ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÉS ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ26 Ιανουαρίου 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαατές,
Ο ειρηνοδίκης του τέταρτου καντονίου των Βρυξελλών, σας υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το ειδικό τέλος εγγραφής, με την ονομασία τέλος σπουδών «αλλοδαπών φοιτητών», που υποχρεούνται να καταβάλλουν όσοι φοιτητές δεν έχουν τη βελγική ή λουξεμβουργιανή ιθαγένεια.
Τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Ο Forcheri, ιταλικής ιθαγένειας, εργάζεται στις Βρυξέλλες. Η σύζυγος του, επίσης ιταλικής ιθαγένειας, δεν εργάζεται και κατοικεί με το σύζυγο της στο Βέλγιο.
Παρακολούθησε κύκλο μαθημάτων τριών ετών στο Institut supérieur de sciences humaines appliquées — École ouvrière supérieure, στο οποίο γίνεται κυρίως προετοιμασία για το επάγγελμα της κοινωνικής λειτουργού. Το ινστιτούτο αυτό είναι ένα ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα βελτιώσεως της κοινωνικής θέσεως, εγκεκριμένο και επιχορηγούμενο από το βελγικό υπουργείο παιδείας. Για να παρακολουθήσει τα μαθήματα αυτά, η Forcheri υποχρεώθηκε να καταβάλει, επί πλέον των τελών εγγραφής που καταβάλλουν οι βέλγοι φοιτητές, τα ποσά των 19995 βελγικών φράγκων (BFR) για το σχολικό έτος 1979/80 και 21723 BFR για το σχολικό έτος 1980/81 που αντιπροσωπεύουν το ποσό του τέλους σπουδών «αλλοδαπών φοιτητών».
Πράγματι, το τέλος αυτό είναι ένα συμπληρωματικό τέλος εγγραφής, που υποχρεούνται να καταβάλλουν στο Βέλγιο, από το σχολικό έτος 1976/77 όλοι, καταρχήν, οι φοιτητές που δεν έχουν τη βελγική ιθαγένεια ή των οποίων οι γονείς δεν κατοικούν στο Βέλγιο. Επιβάλλεται για κάθε σχολικό ή ακαδημαϊκό έτος σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που επιχορηγούνται από το βελγικό δημόσιο, είτε ανήκουν στο επίσημο δίκτυο διδασκαλίας είτε στην ελεύθερη εκπαίδευση και ανεξάρτητα από το επίπεδο των σπουδών τις οποίες παρέχουν, δηλαδή από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο.
Για την ανώτερη εκπαίδευση πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της πανεπιστημιακής και της μη πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, διότι το νομικό καθεστώς που ισχύει ως προς την καταβολή του τέλους διαφέρει από τη μια στην άλλη περίπτωση.
Στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η υποχρέωση καταβολής του τέλους σπουδών «αλλοδαπών φοιτητών» προκύπτει από το άρθρο 85 του νόμου της 5ης Ιανουαρίου 1976, ο οποίος συμπληρώνει το νόμο της 27ης Ιουλίου 1971, περί χρηματοδοτήσεως και ελέγχου των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, καταρχήν, οι αλλοδαπής ιθαγένειας φοιτητές συμβάλλουν στις συνήθεις δαπάνες λειτουργίας του πανεπιστημιακού ιδρύματος στο οποίο έχουν εγγραφεί. Το τέλος αντιπροσωπεύει, λοιπόν, τη συμβολή τους αυτή. Προστίθεται στα ύψους 11000 BFR δίδακτρα που καταβάλλουν όλοι οι φοιτητές. Το ποσό του τέλους αυτού ποικίλλει, ανάλογα με τα πανεπιστήμια και τον τύπο των σπουδών, από 70000 μέχρι 200000 BFR ετησίως. Αναφέρθηκε ότι τα πανεπιστήμια εισέπρατταν το τέλος αυτό με λύπη, επέτρεπαν δε την τμηματική του καταβολή.
Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις, ιδίως υπέρ των φοιτητών που έχουν τη λουξεμβουργιανή ιθαγένεια, αυτών των οποίων οι γονείς κατοικούν στο Βέλγιο, καθώς και των φοιτητών που έχουν χαρακτηριστεί πρόσφυγες. Οι υπόλοιποι αλλοδαποί φοιτητές απαλλάσσονται εντός του ορίου του 2 0/0 του συνολικού αριθμού των βέλγων υπηκόων, «οι οποίοι είχαν κανονικά υπολογιστεί, κατά το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος, σε μια κατεύθυνση σπουδών» ( 2 ).
Στη μη πανεπιστημιακή ανώτερη εκπαίδευση, η αρχή της καταβολής του τέλους προβλέπεται από τους νόμους που καθορίζουν τον. προϋπολογισμό της εθνικής εκπαιδεύσεως, οι λεπτομέρειες, όμως, εισπράξεως του καθορίζονται με εγκυκλίους του υπουργείου εθνικής παιδείας. Η εγκύκλιος που ίσχυε κατά το χρόνο των επίδικων περιστατικών ήταν η εγκύκλιος της 8ης Ιουνίου 1978 ( 3 ), η εφαρμογή της οποίας επεκτεινόταν όχι μόνο στην ανώτερη εκπαίδευση, αλλά και στην προσχολική, την πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και την ειδική εκπαίδευση. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες που απαλλάσσονται δυνάμει της εγκυκλίου αυτής διαφέρουν από εκείνες που προβλέπονται για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Απαλλάσσονται ιδίως τα τέκνα των αλλοδαπών υπάλληλων που εργάζονται στο Βέλγιο στο SHAPE, στο NATO, στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, τα τέκνα του προσωπικού των πρεσβειών που έχουν την έδρα τους στο Βέλγιο, καθώς και οι φοιτητές των οποίων ο σύζυγος κατοικεί στο Βέλγιο όπου και εργάζεται και καταβάλλει φόρους στο βελγικό δημόσιο.
Για το σχολικό έτος 1981/82, η εγκύκλιος της 12ης Μαΐου 1981 ( 4 ), το πεδίο εφαρμογής της οποίας περιορίζεται στα μη πανεπιστημιακά εκπαιδευτικά ιδρύματα, εξομοιώνει προς τους βέλγους φοιτητές όχι μόνο τους φοιτητές οι γονείς των οποίων είναι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, αλλά και εκείνους ο σύζυγος των οποίων έχει την ιδιότητα αυτή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρθηκε ότι για το πανεπιστημιακό έτος 1982/83 κυκλοφόρησε στις 7 Ιουλίου 1982 μια εγκύκλιος με παρόμοιο περιεχόμενο.
Σήμερα, επομένως, οι σύζυγοι των υπαλλήλων των Κοινοτήτων απαλλάσσονται από την καταβολή του τέλους στη μη πανεπιστημιακή ανώτερη εκπαίδευση, όχι όμως και στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση οφείλεται στο γεγονός ότι οι υπουργικές εγκύκλιοι δεν εφαρμόζονται στα πανεπιστημιακά ιδρύματα· τα τελευταία επομένως υποχρεούνται να εισπράττουν το τέλος, με κίνδυνο να χάσουν το αντίστοιχο ποσό των επιχορηγήσεων που τους παρέχει το κράτος.
Επισημαίνω το γεγονός ότι, εφόσον δεν εμπίπτουν σε μια από τις ήδη απαλλασσόμενες κατηγορίες, οι ίδιοι οι υπάλληλοι που υπηρετούν στο Βέλγιο και δεν έχουν τη βελγική ή λουξεμβουργιανή ιθαγένεια υπόκεινται, για τις δικές τους σπουδές, στην καταβολή του τέλους για όλους τους τύπους της ανώτερης εκπαιδεύσεως αδιακρίτως.
Το ζεύγος Forcheri έγκρινε ότι το τέλος σπουδών «αλλοδαπών φοιτητών» που υποχρεώθηκε να καταβάλει για την κυρία Forcheri ήταν αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Προέβησαν, καταρχάς, σε διαβήματα προς τις βελγικές αρχές. Οι τελευταίες τους απάντησαν ότι δεν ήταν δυνατό να χορηγηθεί απαλλαγή από το τέλος στους συζύγους των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διότι οι τελευταίοι δεν καταβάλλουν φόρους στο βελγικό δημόσιο ( 5 ). Άσκησαν, λοιπόν, αγωγή ενώπιον του ειρηνοδίκη του τετάρτου καντονίου των Βρυξελλών κατά του βελγικού δημοσίου και του Institut supérieur de sciences humaines appliquées — École ouvrière supérieure, (Ανώτερου Ινστιτούτου Εφαρμοσμένων Ανθρωπιστικών Επιστημών — Ανώτερης Εργατικής Σχολής), με την οποία ζήτησαν από το εν λόγω δικαστήριο να αποφανθεί ότι το τέλος ήταν παράνομο και ότι έπρεπε να επιστραφούν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, αυξημένα κατά τους τόκους υπερημερίας.
Ενώπιον του δικαστηρίου, οι διάδικοι με κοινή συμφωνία ζήτησαν να σας υποβληθούν δύο προδικαστικά ερωτήματα. Αποδεχθέν το αίτημα αυτό το δικαστήριο, με απόφαση του της 11ης Δεκεμβρίου 1981, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και σας υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα:
Το πρώτο ερώτημα, που έχει τεθεί ως κύριο ερώτημα, αφορά την ερμηνεία:
1)
της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας, αρχή που καθιερώνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 7 της συνθήκης ΕΟΚ, στον τομέα δε της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, τα άρθρα 48 και 49 της ίδιας συνθήκης,
2)
του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 1968 (1612/68) περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας,
3)
και του άρθρου 12 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το δεύτερο ερώτημα, το οποίο είναι συμπληρωματικού χαρακτήρα, αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13, εδάφιο 2, του ίδιου πρωτοκόλλου.
Πριν από την απάντηση στα ερωτήματα αυτά, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να προσδιοριστεί αν η καταβολή ενός τέλους εγγραφής σε ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα κράτους μέλους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συνθήκης.
Έτσι που τίθεται το ερώτημα, κατά τρόπο γενικό και ανεξάρτητα από την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου φοιτητή, ο οποίος είναι υπήκοος κράτους μέλους, η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι εντελώς κατηγορηματική.
Όπως προκύπτει από την απόφαση Casagrande της 3ης Ιουλίου 1974, η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας δυνατόν να παρακωλυθεί από τις συνέπειες εθνικών μέτρων που λαμβάνονται σ' έναν τομέα, όπως αυτός της εκπαιδευτικής πολιτικής και της παιδείας, τον οποίο η συνθήκη δεν υπήγαγε, καθεαυτόν, στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων ( 6 ). Εφόσον οι διατάξεις αυτές της εθνικής νομοθεσίας συνιστούν εμπόδιο στην πλήρη άσκηση των αρμοδιοτήτων που έχουν κανονικά ανατεθεί στην Κοινότητα, μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να έχουν τις συνέπειες τους μόνον υπό τον όρο του σεβασμού της κοινοτικής έννομης τάξης.
Είναι προφανές ότι η πλήρης άσκηση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας προϋποθέτει την καλύτερη δυνατή λειτουργία των οργάνων της, η οποία επηρεάζεται από τη στάση που τηρούν απέναντί τους τα κράτη μέλη. Όπως αποφανθήκατε με την απόφαση σας Lord Bruce της 15ης Σεπτεμβρίου 1981, τα κράτη μέλη έχουν «το καθήκον να απέχουν από μέτρα ικανά να παρεμβάλουν εμπόδια στην εσωτερική λειτουργία των οργάνων της Κοινότητας». Το καθήκον αυτό απορρέει από την υποχρέωση που έχουν αποδεχτεί τα κράτη μέλη, με το άρθρο 5 της συνθήκης, «να διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της και να απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της συνθήκης» ( 7 ).
Η υποχρέωση, όμως, που επιβάλλεται στους συζύγους των υπαλλήλων των Κοινοτήτων που υπηρετούν στο Βέλγιο να καταβάλλουν το τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ικανό να παρεμβάλλει εμπόδια στην εσωτερική λειτουργία των οργάνων της Κοινότητας. Νομίζω, ότι η σχετική επίπτωση του είναι πολύ περιορισμένη και πολύ έμμεση. Βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση αυτή εισάγει διακρίσεις, διότι εφαρμόζεται ανάλογα με την ιθαγένεια του σπουδαστή συζύγου υπαλλήλου, δεν μπορεί όμως να έχει μια αρκετά αισθητή συνέπεια επί της λειτουργίας των οργάνων αυτών, ώστε να θεωρηθεί εύλογα ως εμπόδιο. Νομίζω, επομένως, ότι χάνει το μόνο δυνατό σημείο συνδέσμου με το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, πρέπει να αποκλειστεί κάθε επιχείρημα που θα μπορούσε να συναχθεί από την παράλληλη κατάσταση των διακινούμενων εργαζομένων, που απαιτούσε την ερμηνεία νομοθετικών κειμένων τα οποία δεν έχουν σχέση με την παρούσα περίπτωση.
Διαφορετική άποψη θα παρουσίαζε το μη αμελητέο μειονέκτημα, να εισάγει μια άλλη διάκριση, τη φορά αυτή μεταξύ του ίδιου του υπαλλήλου — ο οποίος, το θυμίζω, υποχρεούται να καταβάλλει το τέλος για όλους τους τύπους της ανώτερης εκπαιδεύσεως — και της συζύγου του, η οποία θα απαλλασσόταν.
Η Επιτροπή έθιξε το πρόβλημα των προσλήψεων. Παρατήρησε ότι η ελευθερία να προσλαμβάνει τους υπαλλήλους της σε μια όσο το δυνατό ευρύτερη γεωγραφική βάση αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές της λειτουργίας των κοινοτικών οργάνων. Η ανάγκη αυτή εξηγεί πολλές από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών. Μπορεί, όμως, να θεωρηθεί ότι η καταβολή του τέλους, στην οποία υποχρεούται ο σύζυγος ενός υπαλλήλου που επιθυμεί να ακολουθήσει ανώτερη εκπαίδευση, είναι ικανή να παρεμποδίσει την οικογενειακή του ενσωμάτωση ή να τον υποχρεώσει να εγκαταλείψει την οικογενειακή του εστία για να ακολουθήσει αλλού λιγότερο δαπανηρές σπουδές;
Δεν νομίζω ότι τέτοιες σκέψεις μπορούν σοβαρά να περιορίσουν τον αριθμό των υποψηφίων για θέσεις στις Κοινότητες.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω να δοθεί στον ειρηνοδίκη του τέταρτου καντονίου των Βρυξελλών η απάντηση ότι κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν επηρεάζει το κύρος μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που προβλέπει την καταβολή τέλους εγγραφής στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το οποίο επιβάλλεται ειδικά στους αλλοδαπούς φοιτητές και το οποίο υποχρεούνται ιδίως να καταβάλλουν οι σύζυγοι των υπαλλήλων των Κοινοτήτων που έχουν την ιθαγένεια ορισμένων κρατών μελών και κατοικούν μαζί με αυτούς, λόγω της υπηρεσίας τους στην Κοινότητα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Νόμος της 5ης Ιανουαρίου 1976, άρθρο 85, παράγραφος 3, ψηφίο 2, στοιχείο σι).
( 3 ) Υπ' αριθμό E/EC/CH/2.6.
( 4 ) Υπό σιοιχεία ES/RS.
( 5 ) Επιστολή της 7ης Μαΐου 1980 του γραφείου του υπουργού εθνικής παιδείας.
( 6 ) Casagrandc κατά Landeshauptstadt München, υπό· 9εση 9/74, ιδίως σκέψη 6, Recueil σ. 779' σ' έναν άλλο τομέα: 3ο τμήμα, 14 Ιανουαρίου 1982, Reina, υπόθεση 65/81, σκέψη 15, Συλλογή σ. 44-45.
( 7 ) Lord Bruce of Donington κατά Aspden, υπόθεση 208/80, σκέψη 14, Συλλογή σ. 2218-2219.
Full & Egal Universal Law Academy