ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 6 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Η παρούσα προσφυγή, που ασκήθηκε στις 18 Μαρτίου 1982, περιλαμβάνει μια σειρά αιτημάτων — που είχαν ως αντικείμενο την ακύρωση απόφασης σχετικά μι την αναζήτηση της αποζημίωσης επανεγκα τάστασης και την επιστροφή εντόκως των παρακρατηθέντων ποσών — τα οποία προ βάλλει ο Max Gutmann , πρώην υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινό τήτων, κατά του εν λόγω οργάνου.
Συνοψίζω τα πραγματικά περιστατικά. Μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων από το 1956, ο Gutmann συνταξιοδοτήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1977 λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας. Επιθυμώντας να μετακομίσει στη Νίκαια, τον τόπο καταγωγής του, ο Gutmann ζήτησε στις 21 Απριλίου 1980 από την Επιτροπή να του γνωστοποιήσει το ύψος της αποζημίωσης επανεγκατάστασης, την προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Η καθής τον πληροφόρησε ότι η αποζημίωση, που ανερχόταν σε 340720 βελγικά φράγκα, 9α του καταβαλλόταν μετά την προσκόμιση των δικαιολογητικών που 9α αποδείκνυαν την εγκατάσταση του ίδιου και της οικογένειας του σε τόπο απέχοντα τουλάχιστον 70 χιλιόμετρα από τον τόπο υπηρεσίας, εντός τριών ετών από τη συνταξιοδότηση του (δηλαδή πριν από τις 2 Δεκεμβρίου 1980). Επειδή πλησίαζε η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας, ο Gutmann προσκόμισε (στις 27 Οκτωβρίου 1980) ιατρική βεβαίωση που πιστοποιούσε τη σοβαρή κατάσταση της υγείας της συζύγου του, ζήτησε δε την παράταση της προθεσμίας που του είχε ταχθεί για την επανεγκατάσταση και τη μετακόμιση του. Του χορηγή9ηκε μεν παράταση (στις 31 Δεκεμβρίου 1981), αλλά μόνο για τη μετακόμιση. Πράγματι, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού δεν επιτρέπει την παράταση της προθεσμίας για την επανεγκατάσταση μετά την έξοδο από την υπηρεσία.
Ο Gutmann δεν αμφισβήτησε την απόφαση. Αντίθετα μάλιστα, με επιστολή του της 17ης Νοεμβρίου 1980, ανέφερε ότι είχε μετακομίσει από το Λουξεμβούργο στο Παρίσι, προσκόμισε δε βεβαίωση κατοικίας που πιστοποιούσε ότι από τον προηγούμενο Οκτώβριο διέμενε στη γαλλική πρωτεύουσα. Στο σημείο αυτό (9 Δεκεμβρίου 1980), η Επιτροπή ζήτησε νέα δικαιολογητικά (τη σύμβαση μίσθωσης, τους λογαριασμούς τηλεφώνου και ηλεκτρικού), προκειμένου να εξακριβώσει αν, παρόλο ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί μετακόμιση, ο υπάλληλος και η οικογένεια του είχαν πράγματι προβεί σε επανεγκατάσταση. Με το ίδιο έγγραφο η Επιτροπή γνωστοποιούσε στον Gutmann ότι, σύμφωνα με το άρθρο 82 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στη σύνταξη του 9α εφαρμοζόταν από το Δεκέμβριο 1980 ο προβλεπόμενος για τη Γαλλία διορθωτικός συντελεστής.
Και τη φορά αυτή ο Gutmann συνήνεσε με όσα του ζητούνταν. Συγκεκριμένα, στις 19 Δεκεμβρίου 1980 απέστειλε, εκτός από ορισμένους οριστικούς λογαριασμούς που αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών κατά τους προηγούμενους μήνες, και ένα λογαριασμό τηλεφώνου που είχε εκδοθεί στις 14 Οκτωβρίου 1980 και αφορούσε το δίμηνο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Με βάση τα δικαιολογητικά αυτά, η Επιτροπή αποφάσισε να καταβάλει την αποζημίωση (η οποία και καταβλήθηκε στις 23 Μαρτίου 1981) και να εφαρμόσει στη σύνταξη το γαλλικό διορθωτικό συντελεστή. Μετά από αυτό, η σύνταξη για το Φεβρουάριο 1981 μειώθηκε κατά 20000 βελγικά φράγκα περίπου, ποσό που αντιστοιχούσε στο υπερβάλλον λόγω της εφαρμογής του προβλεπόμενου για το Λουξεμβούργο συντελεστή επί των καθυστερούμενων μηνιαίων πληρωμών Δεκεμβρίου 1980-Φεβρουαρίου 1981.
Στις κρατήσεις αυτές οφείλεται ακριβώς η γένεση της διαφοράς. Αυτές, καθώς και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης που 9α υφίστατο από την αλλαγή του διορθωτικού συντελεστή, οδήγησαν τον Gutmann να αποστείλει νέα επιστολή στην Επιτροπή. Η εν λόγω επιστολή, αποφασιστικής σημασίας για την επίλυση της διαφοράς, αξίζει να εξεταστεί προσεκτικά. Με αυτή ο προσφεύγων βεβαιώνει προπάντων ότι η απόρριψη της παράτασης που είχε ζητήσει έγκαιρα τον «ανάγκασε να προσποιηθεί ότι είχε εγκατασταθεί». Στη συνέχεια τονίζει ότι η παρισινή κατοικία, που ανέφερε στην επιστολή της 17ης Νοεμβρύου, δεν ήταν άλλη από το διαμέρισμα το οποίο ανήκε στις θυγατέρες του και στο οποίο κατοικούσε η πρωτότοκη από αυτές. Τέλος, δηλώνει ότι εξακολουθούσε να μένει στο Λουξεμβούργο με τη σύζυγο του και τη μικρότερη θυγατέρα του. Όλα αυτά για να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης να εφαρμοστεί στη σύνταξη του ο προβλεπόμενος για τη Γαλλία διορθωτικός συντελεστής, την επιστροφή των παρακρατηθέντων ποσών και την αποστολή της αλληλογραφίας του στο Λουξεμβούργο. Ακολούθησε ογκώδης αλληλογραφία που κατέληξε στην υποβολή (στις 21 Μαΐου 1981) από τον Gutmann διοικητικής ένστασης κατά της απόφασης περί εφαρμογής του γαλλικού συντελεστή. Η διοίκηση υποχώρησε. Πράγματι, στις 16 Ιουνίου 1981 ακύρωσε την προγενέστερη απόφαση (της 5ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους) και έκανε δεκτό το αίτημα του υπαλλήλου να εισπράττει τη σύνταξη του υπολογιζόμενη με βάση το διορθωτικό συντελεστή για το Λουξεμβούργο και να λαμβάνει την αλληλογραφία του στην πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου.
Πάντως, επειδή η καταβολή της αποζημίωσης είχε επιτευχθεί με ψευδείς δηλώσεις, η διοίκηση του κατέστησε γνωστό ότι τη θεωρούσε ως καταβολή αχρεωστήτου και ειδοποίησε τον Gutmann ότι θα την αναζητούσε βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 85 και 46 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κατά του μέρους αυτού της απόφασης ο Gutmann υπέβαλε διοικητική ένσταση, μετά δε την απόρριψή της άσκησε την προσφυγή στις 18 Μαρτίου 1982. Μερικές ημέρες αργότερα απεβίωσε, και η δίκη επαναλήφθηκε με προσφεύγουσες τις δύο θυγατέρες του.
2.
Επίκεντρο της διαφοράς είναι η απόφαση της Επιτροπής να αναζητήσει την αποζημίωση επανεγκατάστασης, πρέπει δε να επιλυθεί σύμφωνα με τους κανόνες που μόλις αναφέρθηκαν: το άρθρο 85, σύμφωνα με το οποίο «κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως δύναται να επιστραφεί [αναζητείται] αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής, ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί» το άρθρο 6, παράγραφος 4, του παραρτήματος VI, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται «μετά από απόδειξη της επανεγκαταστάσεως αυτής του υπαλλήλου και της οικογενείας του σε τόπο ο οποίος απέχει το λιγότερο 70 χλμ. από τον τόπο όπου υπηρετεί (και εφόσον) έχει πραγματοποιηθεί το αργότερο τρία χρόνια μετά τη λήξη των καθηκόντων του».
Από τις δύο αυτές προϋποθέσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη, η δεύτερη δεν θέτει κανένα πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση. Όπως είναι γνωστό, ο προσφεύγων ζήτησε παράταση για την εγκατάσταση του, δεν προσέβαλε όμως την απόφαση που απέρριπτε το αίτημα του. Άρα η τήρηση της προθεσμίας των τριών ετών δεν αμφισβητείται.
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν συντρέχει παρά μόνο όταν εγκαθίσταται μαζί με τον υπάλληλο όλη η οικογένειά του. Η άποψη αυτή δεν με πείθει και, πράγμα ακόμη σπουδαιότερο, αντίκειται σε πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου. Ερμηνεύοντας το άρθρο 6, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο υπάλληλος που δεν μετακομίζει με την οικογένεια του δικαιούται το 50% της αποζημίωσης που θα έπρεπε διαφορετικά να του καταβληθεί (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1982 στην υπόθεση 79/82, Evens κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1982, σ. 4033). Επειδή η εν λόγω διάταξη σιωπά σχετικά, το Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα αυτό στηριζόμενο στην διάταξη (άρθρο 5, παράγραφος 4) που διέπει την αποζημίωση πρώτης εγκατάστασης. Πράγματι, μεταξύ των δύο παροχών συντρέχει στενή τελεολογική αναλογία: και οι δύο αποσκοπούν να καλύψουν ή να ελαφρύνουν τα έξοδα που συνεπάγεται η ένταξη του υπαλλήλου σε νέο περιβάλλον για απροσδιόριστο, αλλ' εν πάση περιπτώσει όχι σύντομο, χρονικό διάστημα (πρβλ., ως προς το άρθρο 5, την απόφαση της 9. 11. 1978, στην υπόθεση 140/77, Verhaar κατά Επιτροπής, Race. 1978, σ. 2117, σκέψη 18).
Πάντως, παρά τις παρατηρήσεις αυτές, εξακολουθεί να συντρέχει το αχρεώστητο της αποζημίωσης που καταβλήθηκε στον Gutmann. Πράγματι, ο πλασματικός χαρακτήρας της εγκατάστασης του στο Παρίσι προκύπτει σαφώς από τις επιστολές του προς την καθής. Και ο ίδιος άλλωστε αναγνωρίζει ότι επρόκειτο για «εικονική επα-νεγκατάσταση» και τα αντιφατικά έγγραφα που προσκόμισε το επιβεβαιώνουν. Συγκεκριμένα, ενώ με τη βεβαίωση κατοικίας ο προσφεύγων προτίθεται να μας πείσει ότι διέμενε στο Παρίσι από τον Οκτώβριο του 1980, η απόδειξη πληρωμής του τηλεφώνου αφορά οφειλές και υπηρεσίες σχετικά με προγενέστερο χρονικό διάστημα. Η αλήθεια είναι ότι ο Gutmann δεν αναχώρησε ποτέ από το Λουξεμβούργο και επί του σημείου αυτού υπάρχει επίσης ρητή παραδοχή του, που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν ζήτησε την επιστροφή των εξόδων ταξιδιού του ίδιου και της οικογένειας του από το Μέγα Δουκάτο στο Παρίσι.
3.
Μετά τη διαπίστωση επομένως ότι η καταβολή έγινε αχρεωστήτως, απομένει να προσδιοριστεί αν το καθού όργανο εφάρμοσε ορθά τον κανόνα του άρθρου 85. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η διάταξη αυτή στην πραγματικότητα καθιστά ηπιότερες τις αρχές του αστικού δικαίου σχετικά με την αναζήτηση του αχρεωστήτου, προκειμένου να προστατευθεί ο καλόπιστος υπάλληλος.
Η Επιτροπή πάντως θεωρεί ότι ο Gutmann, προβαίνοντας σε «ψευδείς δηλώσεις», δεν υπήρξε καλόπιστος. Ο Gutmann το αρνείται και εκφράζει τη λύπη του για το ότι στο σημείο αυτό η απόφαση της Επιτροπής δεν είναι αιτιολογημένη. Αλλ' έχει άδικο. Όπως προσπάθησα να καταδείξω, οι επιστολές που συνέταξε και τα έγγραφα που προσκόμισε βρίθουν αντινομιών, λόγω της μάταιης προσπάθειας του να συμβιβάσει το ασυμβίβαστο: συγκεκριμένα την αποζημίωση για τη μετακόμιση του στο Παρίσι και σύνταξη που να υπολογίζεται με βάση διορθωτικό συντελεστή ο οποίος απαιτεί διαμονή στο Λουξεμβούργο.
Ας δεχθούμε, τελείως υποθετικά, ότι ο προσφεύγων δεν γνώριζε το αχρεώστητο της καταβολής. Η αντικανονικότητα της κατάστασης του δεν θα έπρεπε πάντως να του διαφύγει, αν, σύμφωνα με την προϋπόθεση που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 11ης Ιουλίου 1979, Broe κατά Επιτροπής (υπόθεση 252/78, Race. 1979 σ. 2393, σκέψη 14), είχε επιδείξει τη «συνήθη επιμέλεια του υπαλλήλου». Πράγματι, είναι αδιανόητο υπάλληλος με βαθμό A3, ο οποίος είναι εκτός των άλλων και εξαιρετικά ενήμερος της νομολογίας του Δικαστηρίου και των συγγραμμάτων που αφορούν την κοινοτική δημόσια διοίκηση (βλέπε το σημείωμα του της 4ης Μαρτίου 1981), να έχει κάνει εσφαλμένη εκτίμηση της σημασίας των — σαφέστατων άλλωστε — διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και να μην είναι σε θέση να διακρίνει την αντιφατικότητα των αιτημάτων του.
4.
Ο προσφεύγων αμφισβητεί περαιτέρω ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση του το άρθρο 46 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο «όλα τα υπολειπόμενα ποσά που οφείλονται από τον υπάλληλο σε μία από τις Κοινότητες, κατά την ημερομηνία που ο υπάλληλος δικαιούται μιας από τις παροχές που προβλέπονται στο παρόν συνταξιοδοτικό καθεστώς, αφαιρούνται από το ποσό των παροχών του ή των παροχών που περιέρχονται στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα. Η καταβολή αυτή δύναται να κλιμακωθεί σε περισσότερους του ενός μήνες». Η οφειλή του προς την Επιτροπή — όπως δηλαδή βεβαιώνει ο προσφεύγων — γεννήθηκε μεταγενέστερα (23 Μαρτίου 1981) από την ημερομηνία που απέκτησε συνταξιοδοτικά δικαιώματα (1η Δεκεμβρίου 1978).
Το επιχείρημα όμως είναι αβάσιμο. Το άρθρο 46, δεν εισάγει παρέκκλιση από την γενική ρύθμιση της repetitiο indebiti: υπάρχει μάλλον πρόθεση εφαρμογής της και επί των συντάξεων. Άρα, η Επιτροπή μπορούσε να επικαλεστεί τον κανόνα αυτό και συνεπώς να κλιμακώσει — προς το συμφέρον μάλιστα του προσφεύγοντος — την καταβολή των ποσών που της όφειλε.
5.
Για όλους τους λόγους που ανέπτυξα παραπάνω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε στις 18 Μαρτίου 1982 ο Max Gutmann κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Θεωρώ επίσης ότι κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy