ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ10 ΜΑΡΤΙΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριεπρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα προδικαστική υπόθεση σας ζητείται η ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), σε σχέση με τον ιταλικό νόμο που προβλέπει τη χορήγηση κοινωνικής συντάξεως στους άνω των 65 ετών πολίτες που βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση.
2.
Συνοψίζω τα περιστατικά:
Η Paola Piscitello, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, έχει την ιταλική ιθαγένεια. Με αίτηση που υπέβαλε στις 30 Δεκεμβρίου 1972 στο παράρτημα της 'Εννας του Istituto nazionale della previdenza sociale [Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας] (στο εξής INPS) ζήτησε και πέτυχε να της χορηγηθεί από την 1η Ιανουαρίου 1973 η κοινωνική σύνταξη για ηλικιωμένους που βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση, σύνταξη που προβλέπεται από το άρθρο 26 του νόμου 153 της 30ής Απριλίου 1969. Με απόφαση όμως της 26ης Ιουνίου 1976 το υποκατάστημα της Έννας ανακάλεσε αναδρομικά από την 1η Αυγούστου 1975 τη χορήγηση της σύνταξης αυτής, με το αιτιολογικό ότι είχε εκλείψει μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος, δηλαδή η κατοικία στην εθνική επικράτεια. Πράγματι, από τις 25 Αυγούστου 1975 η Piscitello είχε μεταφερθεί στη Λιέγη, στο Βέλγιο, όπου τη φιλοξενούσε η κόρη της, η οποία κατοικούσε εκεί. Αφού κίνησε χωρίς επιτυχία την εξωδικαστική διαδικασία ενώπιον της επαρχιακής επιτροπής και στη συνέχεια ενώπιον της δευτεροβάθμιας επιτροπής του INPS, η Piscitello απευθύνθηκε στον Pretore της Έννας, ζητώντας να ακυρωθεί η ανακλητική απόφαση και να της καταβληθεί και πάλι σύνταξη από την 1η Αυγούστου 1975. Με την προσφυγή που άσκησε στις 2 Ιανουαρίου 1978, η Piscitello υποστήριζε ότι η μεταφορά της κατοικίας του δικαιούχου σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας δεν έχει επιπτώσεις στην καταβολή της συντάξεως.
Ο Pretore της Έννας απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι η απόφαση του INPS ήταν σύμφωνη με την ιταλική νομοθεσία και με τους κοινοτικούς κανόνες. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 1978, η Piscitello άσκησε έφεση. Το Tribunale όμως της Έννας απέκλεισε τη δυνατότητα της Piscitello να επικαλεστεί τον κανονισμό 1408/71, επειδή ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις παροχές που έχουν καθαρά χαρακτήρα κοινωνικής πρόνοιας. Τότε η προσφεύγουσα στην αρχική δίκη άσκησε αναίρεση, αφενός μεν προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η κοινωνική σύνταξη εμπίπτει στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 λόγω του υποχρεωτικού χαρακτήρα της, αφετέρου δε υποστηρίζοντας ότι η προϋπόθεση της κατοικίας στο ιταλικό έδαφος είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 10 του ίδιου αυτού κανονισμού.
Με διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 1982 το Corte di cassazione ανέβαλε τη δίκη και σας υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Πρέπει, λόγω της “άρσεως των ρητρών κατοικίας”, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10 του κοινοτικού κανονισμού 1408/71 της 14ης Ιουνίου 1971, να θεωρηθεί ότι καταργήθηκε η ρύθμιση του άρθρου 26 του νόμου 153 της 30ής Απριλίου 1969, σύμφωνα με την οποία προϋπόθεση της χορηγήσεως και της καταβολής της κοινωνικής συντάξεως είναι να κατοικεί ο ιταλός πολίτης στην εθνική επικράτεια, είναι δε συνεπώς δυνατό ή όχι η σύνταξη αυτή να ανασταλεί ή να καταργηθεί επειδή ο δικαιούχος μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ενόψει μάλιστα αφενός μεν της φύσεως της κοινωνικής συντάξεως ως παροχής κοινωνικής πρόνοιας (πρβλ. την απόφαση 157 του Corte costituzionale, της 15ης Δεκεμβρίου 1980), αφετέρου δε του χαρακτήρα της ως παροχής γήρατος, καθώς και ενόψει της διατάξεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κοινοτικού κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με την οποία ο κανονισμός αυτός “ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τον κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως ... παροχές γήρατος”;»
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που σας υποβάλλει το Corte di cassazione, πρέπει να αντιμετωπιστούν τρία προβλήματα. Τα δύο πρώτα έχουν κατά κάποιο τρόπο προκαταρκτικό χαρακτήρα και αφορούν το ζήτημα αν μια παροχή σαν αυτή που στην Ιταλία ονομάζεται κοινωνική σύνταξη εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και αν ένα άτομο που βρίσκεται στην κατάσταση της Piscitello περιλαμβάνεται στα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός. Το τρίτο πρόβλημα αφορά τη δυνατότητα εξαγωγής της συντάξεως, πάντοτε 6άσει του κανονισμού αυτού, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος μεταφέρει την κατοικία του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος στο οποίο βρίσκεται ο οργανισμός που την καταβάλλει.
3.
Αλλά καταρχάς λίγα λόγια για την υπό κρίση παροχή. Η παροχή αυτή καθιερώθηκε με το άρθρο 26 του νόμου 153 της 30ής Απριλίου 1969. Στη διάταξη αυτή επέφερε διάφορες τροποποιήσεις το άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 30 της 2ας Μαρτίου 1974, το οποίο μετατράπηκε μετά από περαιτέρω τροποποιήσεις στο νόμο 114 της 16ης Απριλίου 1974, ο οποίος στη συνέχεια συμπληρώθηκε επανειλημμένα.
Το δικαίωμα επί της συντάξεως απονέμεται σε όλους τους ιταλούς πολίτες που κατοικούν στο ιταλικό έδαφος και δεν διαθέτουν ετήσιο εισόδημα, δικό τους ή του συζύγου τους με τον οποίο να μη βρίσκονται σε διάσταση, που να υπόκειται στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και να είναι μεγαλύτερο από ορισμένο όριο. Το όριο αυτό αυξάνεται ανάλογα με τις αυξήσεις που προέρχονται από την αυτόματη αναπροσαρμογή της ελάχιστης συντάξεως (άρθρο 7 του νόμου 160 της 3ης Ιουνίου 1975). Από τα εισοδήματα του αιτούντος εξαιρούνται τόσο τα οκογενειακά επιδόματα όσο και το εισόδημα από ιδιοκατοίκηση. Αντίθετα, δεν δικαιούνται τη σύνταξη όσοι έχουν έσοδα ή εισπράττουν οικονομικές παροχές που υπερβαίνουν το παραπάνω ετήσιο όριο, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή για παροχές κοινωνικής πρόνοιας, τις οποίες καταβάλλει σε μόνιμη βάση το κράτος, άλλοι δημόσιοι οργανισμοί ή ξένα κράτη και στις οποίες περιλαμβάνονται οι συντάξεις πολέμου (όχι όμως η ετήσια ισόβια πρόσοδος των παλαιών πολεμιστών του πολέμου 1915-1918 και των προηγούμενων πολέμων). Αν όμως το συνολικό εισόδημα είναι κατώτερο από το ετήσιο ύψος της κοινωνικής συντάξεως, η σύνταξη αυτή μειώνεται κατά ποσό ίσο με τα εισοδήματα αυτά.
Η έρευνα της καταστάσεως απορίας που πραγματοποιεί το INPS κατά την εξέταση της αιτήσεως είναι αντικειμενική και μόνο. Πράγματι, η απορία διαπιστώνεται χωρίς να ληφθούν υπόψη εκούσιοι ή ακούσιοι, προβλεπτοί ή απρόβλεπτοι παράγοντες που μπορούν να την έχουν προκαλέσει και χωρίς να συνεκτιμούνται διορθωτικά στοιχεία που δεν αναφέρονται από το νόμο, όπως για παράδειγμα οι οικονομικές δυνατότητες των στενότερων συγγενών από τα πρόσωπα που έχουν την υποχρέωση καταβολής διατροφής κατά το άρθρο 433 του κώδικα πολιτικής δικονομίας.
Η κοινωνική σύνταξη καταβάλλεται, όπως ακριβώς και οι άλλες παροχές συντάξεως, από το Fondo sociale [Κοινωνικό Ταμείο], το οποίο είναι ένας αυτόνομος οργανισμός στο πλαίσιο του INPS που καθιερώθηκε με το νόμο 903 της 21ης Ιουλίου 1965. Από την 1η Ιανουαρίου 1966 το Ταμείο χρηματοδοτείται τελείως από το κράτος.
Επιπλέον, η σύνταξη δεν μπορεί να εκχωρηθεί ή να κατασχεθεί. Χορηγείται σε ορισμένο πρόσωπο και δεν κληρονομείται. Το ύψος της είναι καθορισμένο και είναι κατώτερο από το ύψος της ελάχιστης συντάξεως που καταβάλλεται από το γενικό ασφαλιστικό σύστημα. Σύμφωνα με το άρθρο 2α του νόμου 485 του νόμου της 2ας Αυγούστου 1972, οι δικαιούχοι της συντάξεως αυτής έχουν υγειονομική περίθαλψη. Πρέπει τέλος να υπογραμμιστεί ότι στη σύνταξη αυτή εφαρμόζονται σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες και τις δικαστικές διαφορές οι ίδιοι κανόνες που διέπουν τις διαφορές που ανακύπτουν στο πλαίσιο του γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
4.
Όπως είπαμε, το πρώτο μας πρόβλημα είναι αν η εν λόγω παροχή εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής προκύπτει από το άρθρο 4. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται σε όλες τις νομοθεσίες που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση, στις οποίες προφανώς περιλαμβάνονται και οι νομοθεσίες που διέπουν τις παροχές γήρατος. Μέρος των νομοθεσιών αυτών αποτελούν τα γενικά και ειδικά συστήματα υγειονομικής ασφαλίσεως, είτε βασίζονται σε εισφορές είτε όχι, ενώ εξαιρούνται η κοινωνική και ιατρική πρόνοια.
Ο κανονισμός όμως δεν ορίζει τις έννοιες κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική πρόνοια.
Εξάλλου, με τη βαθμιαία επέκταση της κοινωνικής ασφαλίσεως σε ορισμένες κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών, με τη βαθμιαία χρηματοδότηση των παροχών από τους φόρους και την απονομή πλήρων δικαιωμάτων στους δικαιούχους των παροχών αυτών, οι παλιές εννοιολογικές κατηγορίες τείνουν να χάσουν την καθαρότητά τους. Όταν σας ζητήθηκε να χαρακτηρίσετε ορισμένες παροχές που δεν βασίζονταν σε εισφορές, τονίσατε το φαινόμενο αυτό και κρίνατε ότι «από την άποψη μεν της εφαρμογής του κανονισμού είναι επιθυμητή η σαφής διάκριση μεταξύ των νομικών συστημάτων που υπάγονται στην κοινωνική ασφάλιση και των συστημάτων που υπάγονται στην κοινωνική πρόνοια, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένες νομοθεσίες, λόγω των προσώπων στα οποία εφαρμόζονται, των στόχων τους και των τρόπων εφαρμογής τους, να έχουν συγχρόνως στοιχεία τόσο από τη μία όσο και από την άλλη κατηγορία και συνεπώς να είναι αδύνατη η συνολική υπαγωγή τους σε μία από τις δύο παραπάνω κατηγορίες» (πρβλ. για παράδειγμα την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1972 στην υπόθεση 1/72, Frilli, Race. 1972, σ. 457, σκέψη 13, και με παρόμοια διατύπωση την απόφαση της 28ης Μαΐου 1974 στην υπόθεση 187/73, Callemeyn, Race. 1974, σ. 561 την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 24/74, Biason, Race. 1974, σ. 1006' την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1974 στην υπόθεση 39/74, Costa, Race. 1974, σ. 1260).
Οι παρατηρήσεις αυτές πάντως δεν σας εμπόδισαν να θεσπίσετε ένα μονοσήμαντο κριτήριο για τη διάκριση αυτή. Όπως έχετε επανειλημμένα κρίνει, στην κοινωνική ασφάλιση εμπίπτουν τα συστήματα εκείνα που έχουν εγκαταλείψει την αρχή της εκτιμήσεως των ατομικών περιπτώσεων, χαρακτηριστικό της κοινωνικής πρόνοιας, δημιουργούν για τους δικαιούχους μια νομικά καθορισμένη θέση και τους παρέχουν δικαιώματα που προστατεύονται από τα δικαστήρια (6λ. τις ίδιες αποφάσεις 1/72, σκέψη 14, και, με παρόμοια δια-τύπωση, 187/73 και 39/74 επίσης την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1975 στην υπόθεση 7/75, κύριος και κυρία F., Race. 1975, σ. 679).
Βάσει του κριτηρίου αυτού απορρίψατε τις απόψεις που αναφέρονται, προκειμένου να διακρίνουν μεταξύ κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής πρόνοιας, στους στόχους της διατάξεως και στο χαρακτηρισμό της από άποψη εσωτερικού δικαίου. Έτσι φθάσατε στη δημιουργία μιας ευρείας έννοιας της κοινωνικής ασφαλίσεως, που περιλαμβάνει τόσο την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ατόμου όσο και την εξασφάλιση ορισμένου βιοτικού επιπέδου.
5.
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και το INPS υποστηρίζουν ότι η κοινωνική σύνταξη δεν εμπίπτει στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Κατά την άποψη τους, η σύνταξη αυτή εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, λόγω του χαρακτήρα της ως παροχής κοινωνικής πρόνοιας, όπως αναγνωρίζουν ομόφωνα το Corte costituzionale (βλ. την απόφαση 157 της 15ης Δεκεμβρίου 1980, που αναφέρεται στο ερώτημα του Corte di cassazione) και πολλά τακτικά δικαστήρια.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω τι υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Reischl με τις προτάσεις του στην υπόθεση 24/74, στις οποίες τόνισε ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου μας δεν έχει νόημα η επίκληση ορισμών που έχουν δοθεί από τη νομολογία ή την επιστήμη και η προβολή επιχειρημάτων βάσει του νομοθετικού συστήματος ενός κράτους μέλους. Πρέπει αντίθετα να γίνεται αναφορά, όπως έχετε διευκρινίσει εσείς οι ίδιοι, σε κριτήρια που βασίζονται στο κοινοτικό δίκαιο, όπως τα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως καί ιδίως στους σκοπούς που επιδιώκονται με την παροχή αυτή και στις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της (απόφαση της 6ης Ιουλίου 1978 στην υπόθεση 9/78, Giilard, Racc. 1978, σ. 1661). Πράγματι, μόνο βάσει των κριτηρίων αυτών είναι δυνατός ο ενιαίος καθορισμός του πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών κανονισμών.
Είδαμε ήδη ότι η ιταλική ρύθμιση απονέμει στους δικαιούχους της κοινωνικής συντάξεως δικαίωμα που προστατεύεται από το νόμο. Στο δεδομένο αυτό, που μου φαίνεται κρίσιμο, μπορεί να προστεθεί ένα άλλο, λιγότερο αποφασιστικό ίσως, αλλά πάντα μέσα στο πνεύμα των κατευθύνσεων της αποφάσεως Giilard: το γενονός ότι τα μέσα παροχής έννομης προστασίας δεν παρουσιάζουν καμιά ιδιαιτερότητα σε σύγκριση με τα μέσα που προβλέπονται για τις άλλες συντάξεις και ότι η ιατρική περίθαλψη επεκτείνεται στους δικαιούχους της συντάξεως αυτής.
6.
Επιπλέον όμως, εκτός από το ερμηνευτικό κριτήριο που συνάγεται από τη νομολογία σας, σύμφωνα με το οποίο — επαναλαμβάνω — η παροχή αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον για το δικαιούχο δημιουργείται σαφώς καθορισμένη νομική κατάσταση, από το κείμενο του κανονισμού προκύπτει ένα στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, ο κανονισμός 1408/71 ισχύει για τα «συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως... χωρίς συνεισφορά». Εφόσον επομένως αποκλείεται οι εισφορές να αποτελούν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής πρόνοιας, πρέπει να απορριφθεί οριστικά η άποψη του INPS και της ιταλικής κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία οι παροχές που αφορά ο κανονισμός είναι μόνο όσες βασίζονται στην καταβολή εισφορών. Πράγματι, όπως μας θύμισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, τα συστήματα που δεν στηρίζονται στις εισφορές χαρακτηρίζονται ακριβώς από το γεγονός ότι βασίζονται στην κατάσταση απορίας του προσώπου και από το γεγονός ότι δεν εξαρτώνται από προϋποθέσεις σχετικά με ορισμένες περιόδους αποσχολήσεως, υπαγωγής σε ορισμένο φορέα ή ασφαλίσεως. Η εξαίρεση φυσικά που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεν χάνει τη σημασία της για το λόγο αυτό. Φτάνει να αναγνωριστεί ότι η εξαίρεση αυτή αναφέρεται στα συστήματα στα οποία η χορήγηση της παροχής επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της δημόσιας διοίκησης.
Η υπό κρίση σύνταξη εμπίπτει επομένως στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Εξάλλου, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η σύνταξη δεν αναφέρεται στην ιταλική δήλωση που πραγματοποιήθηκε βάσει του άρθρου 5. Πράγματι, όπως επανειλημμένα έχει τονίσει το Δικαστήριο, το γεγονός ότι μια παροχή δεν αναφέρεται από το κράτος μέλος που τη χορηγεί δεν σημαίνει ότι η παροχή αυτή δεν υπόκειται στην κοινοτική ρύθμιση (βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 1981, υπόθεση 70/80, Vigier, Συλλογή 1981, σ. 229).
Κατά συνέπεια, ως προς το πρώτο αυτό θέμα της διαφοράς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η χρηματική παροχή που καταβάλλεται δυνάμει εθνικού ασφαλιστικού συστήματος που δεν βασίζεται σε εισφορές σε πρόσωπα ορισμένης ηλικίας, με σκοπό να τους εξασφαλίσει ένα ελάχιστο εισόδημα για τη συντήρηση τους, έχει χαρακτήρα παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως και είναι ανάλογη, όπως δέχεται το παρα-πέμπον δικαστήριο, με την παροχή γήρατος στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71.
7.
Το δεύτερο θέμα, το οποίο δεν τίθεται από το παραπέμπον δικαστήριο αλλά εξετάστηκε από τους διαδίκους κατά την προφορική διαδικασία, αφορά το ζήτημα αν τα άτομα που βρίσκονται στην κατάσταση της Piscitello ανήκουν στον κύκλο των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται η κοινοτική ρύθμιση.
Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμούς 1408/71 ισχύει για τους «εργαζόμενους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους» (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1). Οι διάδικοι συμφωνούν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει σημασία η έννοια του «εργαζομένου», αν μη τι άλλο επειδή η Piscitello ζητεί από το INPS μια παροχή (συγκεκριμένα την κοινωνική σύνταξη) η χορήγηση της οποίας δεν εξαρτάται από το γεγονός ότι παρέχεται ή έχει παρασχεθεί εργασία. Αντίθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η έννοια του «μέλους της οικογένειας». Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προσφεύγουσα στην αρχική δίκη έζησε για πολλά χρόνια με τη θυγατέρα της, που κατοικεί και εργάζεται ως μισθωτή στο Βέλγιο.
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 1, στοιχείο στ, του κανονισμού 1408/71, «ως μέλος της οικογένειας νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές- πάντως» — συνεχίζει η διάταξη — «αν οι νομοθεσίες θεωρούν ως μέλος της οικογένειας ή του νοικοκυριού μόνο το πρόσωπο που ζεί υπό τη στέγη του εργαζομένου, ο όρος αυτός θεωρείται ότι εκπληρούται, όταν η συντήρηση του εν λόγω προσώπου βαρύνει κυρίως τον εργαζόμενο».
Για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής είναι αναγκαίο καταρχάς να διευκρινιστεί αν η έννοια του όρου «μέλος της οικογένειας» πρέπει να προσδιοριστεί βάσει του εθνικού νόμου που αφορά τη συγκεκριμένη παροχή ή βάσει όλης της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως ορισμένης χώρας. Η δεύτερη λύση είναι νομίζω η ορθή: αφενός μεν επειδή στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις σχετικά με την κοινωνική σύνταξη δεν δίνουν ορισμό της έννοιας αυτής, αφετέρου δε, και αυτό μετράει περισσότερο, επειδή θα ήταν παράλογο να δεχτούμε τόσες έννοιες του «μέλους της οικογένειας» — που θα είχαν όλες σημασία για το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής ρυθμίσεως — όσες και οι παροχές που προβλέπονται από μια δεδομένη έννομη τάξη. Επομένως, στην περίπτωση μας ο ορισμός που μας ενδιαφέρει πρέπει να αναζητηθεί εντός του ιταλικού συστήματος περί κοινωνικής ασφαλίσεως στο σύνολο του.
Από την άποψη αυτή μου φαίνεται ότι επιβάλλεται να προτιμήσουμε την έννοια του «μέλους της οικογένειας» στην οποία βασίστηκε η χορήγηση της παροχής, η οποία εξαρτάται από την έννοια αυτή πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αναφέρομαι στα οικογενειακά επιδόματα, τα οποία στην Ιταλία διέπονται από το νόμο 114 της 16ης Απριλίου 1974. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, ως «μέλη της οικογένειας» νοούνται και οι γονείς, εφόσον βαρύνουν το πρόσωπο που δικαιούται τα επιδόματα. Πάντως, δεν πρέπει να έχουν εισοδήματα ανώτερα από το κατώτερο όριο που αποτελεί η ελάχιστη σύνταξη. Η μητέρα άλλωστε πρέπει να έχει υπερβεί το 55ο έτος της ηλικίας της ή να έχει κηρυχθεί σε κατάσταση διαρκούς ανικανότητας προς εργασία.
Εκ πρώτης όψεως, από τη δικογραφία φαίνεται να συνάγεται ότι η Piscitello ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αυτές. Αν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα (η διαπίστωση όμως αυτή συνεπάγεται έρευνα για την οποία δεν είμαστε αρμόδιοι), το άρθρο 2, παράγραφος 1, μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στα πρόσωπα που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση.
8.
Ας αντιμετωπίσουμε τώρα το ειδικό πρόβλημα στο οποίο αναφέρεται άμεσα το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Corte di cassazione. 'Οπως γνωρίζουμε, πρόκειται για το ζήτημα του προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που αφορά την άρση των ρητρών κατοικίας και τη συναφή δυνατότητα εξαγωγής των εθνικών χρηματικών παροχών που έχουν τα χαρακτηριστικά της ιταλικής κοινωνικής συντάξεως. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «... οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, ... που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνου όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης».
Αν λοιπόν αληθεύουν όσα εξέθεσα στις παραγράφους 4, 5 και 6 ως προς το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δηλαδή, με άλλα λόγια, αν η ιταλική κοινωνική σύνταξη αποτελεί παροχή που δεν βασίζεται σε εισφορές ανάλογη με σύνταξη γήρατος, τότε θα έπρεπε χωρίς άλλο να θεωρηθεί ότι έχουν καταργηθεί στην περίπτωση της οι ρήτρες κατοικίας. Υπάρχει όμως μια δυσκολία. Ως προς την έκταση εφαρμογής ενός ανάλογου κανόνα (αναφέρομαι στο άρθρο 10 του κανονισμού 3/58, το οποίο στην ουσία συμπίπτει με το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71) κρίνατε με την απόφαση Biason, της 9ης Οκτωβρίου 1974, ότι μπορεί να καταβληθεί στο εξωτερικό ένα επίδομα που συμπληρώνει σύνταξη αναπηρίας. Η κοινωνική σύνταξη όμως δεν συμπληρώνει καμιά άλλη παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Αντίθετα, όπως είπα παραπάνω, αποκλείεται η χορήγηση της στους δικαιούχους παροχών που υπερβαίνουν το ποσό της συντάξεως αυτής. Μπορεί μήπως από αυτό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο συλλογισμός μας είναι εσφαλμένος και ότι στο εξωτερικό μπορούν να καταβληθούν μόνο οι συμπληρωματικές παροχές;
Από την απόφασή σας δεν μπορεί όντως να συναχθεί η άποψη αυτή, την οποία όμως υποστηρίζουν η ιταλική και η βρετανική κυβέρνηση και ενώ η πρώτη δεν προβάλλει επιχειρήματα σχετικά, η δεύτερη προσπαθεί να τη δικαιολογήσει επικαλούμενη την αναστάτωση που θα προκαλούσε στα εθνικά συστήματα η δυνατότητα εξαγωγής παροχών σαν την ιταλική σύνταξη. Πράγματι, τα κράτη δεν διαθέτουν κανένα κοινοτικό μηχανισμό για την εξακρίβωση των εισοδημάτων που είναι δυνατόν να έχουν οι δικαιούχοι των παροχών στα άλλα κράτη μέλη και για την κατανομή των εξόδων μεταξύ των σχετικών υπηρεσιών.
Το επιχείρημα όμως αυτό δεν με πείθει, Kat όχι μόνο επειδή adducere inconveniens non est solvere argumentum. Η δυσχέρεια βέβαια υπάρχει και δεν είναι και μικρή. Η έλλειψη εναρμονίσεως των διαδικασιών με τις οποίες επιδιώκεται η εξακρίβωση των εισοδημάτων και η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών στον τομέα αυτό έχουν δυσάρεστες και συχνά σοβαρές συνέπειες. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να μετριαστούν με τη λήψη κατάλληλων εθνικών μέτρων. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί ακριβώς η ιταλική κοινωνική σύνταξη. Πράγματι, ο αιτών είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί τις μεταβολές που είναι δυνατόν να έχουν επιπτώσεις στο δικαίωμά του ή στο ύψος της παροχής και η υποχρέωση αυτή συνοδεύεται από κυρώσεις περιουσιακού χαρακτήρα. Έτσι, ο νόμος 153 της 30ής Απριλίου 1969 ορίζει στο άρθρο 26, όγδοη παράγραφος, ότι «όποιος επιδιώκει δολίως να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή για άλλους την καταβολή της συντάξεως χωρίς να υπάρχει σχετικό δικαίωμα έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο Κοινωνικό Ταμείο ποσό διπλάσιο από το ποσό που του καταβλήθηκε αχρεωστήτως».
Εκτός όμως από αυτό, κατά της περιοριστικής ερμηνείας της βρετανικής και της ιταλικής κυβερνήσεως πρέπει να προβληθούν — και αυτό είναι ένα αποφασιστικό επιχείρημα — οι γενικές αρχές της κοινοτικής έννομης τάξης ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Πράγματι, το άρθρο 51, στοιχείο β, της συνθήκης ΕΟΚ όριζει ότι «το Συμβούλιο ... λαμβάνει... στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος που να εξασφαλίζει στους διακινούμενους εργαζομένους και στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα ... [μεταξύ άλλων] ... β) την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών».
Πάντως είναι οφθαλμοφανές ότι, αν θεωρηθεί ότι μόνο οι συμπληρωματικές παροχές μπορούν να καταβληθούν στο εξωτερικό, αυτό θα έχει αρνητική επίδραση στην καταβολή των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στο σύνολο του κοινοτικού χώρου, ανεξάρτητα από την κατοικία του δικαιούχου· κάτι χειρότερο ακόμη, τίθεται έμμεσα όριο στη δυνατότητα των προσώπων να μετακινούνται, επειδή ο διακινούμενος εργαζόμενος θα μπορούσε να οδηγηθεί να εγκαταλείψει το κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί και έχει βρει εργασία, λόγω ακριβώς της επιθυμίας του ή της ανάγκης να εξασφαλίσει για κάποιο μέλος της οικογένειάς του τη συνέχιση της καταβολής κάποιας παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως (πρβλ. αυτά που τονίσατε εσείς οι ίδιοι για μια παρόμοια περίπτωση με την απόφαση σας της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 63/76, Inzirillo, Racc. 1976, σ. 2057, σκέψεις 15 έως 17).
Τελικά, αν και δεν υποτιμώ τους λόγους που προβάλλει η βρετανική κυβέρνηση, νομίζω ότι πρέπει να εμμείνουμε στο συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε ως προς την ισχύ των ρητρών κατοικίας. Έστω και αν δεν συμπληρώνει άλλες παροχές, μια εθνική χρηματική παροχή σαν την ιταλική κοινωνική σύνταξη μπορεί να καταβληθεί οπουδήποτε στην κοινή αγορά.
9.
Βάσει όλων των συλλογισμών που ανέπτυξα μέχρι εδώ, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε με διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 1982 το ιταλικό Corte di cassazione στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ της Paola Piscitello και του Istituto nazionale della previdenza sociale:
α)
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, έχει την έννοια ότι η «κοινωνική σύνταξη» που απονέμει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους στους ηλικιωμένους που βρίσκονται σε κακή οικονονομική κατάσταση ως δικαίωμα που προστατεύεται από το νόμο πρέπει να υπαχθεί, όσον αφορά τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται η κοινοτική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, στην κατηγορία των «παροχών γήρατος».
6)
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού έχει την έννοια ότι μια σύνταξη σαν αυτή που περιγράφεται παραπάνω υπό το στοιχείο α εξακολουθεί να καταβάλλεται στο δικαιούχο, ακόμη και αν μεταφέρει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος, έστω και αν η εσωτερική νομοθεσία του κράτους στο οποίο ανήκει ο φορέας που καταβάλλει τη σύνταξη αυτή ορίζει ότι η σύνταξη καταβάλλεται μόνο σε όσους κατοικούν στην εθνική επικράτεια.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy