ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
που αναπτύχθηκαν στις 19 Ιανουαρίου 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι οικαονές,
Η Επιτροπή άσκησε ενώπιον σας κατά του Βασιλείου του Βελγίου προσφυγή που αναφέρεται στην απαίτηση εγκαταστάσεως στο Βέλγιο του αιτούντος τη χορήγηση άδειας για τη διάθεση στο εμπόριο φυτοφαρμάκων και παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως.
Ι —
1.
Η προσφυγή αυτή οφείλεται σε αιτιάσεις που η κυβέρνηση της Ομποσπον-διακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διατύπωσε προς την Επιτροπή το 1979. Πληροφορηθήκαμε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το επίδικο προϊόν είναι ένα υγρό που σκοπό έχει να προστατεύει τα άλογα και τους ίππους «πόνεϋ» κατά της ενοχλητικής δράσεως και των δηγμάτων των εντόμων, κυρίως των μυγών. Σύμφωνα με τον παρασκευαστή του, εγκατεστημένο στη Γερμανία, το προϊόν αυτό, που είναι ευρέως διαδεδομένο στην Κοινότητα, δεν έγινε ποτέ αιτία ατυχήματος καθόλη τη διάρκεια της δεκατριετούς εμπορίας του.
Η Επιτροπή, επομένως, απηύθυνε ένα πρώτο έγγραφο στη βελγική κυβέρνηση, στις 5 Νοεμβρίου 1979, με το οποίο προέβαλε τα προβλήματα που θέτει, ενόψει των άρθρων 30 και επομένων της συνθήκης, η απαίτηση που επιβάλλει η βελγική κανονιστική ρύθμιση. Με την απάντηση της, στις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, η βελγική κυβέρνηση προέβαλε ότι η απαίτηση της δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, αν ληφθούν υπόψη οι συναφείς κίνδυνοι από τη χρήση των εξεταζόμενων προϊόντων.
Η διοικητική διαδικασία του προβλέπει το άρθρο 169 της συνθήκης κινήθηκε στις 27 Μαρτίου 1981. Με την όχληση της, η Επιτροπή υποστήριζε ότι η βελγική κοινοτική ρύθμιση συνιστά παράβαση του άρθρου 30 της συνθήκης, κατά το μέτρο που καθιστά την εμπορία των εισαγόμενων προϊόντων δυσκολότερη από εκείνη των εθνικών προϊόντων και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης. Με τις παρατηρήσεις της, στις 21 Μαΐου 1981, η βελγική κυβέρνηση δέχεται ότι η νομοθεσία της «μπορεί βεβαίως να έχει ως φαινομενικό αποτέλεσμα να καθιστά την εμπορία των εισαγόμενων προϊόντων δυσκολότερη από εκείνη των εθνικών προϊόντων». Πάντως, τη δικαιολογεί λόγω του επικίνδυνου χαρακτήρα των προϊόντων που καθιστά αναγκαίους τους εξαιρετικά αυστηρούς κανόνες, ιδίως στο επίπεδο των ελέγχων. Κατά τη βελγική κυβέρνηση, ο διορισμός σε εθνικό επίπεδο ενός υπευθύνου για την ποιότητα κάθε προϊόντος είναι πρόσφορος για να εξασφαλίζεται η προστασία αυτών που χρησιμοποιούν τα προϊόντα, και δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο.
Εντούτοις, η Επιτροπή διατύπωσε στις 23 Οκτωβρίου 1981 και κοινοποίησε στις βελγικές αρχές στις 30 του ίδιου μηνός αιτιολογημένη γνώμη με την οποία καλούσε τη βελγική κυβέρνηση να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τα αναγκαία μέτρα για να θέσει τέρμα στην προβαλλόμενη παράβαση. Η βελγική κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση αυτή, αλλά αντίθετα, με έγγραφο της, στις 18 Φεβρουαρίου 1982, τόνιζε ότι, γι' αυτήν, η εν λόγω απαίτηση ήταν απαραίτητη για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η Επιτροπή άσκησε ενώπιον σας προσφυγή με δικόγραφο που κατατέθηκε στις 17 Μαΐου 1982.
2.
Η διάταξη, της οποίας η νομιμότητα σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο αμφισβητείται, περιλαμβάνεται στο βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1975 περί κατοχής, εμπορίας και χρησιμοποιήσεως των παρασιτοκτόνων και των φυτοφαρμάκων. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση αναφέρεται ουσιαστικά στα ακόλουθα σημεία:
—
κανένα φυτοφάρμακο ή παρασιτοκτόνο δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά χωρίς προηγούμενη άδεια·
—
η συσκευασία και η επισήμανση ρυθμίζονται από αυστηρές διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η πληροφόρηση οποιουδήποτε προσώπου έρχεται σε επαφή με τα προϊόντα αυτά·
—
η εμπορία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρησιμοποίηση μερικών από τα προϊόντα αυτά που θεωρούνται ως τα περισσότερο επικίνδυνα — τα οποία απαριθμούνται σε παράρτημα του βασιλικού διατάγματος — επιφυλάσσονται σε πρόσωπα που έχουν τα κατάλληλα προσόντα και τα οποία υπόκεινται σε ειδικές διατάξεις.
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 12 του βασιλικού διατάγματος ορίζει ότι:
«Η αίτηση εγκρίσεως ή χορηγήσεως άδειας, η αίτηση ανανεώσεως της εγκρίσεως ή της άδειας και η αίτηση συμπληρωματικής εγκρίσεως ή άδειας υποβάλλονται με έντυπο, του οποίου το πρότυπο καθορίζεται στο παράρτημα Ι του παρόντος διατάγματος. Η αίτηση σε τρία αντίτυπα υποβάλλεται στον αρμόδιο υπουργό από άτομο εγκατεστημένο στο Βέλγιο και υπεύθυνο για τη διάθεση στο εμπόριο του φυτοφαρμάκου ή του παρασιτοκτόνου μη γεωργικής χρήσεως, είτε αυτό είναι παρασκευαστής, εισαγωγέας, κύριος ή αντιπρόσωπος.»
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, λόγω του άρθρου 12, «το πρόσωπο, το οποίο γνωρίζει τη συνολική σύνθεση και όλες τις φυσικοχημικές και βιολογικές ιδιότητες των προϊόντων αυτών γίνεται ο κάτοχος της επίσημης άδειας ή εγκρίσεως που χορηγείται για το εν λόγω προϊόν». Η απαίτηση εγκαταστάσεως του στο Βέλγιο δικαιολογείται από το ότι ο εν λόγω κάτοχος υπέχει ευθύνη για όλες τις συνέπειες που προκύπτουν από την κυκλοφορία στην αγορά του προϊόντος και κυρίως για τις συνέπειες που αναφέρονται στη δημόσια υγεία.
Το άρθρο 12 εφαρμόζεται στις δύο κατηγορίες των προϊόντων που καθορίζει το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος: τα φυτοφάρμακα και τα παρασιτοκτόνα μη γεωργικής χρήσεως. Τα πρώτα περιλαμβάνουν τα παρασιτοκτόνα γεωργικής χρήσεως και υπόκεινται στην έγκριση του υπουργού γεωργίας. Τα δεύτερα υπόκεινται σε άδεια που χορηγείται από τον υπουργό δημόσιας υγείας. Εφόσον ο αιτών είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο, η ιδιότητα του δεν ενδιαφέρει. Οι τελευταίες λέξεις του εδαφίου 2 του άρθρου 12 το καταδείχνουν ήδη. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, η βελγική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι μπορούσε επίσης να αρκούσε ένας τυπικός αντιπρόσωπος της επιχειρήσεως εισαγωγής, ή ακόμη ένας χονδρέμπορος, ή και ένας λιανοπωλητής.
Εις απάντηση ενός από τα ερωτήματα που της υποβάλατε, η βελγική κυβέρνηση ανέφερε ότι η απαίτηση εγκαταστάσεως στο Βέλγιο επιβαλλόταν επίσης από την κανονιστική της ρύθμιση για τα φάρμακα και τα εκρηκτικά. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η Επιτροπή δεν θα παραλείψει να εξαγάγει τα συμπεράσματα που επιβάλλονται.
Τέλος, ας σημειωθεί ότι κανονιστικές ρυθμίσεις παρόμοιες με τη βελγική κανονιστική ρύθμιση ήταν στο παρελθόν, είναι σήμερα ή θα αποτελέσουν σύντομα αντικείμενο προσφυγών λόγω παραβάσεως. Έτσι, η Επιτροπή προέβη σε παραστάσεις στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, της οποίας ο νόμος περί προστασίας των φυτών («Pfanzenschutzgesetzt»), ιδίως το άρθρο του 12, όριζε ότι στη συσκευασία των προϊόντων έπρεπε να αναφέρεται το όνομα του παραγωγού, του εισαγωγέα ή της επιχειρήσεως διανομής «που είναι εγκατεστημένο avo έδαφος εφαρμογής του νόμου». Κατόπιν των παραστάσεων αυτών, η Γερμανία τροποποίησε τη διατύπωση αυτή με τη διατύπωση «είναι εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέΑος της ΕΟΚ» και οι ενέργειες της Επιτροπής τερματίστηκαν. Ακόμη, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, η δε διαδικασία αυτή μέχρι τη στιγμή της αγορεύσεως των διαδίκων βρισκόταν στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης. 'Εχει ως αντικείμενο απόφαση του υπουργού γεωργίας, της 7ης Οκτωβρίου 1974, περί της διαδικασίας εγκρίσεως των προϊόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 1 του νόμου, της 11ης Νοεμβρίου 1943, περί οργανώσεως του ελέγχου των αντιπαρασιτικών παρασκευασμάτων. Το διάταγμα αυτό προβλέπει, πράγματι, ότι «οι αιτήσεις εγκρίσεως ... πρέπει να υποβάλλονται, για κάθε παρασκεύασμα, στον υπουργό γεωργίας από τον κάτοχο της άδειας εκμεταλλεύσεως που διαμένει στη Γαλλία.».
Τέλος, εν συνεχεία της πληροφορίας που παρέσχε η βελγική κυβέρνηση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Επιτροπή πληροφορήθηκε για μια παρόμοια κατάσταση στην Ιταλία και σκοπεύει να κινήσει σύντομα τη διαδικασία του άρθρου 169 κατά του εν λόγω κράτους μέλους.
3.
Προς το παρόν, η ειδική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση για τα παρασιτοκτόνα και τα φυτοφάρμακα περιορίζεται σε μία οδηγία του Συμβουλίου περί εναρμονίσεως των διατάξεων ταξινομήσεων, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικίνδυνων ουσιών ( 2 ).
Πρέπει, πάντως, να αναφερθεί επιπλέον η πρόταση οδηγίας που αναφέρεται στη διάθεση στην αγορά των εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων ΕΟΚ, την οποία η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο στις 4 Αυγούστου 1976 ( 3 ). Η πρόταση αυτή προβλέπει, κυρίως, ότι ο αιτών την έγκριση ΕΟΚ για ένα φυτοφάρμακο υποχρεούται να έχει μόνιμη έδρα εντός της Κοινότητος ( 4 ). Εντούτοις, η κοινοτική αυτή λύση του προβλήματος της εγκαταστάσεως έχει προσκρούσει στην αντίθεση ορισμένων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο, που ευνοούν εθνική λύση, του τύπου εκείνης, η οποία είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Προς το παρόν δεν είναι προβλεπτός, ο χρόνος που χρειάζεται για να καταλήξουν οι εργασίες του Συμβουλίου.
II —
1.
Η πρακτική σημασία της διαφοράς είναι, κατά την άποψη και των δύο διαδίκων, αρκετά περιορισμένη.
Η ίδια η Επιτροπή, αφενός, δέχεται ότι η απαίτηση που θέτει η παρούσα κανονιστική ρύθμιση πληρούται στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, καθόσον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις έχουν ήδη έναν τοπικό αντιπρόσωπο για λόγους στρατηγικής των πωλήσεων. Αλλά υπογραμμίζει επίσης ότι η απαίτηση αυτή μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που επιθυμούν να εξάγουν τα προϊόντα τους στο Βέλγιο. Η τελευταία αυτή σκέψη μου φαίνεται ότι πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής. Είναι πράγματι αλήθεια ότι οι ιδιαιτερότητες των κανονιστικών ρυθμίσεων και των εθνικών πρακτικών επηρεάζουν περισσότερο τις επιχειρήσεις μικρών διαστάσεων και εισάγουν, επομένως, διακρίσεις ειδικά ως προς αυτές.
Αφετέρου, οι διάδικοι δέχονται ότι τα επίδικα προϊόντα μπορούν να είναι επικίνδυνα και ότι η διάθεση τους στο εμπόριο μπορεί να εξαρτάται από τη χορήγηση προηγούμενης άδειας. Έτσι, η ετικέτα του φαινομενικά ακίνδυνου προϊόντος που είναι «ιδιοσκεύασμα κατά των μυγών», το οποίο υπήρξε η αιτία της παρούσας δίκης, αναφέρει, όπως πληροφορηθήκαμε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση: «τοξικό για τις μέλισσες και τά ψάρια. Χρήση μόνο για ζώα. Φυλάσσεται μακριά από τα παιδιά. Δεν χορηγείται ως φάρμακο. Χρησιμοποίηση μακριά από τη χορτονομή. Εύφλεκτο».
Η διαφορά περιορίζεται επομένως, στη μόνη απαίτηση οι αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας να υποβάλλονται από πρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο, οποιαδήποτε και αν είναι η ιδιότητα του (παρασκευαστής, εισαγωγέας, αντιπρόσωπος, χονδρέμπορος, λιανοπωλητής).
Για την Επιτροπή, η απαίτηση αυτή καθιστά την εμπορία των εισαγόμενων προϊόντων δυσκολότερη από εκείνη των εγχώριων προϊόντων. Επομένως, συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, απαγορευμένο από το άρθρο 30 της συνθήκης, και δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την απαγόρευση αυτή δυνάμει της διατάξεως παρεκκλίσεως του άρθρου 36 της ίδιας συνθήκης.
2.
Πρώτον, είναι αλήθεια ότι το άρθρο 30 της συνθήκης έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Ασφαλώς, στον τομέα την εμπορίας των φυτοφαρμάκων και των παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως δεν υπάρχουν κοινοτικοί κανόνες, κοινοί ή εναρμονισμένοι. Επομένως, εναπόκειται στα κράτη μέλη «να αποφασίζουν για το επίπεδο προστασίας στο οποίο εννοούν να εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας και της ζωής των προσώπων» ( 5 ). Αλλά, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη «το γεγονός ότι η δραστηριότητα τους αυτή περιορίζεται από τη συνθήκη» κυρίως από τα άρθρα της 30 και επόμενα ( 6 ).
Πρέπει, εν συνεχεία, να προσδιοριστεί αν το επίδικο μέτρο αντιβαίνει, πράγματι, στο άρθρο 30. Γενικά, όπως επανειλημμένα αναγνώρισε το Δικαστήριο, αρκεί γι' αυτό ότι το επίδικο μέτρο είναι ικανό «να παρακωλύσει τις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών αμέσως ή εμμέσως, πραγμα-τικώς ή δυνητικώς» ( 7 )
Ας σημειωθεί επίσης ότι, αν η επίδικη κανονιστική ρύθμιση υπήρχε κατά το χρόνο θέσεως σε ισχύ της συνθήκης, το Βέλγιο θα ήταν υποχρεωμένο να την τροποποιήσει σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 της οδηγίας της Επιτροπής 70/50/ΕΟΚ της 22ας Δεκεμβρίου 1969, που βασίζεται στις διατάξεις του άθρου 35, παράγραφος 7, περί καταργήσεως των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο άλλων διατάξεων που εκδόθηκαν δυνάμει της συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο ζ της οδηγίας αυτής, το οποίο αναφέρεται στα μέτρα που «εξαρτούν τη διάθεση στην εθνική αγορά των εισαγόμενων προϊόντων από τον όρο ότι υπάρχει υπεύθυνος ή αντιπρόσωπος στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής». Για το λόγο αυτόν και μόνο φαίνεται ήδη δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το επίδικο μέτρο συμβιοάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, επειδή θεσπίστηκε μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης. Αντίθετα μου φαίνεται σοβαρότερη παράβαση μάλλον η θέσπιση μέτρου αντίθετου προς το κοινοτικό δίκαιο μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης, όπως έπραξε εν προκειμένω το Βέλγιο.
Ανεξάρτητα από την άποψη αυτή, μπορεί να γίνει η σκέψη ότι το επίδικο μέτρο συνιστά εμπόδιο στις εισαγωγές λόγω των ιδιαίτερων επιβαρύνσεων που βαρύνουν τον αιτούντα τη χορήγηση άδειας. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, μετά τις προτάσεις της βελγικής κυβερνήσεως, οι υποχρεώσεις αυτές είναι βαριές εφόσον, ο αιτών κυρίως, οφείλει να εξακριβώσει τη συμφωνία των προϊόντων με τα στοιχεία που περιέχονται στο φάκελο χορηγήσεως της άδειας και ότι είναι αστικώς και ποινικώς υπεύθυνος σε περίπτωση ατυχήματος.
Τέλος, η ίδια η βελγική κυβέρνηση δέχθηκε την αντίθεση του άρθρου 12 του βασιλικού διατάγματος προς το άρθρο 30, υπογραμμίζοντας μόνο ότι οι επιπτώσεις της κανονιστικής της ρυθμίσεως στο εμπόριο ήταν περιορισμένες και αναφέροντας επίσης ότι η πλειονότητα των νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων είχαν έμμεσα περιοριστικά αποτελέσματα στην ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων.
III —
Το ουσιαστικό πρόβλημα που θέτει η παρούσα υπόθεση βρίσκεται, επομένως, στο επίπεδο του άρθρου 36. Για τη βελγική κυβέρνηση, η εγκατάσταση στο Βέλγιο του αιτούντος τη χορήγηση άδειας είναι απαραίτητη για να εξασφαλίζεται η προστασία της δημόσιας υγείας. Και, η προστασία αυτή συνιστά έναν από τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην πρώτη περίοδο του άρθρου 36, που μπορούν να δικαιολογήσουν τους περιορισμούς στις εισαγωγές και ακόμη εκείνη, η οποία, «μεταξύ των αγαθών ή των συμφερόντων που προστατεύει το άρθρο 36 “κατέχει” την πρώτη θέση» ( 8 ).
1.
Πριν από την εξέταση των επιχειρημάτων των διαδίκων για το ζήτημα αυτό, θεωρώ πρόσφορο να υπενθυμίσω ότι, «κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 36 ερμηνεύεται στενά ( 9 )». Επιπλέον, κατά το γράμμα του άρθρου αυτού, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί επί των εισαγωγών θα πρέπει επίσης να «δικαιολογούνται από λόγους ... προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων ...». Ο όρος «να δικαιολογούνται από» σημαίνει ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι αναγκαία για την προστασία της υγείας ( 10 ) και ότι επίσης, δεν υπάρχουν μέσα, τα οποία παρακωλύουν ολιγότερο τις ανταλλαγές ( 11 ). Με άλλα λόγια, όπως η ίδια η βελγική κυβέρνηση το αναγνώρισε, «τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη στο πλαίσιο του άρθρου 36 πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας».
Τέλος, υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο εξετάσεως του άρθρου 36, η κυβέρνηση, η οποία επικαλείται μία από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό φέρει το βάρος αποδείξεως ότι η εθνική της κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται πλήρως από την εξαίρεση αυτή ( 12 ).
2.
Η βελγική κυβέρνηση επιμένει πρώτα απ' όλα στην επικίνδυνη φύση των εντομοκτόνων και των φυτοφαρμάκων. Υπογραμμίζει ότι, χρησιμοποιούμενα χωρίς προφύλαξη, τα προϊόντα αυτά μπορούν να έχουν σοβαρές συνέπειες και κάποτε δραματικές για τη δημόσια υγεία. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι ακόμη περισσότερο σοβαροί αφού η χρησιμοποίηση των προϊόντων αυτών αυξήθηκε κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας οφείλεται στο ότι, μεταξύ αυτών που τα χρησιμοποιούν, δεν περιλαμβάνονται μόνο επαγγελματίες αλλά επίσης και αυτοί που τα χρησιμοποιούν σε οικιακές χρήσεις, ολιγότερο επιδέξιοι στην κατάλληλη χρησιμοποίηση τους. Η βελγική κυβέρνηση αναφέρει, τέλος, ότι τα βλαβερά αποτελέσματα των προϊόντων αυτών μπορούν κάποτε να εκδηλωθούν μακροχρόνια.
Η Επιτροπή δεν αρνείται την ανάγκη και τη νομιμότητα να οργανωθεί στον εξεταζόμενο τομέα ένα σύστημα επιτηρήσεως, εξακριβώσεως και ελέγχου και να προβλεφθούν τα αναγκαία μέτρα προστασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η δημόσια υγεία. Αλλά αναφέρει ότι τα κράτη μέλη καμιά φορά έχουν την τάση να χρησιμοποιούν την ενδεχομένη επικίνδυνη φύση ενός προϊόντος ως αφορμή για να προστατεύουν την αγορά τους από εισαγωγές ομοειδών προϊόντων προλεύσεως άλλων κρατών μελών. Ανέφερε, σχετικά, το παράδειγμα άλλου κράτους μέλους που προσπάθησε να προβάλει τον επικίνδυνο χαρακτήρα των μοτοποδηλάτων για να δικαιολογήσει το ότι ο αιτών τη χορήγηση άδειας για να διαθέσει τα προϊόντα αυτά στην αγορά πρέπει να είναι εγκατεστημένος στο έδαφος του, ώστε να μπορούν ενδεχομένως να ασκηθούν ποινικές διώξεις εναντίον του.
Υπογραμμίζει ότι η προσφυγή της αποβλέπει μόνο στο να αμφισβητήσει ότι η ενδεχομένη επικίνδυνη φύση ορισμένων από τα αναφερόμενα προϊόντα δικαιολογεί το ότι οι αιτήσεις εγκρίσεως ή χορηγήσεως άδειας πρέπει υποχρεωτικά να υποβάλλονται από πρόσωπο εγκατεστημένο στο Βέλγιο.
Τελικά, η συζήτηση περιορίζεται, επομένως, στο μόνο ζήτημα κατά πόσον η απαίτηση εγκαταστάσεως στο Βέλγιο, που επιβάλλει η βελγική κανονιστική ρύθμιση, είναι απαραίτητη για την προστασία της δημόσιας υγείας και αν δεν υπάρχει άλλο εναλλακτικό σύστημα που να προστατεύει εξίσου αποτελεσματικά την υγεία, αλλά παρακωλύει ολιγότερο τις εμπορικές ανταλλαγές.
3.
Η βελγική κυβέρνηση προβάλλει, πρώτον ότι η εγκατάσταση του κατόχου της άδειας στο Βέλγιο παρέχει τις μεγαλύτερες εγγυήσεις προκειμένου, αφενός, να προλαμβάνονται τα ατυχήματα και, αφετέρου, να μειώνονται οι συνέπειες που προκύπτουν από αυτά.
Για τη βελγική κυβέρνηση, ο εγκατεστημένος στο Βέλγιο κάτοχος άδειας είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από τον κάτοχο άδειας που βρίσκεται στην αλλοδαπή για να βοηθήσει τη διοίκηση να εξακριβώσει, αφού χορηγηθεί η αρχική άδεια, ότι τα προϊόντα που προσφέρονται πράγματι προς πώληση ανταποκρίνονται στις επιταγές της κανονιστικής ρυθμίσεως. Για τους ελέγχους που αποβλέπουν στην εξακρίβωση αυτή, παραδείγματος χάρη για τους ελέγχους ως προς τη σύνθεση και την επισήμανση των παρτίδων, είναι απαραίτητο να μπορούν να καλούνται έγκαιρα οι κάτοχοι άδειας. Αφού οι έλεγχοι αυτοί αποβλέπουν στην πρόληψη ατυχημάτων, η εγκατάσταση στο Βέλγιο των εν λόγω κατόχων είναι, επομένως, απαραίτητη.
Η επιχειρηματολογία αυτή μου φαίνεται υπερβολική. Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι η παρουσία του κατόχου της άδειας στο Βέλγιο μπορεί να διευκολύνει τους ελέγχους, τους οποίους αναφέρει η βελγική κυβέρνηση, μου φαίνεται αμφίβολο ότι πρόκειται περί απαραίτητου στοιχείου για την πρόληψη ατυχημάτων που οφείλονται στην κακή χρησιμοποίηση των παρασιτοκτόνων και των φυτοφαρμάκων. Κατά το μέτρο που οι μετά τη διάθεση στο εμπόριο έλεγχοι είναι απαραίτητοι, η ίδια η διοίκηση πρέπει να αναλάβει την κύρια ευθύνη. Ειδικότερα, θεωρώ ότι τα εργαστήρια της είναι σε θέση να ελέγχουν αν οι παρτίδες που υποβάλλονται σε ανάλυση συμφωνούν με τη σύνθεση του προϊόντος, όπως αυτή προκύπτει από το φάκελο χορηγήσεως της άδειας, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή του προσώπου που είναι επιφορτισμένο με τη διάθεση στο εμπόριο του προϊόντος. Κατά τα λοιπά, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί οποιοδήποτε πρόσωπο υπεύθυνο για την πώληση του προϊόντος δεν θα μπορούσε να δώσει τις αναγκαίες πληροφορίες. Με άλλα λόγια, η απαίτηση της βελγικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μου φαίνεται σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Η βελγική κυβέρνηση τονίζει επίσης τις εγγυήσεις που παρέχει η παρουσία του κατόχου της άδειας στο Βέλγιο σε περίπτωση ατυχήματος. Στην περίπτωση αυτή, είναι απαραίτητο, κατά τη βελγική κυβέρνηση, αυτός που χρησιμοποίησε το προϊόν ή ο θεράπων ιατρός να μπορεί να έλθει σε επαφή με τον εν λόγω κάτοχο, ως το πρόσωπο που γνωρίζει την ολική σύνθεση του προϊόντος και τις τοξικολογικές του ιδιότητες. Αυτό είναι προφανώς ευκολότερο, κατά τη βελγική κυβέρνηση, όταν το πρόσωπο αυτό είναι εγκατεστημένο στο Βέλγιο, και το όνομα και η διεύθυνση του αναφέρονται στην ετικέτα καθενός από τα προϊόντα, παρά αν είναι εγκατεστημένο σε μέρος της Κοινότητας πολύ απομακρυσμένο από τον τόπο του ατυχήματος.
Αλλά η Επιτροπή δικαίως αντιτάσσει ότι ένα άλλο σύστημα θα ήταν αποτελεσματικότερο, αφού ο κάτοχος της άδειας — όπως ανέφερε η ίδια η βελγική κυβέρνηση — δεν πρέπει, κατ' ανάγκη, να είναι πρόσωπο ειδικό στη βιολογία, στη χημεία, ή στη γεωργία. Το σύστημα αυτό συνίσταται στο να ανακοινώνεται, από τις αρμόδιες αρχές, η σύνθεση και οι τοξικολογικές ιδιότητες των εγκεκριμένων προϊόντων στο ειδικό κέντρο βοηθειών, το Κέντρο Δηλητηριάσεων.
4.
Το κύριο επιχείρημα της βελγικής κυβερνήσεως συνίσταται στο ότι, για την προστασία της υγείας απαιτείται η εγκατάσταση του κατόχου της εγκρίσεως στο Βέλγιο, διότι η ευθύνη, συμπεριλαμβανόμενης και της ποινικής ευθύνης, της διαθέσεως στο εμπόριο του προϊόντος βαρύνει τον εν λόγω κάτοχο. Και η αποτελεσματικότητα των ποινικών κυρώσεων προϋποθέτει ότι αυτός που απειλείται με τις κυρώσεις αυτές είναι εγκατεστημένος στη χώρα που έχει θεσπίσει τις κυρώσεις. Εναπόκειται, επομένως, στη βελγική κυβέρνηση να αποδείξει ότι συντρέχουν τρία στοιχεία:
1)
Η προστασία της δημόσιας υγείας επιβάλλει την ύπαρξη ποινικών κυρώσεων.
2)
Οι κυρώσεις αυτές, για να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να στρέφονται εναντίον αυτού που είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο.
3)
Η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων αυτών επιβάλλει επίσης αυτές να πλήττουν μόνο τους κατόχους της εγκρίσεως ή της άδειας.
Για την προστασία της δημόσιας υγείας επιβάλλεται, κατά τη γνώμη του καθού, η παράβαση των κανόνων που αναφέρονται στη διάθεση στο εμπόριο των επίδικων προϊόντων να επισύρει ποινικές κυρώσεις. Εκτός από τον κατασταλτικό χαρακτήρα τους, οι κυρώσεις αυτές έχουν και αποτρεπτικό χαρακτήρα ως προς αυτούς, οι οποίοι θα είχαν την πρόθεση να θέσουν σε κυκλοφορία ακατάλληλα προϊόντα. Επιπλέον, για να είναι αποτελεσματικές, οι ποινικές κυρώσεις που επιβάλλουν τα δικαστήρια θα πρέπει να πλήττουν πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο. Πράγματι, στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, τα νομικά μέσα στον τομέα της διεθνούς ποινικής συνεργασίας (έκδοση, καταγγελία των αδικημάτων, και εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων) στερούνται αποτελεσματικότητας. Η έλλειψη αποτελεσματικότητας είναι ολική όσον αφορά τις ποινές φυλακίσεως· προκειμένου περί προστίμων, είναι επίσης χωρίς αποτέλεσμα όταν ο καταδικασθείς δεν έχει περιουσία στο Βέλγιο.
Τα τρία αυτά στοιχεία του συλλογισμού της βελγικής κυβερνήσεως δεν αμφισβητούνται σοβαρά από την Επιτροπή. Η Επιτροπή αμφιβάλλει μόνο κατά πόσο η κατασταλτική δράση μπορεί στην πρακτική να διαδραματίσει το ρόλο που η βελγική κυβέρνηση της αποδίδει στην υπόθεση αυτή, αλλά δεν αμφισβητεί τη σχετική έλλειψη αποτελεσματικότητας των ποινικών αποφάσεων έναντι προσώπων εγκατεστημένων στο εξωτερικό.
Σχετικά, επιδυμώ να υπογραμμίσω ότι, μολονότι δέχομαι την κοινή ανάλυση των διαδίκων, κατά τη γνώμη μου, οι ποινικές κυρώσεις, δηλαδή στην πραγματικότητα τα πρόστιμα στις περισσότερες φορές, είναι πολύ ολιγότερο αποτρεπτικές παρά οι διοικητικές κυρώσεις, όπως η προσωρινή ή οριστική απαγόρευση ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος στον τομέα των εν λόγω προϊόντων.
Αλλά, όπως διαμορφώνεται η συζήτηση, το ουσιαστικό ερώτημα είναι, επομένως, κατά πόσο είναι αναγκαίο οι ποινικές κυρώσεις, για να είναι αποτελεσματικές, να πλήττουν μόνο τον κάτοχο της άδειας.
Για τη βελγική κυβέρνηση, είναι λογικό μόνο ο κάτοχος της άδειας να είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια των στοιχείων του φακέλου εγκρίσεως και τη συμφωνία του προϊόντος, το οποίο διατίθεται στην αγορά, με τη σύνθεση που έχει καταχωριστεί και τις διατάξεις περί συσκευασίας και επισημάνσεως. Αν η ευθύνη βάρυνε τα πρόσωπα, τα οποία πωλούν το προϊόν στο εθνικό έδαφος, θα προέκυπτε μία διάσπαση της ευθύνης ικανή να μειώσει την αποτελεσματικότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως: πολλά υπεύθυνα πρόσωπα θα προσπαθούσαν να απαλλαγούν αμοιβαίως από οποιαδήποτε ευθύνη. Και, επιπλέον, θα έπρεπε να γνωρίζουν όλα τα στοιχεία του φακέλου εγκρίσεως με βάση το ίδιο δικαίωμα, όπως ο κάτοχος της εγκρίσεως. Για να είναι πραγματική η υποχρέωση αυτή, θα έπρεπε να θεσπιστεί σύστημα τόσο αναγκαστικό, όσο τουλάχιστο και το ισχύον σύστημα. Τέλος, οι έλεγχοι θα έχαναν μεγάλο μέρος από την αποτελεσματικότητα τους, επειδή δεν μπορεί λογικά να αντιμετωπιστεί η πραγματοποίηση τους ξεκινώντας από όλους τους πιθανούς αγοραστές των προϊόντων.
Δεν νομίζω ότι η επιχειρηματολογία αυτή εκφεύγει από οποιαδήποτε κριτική.
Πράγματι, παρατηρώ ότι τα περισσότερο επικίνδυνα προϊόντα (αυτά που περιλαμβάνονται στους πίνακες Α), Β), και C) του παραρτήματος του επίδικου βασιλικού διατάγματος) «δεν μπορούν να εισάγονται, να αποκτώνται ή να κατέχονται ενόψει της πωλήσεως τους, να προσφέρονται προς πώληση, ή να πωλούνται ή να προσφέρονται δωρεάν, παρά από πρόσωπα, τα οποία έχουν λάβει σχετική έγκριση από τον υπουργό που είναι αρμόδιος για τη δημόσια υγεία και τα οποία χαρακτηρίζονται εγκεκριμένοι πωλητές». Επομένως, μου φαίνεται ότι τα πρόσωπα αυτά, όπως και οι κάτοχοι της εγκρίσεως, μπορούν να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη των ποινικών συνεπειών της πωλήσεως προϊόντων μη σύμφωνων με την έγκριση. Επιπλέον, επιτρέπεται η σκέψη ότι η αφαίρεση της εγκρίσεως θα έχει μεγαλύτερο αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς αυτούς παρά η επιβολή προστίμου.
Για τα προϊόντα τα οποία πρέπει να πωλούνται από εγκεκριμένους πωλητές, η κριτική είναι παρόμοια. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η αποτελεσματικότητα του βελγικού συστήματος ποινικής καταστολής θα μειωνόταν αφού τίποτε δεν εμποδίζει να φέρει την ποινική ευθύνη ο εισαγωγέας ή ο πωλητής, και ενδεχομένως, οι δύο σωρευτικός, εφόσον και ο ένας και ο άλλος είναι εξ ορισμού εγκατεστημένοι στο Βέλγιο.
Κατά συνέπεια, η απαίτηση εγκαταστάσεως στο Βέλγιο του αιτούντος την έγκριση ή τη χορήγηση άδειας για την εμπορία φυτοφαρμάκων ή εντομοκτόνων συνιστά, κατά την άποψη μου, εμπόδιο στις εισαγωγές στη χώρα αυτή που δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας κατά την έννοια της πρώτης περιόδου του άρθρου 36 της συνθήκης.
5.
Επικουρικώς, μπορεί να εξεταστεί συνοπτικά αν το επίδικο μέτρο αντιβαίνει στις επιταγές της δεύτερης περιόδου του άρ9ρου 36. Κατά τους όρους της περιόδου αυτής, πράγματι, τα μέτρα που δικαιολογούνται από έναν από τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην πρώτη περίοδο του άρθρου αυτού, είναι απαράδεκτα αν αποτελούν μέτρο αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Σχετικώς, επιθυμώ να πιστεύω ότι ο πραγματικός σκοπός του επίδικου όρου είναι πράγματι η προστασία της δημόσιας υγείας και όχι η προστασία της εθνικής παραγωγής. Συμπεραίνω την καλή πίστη της βελγικής κυβερνήσεως από το ότι, όπως ανέφερε χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί, περισσότερα από 95 ο/ο των εν λόγω προϊόντων, τα οποία διατίθενται στο εμπόριο στο Βέλγιο, είναι εισαγόμενα προϊόντα.
Αντίθετα, δεν έχω πειστεί ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως στο Βέλγιο δεν εισάγει διάκριση. Ασφαλώς, ο όρος αυτός επιβάλλεται σε όλα τα πρόσωπα που ζητούν τη χορήγηση άδειας, είτε είναι βελγικής είτε ξένης ιθαγένειας. Αλλά τον όρο αυτό πληρούν αυτομάτως οι βέλγοι παραγωγοί, ενώ, όπως αποδεικνύεται από τις αιτιάσεις που προκάλεσαν την προσφυγή, ο εν λόγω όρος μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα για τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών. Αν παραμεριστούν τα φαινόμενα, ο όρος αυτός δεν αποτελεί, επομένως, μέτρο αδιακρίτως εφαρμοζόμενο στα εθνικά και αλλοδαπά προϊόντα.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές προτείνω, το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, ορίζοντας ότι μόνο πρόσωπα εγκατεστημένα στο Βέλγιο μπορούν να ζητούν την έγκριση ή τη χορήγηση άδειας σχετικά με τα φυτοφάρμακα ή τα παρασιτοκτόνα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και επόμενα της συνθήκης ΕΟΚ, και να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 34).
( 3 ) JO C 212, της 9.9.1976, σ.3.
( 4 ) Άρθρο 3, παράγραφος 2.
( 5 ) Απόφαση της 20ής Μαίου 1976, υπόθεση 104/75, dc Pciipcr, σκέψη 15, Recueil σ. 635· απόφαση Γης 17ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 272/80, Frans-Nederlandse Maatscluppii voor Biologische Producten, σκέψη 12. Συλλογή σ. 3290.
( 6 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981. Biologische Producten, αναφέρθηκε ανωτέρω, σκέψη 12. Συλλογή, σ. 3290.
( 7 ) Τελευταία απόφαση της 9ης Ιουνίου 1982, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, υπόθεση 95'81. σκέψη 24.
( 8 ) Απόφαση της 20ής Μαίου 1976, de Peijper προαναφερόμενη, σκέψη 15, Recueil σ. 635.
( 9 ) Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1982, υπόθεση 95/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερόμενη, σκέψη 27.
( 10 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, υπόδεση 251/78, Denkavit, σκέψη 21, Recueil σ. 3391.
( 11 ) Τελευταία απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1982, υπόθεση 261/81, Rau: «Αν ένα κράτος μέλος δύναται να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων, με τα οποία είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο ίδιος σκοπός, οφείλει να επιλέξει το μέτρο που δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών», σκέψη 12.
( 12 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Denk.mi, προαναφερόμενη, σκέψη 24, Recueil σ. 3392.
Full & Egal Universal Law Academy