ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 21 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το ερώτημα που υποβλήθηκε
Στην παρούσα υπόθεση, το Cour de cassation του Παρισιού υπέβαλε το ερώτημα
«αν μπορεί ο εθνικός δικαστής να θεωρήσει ότι διαχωρίστηκε από την οινολάσπη του οίνος που περιέχει ποσοστό οινο-λάσπης μεταξύ 0,35 και 0,40 τοις εκατό, για το λόγο ότι κατά τους πραγματογνώμονες το ποσοστό αυτό είναι ασήμαντο».
2. Το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο και η εξέλιξη της εθνικής διαδικασίας
Το ερώτημα υποβλήθηκε γιατί ο Soler κατείχε σε απόθεμα για να πωλήσει οίνο που, σύμφωνα με την αρμόδια γαλλική υπηρεσία ελέγχου, δεν ήταν κατάλληλος για κατανάλωση, δεδομένου ότι το προϊόν δεν ήταν επιτραπέζιος οίνος, αλλά έπρεπε να θεωρηθεί ως «νέος οίνος ακόμη εν ζυμώσει». Το εν λόγω προϊόν ορίζεται ως ακολούθως στο σημείο 8 του παραρτή-
ματος II του κανονισμού 816/70 της 28ης Απριλίου 1970 (PB 1970, L 99, σ. 1):
«8.
Νέος οίνος ακόμη εν ζυμώσει:
ο οίνος του οποίου η αλκοολική ζύμωση δεν έχει ακόμη περατωθεί και ο οποίος δεν έχει ακόμη διαχωριστεί από την οινολάσπη του.»
Προϊόν που δεν ανταποκρίνεται στις δύο αυτές σωρευτικές προϋποθέσεις δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 816/70, να διατεθεί στην κατανάλωση, μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί στην οινοποίηση ή για απόσταξη.
Οι δικαστικές πραγματογνωμοσύνες που διεξήχθησαν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω οίνος ήταν 6έ6αια ακόμη εν ζυμώσει, αλλά ότι είχε διαχωριστεί από την οινολάσπη του, γιατί η ποσότητα που υπήρχε μπορούσε να θεωρηθεί φυσιολογική.
Το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ακολούθησαν τη γνώμη των πραγματογνωμόνων με αποτέλεσμα την απαλλαγή του Soler. Η Administration des impôts (Διεύθυνση Φόρων), πολιτικώς ενάγουσα, άσκησε τότε αναίρεση, ισχυριζόμενη ότι είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη οινο-λάσπης στον οίνο και ότι, επομένως, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο οίνος αυτός είχε διαχωριστεί από την οινολάσπη του.
Σχετικά με τα άλλα περιστατικά και την εξέλιξη της διαδικασίας, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
3.
Σημεία αναφοράς για την απάντηση του ερωτήματος Σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα, θα πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι ο κανονισμός 816/70 δεν περιέχει κανένα σαφές σημείο
αναφοράς για την επίλυση του προβλήματος.
Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού διαδικασίας.
Στην αρχή φάνηκε ότι υπήρχε κάποια διάσταση απόψεων μεταξύ γαλλικής κυβερνήσεως και Επιτροπής. Λαμβανομένων, πάντως, υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στις ερωτήσεις που έδεσε το Δικαστήριο, έχω τη γνώμη ότι οι απόψεις αυτές συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό και ότι μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για μια απάντηση από το Δικαστήριο.
Πρώτον, φαίνεται ότι αποκλείεται ο διαχωρισμός να είναι απόλυτος, υπό την έννοια ότι ο οίνος δεν περιέχει καθόλου οινολάσπη μετά τη σχετική επεξεργασία. Το αντίθετο αποδεικνύει το αποκαθάρισμα μιας φιάλης παλαιού οίνου. Επιπλέον, η ποσότητα οινολάσπης που παραμένει στον οίνο φαίνεται ότι εξαρτάται από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για το «διαχωρισμό».
Ο διαχωρισμός μπορεί να γίνει με μετάγγιση, διήθηση ή φυγοκέντρηση. Επειδή ούτε το κοινοτικό δίκαιο ούτε, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία, το εθνικό δίκαιο δεν ορίζει μια συγκεκριμένη μέθοδο, αυτή που εφαρμόστηκε in concreto δεν βοηθά καθόλου την επίλυση του προβλήματος.
Περαιτέρω, φαίνεται ότι η ποσότητα οινο-λάσπης εξαρτάται από ορισμένες μεταβολές που προσδιορίζουν τη φύση του βασικού προϊόντος, όπως το κλίμα, η ποικιλία, ο βαθμός ωριμάνσεως της σταφυλής. Όπως αναφέρεται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραθέτει σχετικά, στο υπόμνημά της, επιστημονική μελέτη του καθηγητή C Cantarelli, η οποία στηρίζεται σε ειδικότερες εθνικές μελέτες ( 2 ). Από αυτή προκύπτει ότι ο οίνος περιέχει γενικά ποσοστό οινολάσπης μεταξύ 0,5 και 6 %, πριν γίνει ο πρώτος διαχωρισμός της οινολάσπης.
Φαίνεται, συνεπώς, ότι για την επίλυση της διαφοράς πρέπει να συγκριθούν η ποσότητα της οινολάσπης που υπήρχε στον οίνο με το ποσοστό που έχει συνήθως ο εν λόγω οίνος πριν από την πρώτη μετάγγιση. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να διαπιστωθεί, και μάλιστα να υποτεθεί, ότι έγινε διαχωρισμός της οινολάσπης.
Έτσι, τηρούνται οι επιταγές του κανονισμού 816/70, σημείο 8 του παραρτήματος II. Κατά την Επιτροπή, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι πρέπει να διατίθεται στον καταναλωτή καθαρός και όχι θολός οίνος. Δεν νομίζω πάντως ότι μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, οίνος που έχει ήδη θεωρηθεί ως επιτραπέζιος να υποστεί νέα ζύμωση και να σχηματίσει οινολάσπη. Για να αποφευχθεί η περίπτωση που ένας τέτοιος οίνος δεν θα χαρακτηρίζεται πλέον ως επιτραπέζιος αλλά ως νέος οίνος ακόμη εν ζυμώσει, τέθηκε η προϋπόθεση του διαχωρισμού της οινολάσπης. Συνεπώς, ο επιτραπέζιος οίνος (εκ νέου) εν ζυμώσει μπορεί να κρατήσει το χαρακτηρισμό αυτό, υπό τον όρο ότι θα έχει διαχωριστεί από την οινολάσπη του.
4. Συμπέρασμα
Εν συμπεράσματι, φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αν ο οίνος έχει διαχωριστεί από την οινολάσπη του, δεν προκύπτει μόνο από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά εξαρτάται μεταξύ άλλων από ορισμένες πραγματικές συνθήκες που διαφέρουν από τη μια περίπτωση στην άλλη. Ιδίως, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί ένα ανώτατο ποσοστό οινολάσπης, που θα ισχύει για κάθε οίνο, ως κριτήριο για να διαπιστωθεί αν πληρούται ο όρος ότι ο οίνος έχει διαχωριστεί από την οινολάσπη του. Γενικά, το ποσοστό οινολάσπης νομίζω ότι αποτελεί μαχητό τεκμήριο ότι πληρούται ο όρος αυτός, όταν είναι σαφώς κατώτερο από το ποσοστό οινολάσπης που περιέχει κατά κανόνα το εν λόγω είδος οίνου πριν από τον πρώτο διαχωρισμό. Επιπλέον, τα ελάχιστα ποσοστά οινολάσπης, όπως αυτά που αναφέρονται στο υποβληθέν ερώτημα, μπορούν πάντοτε να δικαιολογούν την υπόθεση από το δικαστή της ουσίας ότι πληρούται ο όρος αυτός· πρέπει όμως να παραμένει επίσης δυνατή η αντίθετη απόδειξη δηλαδή η απόδειξη ότι η υπόθεση αυτή δεν είναι ορθή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο παραπέμπων δικαστής δεν ζήτησε εν προκειμένω γενική κατευθυντήρια ερμηνεία, αλλά μόνο ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου για τις περιπτώσεις αυτές που βρίσκονται εντός των ελάχιστων ορίων.
Εν συμπεράσματι, συμφωνώ καταρχήν με την απάντηση που πρότεινε να δοθεί στο ερώτημα η Επιτροπή η οποία έχει ως εξής:
«Οίνος που περιέχει ποσοστό οινολάσπης μεταξύ 0,35 και 0,40% μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διαχωριστεί από την οινολάσπη του κατά την έννοια του κανονισμού 816/70, παράρτημα II, σημείο 8 (κανονισμός 337, παράρτημα II, σημείο 9) περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς. Το πράγμα έχει διαφορετικά αν αποδειχθεί ότι το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί με εκείνο που βρισκόταν αρχικά στον εν λόγω οίνο.»
Για να δοθεί στο Cour de cassation μια πιο αφηρημένη νομική ένδειξη και να μην κριθούν ρητώς ζητήματα, για τα οποία μόνον οι πραγματογνώμονες μπορούν να αποφανθούν, προτείνω να αντικατασταθεί η φράση «μεταξύ 0,30 και 0,40 τοις εκατό», που περιέχεται στην απάντηση της Επιτροπής, με τους όρους «σαφώς κατώτερο από το ελάχιστο ποσοστό οινολάσπης που, κατά τους πραγματογνώμονες, υπάρχει στον οίνο πριν από το διαχωρισμό της οινολάσπης». Έτσι, νομίζω ότι το Δικαστήριο, θα διαφωτίσει κατά τρόπο αφηρημένο αλλά επαρκώς τον παραπέμποντα δικαστή σχετικά με το νομικό ζήτημα κατά πόσο είναι δυνατό, για να διαπιστωθεί αν πληρούται ο εν λόγω όρος, να στηριχθεί κανείς στο μαχητό τεκμήριο που βασίζεται στα ελάχιστα, κατά τους πραγματογνώμονες, ποσοστά οινολάσπης του οίνου.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Δευτερεύοντα προϊόντα οινοποιήσεως, γενική έκθεση του καθηγητή C. Cantarelli, διεθυντή του Istituto di tecnologie alimentare, Università degli studi di Milano, Δελτίο του OIV, 1972, σ. 947 (σ. 951).
Full & Egal Universal Law Academy