ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ25 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Ο προσφεύγων Charles Lux ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 20ής Ιανουαρίου 1982, με την οποία διορίστηκε στο βαθμό Α 5, κλιμάκο 3. Θεωρεί ότι βάσει των γενικών εσωτερικών αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί των κριτηρίων διορισμού, οι οποίες ελήφθησαν στις 21 Φεβρουαρίου και 12 Ιουνίου 1980 αντιστοίχως, έπρεπε να είχε διοριστεί στο βαθμό A4.
Ο διορισμός του προσφεύγοντος είναι αποτέλεσμα της επιτυχούς συμμετοχής του στο διοργανικό διαγωνισμό CC/A/3/80 για την πλήρωση θέσης στη σταδιοδρομία Α 5/4 της νομικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αρχικά, με απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1980, διορίστηκε στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 2. Κατά της απόφασης αυτής υπέβαλε διοικητική ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διότι ο διορισμός του κακώς έγινε βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και όχι βάσει της γενικής εσωτερικής απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980. Ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή, γνώρισε στον προσφεύγοντα, στις 18 Δεκεμβρίου 1981, ότι έπρεπε πράγματι να είχε διοριστεί βάσει της εσωτερικής απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980. Κατόπιν πιο ενδελεχούς εξέτασης της εφαρμογής της εν λόγω εσωτερικής απόφασης, ο διορισμός του προσφεύγοντος της 9ης Σεπτεμβρίου 1980 ακυρώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1982 και αυτή τη φορά διορίστηκε στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3, με ρητή αναφορά στην εσωτερική απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1980. Κατά της εν λόγω απόφασης της 20ής Ιανουαρίου 1982 ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή.
2. Νομική βάση των αποφάσεων
Οι σημαντικές διατάξεις για την παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 31 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και οι εσωτερικές αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1980, της 12ης Ιουνίου 1980 και, σε μικρότερο βαθμό, της 3ης Δεκεμβρίου 1981.
Κατά το μέτρο που αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το άρθρο 31 έχει ως εξής:
«1.
Οι υποψήφιοι που έχουν επιλεγεί κατά τον τρόπο αυτό διορίζονται:
—
υπάλληλοι της κατηγορίας Α ή του γλωσσικού κλάδου: στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους,
(...)
2.
Εντούτοις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να παρεκκλίνει από τις ανωτέρω διατάξεις μέσα στα ακόλουθα όρια:
(...)
β)
για τους άλλους βαθμούς [εκτός από τους βαθμούς Α 1, Α 2, Α 3, και LA 3], κατά:
—
το ένα τρίτο, αν πρόκειται για κενωθείσες δέσεις,
—
το ήμισυ, αν πρόκειται για θέσεις που έχουν πρόσφατα δημιουργηθεί.
(...).»
Η εσωτερική απόφαση περί των κριτηρίων διορισμού, της 21ης Φεβρουαρίου 1980, έχει ως εξής:
«Απόφαση περί των κριτηρίων κατάταξης και διορισμού του προσωπικού
Το Ελεγκτικό Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, ιδίως τα άρθρα 2, 5 παράγραφος 3, 29, 30, 31 και 32 (...)
Έχοντας υπόψη την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί της πολιτικής προσωπικού, της 25ης Απριλίου 1979
Εκτιμώντας ότι πρέπει να θεσπιστούν τα ίδια κριτήρια κατάταξης για όλους τους υπαλλήλους της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου
λαμβάνει την ακόλουθη απόφαση:
Άρθρο 1
Κατάταξη στον εισαγωγικό 6αθμό της εισαγωγικής σταδιοδρομίας μιας κατηγορίας
Κατά γενικό κανόνα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) διορίζει τον επιτυχόντα υποψήφιο ενός διαγωνισμού στον εισαγωγικό βαθμό της εισαγωγκής σταδιοδρομίας της κατηγορίας του ή του κλάδου του.
Άρθρο 2
Διορισμός σε άλλο βαθμό εκτός του εισαγωγικού
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, η ΑΔΑ μπορεί να προβαίνει σε διορισμό σε άλλο βαθμό εκτός του εισαγωγικού βαθμού της εισαγωγικής σταδιοδρομίας της κατηγορίας του ή του κλάδου του, υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιολογεί ελάχιστη επαγγελματική πείρα:
για την κατηγορία A/LA:
τουλάχιστον 4 ετών για το βαθμό Λ 7/LA 7
4
ετών για το βαθμό A 6/LA 6
6 ετών για το βαθμό A 5/LA 5
10ετώνγια το βαθμό Α 4/LΑ 4
15ετώνγια το βαθμό Α 3/LΑ 3
(...).»
Η απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980 ορίζει τα εξής:
(...)
«1.
Τα κριτήρια κατάταξης σε βαθμό και σε κλιμάκιο που θέσπισε το Ελεγκτικό Συνέδριο και εκτίθενται στο έγγραφο 8/80 αναθ. 1 θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρις ότου αποφασιστούν οι διορισμοί που πρέπει να γίνουν κατόπιν των εσωτερικών διαγωνισμών στα θεσμικά όργανα, για τους οποίους κινήθηκε η διαδικασία. Όταν οι διορισμοί αυτοί περατωθούν [σε ημερομηνία που θα καθορίσει η ΑΔΑ], τα κριτήρια που εκτίθενται στο έγγραφο 8/80 αναθ. 1 θα τροποποιηθούν ή συμπληρωθούν με τις ακόλουθες διατάξεις οι οποίες, εξάλλου, εφαρμόζονται από σήμερα στους έκτακτους υπαλλήλους που θα επιλεγούν (...).
2.
(...)
3.
Ο άμεσος διορισμός στους βαθμούς Λ 4 και Α 6, όσον αφορά τόσο τους μόνιμους όσο και τους έκτακτους υπαλλήλους, γίνεται μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούνται κατά περίπτωση και αναλόγως των καθηκόντων που προβλέπονται για την προς κατάληψη θέση. Οι διορισμοί στους ανώτερους βαθμούς [A 4 και Α 6] των σταδιοδρομιών Α 5/4 και Α 7/6 γίνονται κατ' αρχήν με προαγωγές. (...).»
Η νέα πολιτική που εξαγγέλθηκε με την τελευταία αναφερόμενη απόφαση, ότι οι διορισμοί στον ανώτερο βαθμό μιας σταδιοδρομίας γίνονται μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις, περιελήφθη εν συνεχεία στη γενική απόφαση περί διορισμών της 3ης Δεκεμβρίου 1981. Το άρθρο 3 της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής:
«1.
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1 και υπό εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούνται από την προς πλήρωση θέση, η ΑΔΑ μπορεί να προβαίνει σε διορισμό στον ανώτερο βαθμό των εισαγωγικών σταδιοδρομιών και των ενδιάμεσων σταδιοδρομιών, υπό των όρο ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιολογεί ελάχιστη επαγγελματική πείρα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2: 10 ετών για τους βαθμούς A 4 και LΑ 4.
(...).»
3. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Ο προσφεύγων στηρίζεται κυρίως στην εσωτερική απόφαση περί διορισμών της 21ης Φεβρουαρίου 1980, στην οποία παραπέμπει ρητά η επίδικη απόφαση διορισμού της 20ής Ιανουαρίου 1982. Θεωρεί ότι, βάσει της προαναφερόμενης εσωτερικής απόφασης, όλοι οι διορισμοί έγιναν στον ανώτερο βαθμό μιας σταδιοδρομίας. Η γενική αυτή πολιτική υιοθετήθηκε επειδή το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν ένα νέο κοινοτικό όργανο, το οποίο έπρεπε να επανδρωθεί με το αναγκαίο προσωπικό. Όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, οι διορισμοί στον ανώτερο βαθμό περιορίστηκαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αναλόγως των εκτελούμενων καθηκόντων. Η μεταβολή αυτή στην πολιτική διορισμών προκύπτει από την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1980, κατά το μέτρο που δεν πρόκειται για διαδικασίες διαγωνισμών που δεν είχαν ακόμη περατωθεί, όπως φαίνεται σαφώς και από την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1981. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι την 1η Αυγούστου 1980 πληρούσε την απαιτούμενη προϋπόθεση ως προς την πείρα 10 ετών για να διοριστεί στο βαθμό A4. Εφόσον ο διορισμός του στο βαθμό A 4 δεν προκύπτει ήδη άμεσα από την εσωτερική απόφαση, πρέπει να στηριχτεί στην αρχή της ισότητας.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο δέχεται ότι, κατ' εφαρμογή της απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980, σχεδόν όλοι αν όχι όλοι οι διορισμοί έγιναν στον ανώτερο βαθμό μιας σταδιοδρομίας. Πάντως, πρέπει να διακριθούν δύο φάσεις. Η πρώτη, η οποία τερματίστηκε την 1η Απριλίου 1980, απέβλεπε στο να επανδρωθεί το νέο κοινοτικό όργανο με πολύ ικανούς συνεργάτες. Ο σκοπός αυτός πραγματοποιήθηκε μέσω εσωτερικών διαγωνισμών. Όταν ο σκοπός αυτός εκπληρώθηκε, οι διορισμοί κατά την επόμενη φάση, δηλαδή από τον Αύγουστο 1980, έγιναν κατ'αρχήν στον εισαγωγικό βαθμό, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων. Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο διορισμός του προσφεύγοντος έγινε κατά τη δεύτερη φάση εφαρμογής της απόφασης περί διορισμών, εφόσον τοποθετείται χρονικά το Σεπτέμβριο 1980. Εξάλλου, η υποχρέωση διορισμού του ενδιαφερομένου στο βαθμό A4 βάσει της εσωτερικής απόφασης θα ήταν αντίθετη προς τη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ευχέρεια στηριζόμενη στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Αυτό δείχνει ότι πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικές καταστάσεις. Το καθού προβάλλει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εσωτερική απόφαση δεν μπορεί να παραβαίνει τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
4. Εκτίμηση των ισχυρισμών
Θεωρώ ότι η λύση της παρούσας διαφοράς περιέχεται στην απάντηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά την προφορική διαδικασία. Το Δικαστήριο ρώτησε σε ποια ομάδα και σε ποια φάση πρέπει να τοποθετηθεί ο διορισμός του προσφεύγοντος. Μετά την τεκμηριωμένη απάντηση στην ερώτηση αυτή, την οποία το καθού παρέσχε στο Δικαστήριο μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση με έγγραφο της 6ης Ιουνίου, δεν μπορεί πλέον να υποστηριχτεί η αρχική άποψη του καθού, κατά την οποία ο διορισμός αυτός τοποθετείται στη δεύτερη φάση. Από αυτό έπεται ότι, κατά την άποψη μου, ο διορισμός του ενδιαφερομένου πρέπει πράγματι να στηριχτεί στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1980. Πρώτον, η ίδια η απόφαση του επίδικου διορισμού της 20ής Ιανουαρίου 1982 παραπέμπει ρητώς στην εν λόγω απόφαση. Δεύτερον, η ανάλυση αυτή απορρέει από την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, η οποία ορίζει ότι τα κριτήρια κατάταξης, που θεσπίστηκαν την 21η Φεβρουαρίου 1980, θα παραμείνουν σε ισχύ «μέχρις ότου αποφασιστούν οι διορισμοί που πρέπει να γίνουν κατόπιν των εσωτερικών διαγωνισμών στα θεσμικά όργανα, για τους οποίους κινήθηκε η διαδικασία. Όταν οι διορισμοί αυτοί περατωθούν [σε ημερομηνία που θα καθορίσει η ΑΔΑ] τα κριτήρια που εκτίθενται (...) θα τροποποιηθούν (...)»
Από τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν προκύπτει ότι διάφορες φάσεις του διοργανικού διαγωνισμού εξελίχτηκαν πριν από τις 12 Ιουνίου και ότι κατά την ημερομηνία αυτή ο εν λόγω διαγωνισμός αποτελούσε επομένως μέρος των εν εξελίξει διαδικασιών, για τις οποίες η απόφαση της 12ης Ιουνίου όριζε ρητά ότι τα κριτήρια, που θεσπίστηκαν στις 21 Φεβρουαρίου 1980, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Οι αιτήσεις συμμετοχής έπρεπε να κατατεθούν πριν τις 5 Μαΐου. Η εξεταστική επιτροπή συνέταξε την τελική της έκθεση στις 10 Ιουνίου. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έλαβε την έκθεση αυτή στις 12 Ιουνίου. Εν συνεχεία, η απόφαση διορισμού ελήφθη στις 9 Σεπτεμβρίου 1980.
Από τα προηγούμενα φαίνεται σαφώς, κατά τη γνώμη μου, ότι, σύμφωνα και με την απόφαση της 12ης Ιουνίου, ο διορισμός του προσφεύγοντος μετά το διοργανικό διαγωνισμό CC/A/3/80 έπρεπε να γίνει βάσει των εσωτερικών κριτηρίων διορισμού που θεσπίστηκαν στις 21 Φεβρουαρίου 1980.
Το καθού δεν αμφισβήτησε ότι ο προσφεύγων πληρούσε την προϋπόθεση ως προς την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα 10 τουλάχιστον ετών, για να μπορεί να διοριστεί στο 6αθμό Α 4 δυνάμει της εσωτερικής απόφασης. Ούτε ισχυρίστηκε ότι τα προαναφερόμενα κριτήρια διορισμού αποτελούσαν παράβαση του άρθρου 31, παράγραφος 2.
Τέλος, πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν ο προσφεύγων μπορεί να επικαλεστεί την εσωτερική απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου, ενόψει του άρθρου 31 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν του αμφισβητεί το δικαίωμα αυτό, αλλά υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επωφεληθεί απ' αυτήν, λόγω της διακριτικής ευχέρειας που απολαύει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δυνάμει του άρθρου 31.
Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, η δε νομολογία του έχει εν τω μεταξύ παγιωθεί, ότι μια εσωτερική απόφαση θεσπίζει κανόνα συμπεριφοράς για την ακολουθητέα πρακτική, από τον οποίο η διοίκηση δεν μπορεί να αποστεί χωρίς αιτιολόγηση, διότι διαφορετικά παραβιάζει την αρχή της ισης μεταχείρισης (βλέπε την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση 343/82, Μιχαήλ, της 1ης Δεκεμβρίου 1983). Εξάλλου, η μοναδική αιτιολογική σκέψη της εσωτερικής απόφασης που έχει εφαρμογή εν προκειμένω δικαιολογεί τα κριτήρια κατάταξης, που θέσπισε η απόφαση αυτή, βασιζόμενη στην αρχή της ισότητας.
Απέδειξα ήδη παραπάνω ότι δεν ευσταθεί το επιχείρημα του καθού, σύμφωνα με το οποίο η διοίκηση έχει αποστεί από την εσωτερική απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου, διότι ο διορισμός του προσφεύγοντος έγινε κατά τη δεύτερη φάση. Εξάλλου, το καθού δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι από τον Απρίλιο ή τον Αύγουστο του 1980 είχε αρχίσει η δεύτερη φάση, διότι η απόφαση της 12ης Ιουνίου ορίζει ρητά το αντίθετο, όσον αφορά τις διαδικασίες διοργανικών διαγωνισμών που δεν είχαν ακόμη περατωθεί.
Δεν προβλήθηκε ότι ήταν αντίθετο προς το άρθρο 31 το να γίνουν όλοι οι διορισμοί, κατά την πρώτη φάση, στον ανώτερο βαθμό όταν οι σχετικές προβλεπόμενες προϋποθέσεις ως προς την επαγγελματική πείρα συνέτρεχαν. Επομένως, κατά την άποψη μου το Δικαστήριο δεν οφείλει να αποφανθεί επί του σημείου αυτού. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον ο διορισμός του προσφεύγοντος βάσει της εσωτερικής απόφασης είναι αντίθετος προς το προαναφερόμενο άρθρο του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Προς στήριξη της άποψης αυτής, το καθού επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 33/67, Kurrer, Jurispr. 1968, σ. 194, και 102/75, Petersen, Jurispr. 1976, σ. 1788. Από τις υποθέσεις αυτές προκύπτει πράγματι ότι ο διορισμός σε ανώτερο βαθμό μιας σταδιοδρομίας πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση από το γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι υπάλληλοι της κατηγορίας Α διορίζονται στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας τους. Πάντως, από το πλαίσιο των δύο υποθέσεων φαίνεται, κατά την άποψή μου, ότι το καθού δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από τη νομολογία αυτή. Στην πρώτη υπόθεση, ο προσφεύγων προσήψε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ότι.προκήρυξε το διαγωνισμό όχι για θέση βαθμού Α 5, αλλά απ' ευθείας για τη θέση βαθμού Α 4. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιος κατά παρέκκλιση διορισμός εδικαιολογείτο από τις ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας, για να αποκατασταθεί η προδήλως μη ισόρροπη σύνθεση της υπηρεσίας.
Η δεύτερη υπόθεση, αφορούσε προσφεύγοντα ο οποίος έλαβε γνώση των εσωτερικών κριτηρίων διορισμού μετά το διο-' ρισμό του. Το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι τα κριτήρια αυτά άφηναν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ελεύθερη στις αποφάσεις της διορισμού. Από τα ίδια τα εν λόγω κριτήρια προέκυπτε σαφώς στη συγκεκριμένη υπόθεση ότι επρόκειτο για εξαιρετικές καταστάσεις.
Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση, τα κριτήρια που θεσπίστηκαν με την εσωτερική απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1980 διατυπώνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η προϋπόθεση που προβλέπεται στην απόφαση αυτή συντρέχει, δηλαδή η αποδεδειγμένη επαγγελματική πείρα 10 τουλάχιστον ετών, οι διορισμοί μπορούν ακόμη να γίνουν στο βαθμό A4, δυνατότητα της οποίας εξάλλου έγινε πάντοτε χρήση, πλην της περιπτώσεως του προσφεύγοντος. Δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων είχε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα για να διοριστεί στο βαθμό Α 4. Οι αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1980 και 3ης Δεκεμβρίου 1981 επιβεβαιώνουν ότι η φιλελεύθερη πολιτική, που εφαρμόστηκε αρχικά και η οποία είχε εφαρμογή εν προκειμένω βάσει της εσωτερικής απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980, είχε μεταβατικό και εξαιρετικό χαρακτήρα, που εδικαιολογείτο από την ανάγκη συγκροτήσεως ενός νέου κοινοτικού οργάνου.
Τελειώνοντας, φρονώ ότι η επίδικη απόφαση διορισμού της 20ής Ιανουαρίου 1982 πρέπει να ακυρωθεί, δεδομένου ότι έχει ληφθεί κατά παράβαση της εφαρμοστέας εσωτερικής απόφασης της 21ης Φεβρουαρίου 1980 και της γενικής αρχής της ισότητας, στην οποία ακριβώς βασιζόταν η εν λόγω απόφαση, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της.
( 1 ) Μετάφραση από ra ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy