ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 27 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε.
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι προτάσεις μου αφορούν υπόθεση που προκάλεσε προσφυγή, την οποία άσκησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης της Ρώμης, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 72/464 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, «περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων (βιομηχανοποιημένων) καπνών» (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35), καθώς και από τη συνθήκη ΕΟΚ. Η αθέτηση των υποχρεώσεων συνίσταται στον καθορισμό της τιμής λιανικής πώλησης ορισμένων κατηγοριών εθνικών και εισαγομένων βιομηχανοποιημένων καπνών σε επίπεδο διαφορετικό από εκείνο που προσδιορίζουν ελεύθερα οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς.
2.
Προτίθεμαι καταρχάς να περιγράψω την ισχύουσα στη Γαλλία ρύθμιση. Σύμφωνα με το άρθρο 37 της συνθήκης ΕΟΚ και την υποχρέωση που ανέλαβε το Συμβούλιο της Κοινότητας με απόφαση της 21ης Απριλίου 1970, το μονοπώλιο των βιομηχανοποιημένων καπνών αναδιοργανώθηκε με το νόμο 76-448 της 24ης Μαΐου 1976 και το συναφές εκτελεστικό διάταγμα 76-1324 της 31ης Δεκεμβρίου 1976 (Journal officiel de la République française [Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας], 1976, σ. 3083 και 1977, σ. 189).
Συγκεκριμένα, καταργήθηκαν τα δικαιώματα αποκλειστικότητας σχετικά με την εισαγωγή και το χονδρεμπόριο των καπνών προελεύσεως των κρατών μελών της Κοινότητας (άρθρο 2, παράγραφος 1), ενώ αντιθέτως εξακολουθούν να υπάγονται στο καθεστώς μονοπωλίου η εισαγωγή και το χονδρεμπόριο καπνών προελεύσεως τρίτων κρατών (άρθρο 2, παράγραφος 2), καθώς και η παραγωγή και η λιανική πώληση των θιομηχανοποιημένων καπνών (άρθρο 3). Οι εμπορικές πράξεις σχετικά με τη διάθεση στο εμπόριο καπνών καταγωγής τρίτων κρατών και τη βιομηχανοποίηση εθνικών καπνών ανατέθηκαν στη «Société d'exploitation industrielle des tabacs et des allumettes» (SEITA), (εταιρεία βιομηχανικής εκμετάλλευσης καπνών και σπίρτων), ενώ το μονοπώλιο της πώλησης ανατέθηκε στην αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία το ασκεί μέσω των εμπόρων λιανικής πώλησης (άρθρο 5). Η τιμή που εφαρμόζουν οι τελευταίοι είναι ενιαία σε όλη την επικράτεια της ηπειρωτικής Γαλλίας (άρθρο 6) και καθορίζεται με κανονιστικό διάταγμα του υπουργού οικονομικών (άρθρο 10 του εκτελεστικού διατάγματος).
Όπως προκύπτει τέλος από ανακοίνωση του οικείου υπουργείου (Bulletin officiel des services et des prix [επίσημο δελτίο υπηρεσιών και τιμών], της 27ης Ιανουαρίου 1977), οι προμηθευτές έχουν τη δυνατότητα να εισαγάγουν στην αγορά, τρεις φορές ετησίως (δηλαδή αρχές Ιανουαρίου, Απριλίου και Οκτωβρίου), νέα προϊόντα, προσκομίζοντας στη διοίκηση τα δικαιολογητικά στοιχεία σχετικά με την τιμή που θέλουν να εφαρμόσουν. Αντιθέτως, για τα προϊόντα που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο, έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αλλ' οποτεδήποτε, την εφαρμογή νέας τιμής λιανικής πώλησης. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, εκδόθηκαν σιγά-σιγά οι υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού των τιμών.
3.
Λίγα λόγια περί των περιστατικών που προηγήθηκαν της προσφυγής. Από τις 26 Οκτωβρίου 1978, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Γαλλική Δημοκρατία ότι, κατά την άποψη της, το εν λόγω σύστημα καθορισμού τιμών αντίκειται προς την οδηγία 72/464 και ιδίως στο άρθρο της 5, παράγραφος 1. Με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 1979, κίνησε τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της συνθήκης. Κρίνοντας ότι τα επιχειρήματα των γαλλικών αρχών, σύμφωνα με τα οποία το εν λόγω σύστημα είναι απόλυτα σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι πειστικά, διατύπωσε στη συνέχεια την αιτιολογημένη γνώμη της 31ης Οκτωβρίου 1980 και άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία κατέθεσε στις 16 Μαρτίου 1982.
4.
Κατά την Επιτροπή η διαφορά μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η οδηγία 72/464 ορίζει ότι η ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των βιομηχανοποιημένων καπνών προσδιορίζεται ελεύθερα από τους καπνοβιομηχάνους και τους εισαγωγείς' αντιθέτως, οι γαλλικές αρχές μπορούν, αφενός, να καθορίζουν διαφορετικά την τιμή αυτή, και αφετέρου, να τροποποιούν την τιμή των εθνικών καπνών, ακόμα και μετά την έγκριση της τιμής που υπέδειξαν οι παραγωγοί. Το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Οι κανόνες από τους οποίους αρύονται τις εν λόγω εξουσίες συνιστούν μέτρα ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος και εν πάση περιπτώσει είναι δυνατό να προκαλέσουν διακρίσεις μεταξύ εθνικών και εισαγομένων προϊόντων. Συντρέχει, επομένως, και παράβαση των άρθρων 30 και 37, παράγραφος 1, της συνθήκης.
Αλλά, ας προχωρήσω με τη σειρά. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η εναρμόνιση των φορολογικών δομών που επιδιώκει η οδηγία 72/464 αποβλέπει σε δύο στόχους: να καταστεί δυνατό στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τους αυτούς ειδικούς φόρους κατανάλωσης για κάθε κατηγορία καπνών, ενώ οι τιμές καταναλωτή να καθορίζονται κατά τρόπο που να αντανακλούν με δίκαιο τρόπο την τιμή πώλησης και τις διαφορές μεταξύ κόστους παραγωγής και εμπορίας. Εξουσιοδοτώντας τον υπουργό οικονομικών να παρεμβαίνει στη διαδικασία σχηματισμού των τιμών και παρεκκλίνοντας από τον κανόνα της φορολογικής ουδετερότητας, το γαλλικό σύστημα εκφεύγει από τους στόχους αυτούς. Δεν είναι δυνατή η συναγωγή επιχειρημάτων υπέρ του εν λόγω συστήματος από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο, ναι μεν «οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς προσδιορίζουν ελεύ9ερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος τους», αλλ' όμως «η διάταξη αυτή δεν δύναται να παρεμποδίσει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών» (διατίμησης).
Η Επιτροπή βεβαιώνει ότι, ενώ ο εν λόγω κανόνας φαίνεται να περιέχει αντιφάσεις, στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όπως το Δικαστήριο άφησε να εννοηθεί με την απόφαση του της 16ης Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση INNO κατά ΑΤΑΒ, 13/77 (Race. 1977, σ. 2115), τα δύο μέρη του σχηματίζουν ένα πλαίσιο το οποίο ευνοεί την ελευθερία των καπνοβιομηχάνων και των εισαγωγέων. Λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η δεύτερη φράση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι αποσκοπεί να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να εισαγάγουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ νομοθετικό μέτρο με το οποίο επιβάλλεται τιμή πώλησης στον καταναλωτή βιομηχανοποιημένων καπνών..., δηλαδή τιμή που αναγράφεται στη φορολογική ταινία»·πρόσθεσε όμως — και πρόκειται για αποφασιστικής σημασίας επιφύλαξη — «υπό τον όρο πάντοτε ότι η τιμή αυτή καθορίστηκε ελεύθερα από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα» (σκέψη 64). 'Αλλωστε, υπέρ της εννοίας αυτής τάσσεται ερμηνευτική δήλωση που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της συνεδρίασης του Συμβουλίου, κατά την οποία θεσπίστηκε η οδηγία. Αντικείμενο της είναι η έννοια της επιβαλλόμενης τιμής (διατίμησης): και αυτή πρέπει να αναφέρεται, όπως ελέχθη, στις τιμές που καθόρισαν οι καπνοβιομήχανοι ή οι εισαγωγείς και ενέκριναν ενδεχομένως τα κράτη.
Η θέση της γαλλικής κυβέρνησης είναι τελείως διαφορετική. Κατά την άποψη της, η οδηγία αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να ρυθμίζουν τις τιμές για σκοπούς οικονομικής πολιτικής ή φορολογικού ελέγχου' συνεπώς, η ελευθερία των επιχειρηματιών δεν συνιστά prius και μπορεί να περιοριστεί με εθνικά μέτρα που θεσπίζονται ασκώντας το εν λόγω δικαίωμα. Ειδικότερα, το άρθρο 5 πρέπει να νοηθεί υπό το φως της προηγούμενης αυτού διάταξης, σύμφωνα με την οποία «σε κάθε κράτος μέλος τα εθνικά και τα εισαγόμενα σιγαρέτα υποβάλλονται σε έναν αναλογικό φόρο καπνού, υπολογιζόμενο επί της ανώτατης τιμής λιανικής πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένων των δασμών, καθώς επίσης και σε έναν πάγιο φόρο καπνού, υπολογιζόμενο ανά μονάδα προϊόντος». Ο υπολογισμός του ειδικού φόρου κατανάλωσης με βάση την τιμή πώλησης είναι αποφασιστικός: προϋποθέτει ουσιαστικά ότι η τιμή αυτή είναι γνωστή εκ των προτέρων και ότι είναι σταθερή για φοροτεχνικούς λόγους.
Η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί περαιτέρω την παραπομπή της Επιτροπής στην απόφαση INNO κατά ΑΤΑΒ και στην ερμηνευτική δήλωση επί της διατίμησης. Παρατηρεί ότι στην υπόθεση 13/77 το Δικαστήριο επελήφθη προδικαστικώς, προκειμένου να αποφανθεί αν τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν στους μεταπράτες την τιμή των καπνών που καθόρισαν οι επιχειρηματίες. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση οι περιστάσεις είναι διαφορετικές, εφόσον πρέπει να ερμηνευτεί όχι η πρώτη αλλά η δεύτερη φράση του άρθρου 5, παράγραφος 1. Όσον αφορά την ερμηνευτική δήλωση, η καθής κυβέρνηση τονίζει ότι το Συμβούλιο διευκρίνισε αυθεντικά το νόημά της, παρεμβαίνοντας στην υπόθεση INNO κατά ΑΤΑΒ. Ο κοινοτικός νομοθέτης — διευκρινίζει σχετικά — θέλησε να διατηρήσει τις εθνικές νομοθεσίες στο θέμα των διατιμήσεων, με το να προσδιορίζονται είτε απευθείας από τις δημόσιες αρχές είτε από τους εισαγωγείς ή τους καπνοβιομηχάνους και να εγκρίνονται ενδεχομένως από το κράτος. Η επινόηση αυτού του συστήματος — προσθέτει το Συμβούλιο — επιτρέπει κατ' αυτόν τον τρόπο στα κράτη μέλη να επιλέγουν μεταξύ της είσπραξης των φόρων καταναλώσεως βιομηχανοποιημένων καπνών, εκκινώντας από μια ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης ή από μια σταθερή τιμή λιανικής πώλησης.
5.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή, όσον αφορά το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που η οδηγία 72/464 επιβάλλει στα κράτη μέλη, δεν φαίνονται πειστικά. Πράγματι, παρ' όσα υποστηρίζει, η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 1, είναι διατυπωμένη κατά τρόπο ατυχή και ίσως αντιφατικό, όπως συμβαίνει συχνά, όταν ετερογενή ή αντιτιθέμενα συμφέροντα πιέζουν το νομοθέτη (και οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την οδηγία αποδεικνύουν πέρα από κάθε πιθανή αμφιβολία ότι τα συμφέροντα της Επιτροπής και του Συμβουλίου αντετίθεντο). Πάντως, δεν είναι δυνατό για το λόγο αυτό να αποδοθεί στον κανόνα πρακτική αποτελεσματικότητα, ρίχνοντας περισσότερο το βάρος σε μία από τις δύο φράσεις και υποτιμώντας την άλλη. Σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, μία μόνο ορθή μέθοδος υπάρχει: συστηματική ερμηνεία, στηριζόμενη στους σκοπούς του νόμου (εν προκειμένω της οδηγίας), του οποίου μέρος αποτελεί ο κανόνας, χωρίς να αγνοείται το γενικό σύστημα (εν προκειμένω η κοινοτική ρύθμιση που αφορά τα κρατικά μέτρα περί των τιμών), στο οποίο αναφέρεται ο νόμος.
Όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί το έγκυρο των παρατηρήσεων που διατύπωσε η γαλλική κυβέρνηση. Όπως γνωρίζουμε, η οδηγία έχει σκοπό να εναρμονίσει τη δομή των φόρων που βαρύνουν την κατανάλωση των βιομηχανοποιημένων καπνών και ειδικότερα να εξουδετερώσει τις συνέπειες των φόρων επί του ανταγωνισμού' επειδή όμως η ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης είναι εκείνη που αποτελεί τη βάση υπολογισμού του φόρου, νομίζω ότι είναι προφανές ο προσδιορισμός της να υπαγορεύεται κυρίως από απαιτήσεις φοροτεχνικού χαρακτήρα. Μπορεί να λεχθεί ότι νομοθέτης, όπως ο κοινοτικός, δεν είναι δυνατό να μην προσδώσει πρωταρχικό ρόλο στις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες. Αυτό είναι ορθό. Ο νομοθέτης όμως αυτός δεν μπορούσε να αγνοήσει ούτε το γεγονός ότι ο καπνός είναι κατ' εξοχήν «φορολογήσιμο» προϊόν: εξού και η επιφύλαξη που διατυπώνεται στο δεύτερο ήμισυ του άρθρου 5, παράγραφος 1, καθώς επίσης και η ανάγκη να παρέχεται στο κράτος η δυνατότητα ελέγχου της εξέλιξης των τιμών με χειρισμούς οικονομικής πολιτικής και φορολογικού ελέγχου, ώστε να είναι αποτελεσματική η επιφύλαξη. Ας υποτεθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η εν λόγω διάταξη εξουσιοδοτεί αποκλειστικά τα κράτη να εγκρίνουν την τιμή που προτείνουν οι επιχειρηματίες: η επιφύλαξη αυτή δεν θα παρήγε παρά στατιστικούς πίνακες, πολύ περισσότερο χρήσιμους για τους ειδικούς παρά για τους κυβερνώντες.
Η ύπαρξη, πάντως, ενός δεύτερου επιχειρήματος μας πείθει να αποκλείσουμε το άθικτο της τιμής πώλησης που προσδιορίζουν οι επιχειρηματίες. Αυτό συνάγεται από επιταγές που θέτει το Δικαστήριο, ώστε τα εθνικά μέτρα ρύθμισης των τιμών να είναι σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, με την απόφαση Galii και με πολλές άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι «τα κράτη μέλ.η διατηρούν την ελευθερία, υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της συνθήκης, να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα στο θέμα του σχηματισμού των τιμών κατά το στάδιο του λιανικού εμπορίου και της κατανάλωσης, υπό τον όρο ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της εν λόγω αγοράς» (απόφαση της 23. 1. 1975, υπόθεση 31/74, Racc. 1975, σ. 47, σκέψη 34' βλέπε επίσης τις αποφάσεις: της 26. 2. 1976, υπόθεση Tasca, 65/75, και SADAM, υποθέσεις 88 ώς 90/75, Racc. 1976, σσ. 291 και 323' της 29. 6. 1978, στην υπόθεση Dechmann, 154/77, Racc. 1978, σ. 1573 της 12. 7. 1979, στην υπόθεση Grosoli, 223/78, Racc. 1979, σ. 2621 και της 18. 10. 1979, στην υπόθεση Buys, 5/79, Racc. 1979, σ. 3203). Προκύπτει ότι είναι ευρύ το πεδίο που το Δικαστήριο αναγνωρίζει στην κρατική εξουσία παρεμβάσεως επί των τιμών. Και αν αυτό ισχύει προκειμένου για κοινή οργάνωση αγοράς, που περιορίζει δραστικά την αρμοδιότητα των κρατών, κατά μείζονα λόγο πρέπει να ισχύει στον υπό εξέταση τομέα, ο οποίος γνώρισε πολύ μικρότερο περιορισμό της αρμοδιότητας αυτής.
Άλλωστε, η ίδια η Επιτροπή δέχεται τη νομιμότητα της επέμβασης του κράτους επί των τιμών, υπό τον όρο ότι ο χαρακτήρας της επέμβασης αυτής είναι αρκετά γενικός, ώστε να μπορεί να υποστηριχτεί ότι αποσκοπεί σε μακρόπνοους στόχους όπως η καταπολέμηση του πληθωρισμού' το γαλλικό καθεστώς των βιομηχανοποιημένων καπνών δεν την επιτυγχάνει ακριβώς επειδή περιέχεται σε ειδικό μέτρο. Πάντως, κατ' εμέ, η βεβαιωμένη αυτή αναλογικότητα μεταξύ σκοπών και μέσων δεν είναι θεωρητικά υποστηρίξιμη και απέχει της πραγματικότητας. Τέλος, τίποτε δεν εμποδίζει ένα μέτρο που αφορά τον πλέον κλειστό τομέα της οικονομίας να εντάσσεται συγχρόνως στην πλέον φιλόδοξη οικονομική πολιτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η καθής κυβέρνηση απέδειξε νομίζω επαρκώς ότι ο καθορισμός της τιμής των καπνών δεν έγινε κατά τρόπο αυθαίρετο. Κατά κανόνα, η διοίκηση συμφωνεί με το ύψος που προτείνουν οι επιχειρηματίες. Όταν απομακρύνεται από την εν λόγω τιμή, αυξάνοντας ή μειώνοντας την, ή όταν αναβάλλει την εφαρμογή της, το πράττει ακριβώς για σπουδαίους λόγους — έλεγχος των πληθωριστικών τάσεων κλπ. — οι οποίοι, κατά την Επιτροπή, δικαιολογούν την παρέμβαση.
6.
Όπως ήδη ανέφερα παραθέτοντας την απόφαση Galli, τα κρατικά μέτρα στον τομέα των τιμών είναι νόμιμα υπό τον όρο ότι δεν συνεπάγονται παραβίαση άλλων κανόνων της συνθήκης. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ρύθμιση που μας απασχολεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει ακριβώς τις εν λόγω συνέπειες, μεταξύ δε των κανόνων που παραβιάζει περιλαμβάνεται προπάντων και το άρθρο 30. Ο αυθαίρετος καθορισμός της τιμής είναι ικανός να θέσει σε δυσμενή θέση τα εισαγόμενα προϊόντα και επομένως συνιστά μέτρο ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος.
Και υπό το πρίσμα όμως αυτό, δεν νομίζω ότι η προσφεύγουσα επιτυγχάνει το σκοπό της. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε επανειλημμένα το περιεχόμενο του άρθρου 30 σε σχέση με τις εθνικές ρυθμίσεις τιμών, θέτοντας ένα κριτήριο αρχής: η τιμή που προσδιορίζεται εξουσιαστικά συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος κάθε φορά που καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο, ώστε η διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων να καθίσταται είτε αδύνατη είτε δυσκολότερη απ' ό,τι για τα εθνικά προϊόντα. Στην περίπτωση της ανώτατης τιμής, αυτό συμβαίνει κυρίως όταν καθορίζεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο, ώστε οι επιχειρηματίες που θέλουν να εισαγάγουν το προϊόν περί του οποίου πρόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορούν να το πράξουν «παρά με ζημία» (6λέπε τις αποφάσεις που ήδη προαναφέρθηκαν στην υπόθεση Tasca, σκέψη 13, και SADAM, σκέψη 15). Στην περίπτωση της κατώτατης τιμής, συντρέχει παράθαση του άρθρου 30, όταν τα εισαγόμενα προϊόντα «δεν είναι δυνατό να διατεθούν επωφελώς υπό τις προϋποθέσεις που καθορίστηκαν» ή διότι το πλεονέκτημα εκ του ανταγωνισμού που απορρέει από κατώτερες τιμές κόστους» εξουδετερώνεται (απόφαση της 24. 1. 1978, στην υπόθεση Van Tiggde, 82/77, Racc. 1978, σ. 25, σκέψη 14).
Στην προκειμένη όμως υπόθεση, καμία από τις εν λόγω περιπτώσεις δεν φαίνεται να συντρέχει. Ορισμένος αριθμός κοινοτικών παραγωγών υπέβαλαν καταγγελίες στην Επιτροπή κατά του γαλλικού καθεστώτος' δεν προκύπτει όμως, με κανένα τρόπο, ότι το εν λόγω καθεστώς κατέστησε αδύνατη ή δυσχερέστερη τη διάθεση των εισαγόμενων καπνών, υποχρεώνοντας τους εισαγωγείς να ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητα τους με ζημία ή χωρίς κέρδος, εκμηδενίζοντας το πλεονέκτημα εκ του ανταγωνισμού ή νοθεύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών προϊόντων.
7.
Κατά την Επιτροπή, το γαλλικό καθεστώς είναι αντίθετο και προς άλλο κανόνα της συνθήκης. Πρόκειται για το άρθρο 37. Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω διάταξη δεν ομιλεί περί καταργήσεως, αλλά περί διαρρυθμίσεως των κρατικών μονοπωλίων και τούτο για να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διάθεσης.
Η Επιτροπή αναφέρει απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hansen, όπου τονίζεται ότι «το άρθρο 37 εξακολουθεί να εφαρμόζεται κάθε φορά που, ακόμα και μετά τη διαρρύθμιση που επιτάσσει η συνθήκη, η άσκηση εκ μέρους του κρατικού μονοπωλίου των αποκλειστικών του δικαιωμάτων επιφέρει μία από τις διακρίσεις ή περιορισμούς που απαγορεύει η εν λόγω διάταξη» (απόφαση της 13. 3. 1979, στην υπόθεση 91/78, Race. 1979, σ. 935, σκέψη 8). Το γαλλικό σύστημα παρουσιάζει ακριβώς την ίδια κατάσταση: προσδιορίζοντας την τιμή πώλησης, οι αρχές παραβιάζουν την αρχή της ισότητας καταστάσεων μεταξύ των επιχειρηματιών και εμποδίζουν την εισαγωγή των καπνών από άλλα κράτη μέλη.
Η καθής κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη αυτή. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 37 στερείται στο εξής οποιασδήποτε σημασίας, επειδή, μετά τη διαρρύθμιση του μονοπωλίου και κυρίως μετά τον δημοσιονομικής φύσεως νόμο της 29ης Δεκεμβρίου 1978 (άρθρο 25 και εκτελεστικό διάταγμα εφαρμογής 80-262 της 3. 4. 1980), η εισαγωγή και το χονδρεμπόριο των καπνών κατέστησαν τελείως ελεύθερα. Εν πάση περιπτώσει, δεν αληθεύει ότι ο εξουσιαστικός καθορισμός τιμών λιανικής πώλησης συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις στηριζόμενες στην ιθαγένεια. Στην πραγματικότητα, η ρύθμιση είναι η αυτή τόσο για τα εθνικά όσο και για τα εισαγόμενα καπνά.
Για άλλη μια φορά συμφωνώ με τη γαλλική κυβέρνηση ή τουλάχιστον με τη δεύτερη παρατήρηση της. Η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει τον ισχυρισμό της, ότι δηλαδή το ισχύον στη Γαλλία καθεστώς είναι ικανό να εμποδίσει την εισαγωγή καπνών προελεύσεως άλλων κρατών μελών ή να θίξει την ισότητα ευκαιριών που διασφαλίζεται σε όλους τους κοινοτικούς επιχειρηματίες. Φαίνεται μάλιστα — και πρόκειται για επιχείρημα αποφασιστικής σημασίας — ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος 1977-1982, η κατανάλωση των καπνών προελεύσεως άλλων χωρών της Κοινότητας όχι μόνο δεν μειώθηκε από τις παρεμβάσεις των αρχών, αλλ' αυξήθηκε μέχρι ποσοστό 35 °/ο επί του συνόλου.
8.
Για όλους τους λόγους που εξέθεσα μέχρις εδώ, θεωρώ ότι το γαλλικό καθεστώς καθορισμού της τιμής λιανικής πώλησης των εθνικών και εισαγόμενων βιομηχανοποιημένων καπνών δεν αντιβαίνει ούτε στους κανόνες της συνθήκης ΕΟΚ ούτε στην οδηγία 72/464 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των βιομηχανοποιημένων καπνών. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 1982, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η γαλλική κυβέρνηση παρέβη κοινοτικές της υποχρεώσεις. Προτείνω, επίσης, ο ηττηθείς διάδικος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy