ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 7 ΙΟΥΛΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Αντικείμενο της σημερινής υπαλληλικής υπόθεσης είναι το ζήτημα κατά πόσο το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, με το οποίο έχει ήδη κατ' επανάληψη ασχοληθεί στη νομολογία του το Δικαστήριο, μπορεί να έχει αναλογική εφαρμογή κατά τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών των μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών, οι οποίοι υπηρετούσαν ήδη στην Κοινότητα προτού τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 259/68 όσον αφορά το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ABI. L 299 της 29. 10. 1976, σ. 1).
Η διάταξη αυτή παρέχει το δικαίωμα στο μόνιμο υπάλληλο που αναλαμβάνει υπηρεσία στις Κοινότητες, μετά την άσκηση άλλης εργασίας να καταβάλει στις Κοινότητες είτε το ασφαλιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει είτε τα ποσά συνταξιοδοτικών εισφορών που του οφείλονται από συνταξιοδοτικό ταμείο κατά την αποχώρηση του. Στην περίπτωση αυτή το κοινοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος προσδιορίζει, ανάλογα με το βαθμό κατά τη μονιμοποίηση, τον αριθμό των συντάξιμων ετών που λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες, βάσει του ύψους του ασφαλιστικού ισοδύναμου ή των επιστραφέντων ποσών συνταξιοδοτικών εισφορών.
Η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν ενδεδειγμένη η αναλογική εφαρμογή της διάταξης αυτής, ύστερα από αίτηση, διότι τα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών, οι οποίοι είχαν κάνει χρήση του μεταβατικού καθεστώτος που προέβλεπε ο ανωτέρω κανονισμός, είχαν γίνει έκτακτοι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ, το οποίο προστέθηκε πρόσφατα στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων και από την ημέρα αυτή επομένως είχαν αποκτήσει δικαιώματα έναντι του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 2, του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων. Όσον αφορά το αναγκαίο ελάχιστο όριο δεκαετούς υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 77, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το άρθρο 2, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του κανονισμού 2615/76 προβλέπει σχετικά ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας που έχει συμπληρωθεί παλαιότερα. Απεναντίας, κατά το εδάφιο 2 της παραπάνω διάταξης, για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών, κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, λαμβάνονται υπόψη «μόνο τα έτη υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ».
Επειδή ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει καμιά διάταξη για τα δικαιώματα που έχουν κτηθεί έναντι εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, η Επιτροπή άφησε ελεύθερα τα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών να κάνουν χρήση είτε της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 42 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων και να ζητήσουν έτσι από την Επιτροπή να συνεχίσει να καταβάλει τα αναγκαία ποσά για τη σύσταση ή τη διατήρηση των εθνικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, είτε να επιλέξουν τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού. Ειδικότερα, οι προσωρινοί υπάλληλοι του Κέντρου στην ISPRA, οι οποίοι προηγουμένως υπάγονταν στο ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, πληροφορήθηκαν πάλι στις 13 Ιουλίου 1978 — παρόμοια ανακοίνωση είχε ήδη δημοσιευτεί στον «Ταχυδρόμο του προσωπικού» αριθ. 391 της 14ης Ιουνίου 1978 — ότι, χάρη σε συμφωνία που είχε συναφΜ με το Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS), είχαν πλέον τη δυνατότητα να μεταφέρουν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να αποφύγουν να λάβουν απόφαση χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τον αριθμό των συντάξιμων ετών που θα συνυπολογίζονταν για το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με εγκύκλιο της 10ης Απριλίου 1979 τους ανακοινώθηκε ότι μπορούσαν να αναβάλουν την οριστική τους απόφαση μέχρις ότου τους γνωστοποιηθούν επακριβώς τα συντάξιμα έτη που θα λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της κοινοτικής του σύνταξης.
Κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1981, ανακοινώθηκε στις έξι προσφεύγουσες, τις οποίες αφορούσε η ρύθμιση αυτή, ο ακριβής υπολογισμός των συντάξιμων ετών που θα τους αναγνωρίζονταν σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού. Οι προσφεύγουσες κλήθηκαν να κάνουν χρήση της δυνατότητας επιλογής εντός προθεσμίας 30ημερών και επέλεξαν, υπό επιφύλαξη ως προς τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών, τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1981, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού, διοικητική ένσταση με την οποία διατύπωναν τη μομφή ότι κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους δεν είχαν ληφθεί υπόψη όλα τα συντάξιμα έτη που είχαν συμπληρώσει ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών. Επειδή δεν έλαβαν απάντηση εντός της τετράμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή στις 5 και 6 Απριλίου 1982 και ζητούν αφενός μεν να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής με την οποία, κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου στις Κοινότητες, είχε ληφθεί μερικώς μόνο υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει πριν από το διορισμό τους ως έκτακτων υπαλλήλων, αφετέρου δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει υπόψη τη συνολική διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας που έχουν συμπληρώσει σ' αυτό το κοινοτικό όργανο.
Επί των αιτημάτων αυτών παρατηρώ τα ακόλουθα:
Ι — Ως προς το παραδεκτό της προσφυγής
Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι δεν έχουν τηρηθεί οι προθεσμίες. Κατά τη γνώμη της, η απόφαση που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στα μέσα του έτους 1978 ότι θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση τους κατ' αναλογία το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού πρέπει ήδη να θεωρηθεί ως μέτρο που τις βλάπτει κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Η γνωστοποίηση του οριστικού υπολογισμού, η οποία αποτέλεσε για τις προσφεύγουσες την αιτία της υποβολής της διοικητικής τους ένστασης, συνιστά απλώς το λογικό επακόλουθο και την εφαρμογή του μέτρου αυτού που είχε εκδοθεί προηγουμένως και δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των προσφευγουσών που απορρέουν από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
Συμφωνώ με τις προσφεύγουσες και δεν μπορώ να δεχτώ την επιχειρηματολογία αυτή. Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να αναφέρω ότι οι δυνατότητες προσφυγής που παρέχονται στα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού διασφαλίζουν το δικαστικό έλεγχο όλων των πράξεων και παραλείψεων της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη νομική δέση των μόνιμων και των λοιπών υπαλλήλων της Κοινότητας, όπως τη ρυθμίζει ο Κανονισμός. Ανεξάρτητα από το ζήτημα πότε οι προσφεύγουσες έλαβαν γνώση της απόφασης της Επιτροπής να εφαρμόσει κατ' αναλογία το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού στα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών και ανεξάρτητα από το κατά πόσο μια τέτοια απόφαση μπορούσε να αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες, η γνωστοποίηση του αριθμού των συντάξιμων ετών που θα λαμβάνονταν υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης πρέπει εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως μέτρο το οποίο προκαλεί άμεση και ατομική βλάβη και όχι ως απλώς παρεπόμενο εκτελεστικό μέτρο. Οπως δέχεται και η ίδια η Επιτροπή, σημαντικό είναι εν προκειμένω το γεγονός ότι ο υπολογισμός που πρέπει να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, συνιστά in concreto πολύπλοκη πράξη, το αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορούν να προβλέψουν αμέσως ούτε οι ειδικοί. Είναι επομένως δύσκολο να υποστηριχτεί ότι οι ενδιαφερόμενοι όφειλαν ήδη να θεωρήσουν την απόφαση της Επιτροπής να εφαρμόσει, κατόπιν αιτήσεως, κατ' αναλογία το άρθρο 11, παράγραφος 2, ως μέτρο που προκαλεί βλάβη και να υποβάλουν την ένσταση τους εντός της προθεσμίας που είχε αρχίσει να τρέχει κατά τον τρόπο αυτό. Αντίθετα, μόνο αφού επέλεξαν το συμβιβασμό που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, και αφού ορίστηκε επακριβώς ο αριθμός των συντάξιμων ετών που θα λαμβάνονταν υπόψη, οι προσφεύγουσες ήσαν σε θέση να αντιληφθούν τα δυσμενή αποτελέσματα του συμβιβασμού αυτού και μόνο τότε υπέστησαν βλάβη. Κατά συνέπεια, η προθεσμία υποβολής ένστασης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, άρχισε και αυτή επίσης να τρέχει μόνο από την ημέρα που κοινοποιήθηκαν οι υπολογισμοί αυτοί και συνεπώς οι ενστάσεις πρέπει να θεωρηθούν ότι υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα και οι προσφυγές να κριθούν παραδεκτές.
Τέλος, θα ήθελα ιδίως να παρατηρήσω ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αμφισβητείται, όπως νομίζει η Επιτροπή, ούτε από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hirschberg ( 2 ), η οποία αφορούσε το παραδεκτό προσφυγής που είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο σχέσεις στο εσωτερικό της υπηρεσίας και συγκεκριμένα ζητήματα διοικητικής οργάνωσης και πειθαρχίας στην εργασία και όχι μέτρα που να θέτουν σε κίνδυνο την υπηρεσιακή κατάσταση των μόνιμων και των λοιπών υπαλλήλων της Κοινότητας. Δεν είναι αναγκαίο να τονιστεί ειδικά ότι ο υπολογισμός των συντάξιμων ετών θίγει τη νομική αυτή κατάσταση.
II — Επί του βάσιμου της προσφυγής
Επίκεντρο της διαφοράς είναι το ζήτημα αν η καθής υποχρεούται να συνυπολογίσει στα συντάξιμα έτη των προσφευγουσών το χρόνο υπηρεσίας που έχουν συμπληρώσει ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 2615/76.
1.
Ως προς το σημείο αυτό, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι η καθής, εφαρμόζοντας στην περίπτωση τους κατ' αναλογία το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, το οποίο αφορά διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, παρέβη τη συνθήκη καθώς και τις διατάξεις που εκδόθηκαν σε εκτέλεση της. Πράγματι, το άρθρο αυτό αφορά την περίπτωση αυτού που εισέρχεται στην υπηρεσία της Κοινότητας μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, ενώ οι προσφεύγουσες ήταν ήδη στην υπηρεσία της Επιτροπής κατά το χρόνο που ο κανονισμός 2615/76 κατάργησε την κατηγορία των μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών και την αντικατέστησε με την κατηγορία των έκτακτων υπαλλήλων. Αν έπρεπε πράγματι να γίνει δεκτό ότι υπήρχε νομοθετικό κενό όσον αφορά το συνυπολογισμό του χρόνου που είχαν συμπληρώσει ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων προτού τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 2615/76, το κενό αυτό δεν έπρεπε να συμπληρωθεί, κατά τη γνώμη των προσφευγουσών, με αναλογική εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 11, παράγραφος 2, αλλά με αναγνώριση ως συντάξιμου χρόνου όλου του προηγούμενου χρόνου υπηρεσίας στην Κοινότητα.
Κατά τη γνώμη μου, η ρητή οιαννπωοη του άρθρου 2, παράγραφος 4, εδάφιο 2, του κανονισμού 2615/76, το οποίο ορίζει σαφώς ότι για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών των μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων που υπηρετούσαν κατά την ημέρα που τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός αυτός, λαμβάνονται υπόψη «... μόνο τα έτη υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος με την ιδιότητα του έκτακτου υπάλληλου κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ», συνηγορεί ήδη κατά της ύπαρξης τέτοιου κενού. Η μεταβατική αυτή διάταξη αποσαφηνίζει προφανώς τη νομική κατάσταση, όπως θα ήταν άλλωστε διαμορφωμένη Kat χωρίς τη διάταξη αυτή 6άσει του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Επί του θέματος αυτού πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού, το οποίο ρυθμίζει το συνταξιοδοτικό καθεστώς, η σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου εκκαθαρίζεται βάσει του συνολικού αριθμού των συντάξιμων ετών του υπαλλήλου. Κατά το άρθρο 3, στοιχείο γ, των κανόνων αυτών σχετικά με τη συνταξιοδότηση, η διάρκεια των υπηρεσιών που έχουν παρασχεθεί με άλλη ιδιότητα υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων αυτών ετών, με τη ρητή επιφύλαξη ότι γι' αυτές τις υπηρεσίες έχουν καταβληθεί εκ μέρους του υπαλλήλου οι προβλεπόμενες εισφορές. Σύμφωνα με τα άρθρα 40, πρώτη παράγραφος, και 41 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή, για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος υπηρεσίας ως έκτακτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα VIII του Κανονισμού, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 83 του Κανονισμού εφαρμόζονται ανάλογα για τη σχετική χρηματοδότηση. Επειδή μέχρις ότου άρχισε να ισχύει ο κανονισμός 2615/76 τα μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων δεν ήταν έκτακτοι υπάλληλοι, προκύπτει ήδη ότι το άρθρο 3, στοιχείο γ, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση τους.
Επομένως, λαμβάνεται ιδίως υπόψη η θεμελιώδης αρχή του άρθρου 83 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία, όπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο στην υπόθεση Landra ( 3 ) κρίνοντας ότι «η καταβολή των παροχών που προβλέπονται στο παρόν συνταξιοδοτικό καθεστώς βαρύνει τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων» και ότι «οι υπάλληλοι συνεισφέρουν το ένα τρίτο της δαπάνης για τη χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού αυτού καθεστώτος», καθιερώνει στενή αλληλεξάρτηαη ανάμεσα στην κτήση του δικαιώματος σύνταξης λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου και στην εκ μέρους του ενδιαφερομένου χρηματοδότηση του ταμείου που έχει συσταθεί για την καταβολή της σύνταξης αυτής. Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, εκτός από σαφώς προβλεπόμενες εξαιρέσεις, οι εισφορές σε σύστημα ξένο προς τις Κοινότητες δεν παρέχουν αυτόματα κοινοτικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Για τα μέλη όμως του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κέντρου, οι οποίοι μέχρι το διορισμό τους ως έκτακτων υπαλλήλων υπάγονταν στο ιταλικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όχι μόνο δεν προβλέπεται σαφώς τίποτα άλλο, αλλά απεναντίας οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, εδάφιο 2, του κανονισμού 2615/76 ορίζουν σαφώς και ρητώς ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα έτη υπηρεσίας που έχουν συμπληρώσει ως έκτακτοι υπάλληλοι.
Επειδή η διάταξη αυτή είναι έτσι σύμφωνη με το σύστημα στο οποίο βασίζεται το κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, δεν είναι δυνατό να συμμεριστώ την άποψη των προσφευγουσών ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπεται να εφαρμοστεί διότι οεν ουμοι-6άζεται με κοινοτικό δίκαιο υπέρτερης ισχύος. Αλλωστε, ο ισχυρισμός, τον οποίο προέβαλαν οι προσφεύγουσες μόνο στην απάντηση τους, ότι ο κανονισμός 2615/76 είναι παράνομος, πρέπει να θεωρηθεί ως νέο μέσο επιθέσεως, το οποίο προβάλλεται όψιμα και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Επειδή η ρητή κανονιστική ρνάμιση δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να θεωρήσει ως συντάξιμα έτη κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού τα έτη υπηρεσίας που σημπλήρωσαν οι προσφεύγουσες ως μέλη του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών προτού τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 2615/76 και για τα οποία οι προσφεύγουσες κατέβαλαν εισφορές στο ιταλικό συνταξιοδοτικό σύστημα, προκύπτει επιπλέον ότι η αναλογική εφαρμογή στην περίπτωση τους του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος επίσης δεν μπορεί να είναι εσφαλμένη. Έχει σημασία εν προκειμένω το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες, γνωρίζοντας αναμφισβήτητα όλους τους υπολογισμούς, είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στην εφαρμογή του άρθρου 42 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων ή την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος ή ακόμη τη συνδυασμένη εφαρμογή των δύο αυτών διατάξεων και χωρίς να είναι υποχρεωμένοι μπόρεσαν, γνωρίζοντας πάντοτε τους υπολογισμούς και αφού στάθμισαν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, να αποφασίσουν υπέρ της δυνατότητας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 2.
Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο στην υπόθεση 137/80 ( 4 ) η κανονιστική αυτή ρύθμιση, που έχει ως στόχο το συντονισμό του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος με τα αντίστοιχα εθνικά, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων που έχουν αποκτήσει οι κοινοτικοί υπάλληλοι στα κράτη τους και στο να ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα αυτά από το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα στο τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση Landra ( 5 ) αν ληφθεί υπόψη η έννοια και ο σκοπός αυτός, θα ήταν αδικαιολόγητο «το εν λόγω ευεργέτημα να μην παρέχεται στους υπαλλήλους οι οποίοι πριν από το διορισμό τους είχαν κάποιο δεσμό με τις Κοινότητες, ενώ παρέχεται στους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται απευθείας εκτός των Κοινοτήτων και τους οποίους αφορά σαφώς η εν λόγω διάταξη».
Ούτε ως προς το σημείο αυτό μπορώ να συμμεριστώ την άποψη των προσφευγουσών ότι η κρίση αυτή, η οποία αφορά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί σε διαφορετικές υπηρεσίες, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση τους, η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες εξακολουθούν να ασκούν τα ίδια καθήκοντα όπως και προηγουμένως. Για το λόγο αυτό πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη για την περίπτωση τους ot σκέψεις στις οποίες 6ασίζονται οι αποφάσεις Deshormes ( 6 ) και Toledano Laredo ( 7 ).
Στις υποθέσεις εκείνες, όπως και στις παρούσες, το ζήτημα αφορούσε επίσης το κατά πόσο ο χρόνος υπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει στην Κοινότητα οι προσφεύγοντες αρχικά ως επικουρικοί υπάλληλοι έπρεπε να ληφΜ υπόψη κατά τον υπολογισμό της σύνταξης. Η ιδιαιτερότητα των υποθέσεων εκείνων ήταν το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι, παρόλο που είχαν προσληφθεί ως επικουρικοί υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρου 3 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, είχαν ασκήσει, προτού μονιμοποιηθούν ή διοριστούν ως έκτακτοι υπάλληλοι, δραστηριότητα που αντιστοιχεί στην περιγραφή καθηκόντων που αναφέρεται στο άρθρο 2, στοιχεία α και 6, του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού. Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε ιδίως το γεγονός ότι οι διάφοροι προσφεύγοντες ασκούσαν δημοσίως μόνιμα καθήκοντα για τα οποία προβλεπόταν θέση στο οργανόγραμμα, προκειμένου να εξομοιώσει την κατάσταση τους από άποψη συντάξιμων ετών, παρόλο που είχαν συμβάσεις επικουρικών υπαλλήλων, με την κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν είχαν διοριστεί ευθύς εξαρχής έκτακτοι υπάλληλοι. Εν προκειμένω όμως δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Πριν προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2, στοιχείο δ, η οποία προστέθηκε πρόσφατα στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, η υπηρεσιακή κατάσταση των προσφευγουσών ήταν ακριβώς η ίδια με αυτή που προβλεπόταν στις παλιές διατάξεις για το προσωπικό που αμειβόταν από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων. Για το προσωπικό αυτό δεν προβλεπόταν ρητά κανένα δικαίωμα έναντι του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος και επομένως οι αποφάσεις που επικαλούνται οι προσφεύγουσες δεν έχουν καν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Επειδή σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις οι προσφεύγουσες υπάγονταν σε εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και επειδή δεν κατέβαλλαν εισφορές στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, δεν είναι δυνατό με βάση την απόφαση Landra ( 8 ) να προσβάλλεται η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
Κατά της αναλογικής αυτής εφαρμογής δεν μπορεί να προβληθεί τέλος το γεγονός ότι, όπως αναφέρουν οι προσφεύγουσες, οι εισφορές που καταβάλλονταν στο ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης όχι μόνο δεν ήταν, σε σύγκριση με το μισθό, κατώτερες αλλά ήταν εν μέρει ανώτερες από τις εισφορές που καταβάλλονταν στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Στο θέμα αυτό διαφεύγει από τις προσφεύγουσες ότι για το συντονισμό των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων με το κοινοτικό σύστημα το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι οι εισφορές που έχουν καταβληθεί, αλλά το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που μπορούσαν να απαιτήσουν οι ενδιαφερόμενοι κατά το χρόνο της μεταφοράς σύμφωνα με το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Όπως δείχνει συγκεκριμένα η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Bodson ( 9 ),το ασφαλιστικό ισοδύναμο κεκτημένου συνταξιοδοτικού δικαιώματος, το μόνο το οποίο εξετάζεται εν προκειμένω, είναι το αποτέλεσμα πολύπλοκων υπολογισμών που διενεργούνται σε εθνικό επίπεδο. Προκειμένου το ποσό που προκύπτει από τους υπολογισμούς αυτούς να ανταποκρίνεται στη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην κτήση κοινοτικού συνταξιοδοτικού δικαιώματος και στη χρηματοδότηση του ταμείου που έχει συσταθεί για την καταβολή της σύνταξης αυτής, πρέπει με τη σειρά του να μετατραπεί σε συντάξιμα έτη, με συνέπεια φυσικά, λόγω των διαφόρων στοιχείων που παρεμβαίνουν στον υπολογισμό, να προκύπτει ενδεχομένως διαφορετικό αποτέλεσμα για τους ιδιώτες.
Στην απάντηση τους, όσον αφορά τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ακόμη επικουρικά ότι ο αριθμός των συντάξιμων ετών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού είχε υπολογιστεί σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 3, ανάλογα με το βασικό ετήσιο μισθό και κατόπιν παράνομης εφαρμογής του διορθωτικού συντελεστή 157,8, με συνέπεια να μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των συντάξιμων ετών.
Θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η αιτίαση αυτή, η οποία αφορά τον τρόπο υπολο-γιομού των συντάξιμων ετών και όχι την κατ'αναλογία εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ούτε της διοικητικής ένστασης που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού ούτε της προσφυγής. Ο ισχυρισμός αυτός επομένως πρέπει να χαρακτηριστεί ως νέο μέσο το οποίο προβάλλεται όψιμα και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτο σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού διαδικασίας. Κατά τα λοιπά — παρατηρώ επικουρικά και μόνο — θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αν ιδίως ληφθεί υπόψη η απόφαση Benassi ( 10 ), η οποία αφορούσε επίσης τον προσδιορισμό του βασικού μισθού στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού.
2.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εις βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι έχουν παράσχει σε ένα και μοναδικό κοινοτικό όργανο τις ίδιες υπηρεσίες με τους υπαλλήλους που ήταν μόνιμοι ευθύς εξαρχής.
Επ' αυτού θα ήθελα να παρατηρήσω συνοπτικά ότι το κοινοτικό υπαλληλικό δίκαιο, προκειμένου να λάβει υπόψη την ποικιλία των καθηκόντων, προβλέπει διαφορετική υπηρεσιακή κατάσταση για τους διάφορους υπαλλήλους. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διαφοροποίηση αυτή, η οποία δικαιολογείται αντικειμενικά ανάλογα με τα καθήκοντα, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Ως προς το σημείο αυτό, δεν είναι δυνατό καταρχήν να τεθεί σε αμφισβήτηση η διαφορετική ρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων τους, σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση των μόνιμων και των λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων. Το Συμβούλιο βέβαια, στα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, βελτίωσε την κατάσταση των μελών του προσωπικού εγκαταστάσεων του Κοινού Κέντρου, εντάσσοντάς τους συγκεκριμένα στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, αλλά από αυτό δεν είναι δυνατό να συναχθούν δικαιώματα για αναδρομική βελτίωση της κατάστασης τους βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Προπάντων όμως, όπως ορ9ώς παρατήρησε η καθής, δεν συμβιβάζεται με την ιδέα της στενής σχέσης μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, στην οποία βασίζεται το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, τα συντάξιμα έτη για τα οποία έχουν καταβληθεί εισφορές στο ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης να λαμβάνονται αυτόματα υπόψη ως συντάξιμα έτη κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού χωρίς να συνεκτιμάται το ασφαλιστικό ισοδύναμο.
3.
Επομένως δεν είναι βάσιμος ούτε ο τρίτος ισχυρισμός των προσφευγουσών, κατά τον οποίο η εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού αφενός μεν αποτελεί κατάχρηση εξουσίας, διότι η διάταξη αυτή αφορά περίπτωση διαφορετική και ως προς την ουσία και ως προς τον τύπο, αφετέρου δε είναι παράνομη διότι καταλήγει να θεωρεί δραστηριότητα που έχει ασκηθεί εντός της υπηρεσίας της Κοινότητας ως δραστηριότητα που έχει αναπτυχθεί εκτός αυτής.
III —
Βάσει των σκέψεων αυτών, προτείνω να απορριφθούν ως αβάσιμες οι προσφυγές που έχουν ασκηθεί κατά της Επιτροπής και, σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976 στην υπόθεση 129/75, Lydia Nemirovski, σύζυγος Hirschberg, κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1976, σ. 1259.
( 3 ) Απόφαση της 1ης Απριλίου 1971 στην υπόθεση 54/70, Luigi Landra κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1971, σ. 311.
( 4 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 137/80, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου, Συλλογή 1981, σ. 2393.
( 5 ) Απόφαση της 1ης Απριλίου 1971 στην υπόθεση 54/70, Luigi Landra κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1971, σ. 311.
( 6 ) Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 17/18, Fausta Desliormcs, το γένος la Valle, κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1979, σ. 189.
( 7 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 225/81 και 241/81, Armando Toledano Laredo και Mario Garilli κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 347.
( 8 ) Απόφαση της 1ης Απριλίου 1971 στην υπόθεση 54/70, Luigi Landra κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1971, σ. 311.
( 9 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 212/81, Caisse de pension des employés privés κατά Léon Bodson, Συλλογή 1982, σ. 1019.
( 10 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 194/80, Paolo Benassi κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1981, σ. 2815.
Full & Egal Universal Law Academy