων που εμπίπτουν στην ευρεία έννοια του άρθρου 90 ορισμένα επιβάλλουν διακρίσεις ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, πρέπει να διαρρυθμίζονται κι αυτά κατά τρόπο ώστε, με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να εξαλειφθεί η διαφορά αυτή και να τηρείται, συνεπώς, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που ορθώς έχει θεωρηθεί ως θεμελιώδης αρχή της συνθήκης ... Δεδομένου ότι το άρθρο 90 αποτελεί κανόνα με Αιγόνερη δεομευτι-κότητα, πρέπει να υποχωρεί έναντι του άρθρου 37 που περιέχει στην πρώτη του παράγραφο έναν αναγκαστικό κανόνα» ( 48 ).
Ομοίως, κατά τον Batonnier van Hecke:
«in its relation to article 90, article 37 must be seen as a special provision taking precedence over the more general provisions of article 90» ( 49 ).
Παρά την αξία των επιχειρημάτων αυτών, θεωρώ πάντως, συμφωνώντας ιδίως με τον Doyen Colliard, ότι «ο συνδυασμός των δύο κειμένων καταλήγει στην εφαρμογή του άρθρου 90, που περιέχει ευρύτερες και οριστικότερες παρεκκλίσεις». Πράγματι, νομίζω ότι η αντίθετη λύση περιορίζει το πεδίο αποτελεσματικότητας του άρθρου 90.
Αφού αντιμετωπίστηκε η πρώτη αυτή δυσχέρεια, θα πρέπει ακόμα να πληρούνται οι τρεις ακόλουθες προϋποθέσεις, για να μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διατάξεως στην υπό κρίση υπόθεση:
—
θα πρέπει το ιταλικό μονοπώλιο καπνών να είναι δημοσιονομικό μονοπώλιο, κατά την έννοια του κειμένου αυτού,
—
πρέπει, χωρίς το σύστημα των ενιαίων περιθωρίων, να εμποδίζεται η εκπλήρωση της δημοσιονομικού χαρακτήρα αποστολής του μονοπωλίου,
—
δεν πρέπει η ανάπτυξη των συναλλαγών να επηρεάζεται από το σύστημα αυτό σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο στο συμφέρον της Κοινότητας.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις αυτές.
Θα τις εξετάσω λοιπόν διαδοχικά.
A —
Είναι το ιταλικό μονοπώλιο καπνών δημοσιονομικό μονοπώλιο κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2; Το ερώτημα αυτό θέτει ένα άλλο: τι είναι δημοσιονομικό μονοπώλιο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής;
Κατά την Επιτροπή, το ιταλικό μονοπώλιο καπνών δεν είναι δημοσιονομικό μονοπώλιο και η ιταλική κυβέρνηση δεν μπορεί να βασιστεί στο άρθρο 90, παράγραφος 2. Ένα μονοπώλιο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημοσιονομικό, εφόσον η αποστολή του συνίσταται στην είσπραξη ενός φόρου καταναλώσεως υπέρ του δημοσίου. Επιπλέον, πρέπει να αποβλέπει κυρίως στη μεγιστοποίηση των φορολογικών εσόδων. Τα φορολογικά όμως έσοδα που αντλούνται από την πώληση προϊόντων καπνού στα κράτη μέλη, όπου δεν υπάρχει μονοπώλιο εμπορίας, δεν είναι λιγότερα από εκείνα που εισπράττονται στα κράτη που έχουν τέτοιο μονοπώλιο. Πράγματι, από μια μελέτη σχετική με τα φορολογικά έσοδα από τα προϊόντα επεξεργασμένου καπνού, που πραγματοποιήθηκε το 1978, προκύπτει ότι τα δύο κράτη που έχουν μονοπώλιο εμπορίας δεν προηγούνται των κρατών μελών, όσον αφορά τα φορολογικά έσοδα που αποφέρουν τα προϊόντα επεξεργασμένου καπνού, ανεξάρτητα από το επιλεγέν κριτήριο.
Η ιταλική κυβέρνηση αντιτάσσει στον ισχυρισμό αυτό διάφορα επιχειρήματα. Καταρχάς, συμφωνεί με την παρατήρηση του καθηγητή Pappalardo, σύμφωνα με την οποία «στην πρακτική, όλες οι επιχειρήσεις που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου επιδιώκουν, παράλληλα με το σκοπό που τις χαρακτηρίζει ως τέτοιες, άλλους διαφορετικούς σκοπούς, που δύσκολα διαχωρίζονται από τον πρώτο, δεδομένου ότι ένα σύγχρονο δημοσιονομικό μονοπώλιο συνιστά ένα οργανικό σύνολο, στο οποίο οι διάφοροι σκοποί συνδέονται στενά μεταξύ τους» ( 50 ). Συνεπώς, όπως επισημαίνουν και οι καθηγητές Frignani και Waelbroek, «τα δημοσιονομικά μονοπώλια είναι κρατικά μονοπώλια που έχουν ως σκοπό (έστω κι αν δεν είναι αποκλειστικός) τη δημιουργία φορολογικών εσόδων» ( 51 ).
Η ιταλική κυβέρνηση επικρίνει στη συνέχεια την περιοριστική άποψη της Επιτροπής. Θεωρεί ότι ένα μονοπώλιο παραμένει δημοσιονομικό, έστω και αν ο σκοπός του δεν είναι η μεγιστοποίηση των φορολογικών εσόδων.
Η Επιτροπή δέχεται ότι η ερμηνεία της είναι περιοριστική, αλλά πιστεύει ότι η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα του άρθρου 90 σε σχέση με την αρχή που θέτει η συνθήκη.
Σχετικά με αυτό το σημείο, νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να υποστηριχτεί η άποψη της Επιτροπής. Βέβαια, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευτεί περιοριστικά, δεδομένου ότι αποτελεί εξαιρετική διάταξη. Ομοίως, δεν αμφισβητείται στην πραγματικότητα το ζήτημα αν ένα μονοπώλιο μπορεί να είναι ταυτόχρονα εμπορικό, κατά την έννοια του άρθρου 37, και δημοσιονομικό, κατά την έννοια του άρθρου 90, διότι η Επιτροπή το δέχτηκε με την απάντηση της. Εξάλλου, μου φαίνεται αδύνατο να υποστηριχθεί το αντίθετο ( 52 ).
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το επίκεντρο του προβλήματος συνίσταται στο ζήτημα αν ο σκοπός της μεγιστοποιήσεως των φορολογικών εσόδων συνιστά απαραίτητο στοιχείο για να χαρακτηριστεί ένα μονοπώλιο ως δημοσιονομικό. Δεν το νομίζω. Όπως ανέφερε και η ιταλική κυβέρνηση, ενδέχεται ο σκοπός αυτός να μην είναι εκείνος που ακολουθείται κατά προτεραιότητα, κατά τη διάρκεια μεγαλύτερου ή μικρότερου χρονικού διαστήματος, προκειμένου να ληφθούν υπόψη σκέψεις γενικής οικονομικής πολιτικής (καταπολέμηση του πληθωρισμού), κοινωνικής πολιτικής (προτεραιότητα ως προς την αύξηση των άμεσων φόρων) ή εριφερειακής πολιτικής (παραδείγματος χάρη, ανάκαμψη της καταναλώσεως του επεξεργασμένου καπνού υπό την πίεση παραγωγών μη επεξεργασμένου καπνού, που έχουν επιρροή σε ορισμένες περιοχές). Από τα περιστατικά αυτά δεν μπορεί να προκύψει η απώλεια του δημοσιονομικού χαρακτήρα του μονοπωλίου. Νομίζω ότι για να θεωρηθεί ένα μονοπώλιο ως δημοσιονομικό, αρκεί να συστάθηκε με σκοπό τη δημιουργία περισσότερων εσόδων απ' όσα θα ήταν δυνατό να προκύψουν χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η μείωση των φορολογικών εσόδων στις χώρες που έχουν μονοπώλιο σε σχέση με εκείνες τις χώρες που δεν έχουν δεν αποτελεί προφανώς επαρκή απόδειξη για το ότι ένα μονοπώλιο δεν είναι δημοσιονομικό. Η μείωση αυτή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, οι οποίοι δεν συνδέονται με την ύπαρξη του μονοπωλίου. Αναφέρω, ως παράδειγμα μεταξύ πολλών άλλων, τη διάρθρωση του φόρου (αντίστοιχο τμήμα ΦΠΑ και του ειδικού φόρου καταναλώσεως· ειδικό και αναλογικό (ad valorem) τμήμα του ειδικού φόρου καταναλώσεως), την οργάνωση της παραγωγής και της διανομής (παραδείγματος χάρη, για την τελευταία, τους κανόνες περί διαφημίσεως), ήτοι απλώς τις καταναλωτικές συνήθειες.
Επιπλέον, έστω κι αν γινόταν δεκτή η περιοριστική άποψη της Επιτροπής, η διαπίστωση αυτή δεν θα είχε αποδεικτική αξία. Πράγματι, το γεγονός ότι τα φορολογικά έσοδα είναι κατώτερα από εκείνα που επιδιώκονταν με την ίδρυση του μονοπωλίου, για το οποίο οι ιδρυτές του είχαν καθορίσει ένα δημοσιονομικής φύσεως σκοπό, δεν αρκεί για να χάσει το μονοπωλιο αυτό το δημοσιονομικό του χαρακτήρα. Το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με ταύτιση του σκοπού και του αποτελέσματος της δημιουργίας του μονοπωλίου ή, άλλως, της προθέσεως και των συνεπειών.
Επιπλέον, αν και θα προτιμούσα έναν αυτοτελή κοινοτικό ορισμό της έννοιας του δημοσιονομικού μονοπωλίου από την παραπομπή στους εθνικούς ορισμούς, νομίζω ότι είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι κατά το ιταλικό δίκαιο το μονοπώλιο καπνών θεωρείται ως «το πρότυπο των δημοσιονομικών μονοπωλίων» ( 53 ). Εξάλλου, αυτό ισχύει και για το γαλλικό μονοπώλιο καπνών στο γαλλικό δίκαιο ( 54 ). Συνεπώς δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το ιταλικό ακυρωτικό έχει ήδη κρίνει ότι το ιταλικό μονοπώλιο καπνών έχει δημοσιονομικό χαρακτήρα και εμπίπτει επομένως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2 ( 55 ).
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι, έστω με 6άση έναν αυτοτελή ορισμό και για τους λόγους που αναφέρθηκαν, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2: το ιταλικό μονοπώλιο καπνών είναι δημοσιονομικό μονοπώλιο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Β —
Για να εφαρμοστεί η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, πρέπει ακόμα, χωρίς την εφαρμογή ενιαίων περιθωρίων, να εμποδίζεται «η εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στα μονοπώλια». Νομίζω ότι εναπόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται την εν λόγω διάταξη να προβεί στη σχετική απόδειξη · το κράτος αυτό φέρει το βάρος της αποδείξεως ( 56 ).
Με τη διάταξη αυτή τίθενται πράγματι, δύο προϋποθέσεις. Η νόμιμη εξαίρεση είναι, καταρχάς, δυνατή μόνο για ορισμένες δραστηριότητες που ανάγονται στην ιδιαίτερη αποστολή του δημοσιονομικού μονοπωλίου ( 57 ). Το αν σε περίπτωση που πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον αν η εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης, που περιέχουν την κατά κανόνα ρύθμιση μεταξύ των οποίων και το άρθρο 37, καθιστά αδύνατη την εκπλήρωση της ειδικής αποστολής που έχει ανατεθεί στο μονοπώλιο. Άλλως, για τη μη εφαρμογή των περιεχόντων την κατά κανόνα ρύθμιση διατάξεων της συνθήκης, δεν αρκεί να καθιστά η εφαρμογή τους δυσχερέστερη την εκπλήρωση της αποστολής που έχει το μονοπώλιο. Θα πρέπει ακόμα το τελευταίο να μην έχει άλλη επιλογή, όσον αφορά την εκπλήρωση της αποστολής του, από την παράβαση των άλλων διατάξεων της συνθήκης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει αναμφίβολα από τη νομολογία που χρησιμοποιήθηκε: «Verhindert» στη γερμανική και ολλανδική γλώσσα, «fait échec» («εμποδίζεται») στη γαλλική ( 56 ). Πρόκειται, συνεπώς, για άκρως περιοριστικές προϋποθέσεις που πληρούνται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Φρονώ ότι τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, το σταθερό περιθώριο συμβάλλει καθοριστικά στην εξασφάλιση της διαφάνειας και του ελέγχου των τιμών διαθέσεως στην κατανάλωση και στον περιορισμό του λαθρεμπορίου. Εξασφαλίζει επίσης την ουδέτερη και επί ίσης βάσεως στάση των εμπόρων λιανικής πωλήσεως· ουδέτερη υπό την έννοια ότι πρέπει να είναι απόλυτα αδιάφοροι ως προς τον τόπο των προϊόντων που πωλούν και επί ίσης βάσεως υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να βρίσκονται σε κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ τους.
Όπως διαπιστώνεται, η ιταλική κυβέρνηση επαναλαμβάνει απλώς τα επιχειρήματα που προέβαλε ήδη κατά των ισχυρισμών της Επιτροπής και που τα θεωρώ αβάσιμα. Η αντικατάσταση του τωρινού συστήματος των ενιαίων περιθωρίων με ένα σύστημα σύμφωνο προς το άρθρο 37 δεν μπορεί να εμποδίζει τη δημοσιονομικού χαρακτήρα αποστολή που έχει ανατεθεί στο ιταλικό μονοπώλιο καπνών. Δεν είμαι μάλιστα βέβαιη ότι ένα σύστημα μεταβλητών περιθωρίων μειώνει, θεωρουμένων ίσων των λοιπών παραγόντων, τα φορολογικά έσοδα του μονοπωλίου. Σε ένα τέτοιο σύστημα, πράγματι, είναι πιθανό να αυξήσουν οι εισαγωγείς το περιθώριο ορισμένων από τα προϊόντα τους, όπως φοβάται η ιταλική κυβέρνηση, η αύξηση όμως αυτή θα πρέπει να επιφέρει αντίστοιχη αύξηση των φορολογικών εσόδων. Ακόμη και στην περίπτωση που οι εισαγωγείς μείωναν το «Aggio» για ορισμένα άλλα προϊόντα τους, με αποτέλεσμα τη μείωση της τιμής λιανικής πωλήσεως των προϊόντων αυτών, δεν θα προέκυπτε κατ' ανάγκη απώλεια εσόδων για το κράτος, δεδομένου ότι η μείωση των τιμών μπορεί να αντισταθμιστεί από την αύξηση της πωλούμενης ποσότητας.
C —
Εφόσον η ιταλική κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα παρεκκλίσεως από τους κοινού δικαίου κανόνες της συνθήκης, οι οποίες συγχωρούνται υπό ορισμένες προϋποθέσεις σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 90, παράγραφος 1, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν οι περιορισμοί, υπό τους οποίους τελεί το δικαίωμα αυτό βάσει του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, μπορούν να της αφαιρέσουν εν προκειμένω το εν λόγω δικαίωμα. Αν, πάντως, καταλήξετε στο αντίθετο συμπέρασμα, δεν νομίζω ότι, το δεύτερο εδάφιο εμποδίζει εδώ την εφαρμογή του πρώτου. Για την εκ νέου κανονική εφαρμογή των κανόνων της συνθήκης, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 90, παράγραφος 2, πρέπει πράγματι η μη εφαρμογή των κανόνων αυτών να επηρεάζει την ανάπτυξη των συναλλαγών κατά βαθμό αντίθετο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
Χωρίς να απαιτείται να λάβω θέση στο αμφισβητούμενο ζήτημα της έννοιας του ανώτερου όρου, αρκεί η διαπίστωση ότι το σύστημα των ενιαίων περιθωρίων εμπορίας δεν επηρέασε την ανάπτυξη των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Όπως ορθώς επισήμανε η ιταλική κυβέρνηση, οι όροι αυτοί είναι σαφώς περιοριστικότεροι από εκείνους που περιέχονται στον κλασικό ορισμό που έδωσε το Δικαστήριο στα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή. Η έμφαση δίδεται στην πρόοδο του εμπορίου εντός της κοινής αγοράς· συνεπώς, η προϋπόθεση αυτή πληρούται μόνον όταν το αρνητικό αποτέλεσμα του επικρινόμενου μέτρου στην ανάπτυξη του εμπορίου είναι ουσιώδες ( 58 ). Μέτρο που μπορεί να εμποδίσει πιθανώς το ενδοκοινοτικό εμπόριο και είναι επομένως ασυμβίβαστο με το άρθρο 37 δεν θα επηρεάσει την ανάπτυξη των συναλλαγών κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2.
Είναι ακριβώς η περίπτωση του ενιαίου εμπορικού περιθωρίου για τα προϊόντα επεξεργασμένου καπνού στην Ιταλία. Τα στοιχεία που προσκόμισε η ιταλική κυβέρνηση, μετά από αίτημα του Δικαστηρίου στην προφορική διαδικασία, έστω και αν συμφωνώ με τις αντιρρήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη βάση υπολογισμού τους, αποδεικνύουν εν πάση περιπτώσει ότι η ποσότητα των επεξεργασμένων προϊόντων καπνού που εισήχθησαν από το εξωτερικό και πωλήθηκαν στην Ιταλική Δημοκρατία (5ος πίνακας, τέταρτη στήλη) αυξήθηκε περισσότερο από τα ίδια προϊόντα που κατασκευάστηκαν στη χώρα αυτή, εγχώριου ή αλλοδαπού τύπου κατόπιν παραχωρήσεως άδειας κατασκευής [στον ίδιο πίνακα, δεύτερη στήλη (εγχώρια προϊόντα) και τρίτη στήλη (προϊόντα υπό αλλοδαπή άδεια κατασκευής)].
Δεδομένου, πάντως, ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το σύστημα των ενιαίων εμπορικών περιθωρίων είναι απαραίτητο και την εκπλήρωση της δημοσιονομικού χαρακτήρα αποστολής του κρατικού μονοπωλίου καπνών, απέβη άκαρπη η προσπάθεια που κατέβαλε να διαφύγει της απαγορεύσεως του άρθρου 37 μέσω του άρθρου 90, παράγραφος 2.
Προτείνω, συνεπώς, να κρίνετε και να αποφασίσετε ότι:
1)
διατηρώντας ένα σύστημα σταθερών κατά ποσοστό περιθωρίων για τη λιανική πώληση των επεξεργασμένων καπνών, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 37, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο της συνθήκης ΕΟΚ
2)
η Ιταλική Δημοκρατία καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από το γαλλικά.
( 2 ) Στοιχεία α και στ.
( 3 ) Έκθεση του Bouke Beuraer στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 3ης Νοεμβρίου 1982, έγγραφο I-789/82, παράγραφος 9, σ. 12, της γαλλικής μεταφράσεως Δικαστήριο, 29 Οκτωβρίου 1980, απόφαση Fedetab, σκέψη 121, Recueil σ. 3260.
( 4 ) Σκεπτικό, πρώτη αιτιολογική σκέψη, όπως αναφέρεται στην απόφαση Fedetab, σκέψη 117.
( 5 ) Πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη.
( 6 ) 'Εβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη.
( 7 ) Απόφαση Fedetab, περιστατικά, Recueil σ. 3162.
( 8 ) Δέκατη Έκτη Γενική Έκθεση για τη δραστηριότητα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 1982, αριθ. 238.
( 9 ) Δέκατη Πέμπτη Γενική Έκθεση, αριθ. 224.
( 10 ) Δέκατη Έκτη Γενική Έκθεση, αριθ. 239.
( 11 ) «Rivendite di Stato».
( 12 ) Συνοπτικά: «Σύσταση Fedeiab».
( 13 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, van Landewyck και λοιποί κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 215 και 218/78, Recueil σ. 3125.
( 14 ) Απόφαση Fcdctab, Recueil σ. 3218.
( 15 ) Σύμφωνα με τη σκέψη 130 της αποφάσεως Fedeiab της 29ης Οκτωβρίου 1980.
( 16 ) Σκέψη 133 της αποφάσεως Fedeiab, υπογράμμιση δική μου.
( 17 ) Προαναφερθείσα έκθεση Beumer, παράγραφος 9, σ. 12 και 13.
( 18 ) Βλ. παραδείγματος χάρη τα παραρτήματα του νομοθετικού διατάγματος 697, της 1ης Οκτωβρίου 1982, που αναφέρθηκε στην αγόρευση του εκπροσώπου της Ιταλίας.
( 19 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę, υπόθεση 120/78, αναφερόμενη ως Cassis de Dijon, σκέψη 7, Recueil σ. 662.
( 20 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, Hansen κατά Hauptzollamt Flensburg, υπόθεση 91/78, σκέψη 9, Recueil σ. 953.
( 21 ) Ίδια απόφαση, σκέψη 13, Recueil σ. 954.
Κατά την αυτή έννοια: δύο αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1976, Rewę κατά Hauptzollamt Landau, υπόθεση 45/75, σκέψη 26, Recueil σ. 198 και Miriiz, υπόθεση 91/75, σκέψη 8, Recueil σ. 230: «Το άρθρο 37, παράγραφος 1, ... απαγορεύει, με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οποιαδήποτε διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών»· απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, Peureux, υπόθεση 86/78, σκέψη 30, Recueil σ. 913, στην οποία επαναλαμβάνονται οι σκέψεις που αναφέρθηκαν στην απόφαση Rcwe και στην απόφαση Miriez.
( 22 ) Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976, Manghera, υπόθεση 59/75, σκέψη 9, Recueil σ. 100και απόφαση Miriiz, που προαναφέρθηκε, σκέψη 8, Recueil 1976, σ. 230.
Η ίδια άποψη εκφράζεται με άλλο τρόπο στις ακόλουθες αποφάσεις: Rcwe, της 17ης Φεβρουαρίου 1976, ανωτέρω, σκέψη 26, Recueil σ. 198· Peureux, της 13ης Μαρτίου 1979, ανωτέρω, σκέψη 30, Recueil σ. 913· Hansen, της 13ης Μαρτίου 1979, ανωτέρω, σκέψη 13, Recueil σ. 954 και σκέψη 19, Recueil σ. 956.
( 23 ) Απόφαση Manghera, Recueil 1976, σ. 100.
( 24 ) Προτάσεις στην υπόθεση Manghera, Recueil σσ. 108 και 109.
( 25 ) Προτάσεις της 25ης Ιουνίου 1964 στην υπόθεση 6/64, Costa κατά Enel, Recueil 1964, σ. 1189.
( 26 ) Σχόλιο υπογεγραμμένο με τα αρχικά του στις αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1979 στις υποθέσεις 86/78, 91/78 και 119/78 στη Journal de droit international 1981, σ. 126.
( 27 ) Στην: Position des monopoles publics par rapport aux monopoles privés, Semaine de Bruges 1977, σ. 554 και 555.
( 28 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, Hansen, ανωτέρω, σκέψη 19, Recueil σ. 956.
( 29 ) Απόφαση Hansen, σκέψη 9, Recueil σ. 953.
( 30 ) Charles Etienne Gudin, Les monopoles nationaux à caractère commercial dans le droit de la Communauté économique européenne, διδακτορική διατριβή, Université de Paris II, 1977, τόμος 1, σ. 129.
( 31 ) Απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1981, Gema, συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 55 και 57/80, σκέψη 14, Συλλογή σ. 162: «Ο ουσιώδης σκοπός της συνθήκης, που αποβλέπει στη συγχώνευση των εθνικών αγορών σε μια ενιαία αγορά, ...» απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro, υπόθεση 26/76, σκέψη 20, Recueil σ. 1904 και 1905: «Ο μη νοθευμένος ανταγωνισμός συνεπάγεται την ύπαρξη στην αγορά ... του αναγκαίου δαθμού ανταγωνισμού, ώστε να τηρούνται οι θεμελιώδεις επιταγές και να επιτυγχάνονται οι στόχοι της συνθήκης και ειδικότερα η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς, στην οποία θα επικρατούν συνθήκες ανάλογες με εκείνες μιας εσωτερικής αγοράς».
( 32 ) Baron Snoy et d'Oppuers, La notion de ľintétét de la Communauté à l'article 90 du traité de Rome sur le Marché commun, Rivista di diritto industriale, 1963, σ. 247 και 248 υπογράμμιση δική μου.
Υπό την αυτή επίσης έννοια, ιδίως: 1) γενικώς: Wortley, An introduction to the Law of the European Economic Community, Manchester, 1972, κεφάλαιο 6, Monopolies under the EEC Treaty, σ. 67· 2} επί συγκεκριμένου σημείου, η αντιστοιχία της έννοιας επίδραση επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, που αναφέρεται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της συνθήκης, με την έννοια των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, που αναφέρεται στον κλασικό ορισμό που έδωσε το Δικαστήριο στο μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης: παρατηρήσεις που αναπτύχθηκαν για λογαριασμό της Επιτροπής στις υποθέσεις 177 και 178/82, Van de Haar και Kavēta 3) Όσον αφορά τον καπνό: προαναφερθείσα έκθεση Beumer, παράγραφος 6, σ. 10 και 11 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 33 ) Απόφαση Manghera που προαναφέρθηκε, Recueil 1976, σ. 95.
( 34 ) Αιτιολογημένη γνώμη της 13ης Νοεμβρίου 1980, σ.9.
( 35 ) Αρχή που αναγνωρίστηκε ιδίως μετά την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962 στην υπόθεση «αρωματικός άρτος», Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 2 και 3/62, Recueil σ. 813 6λ. επίσης, ιδίως, 9 Δεκεμβρίου 1981, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υπόθεση 193/80, «όξος εξ οίνου», σκέψη 17, Συλλογή σ. 3033.
( 36 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση Feuiiaù που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 110, Recueil σ. 3257 και σκέψη 131 έως 134, Recueil σ. 3263 και 3264.
( 37 ) Σκέψη 13, που ήδη αναφέρθηκε, της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 1979, Hansen, υπόθεση 91/78, Recueil σ. 954.
( 38 ) Υπόθεση που αναφέρθηκε ήδη, Recueil 1976, σ. 108.
( 39 ) Κατά την αυτή έννοια: προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange στην υπόθεση Costa κατά Enel, που ήδη αναφέρθηκαν.
( 40 ) Προτάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1972, στην υπόθεση 82/71, Sail, Recueil σ. 141, ιδίως σ. 146.
( 41 ) Υπογράμμιση δική μου.
( 42 ) 13 Ιουλίου 1966, Consten και Grundig κατά Επιτροπής συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58/64, Recueil σ. 495, απόφαση που εκδόθηκε, όπως γνωρίζετε, στον τομέα του ανταγωνισμού παρόμοια διατύπωση χρησιμοποιήθηκε, σχετικά με τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, υπό9εση 8/74, σκέψη 5, Recueil σ. 852.
( 43 ) 20 Φεβρουαρίου 1979, Rewę, υπόθεση 120/78, σκέψη 8, Recueil σ. 662.
( 44 ) Επαναλαμβάνω τη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο γενικός εισαγγελέας Roemer στην υπόθεση Sali που προαναφέρδηκε, Recueil 1972, σ. 147.
( 45 ) 17 Ιουνίου 1981, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, υπό8εση 113/80.σκέψη9, Recudió. 1639.
( 46 ) 20 Απριλίου 1983, Schulzverband κατά Unwesen in der Wirtschaft, υπό9εση 59/82, σκέψη 11, Συλλογή, σ. 1217.
( 47 ) 21 Μαρτίου 1984, BRT κατά SABAM, υπόθεση 127/73, σκέψη 19, Recueil σ. 318.
( 48 ) Les monopoles dans le marché commun, l'article 37 du traité de Rome, εργασίες ομάδας μελετών 1965-1967, Ligue internationale contre la concurrence déloyale, Milano, 1968, σ. 75.
( 49 ) Government enterprises and national monopolies under the EEC Treaty, Common market law review, Vol. III/1965-1966, αριθ. 4, σ. 454.
( 50 ) Σχόλιο σχετικό με το άρ9ρο 90, στο «Commentario CEE» των Quadri-Monaco-Trabucchi, Μιλάνο 1965, σ. 696.
( 51 ) Disciplina della concorrenza nella CEE, Νάπολη 1978, σ. 120.
( 52 ) Σημειώνω ότι στην υπόθεση Manghera, οι απόψεις της Επιτροπής και της Ιταλίας ήταν αντίθετες: πρ6λ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner, σ. 106.
( 53 ) Παρατηρήσεις της ιταλικής κυβερνήσεως στην υπόθεση Manghera, που προαναφέρθηκε, Recueil 1976, σ.95.
( 54 ) Δήλωση του εκπροσώπου της γαλλικής κυβερνήσεως στην υπόθεση 90/82.
( 55 ) Corte di Cassazione, sezione IΙΙ, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1975 αναφερόμενη στους Eversen και Speri, 1976, αριθ. 1048· ομοίως, Deringer, The competition law of the EEC, New York 1968, αριθ. 888, σ. 252.
( 56 ) Ομοίως καθηγητής Arved Deringer, όπως προαναφέρθηκε, αριθ. 894.
( 57 ) Deringer, όπως προαναφέρθηκε αριθ. 894.
( 58 ) Ομοίως Deringer, όπως προαναφέρθηκε, αρι3.900.
Full & Egal Universal Law Academy