ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ13 ΙΟΥΛΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην υπό κρίση υπόθεση, η προσφεύγουσα εταιρεία που έχει την καταστατική της έδρα στην Αγγλία, η «HGB», ζητεί την ακύρωση των άρθρων 1, 2, 3 και 8 της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή στις 2 Δεκεμβρίου 1981.
Το ιστορικό της διαφοράς μπορεί να εκτεθεί συνοπτικά.
Η σουηδική εταιρεία Victor Hasselblad Aktiebolag (στο εξής: «VHAB») κατασκευάζει και προμηθεύει φωτογραφικό εξοπλισμό («εξοπλισμός Hasselblad») που, όσον αφορά την Κοινότητα, διανέμεται μέσω ανεξάρτητων αποκλειστικών διανομέων, οι οποίοι ορίζονται από τη VHAB σε κάθε κράτος μέλος (εκτός από το Λουξεμβούργο). Η HGB είναι ο αποκλειστικός διανομέας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι ανεξάρτηση εταιρεία που δεν ελέγχεται από τη VHAB. Το 1965η VHAB κοινοποίησε στην Επιτροπή μια πρότυπη συμφωνία αποκλειστικής διανομής. Το Δεκέμβριο 1976η Επιτροπή πληροφόρησε τη VHAB ότι ήταν αντίθετη προς δύο από τις ρήτρες της συμφωνίας. Με επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 1977 η VHAB ανέφερε στην Επιτροπή ότι θα τροποποιούσε τη συμφωνία ώστε να συμμορφωθεί με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής. Η νέα διατύπωση της συμφωνίας αποκλειστικής διανομής κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή το 1978. Με έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 1979 η Επιτροπή πληροφόρησε τη VHAB ότι η συμφωνία αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης κατά κατηγορίες από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό 67/67 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1967 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 65). Η συμφωνία αποκλειστικής διανομής που είχε συναφθεί μεταξύ VHAB και HGB το 1975 δεν ήταν, όμως, η πρότυπη συμφωνία που κοινοποιήθηκε (στην Επιτροπή), αλλά διέφερε από αυτήν σε πολλά σημεία. Η συμφωνία με τη HGB τροποποιήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1977 και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 25 Ιανουαρίου 1980.
Η HGB ήταν η μόνη μεταξύ όλων των διανομέων της Κοινότητας που οργάνωσε ένα κατ' επιλογή σύστημα διανομής. Οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι ορίζονταν βάσει και δεσμεύονταν από τους όρους πρότυπης συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως. Η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε το 1978 και άρχισε να εφαρμόζεται σταδιακά από τον Απρίλιο. Στο τέλος του έτους όλοι οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι δεσμεύονταν από την εν λόγω σύμβαση. Η σύμβαση κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή το Δεκέμβριο 1979 μολονότι η Επιτροπή φαίνεται ότι γνώρισε λήψη στις 25 Ιανουαρίου 1980.
Ένας από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της HGB ήταν η «Camera Care», εταιρεία που έχει την καταστατική της έδρα στη Βόρεια Ιρλανδία, και που φαίνεται ότι έχει υπογράψει τη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως στις 7 Σεπτεμβρίου 1976. Με επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1978, η HGB έδωσε τρίμηνη προειδοποίηση στην Camera Care για την καταγγελία της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως. Είναι καλώς γνωστό ότι η HGB έλαβε τότε μέτρα για να εμποδίσει την Camera Care να προμηθευτεί εξοπλισμό Hasselblad. Προς το σκοπό αυτό, δέχθηκε τη συνεργασία της VHAB η οποία ήλθε σε επαφή με τους άλλους αποκλειστικούς διανομείς. Η Camera Care προσπάθησε να προμηθευτεί από τους αποκλειστικούς διανομείς στην Ιρλανδία («Ilford»), Γαλλία («Telos») και Βέλγιο («Prolux»), Έχει αποδειχθεί ότι κάθε φορά η HGB ή η VHAB απέτρεψαν τους αποκλειστικούς διανομείς από το να προμηθεύσουν την Camera Care. Τα περιστατικά αυτά συνέβησαν μεταξύ της λύσεως της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως με την Camera Care και των αρχών του 1979. Επίσης η Επιτροπή ανακάλυψε ότι το 1974 είχαν γίνει απόπειρες να εμποδιστεί ένας βέλγος έμπορος να προμηθευτεί εξοπλισμό Hasselblad από το γάλλο αποκλειστικό διανομέα («υπόθεση Mako»).
Μετά από έρευνα, η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ VHAB, HGB και πέντε άλλων αποκλειστικών διανομέων με σκοπό να παρεμποδίσουν, να περιορίσουν ή να μην ενθαρρύνουν τις εξαγωγές εξοπλισμού Hasselblad μεταξύ των κρατών μελών. Το άρθρο 1 της απόφασης αναφέρει ότι η εναρμονισμένη αυτή πρακτική ήταν αντίθετη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Με το άρθρο 2 διαπιστώνεται ότι και η συμφωνία αποκλειστικής διανομής που έχει συναφθεί μεταξύ της HGB και των άλλων ενδιαφερομένων αποκλειστικών διανομέων αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, «κατά το μέτρο που παρέχουν αποκλειστικότητα διανομής του εξοπλισμού Hasselblad», και δεν χορηγείται η προβλεπόμενη από το άρθρο 85, παράγραφος 3, εξαίρεση. Με το άρθρο 3 της απόφασης διαπιστώνεται ότι το κατ' επιλογή σύστημα διανομής της HGB αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, και δεν χορηγείται η εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Με το άρθρο 8η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην HGB ανέρχεται σε 165000 ECU.
Η HGB (η μόνη από τις επιχειρήσεις, στις οποίες η Επιτροπή έχει επιβάλει πρόστιμο, που έχει προσβάλει την απόφαση) προβάλλει ότι οι διατάξεις αυτές της απόφασης πρέπει να ακυρωθούν καθόσον την αφορούν. Η προσφυγή στηρίζεται σε διαφόρους λόγους που είναι πρόσφορο να εξεταστούν υπό διαφορετικά κεφάλαια.
1. Διαδικαστικές πλημμέλειες
Ο ισχυρισμός της HGB ότι η απόφαση της Επιτροπής πάσχει λόγω διαδικαστικών πλημμελειών περιστρέφεται γύρω από δύο σημεία:
1)
Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών της η Επιτροπή υποχρεούται να ενεργεί δίκαια και αντικειμενικά· η Επιτροπή παρέλειψε να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό εφόσον αναζήτησε και έλαβε υπόψη μόνο αποδεικτικά στοιχεία που αποσκοπούσαν στην ενοχοποίηση της HGB.
2)
Η Επιτροπή υποχρεούται να αναφέρει στις αποφάσεις της τους λόγους που την οδήγησαν να απορρίψει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποσκοπούσαν στην απαλλαγή της επιχείρησης, εις βάρος της οποίας διεξάγεται έρευνα· η Επιτροπή παρέλειψε να το πράξει.
Ασφαλώς, η Επιτροπή οφείλει να διευθύνει τη διαδικασία που οδηγεί στη λήψη της απόφασης της κατά δίκαιο τρόπο, εξετάζοντας αμερόληπτα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης και όλα τα επιχειρήματα που μπορούν να προβληθούν. Αν υπάρχουν ενδείξεις ότι η γνώμη της Επιτροπής ήταν διαμορφωμένη εξαρχής, ώστε η διαδικασία είχε κινηθεί μόνο για την τήρηση των τύπων, η Επιτροπή παύει να εξετάζει την υπόθεση αμερόληπτα και υπάρχουν λόγοι για να ακυρωθεί η απόφαση της: το δικαίωμα ακροάσεως, που διασφαλίζει το άρθρο 19 του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), και οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου δεν 8α είχαν πραγματικά τηρηθεί αν η γνώμη της Επιτροπής ήταν ήδη διαμορφωμένη και δεν επιδεχόταν καμία μεταβολή. Στην ουσία, η HGB ισχυρίζεται ότι αυτό συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση και προς στήριξη του ισχυρισμού της αναφέρεται (1) στις ομοιότητες μεταξύ των περιστατικών όπως αναφέρονται από την Επιτροπή στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και εκείνων που αναφέρονται στην ίδια την απόφαση και (2) στην υποτιθέμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει στην απόφαση τις παρατηρήσεις της HGB.
Το ότι τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στην απόφαση είναι τα ίδια με τα περιστατικά που αναφέρονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν σημαίνει, πάντως, ότι η Επιτροπή δεν έχει εξετάσει τους αντίθετους ισχυρισμούς. Δεν έχω πεισθεί από τη HGB ότι η Επιτροπή αγνόησε πλήρως, παρά απέρριψε, τα αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα της HGB.
Όσον αφορά την απαίτηση του άρθρου 190 της Συνθήκης, ότι οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται, αυτή αποβλέπει στο να παρέχει στους ενδιαφερόμενους αρκετά στοιχεία ώστε να τους επιτρέπει να διαπιστώνουν αν η απόφαση στηρίζεται επί ορθής βάσεως ή είναι προσβλητέα λόγω νομικής πλάνης και να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ελέγχει τη νομιμότητά της.
Πάντως, σε πολλές υποθέσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να εξετάσει όλους τους προβαλλόμενους ή νομικούς ισχυρισμούς ή να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους απέρριψε προβληθέντες από τα μέρη ισχυρισμούς (βλέπε, για παράδειγμα, τις υποθέσεις 56 και 58/64 Consten and Grundig κατά Επιτροπής (1966) ECR, σ. 289 και ιδίως σ. 338, υπόθεση 41/69 ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (1970) ECR, σ. 661, σκέψη 77, υπόθεση 14/81 Alpha Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 749, σκέψη 18, και υπόθεση 7/82, GVL κατά Επιτροπής, απόφαση της 2. 3. 1983, Συλλογή 1983, σ. 483, σκέψη 12).
Το σημαντικό είναι ότι η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση ώστε να μπορούν να ελεγχθούν. Η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε πραγματικές διαπιστώσεις μάλλον παρά να αναφέρει κατ' ανάγκη τους αντιμαχόμενους ισχυρισμούς προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Είναι δυνατό να υπάρχουν περιπτώσεις όπου η αμεροληψία απαιτεί να αναφερθούν και να αναλυθούν και οι δύο απόψεις: εν πάση περιπτώσει είναι κάπως απερίσκεπτο να μην αναφέρονται οι κυριότεροι ισχυρισμοί της εταιρείας εις βάρος της οποίας διεξάγεται έλεγχος ακόμη κι αν οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν απορριφθεί. Είναι κατ' εμέ προτιμότερο να αναφέρονται συνοπτικά οι λόγοι για τους οποίους έχουν απορριφθεί οι κύριοι ισχυρισμοί ακόμη κι αν δεν πρέπει να εξετάζονται όλα τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές ότι, όπου υπήρχε διάσταση απόψεων, οι ισχυρισμοί της HGB απορρίφθηκαν σιωπηρά και δεν θεωρώ ότι η HGB έχει επιτύχει να αποδείξει ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής ή απρόσφορη ώστε να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου.
Για τους λόγους αυτούς, ο πρώτος ισχυρισμός της HGB είναι απορριπτέος. Με τις γραπτές της παρατηρήσεις η HGB ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έκανε χρήση εμπιστευτικής αλληλογραφίας κατά τον έλεγχό της και αποκάλυψε εμπιστευτικές πληροφορίες κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Δεν έχει υποβληθεί ρητά αίτημα περί ακυρώσεως της απόφασης για έναν από τους λόγους αυτούς. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη μου, κανένας από τους λόγους αυτούς δεν είναι ικανός να δικαιολογήσει την ακύρωση στην περίπτωση αυτή.
2. Η σχετική αγορά και το αποτέλεσμα επί του εμπορίου και του ανταγωνισμού
(α)
Η HGB αμφισβητεί τον ορισμό από την Επιτροπή της αγοράς για την οποία πρόκειται, προκειμένου να αποδείξει ότι το μερίδιο της αγοράς που έχουν οι συσκευές Hasselblad είναι πάρα πολύ μικρό ώστε οποιαδήποτε εναρμονισμένη πρακτική στην οποία εμπλέκεται η HGB να έχει σημαντικό αποτέλεσμα επί του ανταγωνισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Με την απόφαση της, η Επιτροπή ορίζει τη σχετική αγορά ως την αγορά «φωτογραφικών μηχανών ρεφλέξ μεσαίου μεγέθους», αποκλείοντας έτσι όλες τις μηχανές 35 mm. Εν συνεχεία, η Επιτροπή ήταν έτοιμη να δεχθεί ότι η σχετική αγορά μπορούσε να περιλαμβάνει μερικές φωτογραφικές μηχανές 35 mm. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η HGB υποστήριξε ότι οι φωτογραφικές μηχανές ρεφλέξ μεσαίου μεγέθους αντιμετώπιζαν το σοβαρό ανταγωνισμό των μηχανών 35 mm και προς στήριξη της θέσης αυτής έχει προσκομίσει διαφημιστικό υλικό και διάφορες δηλώσεις αντιπροσώπων και αγοραστών των εν λόγω μηχανών. Με την απάντηση της ανέφερε ότι μόνο οι «υπερσύγχρονοι» ή «οι εξαιρετικά βελτιωμένοι» τύποι και όχι όλες οι μηχανές 35 mm ήταν ανταγωνιστικές, μολονότι υποστήριξε επίσης ότι οι φωτογραφικές μηχανές ρεφλέξ 35 mm «επί το πλείστον ανήκουν» στην κατηγορία των «εξαιρετικά βελτιωμένων φωτογραφικών μηχανών 35 mm». Τελικά, η HGB ισχυρίστηκε ότι η σχετική αγορά περιελάμβανε όλα τα μεγέθη 6 x 6, 6 x 7 και 6 x 4,5 φωτογραφικών μηχανών, Nikon F 2 και F 3, Leica R 3 και R 4, Canon F 1 και A 1, Olympus OM 2, Contax RTS και RTS II, και Rollei SL 2000.
Φαίνεται ότι η Επιτροπή στήριξε τον ορισμό της αγοράς εν μέρει σε ορισμένες ανακοινώσεις που περιλαμβάνονταν στην ετήσια έκθεση 1978 του ομίλου στον οποίο ανήκει η VHAB, σε ανακοινώσεις της VHAB κατά το ίδιο έτος και σε ανακοινώσεις που έγιναν εκ μέρους της HGB το 1979. Η τελευταία, ειδικότερα, πληροφόρησε την Επιτροπή ότι η Hasselblad ανταγωνιζόταν την Bronica, την Mamiya, την Asahi Pentax και τη Rollei. Η Επιτροπή απεύθυνε στους τέσσερις αυτούς ανταγωνιστές ένα ερωτηματολόγιο ζητώντας μεταξύ άλλων, 1) αν ήταν δυνατό να οριστεί η αγορά των φωτογραφικών μηχανών 6 x 6 ή αν αυτές αποτελούν τμήμα της αγοράς των φωτογραφικών μηχανών ενός φακού ρεφλέξ μεσαίου μεγέθους και 2) αν ένα από τα προϊόντα των αποδεκτών του ερωτηματολογίου ήταν σε άμεσο ανταγωνισμό με τη Hasselblad. Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο αφήνουν να νοηθεί ότι οι επιχειρήσεις που συμβουλεύτηκε η Επιτροπή δεν είχαν ιδιαίτερα σαφή γνώμη σχετικά με το τι επιδίωκε η Επιτροπή. Για παράδειγμα, στο ερώτημα της Επιτροπής αν οι φωτογραφικές μηχανές 6 x 6 θεωρούνται από τον καταναλωτή ως «εναλλακτικές» με άλλες φωτογραφικές μεσαίου μεγέθους, τουλάχιστο δύο από τις επιχειρήσεις φαίνεται ότι θεώρησαν ότι «η εναλλακτι-κότητα» αναφερόταν στη δυνατότητα χρησιμοποίησης φακών και εξαρτημάτων μιας μάρκας σε μηχανές άλλης μάρκας (πράγμα που δεν είναι ασήμαντο στοιχείο), ενώ η Επιτροπή είχε υπόψη τη δυνατότητα υποκατάστασης του προϊόντος. Φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τη διεύρυνση του πεδίου ελέγχου της.
Η Hasselblad είναι φωτογραφική μηχανή σταθερής λήψης και οπωσδήποτε μπορεί να προ6λη8εί το επιχείρημα ότι η σχετική αγορά περιλαμβάνει όλες τις φωτογραφικές μηχανές που έχουν την ίδια λειτουργία. Πάντως, η Hasselblad έχει χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν από τις άλλες φωτογραφικές μηχανές διότι αυτά καθορίζουν τον τύπο και τα χαρακτηριστικά της φωτογραφίας που μπορεί να ληφθεί. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι τα εξής: 1) το μέγεθος (φιλμ και διαστάσεις της φωτογραφίας),2)ποιότητα στην αποτύπωση της εικόνας,3)είναι εύχρηστη (λόγω του μεγέθους της, του όγκου της και της βασικής της κατασκευής, αφού η εικόνα φαίνεται στην πάνω πλευρά μέσω μιας εστιακής οθόνης τοποθετημένης στην πάνω πλευρά του σώματος της φωτογραφικής, η φωτογραφική Hasselblad δεν είναι κατάλληλη για λήψη φωτογραφιών υπό ορισμένες συνθήκες, πχ. φωτογράφιση κινούμενων αντικειμένων) και 4) σειρά εξαρτημάτων. Επιπροσθέτως, η υψηλή τιμή της φωτογραφικής μηχανής Hasselblad περιορίζει την κατηγορία των πιθανών αγοραστών στους επαγγελματίες φωτογράφους, στους ειδικούς ή σ' αυτούς που τη χρησιμοποιούν για εμπορικούς σκοπούς, στους ερασιτέχνες που έχουν πάθος για τη φωτογραφία ή στους αγοραστές που την αγοράζουν για λόγους προβολής. Τα πρόσωπα αυτά, εκτός από τα τελευταία, πιθανόν να επιλέγουν τη φωτογραφική τους μηχανή ανάλογα με τη χρήση για την οποία την προορίζουν. Πρέπει να αναμένεται ότι, για τον πιθανό αγοραστή, μόνο άλλες φωτογραφικές μηχανές που δίνουν φωτογραφίες και επομένως έχουν χαρακτηριστικά όμοια ή παρεμφερή, θα είναι λογικά εναλλάξιμες και, επομένως, ανταγωνίζονται σοβαρά τη φωτογραφική Hasselblad. Η HGB προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι φωτογραφικές 35 mm είναι τουλάχιστον τόσο πολύπλοκες όσο και οι μηχανές Hasselblad και ότι είναι του ίδιου ή και συχνά υψηλότερου τεχνολογικού επιπέδου. Για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς στην υπόθεση αυτή, τα στοιχεία αυτά δεν είναι κατά τη γνώμη μου καθοριστικά διότι αναφέρονται στην απόδοση της λειτουργίας μιας ορισμένης φωτογραφικής μηχανής παρά στον ορισμό της εν λόγω λειτουργίας.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της η HGB έχει προσκομίσει διαφημιστικό υλικό και δηλώσεις αντιπροσώπων και αγοραστών. Η αξία του εν λόγω (αποδεικτικού) υλικού έχει εξασθενήσει από τις μεταβολές στη θέση που έχει υποστηρίξει η HGB. Για παράδειγμα, η HGB στηρίζεται σε μια επιστολή της British Photographic Importers Association η οποία αναφέρει ότι οι φωτογραφικές Hasselblad αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό άλλων φωτογραφικών μηχανών μεσαίου μεγέθους 6x6, των μηχανών 35 mm, καθώς «και ορισμένων μηχανών άλλων τύπων». Είναι δύσκολο η επιστολή αυτή να θεωρηθεί ως ασφαλής επιβεβαίωση του τελικού ισχυρισμού της HGB ότι όχι όλες αλλά ορισμένες μόνο φωτογραφικές μηχανές 35 mm ανταγωνίζονται τη Hasselblad. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η επιστολή στηρίζεται σε σύγκριση των πωλήσεων φωτογραφικών μηχανών που χρησιμοποιούν φιλμ 35 mm και 120 κατά το 1979. Τα περισσότερα λεπτομερειακά στοιχεία που έχουν προσκομίσει οι διάδικοι και που αφορούν τον όγκο των πωλήσεων των φωτογραφικών μηχανών, που θεωρούνται ως ανταγωνιστικές, και τις τιμές των μηχανών αυτών δεν είναι πλήρη και δεν παρέχουν χρήσιμα στοιχεία ως προς τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.
Καίτοι είναι βάσιμες μερικές από τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν, ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε επισταμένα τα χαρακτηριστικά των διαφόρων υπό εξέταση φωτογραφικών μηχανών, τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο δείχνουν, κατά την άποψη μου, ότι ο ορισμός της σχετικής αγοράς συμπίπτει σε γενικές γραμμές με αυτόν που έχει δεχθεί η Επιτροπή. Δεν θεωρώ ικανοποιητική την απόδειξη ότι υπάρχει σε σημαντικό βαθμό εναλλακτι-κότητα μεταξύ των φωτογραφικών μηχανών μεσαίου μεγέθους του ίδιου ή παρεμφερού ς επιπέδου με τις φωτογραφικές Hasselblad και των μηχανών 35 mm, στις οποίες αναφέρεται η HGB. Επομένως, δεν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί οιαδήποτε νομική πλάνη στην προσέγγιση της Επιτροπής αν ληφθούν υπόψη τα (αποδεικτικά) στοιχεία που είχε στη διάθεση της, δικαίως η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμά της ως προς την έκταση της σχετικής αγοράς.
Ακόμη κι αν η αγορά είχε καθοριστεί όπως πρότεινε η HGB, δεν είμαι βέβαιος ότι ο κανόνας de minimis έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Προκειμένου να κριθεί το ζήτημα αυτό, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη ορισμένοι παράγοντες, όπως το απόλυτο μέγεθος των επιχειρήσεων που μετέχουν στην εναρμονισμένη πρακτική, η δομή της αγοράς, η έκταση της εναρμονισμένης πρακτικής για την οποία πρόκειται και η ύπαρξη παρόμοιων πρακτικών. Η HGB συγκέντρωσε τη δραστηριότητά της αποκλειστικά στο μερίδιο της αγοράς που κατέχει ο εξοπλισμός Hasselblad.
Τα περισσότερα από τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο ως προς το μερίδιο της αγοράς που κατέχει η Hasselblad αφορούν την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπάρχουν αριθμοί αποδεκτοί από την Επιτροπή και την Camera Care που δείχνουν ότι, ως προς τον όγκο των πωλήσεων στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τα τρία έτη από 1977 μέχρι 1979, η HGB κατείχε 41 ο/ο, 36 ο/ο και 29,5 ο/ο της σχετικής αγοράς, όπως την έχει ορίσει η Επιτροπή. Τα στοιχεία αυτά υποτιμούν το μερίδιο της αγοράς που κατέχει η Hasselblad διότι φαίνεται ότι αποκλείουν τις πωλήσεις εξοπλισμού Hasselblad που πραγματοποιούνται μέσω άλλων εκτός της HGB. Έχουν προσκομιστεί και άλλοι αριθμοί που δείχνουν ότι, αν η αγορά καθοριστεί ως περιλαμβάνουσα όλες τις φωτογραφικές μηχανές που χρησιμοποιούν φιλμ 120, το μερίδιο της αγοράς της Hasselblad από το 1978 μέχρι το 1979 θα είναι 26,05 ο/ο κατ' όγκο και 48,52 ο/ο κατ' αξία. Εξάλλου, αν η αγορά καθοριστεί ως περιλαμβάνουσα όλες τις φωτογραφικές μηχανές ρεφλέξ, τόσο αυτές των 35 mm όσο και εκείνες των 120, το μερίδιο της Hasselblad πέφτει σε 0,597 % κατ' όγκο και σε 2,92 ο/ο κατ' αξία. Ακόμη και η HGB δεν προχωρεί τόσο μακριά, αφού ισχυρίζεται ότι μόνο οι φωτογραφικές μηχανές 35 mm ανταγωνίζονται τη Hasselblad.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο συνήγορος της HGB ανέφερε ότι, κατά το 1982, το μερίδιο της HGB στην αγορά όπως καθορίζεται από την ίδια, ανέρχεται σε 4,5 ο/ο κατ' όγκο. Πάντως, ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τόσο τις πωλήσεις πλήρων φωτογραφικών μηχανών, όσο και τις πωλήσεις των σωμάτων φωτογραφικών μηχανών. Αν αποκλειστούν οι τελευταίες αυτές πωλήσεις το μερίδιο της αγοράς περιορίζεται σε 2,6 ο/ο κατ' όγκο. Ο συνήγορος της HGB τόνισε ότι οι αριθμοί αυτοί υπολείπονται του 5 °/ο που ανέφερε η Επιτροπή στην ανακοίνωση της, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (OJ C 313 της 29. 12. 1977, σ. 3). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να δείχνουν το μερίδιο της αγοράς κατ' αξία. Εφόσον ο εξοπλισμός Hasselblad έχει μικρό όγκο πωλήσεων, αλλά υψηλές τιμές, η διαφορά μεταξύ του μεριδίου της αγοράς εκφραζόμενου κατ' όγκο και του μεριδίου της αγοράς εκφραζόμενου κατ' αξία είναι σημαντική, όπως συνάγεται από τα άλλα στοιχεία που έχω αναφέρει. Για το λόγο auτόν, ακόμη κι αν οι αριθμοί της HGB μπορούν να γίνουν δεκτοί, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, βάσει του μεριδίου της αγοράς, ο κανόνας de minimis έχει εφαρμογή.
δ)
Όσον αφορά το σύστημα διανομής κατ' επιλογή της HGB, δεν μπορεί κατά την άποψη μου, να υποστηριχθεί σοβαρά ότι τα προβαλλόμενα αποτελέσματα του ως προς τη νόθευση του ανταγωνισμού περιορίζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αν υποτεθεί ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι δικαιολογημένες, είναι εύκολο να διαπιστωθεί ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, ο καθορισμός των τιμών σε συνδυασμό με τους περιορισμούς στις εξαγωγές και στις παράλληλες εισαγωγές μπορούν να έχουν επίδραση άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
3. Η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως
Η Επιτροπή εγείρει αντιρρήσεις ως προς τις ρήτρες 6, 23 και 28 της πρότυπης συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, την ποσοτική επιλογή των εμπόρων και την επίδραση στις τιμές μεταπώλησης, Πάντως, η Επιτροπή δεν επέβαλε πρόστιμο λόγω των περιορισμών που περιλάμβανε η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως για την περίοδο μετά την κοινοποίηση (βλέπε παράγραφο 74 της απόφασης της Επιτροπής), δηλαδή μετά τις 25 Ιανουαρίου 1980.
Η βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, εξαίρεση δεν χορηγήθηκε για το λόγο ότι η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως απέβαινε εις βάρος των συμφερόντων των καταναλωτών επειδή απέβλεπε στην «παγίωση του επιπέδου των τιμών και επομένως σε υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές» (παράγραφος 71).
Η ρήτρα 23 της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων Hasselblad. Η Επιτροπή ήγειρε αντίρρηση για τη ρήτρα 23 (c) που προβλέπει ότι ο εξουσιοδημένος αντιπρόσωπος οφείλει να αποσύρει και να μην ανανεώσει «οποιαδήποτε διαφήμιση ή αγγελία που έκανε ο αντιπρόσωπος, για την οποία η εταιρεία (HGB) είχε αντιρρήσεις και τις γνωστοποίησε γραπτώς στον αντιπρόσωπο». Η ίδια υποχρέωση περιλαμβανόταν στη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως πριν από την τροποποίηση της. Η αντίρρηση της Επιτροπής συνίσταται στο ότι αυτό επιτρέπει στη HGB «να εμποδίζει τη διαφήμιση των εμπόρων που ασκούν έντονο ανταγωνισμό και μειώνουν τις τιμές, ιδίως εκείνων που προβαίνουν σε εισαγωγές αλλά όχι μέσω του αποκλειστικού διανομέα της Hasselblad» (παράγραφος 60 της απόφασης). Με το υπόμνημα αντικρούσεως της η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το δικαίωμα της HGB να εγείρει αντιρρήσεις στη διαφήμιση πρέπει να θεωρηθεί ως περιορισμός του ανταγωνισμού εφόσον ασκείται κατά τρόπο που εμποδίζει τη διαφήμιση ή τις προσφορές σε χαμηλές τιμές. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να έχει αντιρρήσεις στη χρησιμοποίηση της ρήτρας 23 (c) προκειμένου να διατηρηθεί η διαφήμιση σε ορισμένα επίπεδα. Προς απόδειξη του ότι η HGB προσέφυγε στη ρήτρα 23 (c) για να εμποδίσει εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους να διαφημίσουν προσφορές σε χαμηλές τιμές, η Επιτροπή στηρίζεται στη διαμάχη μεταξύ της HGB και της Camera Care και η οποία οδήγησε στην καταγγελία της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως που είχε συνάψει με την τελευταία.
Η ρήτρα 28 επιτρέπει στη HGB να προβαίνει στην έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως με γραπτή προειδοποίηση. Η παράγραφος 6) αναφέρει ως ένα από τους λόγους της καταγγελίας τη μεταβολή της γεωγραφικής θέσης του καταστήματος του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση της HGB. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ρήτρα αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό του ανταγωνισμού στις περιοχές πώλησης των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων (παράγραφος 61 της απόφασης).
Η ρήτρα 6 επιβάλλει στους αντιπροσώπους να «χρησιμοποιούν» τον εξοπλισμό Hasselblad που τους προμηθεύει προς λιανική πώληση ή πώληση για επαγγελματική χρήση και τους δεσμεύει να μην προμηθεύουν εξοπλισμό σε άλλο έμπορο στο «Ηνωμένο Βασίλειο ή οπουδήποτε αλλού» χωρίς τη συναίνεση της HGB. Κατά την Επιτροπή αυτό αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, διότι εμποδίζει τις εξαγωγές και επιπλέον «η απαγόρευση παράλληλων προμηθειών νοθεύει τον ανταγωνισμό διότι περιορίζει την οικονομική ελευθερία των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και τους αφαιρεί την ανεξαρτησία τους» (παράγραφος 59 της απόφασης). Η HGB υποστηρίζει ότι σκοπός της ρήτρας 6 ήταν πρόληψη των πωλήσεων σε εμπόρους εκτός των εξουσιοδοτημένων καταστημάτων και όχι η παρεμπόδιση των εξαγωγών η ρήτρα αυτή είχε περιληφθεί στη σύμβαση μετά από παράπονα που διατύπωσαν εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι οι οποίοι, ενώ είχαν δαπανήσει σημαντικά ποσά για την προώθηση και επίδειξη του εξοπλισμού Hasselblad, διαπίστωσαν ότι άλλοι μη εξουσιοδοτημένοι έμποροι στην ίδια γεωγραφική περιοχή προμηθεύονταν από εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους άλλων περιοχών. Η HGB αρνείται ότι είχε δώσει οδηγίες στους Solicitors να περιλάβουν τότε τις λέξεις «ή οπουδήποτε αλλού» στη ρήτρα 6 κατά την κατάρτιση της συμβάσεως.
Όσον αφορά την ερμηνεία των λέξεων «ή οπουδήποτε αλλού», είναι κατά την άποψη μου σαφές ότι καλύπτουν τις πωλήσεις στο εξωτερικό.
Η Επιτροπή είχε κατά τη γνώμη μου το δικαίωμα από τη διατύπωση της ρήτρας 6 να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η HGB είχε την πρόθεση να εμποδίσει τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους να εξάγουν εξοπλισμό Hasselblad χωρίς τη συναίνεση της. Η HGB δεν έχει προσκομίσει καμιά απόδειξη ότι το συμπέρασμα αυτό ήταν αστήρικτο. Το αντίθετο μάλιστα. Η HGB στηρίζεται σε μια επιστολή της 18ης Ιανουαρίου 1982 που προέρχεται από τους solicitors οι οποίοι ενεργούσαν για λογαριασμό των τότε solicitors της HGB. Η επιστολή αυτή παραθέτει ένα σημείωμα της εποχής εκείνης ως προς τις οδηγίες που είχαν ληφθεί από τη HGB και σύμφωνα με τις οποίες η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως έπρεπε να περιλαμβάνει «την απόλυτη απαγόρευση για τον έμπορο να προμηθεύει με φωτογραφικές μηχανές οιονδήποτε άλλον έμπορο ή άλλο κατάστημα ή πρόσωπο με σκοπό την μεταπώληση». Η HGB γνώριζε την προσθήκη των λέξεων «ή οπουδήποτε αλλού» πολύ πριν από την εφαρμογή της τροποποιημένης συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως αλλά δεν φαίνεται ότι είχε προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση. Προβάλλεται ότι στην πραγματικότητα, ούτε η HGB ούτε οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι αντιλαμβάνονται τη ρήτρα 6 ως επιβάλλουσα απαγόρευση των εξαγωγών. Απόδειξη του γεγονότος αυτού αποτελεί το ότι οι εξαγωγές συνεχίστηκαν και η HGB τις είχε ενθαρρύνει. Μολονότι η HGB έχει προσκομίσει σημαντικό υλικό προς στήριξη των ισχυρισμών της, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη για πώληση από εξουσιοδοτημένο έμπορο του Ηνωμένου Βασιλείου προς άλλο κράτος μέλος κατά την περίοδο αυτή (δηλαδή μετά τον Απρίλιο 1978). Κατά συνέπεια, τίποτε δεν δικαιολογεί την ανατροπή από το Δικαστήριο του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι η ρήτρα 6 είχε ως σκοπό να παρεμποδίζει και πραγματικά απαγόρευε τις εξαγωγές.
Μια άλλη αιτίαση της Επιτροπής ως προς τη ρήτρα 6 ήταν ότι εμπόδιζε τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους να διενεργούν πωλήσεις μεταξύ τους ή προς άλλους μη εξουσιοδοτημένους εμπόρους, όπως η Camera Care. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαγόρευση πώλησης στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους περιορίζει πάντοτε τον ανταγωνισμό και ότι η απαγόρευση πώλησης στους μη εξουσιοδοτημένους εμπόρους περιορίζει τον ανταγωνισμό εκτός αν είναι «ουσιώδες» το εν λόγω προϊόν να πωλείται μόνο από προσοντούχους εμπόρους. Η HGB ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να περιορίσει τις πωλήσεις μεταξύ των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων. Δεν έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη σχετική με την εποχή εκείνη που να στηρίζει τον ισχυρισμό αυτόν. Η μόνη απόδειξη που υπάρχει ως προς την πρόθεση της HGB είναι η διατύπωση της ρήτρας 6 και το απόσπασμα της επιστολής της 18ης Ιανουαρίου 1982, που αναφέρθηκε πιο πάνω. Και τα δύο στοιχεία λαμβανόμενα μεμονωμένα ή συνδυαζόμενα, τείνουν να αποδείξουν την πρόδεση απαγόρευσης των πωλήσεων μεταξύ εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων.
Τα συστήματα διανομής κατ' επιλογή μπορούν να συμβιβάζονται προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 26/76 Metro κατά Επιτροπής(1977) ECR σ. 1875, εφόσον οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί δεν υπερβαίνουν ό,τι απαιτείται για την πρόσφορη διανομή του προϊόντος. Η HGB δεν έχει αποδείξει ότι η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απαγόρευση πωλήσεων μεταξύ εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων συνιστούσε παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Όσον αφορά τον προβαλλόμενο περιορισμό πωλήσεων σε μη εξουσιοδοτημένους εμπόρους, η Επιτροπή δεν ανέφερε στην απόφαση της ότι το σύστημα διανομής κατ' επιλογή της HGB συνιστούσε καθεαυτό παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, διότι καμιά μορφή επιλογής δεν ήταν αναγκαία για να εξασφαλιστεί η πρόσφορη διανομή του εξοπλισμού Hasselblad. Η αιτίαση της Επιτροπής αναφέρεται στα κριτήρια επιλογής και όχι στην ανάγκη της επιλογής, η δε σκέψη 27 της απόφασης Metro συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι στο πλαίσιο του συστήματος διανομής κατ' επιλογή που συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, ο περιορισμός στη μεταπώληση σε εμπόρους που δεν έχουν προσχωρήσει στο σύστημα δεν συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, πάντως, αν το σύστημα διανομής κατ' επιλογή συνιστούσε παράβαση του άρθρου 85, —παράγραφος 1, επειδή δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που καθόρισε το Δικαστήριο, ότι δηλαδή οι έμποροι επιλέγονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικής φύσης, τα οποία αφορούν τα τεχνικά προσόντα του εμπόρου και του προσωπικού του, την καταλληλότητα των εμπορικών του εγκαταστάσεων, και ότι οι προϋποθέσεις αυτές καθορίζονται ομοιόμορφα για όλους τους ενδεχόμενους μεταπωλητές και εφαρμόζονται χωρίς διάκριση (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση 31/80, Ĺ'Oréal κατά De Nieuwe AMCK, (1980) ECR σ. 3775, σκέψη 15). Αν τα κριτήρια επιλογής δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις αυτές, το όλο σύστημα διανομής κατ' επιλογή, συμπεριλαμβανόμενου και του περιορισμού μεταπώλησης, συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Αντίθετα, αν τα κριτήρια επιλογής δεν αντιβαίνουν προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, το ίδιο ισχύει και για τον αντίστοιχο περιορισμό στη μεταπώληση.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πολιτική της HGB ήταν να μην περιλάβει στο δίκτυο διανομής της κάθε έμπορο ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της HGB, αλλά να εξασφαλίσει μια ομοιόμορφη γεωγραφική κατανομή, ώστε καμιά περιοχή να μην είναι κορεσμένη από άποψη εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων επομένως, η HGB επέλεξε τους αντιπροσώπους της τόσο βάσει αντικειμενικών ποιοτικών και ποσο-στικών κριτηρίων (βλέπε παραγράφους 35 και 64 της απόφασης). Επιπλέον, η HGB εξουσιοδότησε μόνο το ένα έκτο από τους εμπόρους που είχαν, κατά τα άλλα, τα προσόντα. Η HGB δέχεται ουσιαστικά τον ισχυρισμό αυτόν, αλλά προσπαθεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή ποσοτικών κριτηρίων ισχυριζόμενη ότι, αν δεν εφάρμοζε τον περιορισμό αυτό, οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι δεν θα ήταν ανταγωνιστικοί ή δεν θα πραγματοποιούσαν κέρδη και δεν ήσαν σε θέση να χρηματοδοτήσουν τη δημιουργία του κατώτερου ορίου αποθεμάτων, των οποίων η αξία ανέρχεται στο ποσό των £ 3000. Η HGB υποστήριξε επίσης ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να εξουσιοδοτήσει όλους τους ενδεχόμενα προσοντούχους εμπόρους (τους οποίους υπολογίζει σε δυο χιλάδες περίπου), δεδομένου ότι ο αριθμός των φωτογραφικών μηχανών Hasselblad που πωλούνται κατ' έτος είναι κατά πολύ μικρότερος από τον αριθμό των ενδεχόμενων αντιπροσώπων.
Η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως δεν καθορίζει ρητά μια ορισμένη περιοχή πωλήσεων στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, καίτοι η ρήτρα 28 6) παρέχει το δικαίωμα στη HGB να καταγγείλει τη σύμβαση αν ο αντιπρόσωπος μεταβάλλει τη γεωγραφική θέση του καταστήματός του χωρίς τη συναίνεση της HGB. Δεν έχει αποδειχθεί ότι, κατά τη διαδικασία έγκρισης ενός νέου αντιπροσώπου, η HGB ρύθμιζε τα πράγματα κατά τρόπο ώστε να διαιρείται το Ηνωμένο Βασίλειο de facto σε χωριστές περιοχές πωλήσεων. Εξάλλου, σε μια περίπτωση η HGB αρνήθηκε να εγκρίνει νέους αντιπροσώπους στο Λονδίνο λόγω της «κορεσμένης κατάστασης» (βλέπε παράρτημα 17 της προσφυγής). Η εξήγηση της συμπεριφοράς αυτής φαίνεται ότι βρίσκεται σε μια δήλωση που έγινε από ή για λογαριασμό της HGB όταν η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, δηλαδή ότι η HGB «είναι έτοιμη να αναθέσει την αντιπροσωπεία σε όλους τους εμπόρους που συγκεντρώνουν τα ποιοτικά, κριτήρια που ορίζονται στη σύμβαση, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι αν σε μια μικρή περιοχή υπάρχει ήδη μεγάλος αριθμός αντιπροσώπων, επιφυλάσσει το δικαίωμα να μη διορίσει νέο αντιπρόσωπο, φοβούμενη ότι οι αντιπρόσωποι της περιοχής αυτής δεν θα συγκεντρώνουν τότε τα ποιοτικά κριτήρια» (βλέπε σελίδα 50 της προσφυγής).
Η Επιτροπή δέχεται ότι η απασχόληση εκπαιδευμένου προσωπικού και οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην καταλληλότητα του καταστήματος είναι ποιοτικά κριτήρια τα οποία δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό εφόσον εφαρμόζονται αντικειμενικά και δεν υπερβαίνουν τις απαιτήσεις της πρόσφορης διανομής του προϊόντος. Σχετικά, δεν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί στην περίπτωση αυτή παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Θεωρώ ότι η απαίτηση για ένα κατώτατο όριο αποθεμάτων αξίας £ 3000 στην υπόθεση αυτή (σε αντίθεση με την υπόθεση Metro) ήταν λογικά αναγκαία για την πρόσφορη διανομή του προϊόντος, ακόμη κι αν η απαίτηση αυτή μπορεί να περιορίσει τον αριθμό των ενδεχόμενων αντιπροσώπων, όπως παραδέχεται και η HGB. Εξάλλου, η HGB δέχθηκε την άποψη ότι ένας έμπορος, για να είναι ανταγωνιστικός, πρέπει να έχει πωλήσεις διπλάσιας αξίας από το κατώτατο όριο αποθεμάτων κατ' έτος και ο αριθμός των αντιπροσώπων είχε περιοριστεί προκειμένου να υποβοηθηθούν οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι να επιτύχουν το αποτέλεσμα αυτό. Θεωρώ ότι η πρακτική αυτή, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, αποτελεί περιορισμό του ανταγωνισμού και αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1.
Η Επιτροπή έχει ήδη χορηγήσει εξαιρέσεις βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, σε παρόμοιες υποθέσεις: ένα παραπλήσιο παράδειγμα αποτελεί η απόφαση 70/488 Omega (OJ 242/22 της 5.11.1970, σ. 27). Στην υπόθεση αυτή δεν αναφέρθηκαν οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή δεν είχε χορηγήσει την εξαίρεση. Καίτοι η HGB ζήτησε ρητά να ακυρωθεί η μη χορήγηση της εξαίρεσης, δεν έχει προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα επιχείρημα που να τείνει να καταδείξει ότι η Επιτροπή έχει ασκήσει εσφαλμένα τη διακριτική της εξουσία στον τομέα αυτόν. Η άποψη της στηρίζεται μόνο στον ισχυρισμό ότι δεν έγινε παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν έπρεπε να χορηγηθει η εξαίρεση.
Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η HGB προσπάθησε να εμποδίσει τον ανταγωνισμό ως προς τις τιμές μεταξύ των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και χρησιμοποίησε τη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως για να επηρεάσει τις τιμές λιανικής πώλησης. Η Επιτροπή φαίνεται ότι στηρίχθηκε στα ακόλουθα στοιχεία:
1)
μια δήλωση που έκαμε τον Αύγουστο 1973 αντιπρόσωπος της HGB κατά την οποία «όταν οι λιανοπωλητές μείωναν τις τιμές κατά 10 ο/ο περίπου, (η HGB) ανέβαλε την προμήθεια ορισμένων αντιπροσώπων
2)
μια επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου 1975, με την οποία η HGB «διατύπωνε την απειλή ότι θα διέκοπτε τις πιστωτικές διευκολύνσεις από οποιονδήποτε αντιπρόσωπο ο οποίος δεν 9α θεωρούσε τις τιμές που αναφέρονται στο δημοσιευόμενο πίνακα λιανικών τιμών ως τις κατώτατες τιμές πώλησης» ·
3)
ένα υπόμνημα της 24ης Μαρτίου 1980, με το οποίο η HGB ανέφερε στους εμπόρους ότι «δεν θα ήταν λογικό να ακολουθείται μια πολιτική τιμών που θα μείωνε τα περιθώρια κέρδους κατά τρόπο που θα καθιστούσε δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την επάνοδο σε υγιή οικονομική κατάσταση»·
4)
η καταγγελία της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως που είχε συνάψει με την Camera Care.
Στην παράγραφο 73 της απόφασης αναφέρεται ότι μέτρα για τον επηρεασμό των τιμών είχαν ληφθεί κατά διαστήματα, ανάλογα με τις περιστάσεις, το 1973, 1975, 1978, 1979 και 1980. Το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για τα έτη 1978-1979 αφορά την υπόθεση Camera Care.
Η HGB προβάλλει ότι η δήλωση του Αυγούστου 1973 είναι άσχετη διότι έγινε πολύ πριν ο σημερινός ιδιοκτήτης της HGB αναλάβει την επιχείρηση το 1975, και ουδέποτε έλαβε γνώση, ώστε η εν λόγω δήλωση δεν μπορούσε να εκφράζει την πολιτική του. Η Επιτροπή, εξάλλου, προέβαλε ότι εναπόκειτο στη HGB να αποδείξει ότι είχε μεταβάλει πολιτική μετά τον Αύγουστο 1973. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί κατά την άποψη μου, να γίνει δεκτό. Η δήλωση του Αυγούστου 1973 αποτελεί απλώς απτή απόδειξη του τι έλεγε τον Αύγουστο 1973 ένας αντιπρόσωπος της HGB.
Κατά τη HGB, η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου είχε συνταχθεί διότι η HGB ανησυχούσε ότι, αν οι τιμές μειώνονταν ακόμη περισσότερο, μερικοί από τους αντιπροσώπους της δεν θα ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις ή ακόμα θα επτώχευαν. Επομένως, αποφάσισε να προειδοποιήσει με την επιστολή της για τις συνέπειες, ιδίως δε ότι η HGB δεν θα χορηγούσε περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτη που δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Φαίνεται ότι το αγγλικό Office of Fair Trading (Υπηρεσία επιφορτισμένη με την επίβλεψη της κανονικότητας των εμπορικών συναλλαγών) αντιτάχθηκε στη διατύπωση της επιστολής και έτσι η HGB συνέταξε άλλη και που φαίνεται ότι είναι το υπόμνημα της 24ης Μαρτίου 1980, το οποίο αναφέρει η Επιτροπή στην απόφαση της. Πάντως, είναι κοινώς γνωστό ότι η επιστολή αυτή περιείχε την ακόλουθη φράση: «Είναι αυτονόητο ότι ως έμπορος είστε ελεύθερος να πωλείτε το προϊόντα μας στην τιμή που επιθυμείτε». Η φράση αυτή εξασθενεί σημαντικά την αιτίαση της Επιτροπής.
Όσον αφορά το σύστημα διανομής κατ' επιλογή, οι προσπάθειες που αποβλέπουν στη διατήρηση του επιπέδου των τιμών δεν εμπίπτουν υποχρεωτικά στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 (σκέψη 21 της απόφασης Metro). Στην παρούσα υπόθεση, είναι βέβαιο ότι η HGB δεν επιθυμούσε να χρηματοδοτεί τον ανταγωνισμό ως προς τις τιμές μεταξύ των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων. Το γεγονός ότι το κατέστησε σαφώς γνωστό στους εμπόρους, αναμφίβολα τους οδήγησε στο να περιορίσουν τη μείωση των τιμών. Δεν θεωρώ ότι αυτό αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1. Για να στοιχειοθετήσει παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, η Επιτροπή έπρεπε να είχε αποδείξει ότι η HGB, για να περιορίσει τον ανταγωνισμό ως προς τις τιμές και για να επηρεάσει τις τιμές, έλαβε μέτρα τα οποία δεν δικαιολογούνταν αν ληφθεί υπόψη η δομή της αγοράς και η λειτουργία του δικτύου των μεταπωλητών της. Τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή και που αφορούν ταέτη 1973, 1975 και 1980 δεν το αποδεικνύουν. Για το λόγο αυτόν, η θέση της Επιτροπής περιστρέφεται στη μεταχείριση που η HGB επιφύλαξε στην Camera Care.
4. Η υπόθεση Camera Care
Συνοπτικά, οι ισχυρισμοί στους οποίους η Επιτροπή στηρίζει την απόφαση της είναι ότι, το 1978, η HGB κατάγγειλε τη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως με την Camera Care διότι πωλούσε σε χαμηλότερη τιμή από τους άλλους εμπόρους. Τότε, η HGB έλαβε μέτρα για να εμποδίσει την Camera Care να προμηθευτεί εξοπλισμό Hasselblad είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε από αλλοδαπούς αντιπροσώπους, και για το σκοπό αυτό προσπάθηκε να ανεύρει την προέλευση του εξοπλισμού που πωλούσε η Camera Care.
Άποψη της Επιτροπής είναι ότι η HGB κατάγγειλε τη σύμβαση με σκοπό να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Το περιστατικό μετά το οποίο η HGB κατάγγειλε τη σύμβαση ήταν η δημοσίευση στον επαγγελματικό τύπο μιας διαφημιστικής αγγελίας που περιέγραψε ως τη διαφήμιση «Σουηδικού μασάζ». Μετά την πρώτη δημοσίευση η HGB διαμαρτυρήθηκε για την ακαλαισθησία της αγγελίας αυτής και ζήτησε να μην αναδημοσιευτεί. Η Camera Care είχε διαβεβαιώσει (τη HGB) ότι η αγγελία δεν θα αναδημοσιευόταν. Εν συνεχεία, η αγγελία δημοσιεύτηκε εκ νέου και η Camera Care εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να αποσύρει έγκαιρα τη διαφημιστική αγγελία πριν από τη δημοσίευση. Η HGB δεν δέχτηκε την εξήγηση αυτή. Από την αλληλογραφία που επακολούθησε μεταξύ της HGB και των τότε solicitors της HGB, είναι σαφές ότι η τελευταία χρησιμοποίησε τη διαφήμιση του «σουηδικού μασάζ» ως αφορμή για να δικαιολογήσει την καταγγελία της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως. Η μόνη αντίρρηση της HGB ήταν ότι η διαφήμιση ήταν χυδαία. Η HGB δεν διατύπωσε καμιά αντίρρηση για το γεγονός ότι η διαφήμιση ανέφερε επίσης ότι η Camera Care θα «κτυπούσε τις τιμές οιουδήποτε άλλου αντιπροσώπου». Η HGB ανησυχούσε και για μια άλλη διαφήμιση για την οποία είχε αντιρρήσεις διότι αναφερόταν στις τιμές.
Με επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1978, η HGB πληροφορούσε την Camera Care ότι αποδοκίμαζε τη διαφήμιση που εμφανίζεται ως το σουηδικό μασάζ, αναφέροντας ότι το σχήμα ήταν ακαλαίσθητο, παραπονέθηκε δε για τη χρήση της λέξης «Hasselblad» σε συνδυασμό με την εμπορική επωνυμία της Camera Care επειδή και οι δύο επωνυμίες είχαν εκτυπωθεί με τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιεί η Hasselblad. Με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας η HGB κατάγγειλε τη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως. Η Camera Care απάντησε με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου, αναφέροντας ότι το περιεχόμενο και η διατύπωση των διαφημίσεων είχαν συχνά συζητηθεί με τη HGB και παρατηρώντας ότι ορισμένες επόψεις της διαφημίσεως του σουηδικού μασάζ είχαν εγκριθεί από τη HGB. Στις 24 Φεβρουαρίου 1978 απέστειλε νέα επιστολή στην Camera Care, αναφέροντας ότι η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως είχε λυ9εί, επειδή η Camera Care είχε χρησιμοποιήσει την επωνυμία «Hasselblad» σε συνδυασμό με τη δική της εμπορική επωνυμία (και οι δύο είχαν εκτυπωθεί με τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιεί η Hasselblad)' όσον αφορά τις λέξεις «θα κτυπήσουμε τις τιμές οποιουδήποτε άλλου αντιπροσώπου», η επιστολή αναφέρει: «Δεν μπορούμε να θεωρούμαστε υπεύθυνοι για τις λιανικές τιμές πώλησης που καθορίζουν οι λιανοπωλητές και μολονότι δεχόμαστε ότι θα χάσετε ορισμένες πωλήσεις προς όφελος άλλων εμπόρων λόγω του ανταγωνισμού στις τιμές, σε πολλές περιπτώσεις σας είχα αναφέρει ότι δεν αποτελεί δική μας πολιτική η απόδοση κερδών που ενδεχόμενα δεν θα έχετε πραγματοποιήσει επί των πιθανών αυτών πωλήσεων.» Η HGB επανέλαβε ότι η διαφήμιση του σουηδικού μασάζ έβλαπτε το καλό της όνομα καθώς και το όνομα της VHAB. Η επιστολή καταλήγει αναφέροντας ότι η απόφαση καταγγελίας της συμφωνίας είχε ληφθεί μετά από ώριμη σκέψη και ότι «πολλοί παράγοντες» είχαν ληφθεί υπόψη.
Οι παράγοντες αυτοί δεν καθορίζονται. Η HGB ανέφερε ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες στη συνεργασία της με το διευθυντή της Camera Care και ότι δεν ήταν ικανοποιημένη από το γεγονός ότι η Camera Care είχε τις δικές της υπηρεσίες επισκευής και εξυπηρέτησης πελατών. Η HGB δεν διέκοψε αμέσως τον εφοδιασμό της Camera Care, αλλά προσφέρθηκε να εξακολουθήσει τον εφοδιασμό της Camera Care για τους επόμενους τρεις μήνες σε επίπεδο υψηλότερο από τις κανονικές μηνιαίες ανάγκες της.
Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις στην αλληλογραφία μεταξύ της HGB και των τότε solicitors της και μεταξύ HGB και της Camera Care ότι η HGB δεν επιδίωξε απλώς να διατηρήσει το επίπεδο της διαφήμισης. Ήταν έτοιμη, και το έπραξε, να αντιταχθεί σε διαφημίσεις που άφηναν να διαφαίνεται ανταγωνισμός ως προς τις τιμές μεταξύ των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων. Επομένως, οι ισχυρισμοί της Επιτροπής ότι η HGB εφάρμοσε τη ρήτρα 23 c) της τροποποιημένης σύμβασης αντιπροσωπεύσεως (που είναι ίδια με τη ρήτρα 22 c) της αρχικής διατύπωσης), στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της HGB ότι οι αντιρρήσεις της στη διαφήμιση του σουηδικού μασάζ οφείλονταν σε λόγους καλαισθησίας. Η HGB δέχεται ότι αυτό ήταν «η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι» και η Camera Care δεν αρνείται ότι υπήρχαν δυσκολίες μεταξύ αυτής και της HGB κατά την περίοδο εφαρμογής συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως.
Η άποψη της Επιτροπής μπορεί, υπό το φως των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων να συνοψιστεί ως εξής:
1)
Η HGB αντιτάχθηκε σε διαφημίσεις που αποκάλυπταν ανταγωνισμό στις τιμές μεταξύ αντιπροσώπων ήταν, επομένως, αντίθετη προς τη μείωση των τιμών
2)
η Camera Care φαίνεται ότι μείωνε τις τιμές περισσότερο από τους άλλους αντιπροσώπους'
3)
η σύμβαση αντιπροσωπεύσεως με την Camera Care έχει καταγγελθεί
4)
επομένως, ο «κύριος λόγος» καταγγελίας της συμβάσεως ήταν η μείωση των τιμών από την Camera Care.
Τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο αποδεικνύουν κατά την άποψη μου ότι η Camera Care μείωνε τις τιμές περισσότερο από πολλούς άλλους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους, όχι όμως στην έκταση που ισχυρίστηκε η Επιτροπή. Ακόμη κι αν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί της HGB υπάρχουν κατά την άποψη μου επαρκείς αποδείξεις που δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε ουσιαστικά λόγω της μείωσης των τιμών.
Όσον αφορά το γεγονότα που ακολούθησαν την καταγγελία της συμβάσεως, η Επιτροπή με την απόφαση της ισχυρίστηκε ότι:
1)
ορισμένοι αντιπρόσωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκαν να έχουν εμπορικές συναλλαγές με την Camera Care επικαλούμενοι άλλοτε τη ρήτρα 6 της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως και άλλοτε «από φόβο αντιποίνων» της HGB
2)
η HGB «προέβη σε άμεσες παραστάσεις» στην εταιρεία life photographies και απείλησε να καταγγείλει τη σύμβαση αντιπροσωπεύσεως με την εταιρεία αυτή αν προμήθευε την Camera Care'
3)
η Camera Care δεν είχε ακόμη κατορθώσει να προμηθευτεί εξοπλισμό Hasselblad από αντιπροσώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι την ημέρα που ελήφθη η απόφαση, (2 Δεκεμβρίου 1981)
4)
η HGB παρακολουθούσε συνεχώς τις πωλήσεις της Camera Care, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες ενός γραφείου παρακολουθήσεων από τις 13 Οκτωβρίου 1978 μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1979 και ελέγχοντας τους αριθμούς της σειράς κατασκευής το 1979 και 1980'
5)
υπήρξε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ VHAB και διαφόρων αποκλειστικών διανομέων που είχε ως σκοπό να εμποδίσει τον εφοδιασμό της Camera Care, η οποία συνεχίστηκε τουλάχιστο μέχρι τον Αύγουστο 1980.
Η HGB αρνείται ότι είχε γνώση των περιστατικών που αναφέρονται στις αιτιάσεις 1 και 2. Η Επιτροπή δεν έχει προσκομίσει την απόδειξη ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν πραγματικά βάσιμοι. Επομένως, η απόφαση είναι αβάσιμη ως προς τα σημεία αυτά. Όσον αφορά τα άλλα σημεία, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Camera Care επιδίωξε να προμηθευτεί από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της HGB ή από την ίδια την HGB και αντιμετώπισε άρνηση, ή ότι η Camera Care ζήτησε να καταστεί εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αλλά η αίτησή της απορρίφθηκε, ώστε δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν τα περιστατικά αυτά μπορούσαν να αποτελέσουν περιορισμό του ανταγωνισμού. Η HGB δέχεται ότι προέβη σε δοκιμαστικές αγορές προκειμένου να ανεύρει τις πηγές εφοδιασμού της Camera Care. Πάντως, η HGB αρνείται ότι χρησιμοποίησε ποτέ τις υπηρεσίες ενός γραφείου παρακολουθήσεων και στη συνέχεια η Επιτροπή δεν επέμεινε επί του σημείου αυτού. Η HGB δέχεται ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική μολονότι ισχυρίζεται ότι διήρκεσε μόνο μέχρι τον Οκτώβριο 1979.
Θεωρώ ότι η εναρμονισμένη πρακτική που είχε ως σκοπό να εμποδίσει τον εφοδιασμό της Camera Care συνιστούσε παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Είναι σαφές, από την υπόθεση Consten και Grundig κατά Επιτροπής, που αναφέρθηκε ήδη, ότι τα πραγματικά μέτρα που έλαβαν οι διανομείς για να εμποδίσουν τις παράλληλες εισαγωγές είναι αντίθετα προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Η HGB ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή της στην εναρμονισμένη πρακτική ήταν νόμιμη και δεν έπρεπε να της επιβληθεί πρόστιμο, διότι η HGB πίστευε ότι οι παράλληλες εισαγωγές μπορούσαν νόμιμα να εμποδιστούν βάσει της αρχικής συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η οποία είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Η σύμβαση αυτή περιείχε ρήτρα που απαγόρευε στον αποκλειστικό διανομέα να πωλεί ή να διαθέτει προς πώληση εκτός της περιοχής που κάλυπτε η σύμβαση. Η Επιτροπή διατύπωσε αντιρρήσεις ως προς τη ρήτρα αυτή με έγγραφό της, της 23ης Δεκεμβρίου 1976 και η VHAB προέβη σε νέα διατύπωση της πρότυπης συμφωνίας και την κοινοποίησε στην Επιτροπή στις 6 Μαρτίου 1978. Το άρθρο 1 της συμβάσεως αυτής απαγορεύει στον αποκλειστικό διανομέα να προωθεί ενεργά τις πωλήσεις ή να προβαίνει σε πωλήσεις, ή ακόμη να αναζητεί πελάτες εκτός της περιοχής εφαρμογής της συμβάσεως. Στις 30 Αυγούστου 1978 η VHAB πληροφόρησε την Επιτροπή με επιστολή της ότι είχε αποστείλει αντίγραφο της νέας συμβάσεως στους αποκλειστικούς διανομείς της, συμπεριλαμβανόμενης και της HGB. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της HGB περιόρισε τον ισχυρισμό της HGB στη χρονική περίοδο μέχρι την ημερομηνία αυτή.
Κατά το μέτρο που μπορεί να διαπιστωθεί, η μόνη απόδειξη ως προς την εναρμονισμένη πρακτική πριν από τις 30 Αυγούστου, αφορά τις επαφές μεταξύ HGB και Telos, τη μόνη γαλλική εταιρεία που είχε την αποκλειστική διανομή. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής που είχε συναφθεί με την Telos δεν φαίνεται ότι ήταν «παλαιά» σύμβαση και επομένως προσωρινά έγκυρη. Εν πάση περιπτώσει, είναι αμφίβολο αν το προσωρινό κύρος της συμβάσεως εξακολουθούσε να υπάρχει μετά το 1976. Συνεπώς, η HGB δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι οποιαδήποτε ενέργεια της Telos να εμποδίσει την Camera Care να εισαγάγει στο Ηνωμένο Βασίλειο εξοπλισμό Hasselblad από τη Γαλλία ήταν νόμιμη.
Το άρθρο 15, παράγραφος 5, του κανονισμού 17 ορίζει ότι «πρόστιμο δεν δύναται να επιβληθεί για πράξεις μεταγενέστερες της κοινοποιήσεως στην Επιτροπή και προγενέστερες της αποφάσεως με την οποία δέχεται ή αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 (της Συνθήκης)». Πάντως, το άρθρο 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 ορίζει ότι «οι διατάξεις της παραγράφου 5 δεν εφαρμόζονται από της γνωστοποιήσεως εκ μέρους της Επιτροπής προς τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ότι, μετά από πρώτη εξέταση, κρίνει πως οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 1 της Συνθήκης πληρούνται και πως δεν δικαιολογείται εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3». Η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, ενεργεί με ρητή απόφαση (βλέπε υποθέσεις 8-11/66 Cimenteries κατά Επιτροπής (1967) ECR σ. 75). Το έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1976 δεν φαίνεται ότι αποτελούσε παρόμοια απόφαση. Πάντως, θεωρώ ότι η HGB δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 15, παράγραφος 5, για να απαλλαγεί από το πρόστιμο. Η απαλλαγή αυτή χορηγείται για πράξεις που «περιλαμβάνονται μέσα στα όρια που αναφέρει η κοινοποίηση». Η HGB συμμετείχε σε εναρμονισμένη πρακτική, πράγμα που κατά την άποψή μου δεν περιλαμβάνεται μέσα στα όρια της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, ακόμη κι αν η σύμβαση αυτή απαγόρευε τις εξαγωγές εκτός του εδάφους όπου είχε εφαρμογή.
Όσον αφορά το ζήτημα της ημερομηνίας κατά την οποία τέθηκε τέλος στην εναρμονισμένη πρακτική, υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πρακτική αυτή εξακολουθούσε και μετά τον Οκτώβριο 1979. Φαίνεται ότι η Επιτροπή βασίζεται ιδίως στα εξής: 1) σε ένα έγγραφο επί της στρατηγικής των πωλήσεων, που είχε συντάξει η HGB το 1980* 2) στην απόδειξη ότι η HGB προέβη σε συγκεκαλυμμένες αγορές εξοπλισμού Hasselblad από την Camera Care το Δεκέμβριο 1979 και 3) σε μια δήλωση της ιρλανδικής εταιρείας διανομής Ilford, κατά την οποία ήταν υποχρεωμένη να μην προβαίνει σε εξαγωγές μέχρι τις αρχές του 1980. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στο έγγραφο επί της στρατηγικής πωλήσεων που να αποδεικνύει ότι η πρακτική νόθευσης του ανταγωνισμού εξακολουθούσε. Η HGB αρνείται τα συμπεράσματα που η Επιτροπή επιδιώκει να συναγάγει από ορισμένα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αναφέροντας ότι έπαυσε να συμμετέχει σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική που απέβλεπε στο να εμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές αφού έλαβε τη γνώμη νομικών της συμβούλων. Αυτό φαίνεται να έγινε κατά την περίοδο που η Camera Care κίνησε τη διαδικασία για λήψη προσωρινών μέτρων, εν αναμονή του τελικού αποτελέσματος της έρευνας που διενεργούσε η Επιτροπή. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί στις 17 Ιανουαρίου 1980 επί της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που είχε κινήσει η Camera Care (βλέπε υπόθεση 792/79 R, Camera Care κατά Επιτροπής (1980) ECR, σ. 119).
Μολονότι η Επιτροπή δικαιούται, εφόσον έχει διαπιστωθεί η εναρμονισμένη πρακτική, να στηρίζεται στο τεκμήριο ότι η πρακτική αυτή εξακολουθεί μέχρι να προσκομιστεί η αντίθετη απόδειξη, δέχομαι τον ισχυρισμό της HGB ότι, αφού έλαβε τη γνώμη νομικών της συμβούλων, και ενώ η Επιτροπή διενεργούσε την έρευνά της, η δε Camera Care είχε κινήσει τη διαδικασία προσωρινών μέτρων, έπαυσε κάθε εναρμονισμένη πρακτική στο τέλος του 1979.
5. Η εναρμονισμένη πρακτική και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής
Η Επιτροπή προβάλλει με την απόφαση της ότι η εναρμονισμένη πρακτική απέβλεπε στην εφαρμογή της γενικής πολιτικής πωλήσεων της VHAB, ήτοι την προστασία των αποκλειστικών διανομέων της από παράλληλες εισαγωγές. Η εναρμονισμένη πρακτική εφαρμοζόταν κατά διαφόρους τρόπους:
1)
Ο αποκλεισμός της Camera Care, που αποτελεί απόδειξη της γενικής πολιτικής απαγόρευσης των εξαγωγών μεταξύ των κρατών μελών, ο οποίος φαίνεται ότι είχε αρχίσει να εφαρμόζεται τον Ιούνιο 1974 (η HGB φέρεται ότι συμμετείχε στην πρακτική αυτή από το θέρος του 1978).
2)
Οι ρήτρες των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής κατά τις οποίες ο αύξων αριθμός κατασκευής του εξοπλισμού που είχε πωληθεί, καθώς και το όνομα και η διεύθυνση του αγοραστή έπρεπε να καταγράφονται και να γνωστοποιούνται στη VHAB, χρησιμοποιήθηκαν για την επισήμανση των πηγών εξαγωγής.
3)
Οι τιμοκατάλογοι και τα επαγγελματικά απόρρητα των επιχειρήσεων ανταλλάσσονταν μεταξύ της VHAB και των αποκλειστικών διανομέων προκειμένου να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό υπό μορφή παραλλήλων εισαγωγών. Φαίνεται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών εξακολουθούσε επί πολλά έτη (παράγραφος 26 της απόφασης της Επιτροπής), αλλά στην παράγραφο 73 της ίδιας απόφασης αναφέρεται ότι η HGB είχε εμπλακεί από τον Απρίλιο 1977.
Το κύριο επιχείρημα της HGB είναι ότι, καίτοι είχε συμμετάσχει στην εναρμονισμένη πρακτική που είχε ως σκοπό να εμποδίσει την Camera Care να προμηθευτεί εξοπλισμό Hasselblad το 1978 και 1979, δεν υπήρχε γενική πολιτική που απέβλεπε στην απαγόρευση των παράλληλων εισαγωγών γενικά. Δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό. Μολονότι η μόνη περίπτωση απαγόρευσης των εξαγωγών μεταξύ κρατών μελών, εκτός από την υπόθεση, Makro το 1974, είναι ο αποκλεισμός της Camera Care, η συνολική εικόνα είναι ότι η HGB, η VHAB και οι άλλοι αποκλειστικοί διανομείς είχαν συμπράξει προκειμένου να εμποδίσουν τις παράλληλες εισαγωγές γενικά. Αυτό προκύπτει σαφέστατα από τα έγγραφα, τα οποία συνεχώς αναφέρονται σε «grey imports» και «grey trading», δηλαδή στις παράλληλες εισαγωγές. Για παράδειγμα, με μια επιστολή της 4ης Δεκεμβρίου 1978, η HGB ευχαριστούσε την Ilford για τη «συνεργασία της για να τεθεί τέρμα στο “grey trading” εξοπλισμού Hasselblad». Σε επόμενη επιστολή προς την Ilford, στις 5 Μαρτίου 1979, η HGB αναφέρει: «Προφανώς, αν ένας έμπορος προμηθεύεται μέσω “grey imports”, οι πωλήσεις του κατά κανέναν τρόπο δεν συνεισφέρουν στις δαπάνες μας, ενώ αναμφίβολα ο καταναλωτής είχε επηρεαστεί από τη διαφήμιση μας και τις προσπάθειες προώθησης των πωλήσεων όταν αποφάσιζε να αγοράσει μια Hasselblad.» Παρόμοιες γενικές παρατηρήσεις βρίσκονται και στην αλληλογραφία της VHAB.
Το άρθρο 2 της απόφασης της Επιτροπής αναφέρει ότι οι συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής που έχει συνάψει η HGB, αντιβαίνουν προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, «κατά το μέτρο που παρέχουν αποκλειστικότητα διανομής του εξοπλισμού Hasselblad», και δεν χορηγεί την εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Πάντως, κατά το μέτρο που μπορεί να διαπιστωθεί, η αντίρρηση της Επιτροπής για τις συμβάσεις δεν αναφερόταν στους όρους των συμβάσεων αλλά στον τρόπο εφαρμογής τους. Το σημαντικό σημείο της απόφασης φαίνεται να είναι η παράγραφος 55η οποία αναφέρει: «Όπως εφαρμόζονται οι συμβάσεις αποκλειστικής διανομής δεν μπορούν, πάντως, να τύχουν της εξαίρεσης κατά κατηγορίες που προβλέπεται από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 67/67, το δε άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει επομένως εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές λόγω της αποκλειστικότητάς τους.» Φαίνεται ότι οι λέξεις «όπως εφαρμόζονται» αφορούν την εναρμονισμένη πρακτική. Εφόσον η σύμβαση αποκλειστικής διανομής που έχει συναφθεί με τη HGB δεν περιλαμβάνει γενική ρήτρα που να απαγορεύει όλες τις πωλήσεις προς εξαγωγή, φαίνεται ότι η εφαρμογή της συμβάσεως συνιστά το μόνο λόγο αποκλεισμού της από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 67/67.
Σε σχέση με τη σύμβαση αυτή, η Επιτροπή προσάπτει επίσης στην υπηρεσία επισκευών της HGB ότι δημιουργεί διακρίσεις κατά των παραλλήλων εισαγωγών, πράγμα που συνιστά μέτρο το οποίο παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό και εμπίπτει στο άρθρο 3, περίπτωση 6), του κανονισμού 67/67. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι η εξαίρεση κατά κατηγορίες δεν εφαρμόζεται όταν «τα συμβαλλόμενα μέρη περιορίζουν τη δυνατότητα για τους μεταπωλητές ή καταναλωτές να προμηθεύονται τα προϊόντα που προβλέπονται στη σύμβαση, από άλλους εμπορευόμένους στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, ιδίως όταν τα συμβαλλόμενα μέρη:... 2) ασκούν άλλα δικαιώματα ή λαμβάνουν μέτρα με σκοπό να παρεμποδίζουν μεταπωλητές ή καταναλωτές να προμηθεύονται προϊόντα τα οποία προβλέπονται στη σύμβαση, σε άλλα τμήματα της κοινής αγοράς, ή να τα πωλούν εντός της περιοχής που αφορά η σύμβαση».
Η HGB στηρίζει την προσφυγή της προβάλλοντας ότι δεν συμμετείχε σε καμιά εναρμονισμένη πρακτική και αρνούμενη ότι η υπηρεσία επισκευών δημιουργούσε διακρίσεις κατά των παραλλήλων εισαγωγών. Το ζήτημα της εναρμονισμένης πρακτικής έχει ήδη εξεταστεί και απομένει επομένως να εξεταστεί το ζήτημα ως προς την υπηρεσία επισκευών.
Με την απόφαση της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η HGB «διενεργεί γρηγορότερες επισκευές για τις φωτογραφικές μηχανές που έχουν εισαχθεί “κανονικά” και επομένως θέτει σε μειονεκτική θέση τους αγοραστές εξοπλισμού Hasselblad παράλληλων εισαγωγών» (παράγραφος 17). Ο εξοπλισμός Hasselblad καλύπτεται με εγγύηση του κατασκευαστή για δώδεκα μήνες, και, κατά τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η HGB υπέχει την υποχρέωση να προβαίνει σε όλες τις επισκευές και να προσφέρει στους πελάτες όλες τις αναγκαίες υπηρεσίες, σύμφωνα με την εγγύηση, χωρίς επιβάρυνση. Από την 1η Ιανουαρίου 1979 η HGB εισήγαγε το σύστημα εγγύησης «Silver Service Card». Με το σύστημα αυτό παρέτεινε την εγγύηση του κατασκευαστή για άλλους δώδεκα μήνες. Προφανώς η Επιτροπή δεν διατύπωσε αντιρρήσεις ως προς το σύστημα αυτό. Πάντως, στη διαφήμιση της η HGB ανέφερε ότι το σύστημα «Silver Service Card» παρείχε στον κάτοχό του προτεραιότητα στην υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών. Με την απάντηση της η HGB δέχθηκε ότι οι κάτοχοι του συστήματος μπορούσαν, όταν αυτό ήταν δυνατό, να εξυπηρετηθούν εντός 24 ωρών. Κατά την Επιτροπή, αυτό συνιστά νόθευση του ανταγωνισμού, διότι η παροχή προτεραιότητας σε σχέση με τις παράλληλες εισαγωγές μειώνει τα πλεονεκτήματα που δικαιούνται οι καταναλωτές βάσει της εγγύησης του κατασκευαστή και αποτρέπει τις παράλληλες εισαγωγές.
Μολονότι ο αποκλειστικός διανομέας μπορεί νόμιμα να καταπολεμήσει τις παράλληλες εισαγωγές προσφέροντας καλύτερη ή ευρύτερη εξυπηρέτηση στους πελάτες, δεν μπορεί να λάβει μέτρα που στερούν τις παράλληλες εισαγωγές από τα πλεονεκτήματα που δικαιούνται βάσει της εγγύησης του κατασκευαστή. Αυτό αποτελεί μέτρο που εμποδίζει τους εμπόρους ή τους καταναλωτές να προμηθεύονται προϊόντα με παράλληλες εισαγωγές κατά την έννοια του άρθρου 3, περίπτωση β), υποπερίπτωση 2, του κανονισμού 67/67. Θεωρώ ότι το μέτρο αυτό δεν έχει σημασία όταν λαμβάνεται μονομερώς από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω σύμβαση, τουλάχιστον όταν το αντισυμβαλλόμενο μέρος συναινεί. Αν η προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση πρέπει να χαρακτηριστεί ως καλύτερη εξυπηρέτηση ή ως μείωση των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από την εγγύηση του κατασκευαστή, αποτελεί δυσκολότερο πρόβλημα.
Η κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνομαι, μπορεί να καθοριστεί ως εξής: Ο αποκλειστικός διανομέας ο οποίος, όπως η HGB, δεσμεύεται να παρέχει όλες τις υπηρεσίες που συνεπάγεται η πώληση και εξασφαλίζει η εγγύηση, οφείλει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του χωρίς να προβαίνει σε διακρίσεις κατά των παράλληλων εισαγωγών. Αν, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ορίζει ότι οι επισκευές, σύμφωνα με την εγγύηση, πρέπει να γίνονται εντός ορισμένου χρόνου ή πρέπει να τυγχάνουν προτεραιότητας σε σχέση με επισκευές που δεν καλύπτονται από την εγγύηση, ο αποκλειστικός διανομέας δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι προβαίνει σε διακρίσεις κατά των παραλλήλων εξαγωγών παρά μόνο αν η εξυπηρέτηση η οποία καλύπτεται από την εγγύηση δεν προσφέρεται στις παράλληλες εισαγωγές ή καθυστερεί ή είναι λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με άλλη παρόμοια, που καλύπτεται ή δεν καλύπτεται από την εγγύηση, και η οποία εκτελείται σε εξοπλισμό που πωλήθηκε μέσω του αποκλειστικού διανομέα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αποκλειστικός διανομέας δεν είναι κατ' εμέ ένοχος συμπεριφοράς που νοθεύει τον ανταγωνισμό αν προσφέρει αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση σε ορισμένους πελάτες, εφόσον το γενικό επίπεδο αποτελεσματικότητας δεν αποκαλύπτει διακρίσεις κατά των παραλλήλων εισαγωγών. Η κατάσταση είναι διαφορετική αν, για παράδειγμα, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής επιβάλλει στον αποκλειστικό διανομέα να δίνει προτεραιότητα σε εργασία που καλύπτεται από την εγγύηση. Στην περίπτωση αυτή, η διαφορά στην παροχή υπηρεσιών που καλύπτονται από την εγγύηση μεταξύ παραλλήλων εισαγωγών και εξοπλισμού που πωλήθηκε μέσω του αποκλειστικού διανομέα μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο αν υπάρχει νόμιμη εμπορική αιτία, όπως η πρόσθετη επιβάρυνση.
Στην παρούσα υπόθεση, ζητήθηκε από την Επιτροπή να προσκομίσει στο Δικαστήριο ένα λεπτομερή κατάλογο, που να αναφέρει όλες τις περιπτώσεις που ήταν γνωστές στην Επιτροπή, όταν η τελευταία έλαβε την απόφαση της, κατά τις οποίες η HGB αρνήθηκε να επισκευάσει εξοπλισμό Hasselblad ή καθυστέρησε στην επισκευή. Η Επιτροπή απάντησε αναφέροντας ότι γνώριζε μια μόνο περίπτωση άρνησης επισκευής. Η απόδειξη για την άρνηση αυτή βρίσκεται σε επιστολή της 16ης Φεβρουαρίου 1981 η οποία φαίνεται ότι σχετίζεται με τα περιστατικά του 1978. Η αποδεικτική αξία της επιστολής αυτής αμφισβητείται για διαφόρους λόγους και αποτελεί αντικείμενο μήνυσης λόγω δυσφήμισης που έχει υποβάλει η HGB στην Αγγλία κατά του συντάκτη της εν λόγω επιστολής. Η Επιτροπή δεν έχει προφανώς διενεργήσει έρευνα για ατομικές περιπτώσεις καθυστερήσεων στην επισκευή. Η Camera Care έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο μια επιστολή που έχει προφανώς αποσταλεί σ' αυτήν από τρίτο πρόσωπο, το οποίο ισχυρίζεται ότι το 1982η HGB διαβεβαίωνε ότι ήταν σε θέση να επισκευάσει μια φωτογραφική μηχανή, που αγοράστηκε από την Camera Carne, σε μια περίπου εβδομάδα· «η εξυπηρέτηση ή αντικατάσταση εντός 24 ωρών» δεν ήταν δυνατή διότι η Camera Care δεν ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος. Διάφορα άλλα έγγραφα αμφίβολης αποδεικτικής αξίας έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο. Μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, έχω τη γνώμη ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι οι φωτογραφικές μηχανές που είχαν εισαχθεί με παράλληλες εισαγωγές υφίσταντο διακρίσεις κατά τρόπο παράνομο.
Ο συνήγορος της Camera Care επέμεινε στις διαφημίσεις που η HGB καταχωρούσε στον επαγγελματικό τύπο, που άφηναν να νοηθεί ότι, σε περίπτωση αγοράς από μη εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, ο καταναλωτής δεν θα είχε «πραγματική εξυπηρέτηση Hasselblad». Δεν ερμηνεύω τις διαφημίσεις αυτές ως απειλή που διατύπωνε η HGB ότι δεν θα εξασφαλίζει «πραγματική εξυπηρέτηση Hasselblad» στις παράλληλες εισαγωγές.
Τελικά, έχω τη γνώμη ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής ως προς την εγγύηση «Silver Service Card» είναι αβάσιμοι, αλλά για άλλους λόγους η απόφαση πρέπει να επικυρωθεί.
Συμπεράσματα
Πολλές άλλες λεπτομέρειες εξετάστηκαν και επανεξετάστηκαν κατά τη γραπτή διαδικασία. Κατά την άποψη μου, δεν επηρεάζουν τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει και δεν νομίζω ότι είναι χρήσιμο να εξεταστούν ξεχωριστά.
Καίτοι πολλές από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την απόφασή της δεν είναι βάσιμες, καμιά από αυτές δεν δικαιολογεί την ακύρωση των άρθρων 1, 2, 3 και 8 της απόφασης διότι δεν μεταβάλλουν την ουσία των συμπερασμάτων της Επιτροπής ότι η HGB συμμετείχε σε εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό να εμποδίσει, να περιορίσει ή να αποθαρρύνει τις εξαγωγές εξοπλισμού Hasselblad μεταξύ των κρατών μελών και ότι το κατ' επιλογή σύστημα διανομής της HGB αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1. Εντούτοις, θεωρώ ότι είναι δίκαιο να μειωθεί το πρόστιμο που έχει επιβληθεί στη HGB με το άρθρο 8 της απόφασης. Αν ληφθούν υπόψη το μέγεθος του κύκλου εργασιών της HGB, τα κέρδη της, η διάρκεια και η σοβαρότητα των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού που έχουν αποδειχτεί, καθώς και ο ρόλος που η HGB έχει διαδραματίσει στις εν λόγω παραβάσεις, το γεγονός ότι το πρόστιμο που έχει επιβληθεί στη VHAB αντιπροσωπεύει 1,6 ο/ο περίπου του κύκλου εργασιών της ενώ το πρόστιμο που έχει επιβληθεί στη HGB ανέρχεται σε 4 ο/ο περίπου του κύκλου εργασιών της, θεωρώ πρόσφορο να μειωθεί το πρόστιμο σε 80000 ECU. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, κάθε διάδικος έχει κερδίσει μερικώς και έχει ηττηθεί μερικώς, θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο κάθε διάδικος, συμπεριλαμβανομένης και της Camera Care, να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy