ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 24 ΜΑΡΤΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
Εισαγωγή
1.
Ο Lipman, υπάλληλος με βαθμό Β 3 της Επιτροπής, άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1982 με την οποία αποκλείστηκε η συμμετοχή του στο γενικό διαγωνισμό COM/Α/325 (ΕΕ C 233 της 12. 9.1981, σ. 21).
Ζητά, αφενός, την ακύρωση της αρνητικής αυτής αποφάσεως και, αφετέρου, να διαταχθεί η Επιτροπή να του επιτρέψει να συμμετάσχει στον εν λόγω γενικό διαγωνισμό.
Ιστορικό
2.
Ο Lipman εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής το 1973, ως υπάλληλος με βαθμό Β 4. Το 1978, προήχθη στο βαθμό Β 3. Υπηρετούσε πάντοτε στη ΓΔ «εξωτερικές σχέσεις». Σύμφωνα με τους ιεραρχικώς προϊσταμένους του και όπως προκύπτει και από το παράρτημα που επισυνάφθηκε στην προσφυγή, από το τέλος του 1976 ασκεί καθήκοντα επιπέδου Α 7/6. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την Επιτροπή. Αν και η τελευταία μετρίασε τη διαπίστωση αυτή ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος 1977-1979, για ορισμένα μόνο καθήκοντα, δέχεται ότι ο ενδιαφερόμενος ασκεί τώρα κυρίως καθήκοντα αυτού του επιπέδου.
Εκτός από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, ο προσφεύγων σπούδαζε από το 1977 νομικά και έλαβε τον Αύγουστο του 1981 το δίπλωμα «Bachelor of laws» του πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Ο εν λόγω γενικός διαγωνισμός απέβλεπε στην κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων υπαλλήλων διοικήσεως στον έβδομο και έκτο βαθμό της κατηγορίας Α για την πλήρωση ορισμένων θέσεων, μεταξύ των οποίων και θέσεων στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων. Λόγω των τωρινών δραστηριοτήτων του, ο Lipman ενδιαφέρθηκε για μια θέση στον εν λόγω τομέα.
Η απόφαση να αποκλειστεί από το γενικό διαγωνισμό στηρίχτηκε στο γεγονός ότι ο Lipman δεν πληρούσε την προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να δικαιολογεί συμπληρωματική επαγγελματική πείρα δύο ετών, η οποία να έχει αποκτηθεί μετά τη λήψη του πανεπιστημιακού διπλώματος. Συγκεκριμένα, έλαβε το δίπλωμα του μόλις τον Αύγουστο του 1981 και δεν μπορούσε, συνεπώς, κατά την ημερομηνία εγγραφής στο γενικό διαγωνισμό, να πληροί τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση.
Επί της ουσίας
3.
Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, ο προσφεύγων επικαλείται τρεις λόγους, που συνοψίζει ως εξής στην προσφυγή:
παράβαση και/ή μη ορθή εκτίμηση
—
του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ιδίως του άρθρου 5, παράγραφος 3, και των άρθρων 1, στοιχείο δ, και 5, του παραρτήματος ΙΠ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως·
—
της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού COM/A/325, ιδίως του άρθρου 3.Β.2·
—
ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως της αρχής της ισότητας.
Ο προσφεύγων λαμβάνει ως 6άση την προϋπόθεση ότι το σχετικό με τον επίδικο όρο κείμενο είναι σαφές και όχι διφορούμενο. Θεωρεί, όμως, ότι ο όρος αυτός έχει εν προκειμένω ως ανεπιθύμητη και μάλιστα παράλογη συνέπεια ότι ο ίδιος, ενώ έχει πείρα έξι ετών στον εν λόγω τομέα, την οποία απέκτησε με την άσκηση καθηκόντων επιπέδου Α 7/6, αποκλείστηκε από το γενικό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων υπαλλήλων διοικήσεως Α 7/6 στον τομέα, στον οποίο ασκεί τα καθήκοντα του, αποκλειστικά και μόνο για το λόγο ότι έλαβε το πανεπιστημιακό του δίπλωμα μόλις τον Αύγουστο του 1981 και δεν πληρούσε, συνεπώς, τον όρο που απαιτούσε επαγγελματική πείρα δύο ετών αποκτηθείσα μετά τη λήψη του διπλώματος.
Κατά τη γνώμη του, η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Γι' αυτόν το λόγο προτείνει να ερμηνευτεί ο όρος διασταλτικά, ώστε η πείρα του να ανταποκρίνεται στη διατύπωση του όρου.
Για καλύτερη κατανόηση, επαναλαμβάνω εδώ το επίδικο τμήμα της προκηρύξεως του γενικού διαγωνισμού:
«Β.1.
...
2.
Απαιτούμενοι τίτλοι ή διπλώματα και επαγγελματική πείρα: κατά τη λήξη της προθεσμίας που έχει καθοριστεί για την κατάθεση των υποψηφιοτήτων, οι υποψήφιοι πρέπει:
α)
να αποδεικνύουν ότι έχουν συμπληρώσει πανεπιστημιακές σπουδές σχετικές με τον τομέα που αναφέρεται στον τίτλο Ι της παρούσας προκηρύξεως και πιστοποιούμενες με δίπλωμα
6)
να κατέχουν συμπληρωματική πείρα δύο ετών, την οποία να έχουν αποκτήσει μετά τη λήψη του πανεπιστημιακού διπλώματος ...»
Σύμφωνα με το συλλογισμό του προσφεύγοντος, θα πρέπει να εξεταστεί ποιος είναι ο σκοπός της απαιτούμενης πείρας. Κατά τη γνώμη του, απαιτείται εν προκειμένω από τους νέους πτυχιούχους να έχουν αποκτήσει ορισμένη πείρα. Αυτό δεν ισχύει, πάντως, για τον προσφεύγοντα, εφόσον είχε ήδη πείρα 6 ετών.
Η άποψη αυτή ενισχύεται, κατά τη γνώμη του, από τις διατάξεις του παραρτήματος III, άρθρο 1, στοιχείο δ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που ορίζει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να καθορίζει «τα διπλώματα ή άλλους τίτλους ή το επίπεδο της πείρας που απαιτείται για τις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν». Από τη φράση αυτή προκύπτει ότι η πείρα έχει άμεση σχέση με τη θέση, είναι δε τελείως ανεπίτρεπτη η συσχέτιση με το δίπλωμα.
Η διασταλτική αυτή ερμηνεία των απαιτούμενων όρων αποδοχής στο διαγωνισμό είναι ακόμη περισσότερο δικαιολογημένη, δεδομένου ότι ο όρος χαρακτηρίζεται ως «συμπληρωματικός» στην προκήρυξη διαγωνισμού. Επιπλέον, ο προσφεύγων παραπέμπει στην απόφαση Newth, υπόθεση 56/78, Jurispr. 1979, σ. 1941, με την οποία επίσης το Δικαστήριο έδωσε, κατά τη γνώμη του, διασταλτική ερμηνεία, προκειμένου να αποφευχθεί μια άδικη κατάσταση.
Δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας, η οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα. Παρατηρεί ότι κατά τη διάρκεια του ίδιου χρονικού διαστήματος δημοσιεύτηκε η προκήρυξη εσωτερικού διαγωνισμού COM/A/4/81, η οποία, για θέσεις βαθμού Α 7/6, δεν απαιτούσε πανεπιστημιακό δίπλωμα και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να προβλέπει ως όρο επαγγελματική πείρα αποκτηθείσα μετά τη λήψη του διπλώματος. Για μια καλύτερη κατανόηση του προβλήματος, σημειώνω σχετικά ότι ο διαγωνισμός αυτός είχε διαφορετικό σκοπό από το γενικό διαγωνισμό για τον οποίο πρόκειται εδώ και ότι οι όροι ήταν επίσης διαφορετικοί, ούτως ώστε να μη συνιστά για τον προσφεύγοντα πρόσφορη εναλλακτική λύση, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την προφορική διαδικασία. Ακολούθως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι στον επίδικο γενικό διαγωνισμό έγιναν δεκτοί υποψήφιοι, για τους οποίους δεν είχε ελεγχθεί αν η επαγγελματική τους πείρα είχε σχέση με τους επιλεγέντες τομείς, όπως διευκρίνιζε η προκήρυξη. Τέλος, θεωρεί ότι, εφόσον δεν αποκλείστηκαν από το διαγωνισμό άλλοι υποψήφιοι που είχαν μικρότερη πείρα από τη δική του στον εν λόγω τομέα, υπάρχει άνιση μεταχείριση.
Εκτίμηση της υποθέσεως
4.
Όσον αφορά την εκτίμηση της υποθέσεως αυτής, λέω αμέσως ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή είναι, από ουσιαστική άποψη, προφανώς άδικο για τον ενδιαφερόμενο. Αυτό που έχει σημασία πάντως για το Δικαστήριο, είναι να διαπιστωθεί αν η προσφυγή μπορεί επίσης να οδηγήσει, από νομική άποψη, στην ακύρωση της απορριπτικής αποφάσεως.
Ο καθορισμός των όρων αποδοχής σε ένα γενικό διαγωνισμό εμπίπτει στη διακριτική εξουσία της διοικήσεως, στο πλαίσιο, προφανώς, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της τηρήσεως των εφαρμοστέων γενικών αρχών του δικαίου.
Το επίδικο κείμενο, που αναφέρεται στην πείρα δύο ετών μετά τη λήψη του διπλώματος, είναι σαφές και όχι διφορούμενο. Σ' αυτό προστίθεται ακόμη το γεγονός ότι στον «οδηγό των υποψηφίων», που είχε τυπωθεί πριν την προκήρυξη του διαγωνισμού, στο σημείο 5 «κύριες αιτίες σφαλμάτων») ορίζεται ρητώς ότι η επαγγελματική πείρα υπολογίζεται από την πρώτη εργασία μετά τη λήψη του απαιτούμενου διπλώματος. Όσον αφορά το επιχείρημα που αφορά την παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο δ, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι είναι ανάλογο με το επιχείρημα που εξετάστηκε σε δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικές με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Πρόκειται για τις υποθέσεις 117/78, Orlandi, Jurispr. 1979, σ. 1619 και 178/78, Szemerey, Jurispr. 1979, σ. 2861. Στις υποθέσεις αυτές εξετάστηκε επίσης, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν στο πλαίσιο του διαγωνισμού ήταν δυνατόν να απαιτηθεί, εκτός του διπλώματος, σωρευτικά, επαγγελματική πείρα ή πρόκειται για όρο που μπορεί να τίθεται μόνο εναλλακτικά, λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 1.
Και στις δύο αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε ρητά ότι η διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποτελεί μόνο ελάχιστο όρο και ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα να επιβάλλονται αυστηρότεροι όροι, αν το απαιτεί η φύση των θέσεων που πρόκειται να πληρωθούν. Αυτό ορίζουν ρητώς οι σκέψεις 15 και 16 της αποφάσεως Orlandi. Η τρίτη σκέψη της δεύτερης αποφάσεως παραπέμπει, χωρίς νέα αιτιολόγηση επ' αυτού του σημείου, στην απόφαση Orlandi. Συμφωνώντας με το γενικό εισαγγελέα Capotorti (Jurispr. 1979, σ. 2866, τέλος της πρώτης στήλης), έχω τη γνώμη ότι η γενική αρχή που πρέπει να καθοδηγεί το ενδιαφερόμενο όργανο είναι η αρχή του συμφέροντος της υπηρεσίας.
Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που αναφέρθηκε, νομίζω συνεπώς ότι οι διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο δ, του παραρτήματος III δεν επιτρέπουν τη συναγωγή άλλου συμπεράσματος από το ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού μπορεί να απαιτεί επαγγελματική πείρα, χωρίς όμως να επιτρέπουν την πολύ ευρύτερη ερμηνεία του προσφεύγοντος, ότι δηλαδή το άρ9ρο αυτό αντιτίθεται στο να απαιτούνται σωρευτικά ορισμένα διπλώματα και επαγγελματική πείρα ή, τουλάχιστον, ότι σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, όπως η δική του, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η επαγγελματική πείρα που έχει αποκτηθεί πριν από τη λήψη του απαιτούμενου διπλώματος.
Μπορεί 6ε6αίως να γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων απέδειξε ότι ικανοποιεί το στόχο των δύο όρων, δηλαδή ότι είναι ικανός να εφαρμόσει πρακτικά πανεπιστημιακές γνώσεις, εφόσον του είχαν ανατεθεί από μακρού χρόνου καθήκοντα επιπέδου Α 7/6 και εφόσον, σύμφωνα μ' αυτά που ειπώθηκαν στη συνεδρίαση είχε επίσης ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα επί τέσσερα έτη σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη απόκτηση πανεπιστημιακών γνώσεων. Σύμφωνα με την προσωπική μου πείρα όσον αφορά την εκπαίδευση και τις αντιλήψεις, στις οποίες στηρίζεται η σύγχρονη αρχή της «διαρκούς εκπαιδεύσεως», πρόκειται συχνά για ιδεώδη τρόπο συνδυασμού αποκτήσεως πανεπιστημιακών γνώσεων και πείρας. Νομίζω όμως υπό το φως της προηγούμενης νομολογίας αυτό δεν αρκεί για να ερμηνευτεί διαφορετικά η ρητή διατύπωση του όρου που τέθηκε.
Οι όροι που προβλέπονται στις προκηρύξεις γενικών διαγωνισμών αφορούν εκ φύσεως συνήθεις καταστάσεις και δεν μπορούν να λάβουν υπόψη εξαιρετικές περιπτώσεις. Αυτό τόνισε επίσης ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στις προτάσεις του, που ήδη αναφέρθηκαν, στην υπόθεση Szemerey (σ. 2867, πρώτο εδάφιο). Τέλος, στον παρόντα διαγωνισμό υπήρχαν 2267 αιτήσεις συμμετοχής, από τις οποίες έγιναν δεκτές οι 1250. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι όροι μπορούν φυσικά να καθορίζονται σε συνάρτηση με απαιτήσεις που, για την πλειοψηφία των υποψηφίων, είναι λογικοί όροι λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων της υπηρεσίας.
5.
Όσον αφορά την επίκληση της υποθέσεως Newth, υπόθεση 156/78, Jurispr. 1979, σ. 1941, νομίζω ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην ερμηνεία που δέχθηκε τελικά, λόγω του γεγονότος ότι επρόκειτο για «κατάσταση που ενείχε διάκριση σε σχέση με τους υπαλλήλους που βρίσκονταν σε κατάσταση δεκτική συγκρίσεως» (σκέψη 13).
Γι' αυτό θα εξετάσω τώρα κατά πόσο ευσταθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι υφίσταται δυσμενής διάκριση. Ισχυρίστηκε ότι ο εσωτερικός διαγωνισμός COM/A/4/81 δεν απαιτούσε πανεπιστημιακό δίπλωμα και, συνεπώς, δεν μπορούσε να απαιτεί μεταπανεπιστημιακή επαγγελματική πείρα. Συμφωνώ με την Επιτροπή, η οποία αναφέρει ότι κάθε διαγωνισμός είναι αυτοτελής και δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλους, που αποβλέπουν σε διαφορετικούς σκοπούς και προβλέπουν άλλους όρους, λαμβανομένης επίσης υπόψη της ευρείας, εν προκειμένω, διατυπώσεως του άρθρου 1 του παραρτήματος III. Ο εν λόγω εσωτερικός διαγωνισμός είχε σκοπό να επιτρέψει σε υπαλλήλους, που είχαν παρακολουθήσει μαθήματα διοικητικής και οικονομικής διαχειρίσεως, τα οποία οργάνωσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, να προαχθούν στην κατηγορία Α. Οι άλλοι όροι είχαν προσαρμοστεί στο διαφορετικό αυτό σκοπό.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι, κατά την εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής στον επίδικο γενικό διαγωνισμό, δεν τηρήθηκε πάντοτε ο όρος που απαιτούσε επαγγελματική πείρα σε σχέση με τον επιλεγέντα τομέα, δεν βλέπω πού μπορεί να οδηγήσει ο ισχυρισμός αυτός, έστω και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία ότι είναι ορθός. Παρόμοια παράλειψη δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπέρ του προσφεύγοντος ούτε μπορεί να συνιστά διάκριση σε βάρος του.
Ως προς το επιχείρημα ότι το γεγονός ότι υποψήφιοι που είχαν μικρότερη επαγγελματική πείρα, ίση με την ελάχιστη διάρκεια των δύο ετών, έγιναν δεκτοί στο διαγωνισμό, ενώ ο προσφεύγων, που μπορεί να επικαλεστεί περισσότερα έτη, δηλαδή έξι όπως ισχυρίζεται, αποκλείστηκε, συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, παρατηρώ τα ακόλουθα.
Πρώτον, το ζήτημα είναι αν η κατάσταση του προσφεύγοντος και εκείνη των άλλων υποψηφίων είναι δεκτικές συγκρίσεως. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων απέκτησε την επαγγελματική του πείρα πριν από τη λήψη του διπλώματος, ενώ οι άλλοι την απέκτησαν μετά από αυτό, όπως απαιτούσε ρητά η προκήρυξη του διαγωνισμού. Όπως ήδη ανέφερα, έχω τη γνώμη ότι οι αρχές μπορούν να καθορίζουν τον όρο αυτό κατά τον τρόπο που θεωρούν καλύτερο για το συμφέρον της υπηρεσίας. Προφανώς, δεν θέλησαν να εξομοιώσουν την επαγγελματική πείρα με την πανεπιστημιακή κατάρτιση. Για το λόγο αυτό, αντίθετα προς την υπόθεση Newth, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει λόγος για διάκριση κατά την έννοια ότι όμοιες ή ισοδύναμες καταστάσεις αντιμετωπίστηκαν κατά τρόπο άνισο ή άνισες καταστάσεις αντιμετωπίστηκαν κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία.
Στην υπόθεση Newth, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή ενός γενικού κανόνα κατέληξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε παράβαση ανώτερου κανόνα δικαίου, εν προκειμένω της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Για να αποφευχθεί η συνέπεια αυτή, έκρινε το Δικαστήριο, η επίδικη διάταξη δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον αφορούσε την κατοικία, η οποία ήταν στην υπόθεση αυτή το κρίσιμο σημείο. Συνεπώς, δεν αμφισβητήθηκε αυτή καθαυτή η νομιμότητα της εν λόγω διατάξεως. Ίσως ο προσφεύγων να είχε περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας με την προσφυγή του, αν είχε επικαλεστεί κατ' ανάλογο τρόπο την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με τη δική του περίπτωση, αποδεχόμενος ρητά τους όρους που τέθηκαν και την ερμηνεία που έδωσε σ' αυτούς η Επιτροπή. Όλα όμως τα επιχειρήματα του κατά την έγγραφη όπως και κατά την προφορική διαδικασία στρέφονταν ακριβώς κατά των όρων αυτών και της ερμηνείας που δόθηκε.
Η Επιτροπή μπορεί, κατά τα λοιπά, να θέσει τέρμα στην άδικη κατάσταση που δημιουργήθηκε για τον προσφεύγοντα, οργανώνοντας εσωτερικό διαγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πριν πληρώσει κενή θέση στην εν λόγω υπηρεσία. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε προκάλεσε πράγματι στον προσφεύγοντα άδικη ζημία όσον αφορά τη σταδιοδρομία του. Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να κριθεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το ζήτημα αν η Επιτροπή έχει επίσης την υποχρέωση να διοργανώσει ενδεχομένως τον εν λόγω εσωτερικό διαγωνισμό.
6.
Εν συμπεράσματι, νομίζω ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί. Λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της υποθέσεως, θεωρώ ότι 6άσει του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας, οι δύο διάδικοι πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy