ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ9 ΜΑΡΤΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, στα πλαίσια της οποίας υποβλήθηκε το εν προκειμένω προδικαστικό ερώτημα, αγόρασε το 1973 από το γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως βούτυρο σε μειωμένη τιμή, σύμφωνα με τον κανονισμό 1259/72 της Επιτροπής περί της διαθέσεως βουτύρου σε μειωμένες τιμές σε ορισμένες κοινοτικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως (ABl. L 139 της 17ης Ιουνίου 1972, σ. 18 και εκ.), για να το μεταποιήσει σε συμπυκνωμένο βούτυρο. Προς το σκοπό αυτό το βούτυρο εξήχθη στο Βέλγιο, κατά δε την εξαγωγή καταβλήθηκαν μειωμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά σύμφωνα με το άρθρο 20 του ανωτέρω κανονισμού, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται στο βούτυρο, στο συμπυκνωμένο βούτυρο, καθώς και στο συμπυκνωμένο βούτυρο στο οποίο έχει προστεθεί ζάχαρη κατά το λόγο της περιεκτικότητάς του σε βούτυρο ..., είναι ίσα με τα εξισωτικά ποσά που καθορίζονται βάσει του κανονισμού 974/71, πολλαπλασιαζόμενα με το συντελεστή 0,3.»
Μετά την παραγωγή συμπυκνωμένου βουτύρου, το εν λόγω βούτυρο επανεισήχθη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά δε την εισαγωγή εφαρμόστηκαν και πάλι τα κατά το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 μειωμένα εξισωτικά ποσά — τη φορά αυτή επρόκειτο για την είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Αφού διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία στην οποία είχε πωληθεί το εμπόρευμα στη Γερμανία δεν το διέθεσε εν μέρει σύμφωνα με τον προορισμό του και εντός της ταχθείσας προθεσμίας, εισπράχθηκε εκ των υστέρων από την προσφεύγουσα εξισωτικό ποσό ίσο με τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού. Η είσπραξη αυτή οδήγησε στη δίκη ενώπιον του Finanzgericht του Düsseldorf, στα πλαίσια της οποίας υποβλήθηκε το προδικαστικό ερώτημα επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση 217/78 ( 2 ). Με απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Η οριστική εφαρμογή των μειωμένων νομισματικών εξισωτικών ποσών που προβλέπονται στο άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1972, και στο άρθρο 20 του κανονισμού 232/75 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 1975, προϋποθέτει ότι το σχετικό εμπόρευμα έχει, από την άποψη ιδίως του προορισμού του, τη μειωμένη αξία η οποία του αποδίδεται βάσει των εν λόγω κανονισμών. Εφόσον ο εισαγωγέας δεν προσκομίσει εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 6 των κανονισμών αυτών την απόδειξη ότι το εμπόρευμα έχει διατεθεί για το σκοπό από τον οποίο εξαρτάται η μείωση των εξισωτικών ποσών, η ακόλουθη αναμόρφωση των ποσών αυτών βρίσκει τη νομική βάση της στους γενικούς κανόνες που διέπουν το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών, το οποίο εισήγαγε ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971.»
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Finanzgericht του Düsseldorf αποφάσισε το Μάιο του 1980 ότι η εκ των υστέρων είσπραξη εξισωτικού ποσού κατά την εισαγωγή του συμπυκνωμένου βουτύρου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν νόμιμη.
Ήδη προηγουμένως (το Φεβρουάριο του 1978) όπως και κατόπιν (το Μάιο του 1981), η προσφεύγουσα ζήτησε την πληρωμή της διαφοράς μεταξύ του μειωμένου εξισωτικού ποσού που της είχε καταβληθεί κατά την εξαγωγή του βουτύρου και του πλήρους εξισωτικού ποσού
που ίσχυε κατά το χρόνο της εξαγωγής. Μετά την άρνηση του Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο) Hamburg-Jonas να κατα-6άλει το ανωτέρω ποσό για το λόγο ότι οι σχετικές αιτήσεις είχαν υποβληθεί καθυστερημένα, ασκήθηκε και πάλι προσφυγή, τη φορά αυτή ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου.
Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως θεωρεί ότι το αίτημα της προσφεύγουσας δεν είναι δυνατό να απορριφθεί για το λόγο ότι οι αιτήσεις υποβλήθηκαν καθυστερημένα. Δεν είναι όμως βέβαιο αν πρέπει να επιδοκιμάσει την πρακτική της γερμανικής διοικήσεως τελωνείων, η οποία συνίσταται στην εκ των υστέρων καταβολή εξισωτικού ποσού λόγω εξαγωγής βουτύρου προς μεταποίηση και όταν ακόμη το βούτυρο που αγοράστηκε σε μειωμένη τιμή δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον προβλεπόμενο προορισμό του εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Το δικαστήριο θεωρεί ότι υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το ότι, σύμφωνα με την ανωτέρω προδικαστική απόφαση, σε περίπτωση μη διαθέσεως του βουτύρου σύμφωνα με τον προβλεπόμενο προορισμό του εντός της ταχθείσας προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνήθης τιμή της αγοράς, και κατά συνέπεια — ιδίως γιατί δύσκολα δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείριση εισαγωγών και εξαγωγών που πραγματοποιούνται από την ίδια επιχείρηση — δεν πρέπει να εφαρμόζεται το μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό, αλλά το ποσό που ίσχυε σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του κανονισμού 974/71. Το δικαστήριο έχει αφετέρου ορισμένους ενδοιασμούς από την άποψη ότι η χορήγηση του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού για μια τέτοια περίπτωση δεν ρυθμίζεται ρητά, και θεωρεί ότι η χορήγηση του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού θα μπορούσε ίσως να είναι αντίθετη προς το πνεύμα και το σκοπό του ανωτέρω κανονισμού — γιατί σύμφωνα με τον κανονισμό 1259/72 θα έπρεπε να αποκλείεται η διαφορετική από την προβλεπόμενη διάθεση του βουτύρου που έχει αγοραστεί σε μειωμένη τιμή — καθώς και ότι θα έπρεπε να υπάρχουν φόβοι μήπως η εκ των υστέρων καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών θα μπορούσε να ευνοήσει καταχρήσεις.
Για τους λόγους αυτούς το δικαστήριο, με διάταξη της 31ης Μαρτίου 1982, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ. το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 1259/72, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες περί της εφαρμογής του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, πρέπει να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού αν κατά την εξαγωγή βουτύρου που έχει αποθεματοποιηθεί καταβλήθηκε κατά το άρθρο 20, παράγραφος ( 3 ), του κανονισμού 1259/72 μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό, το συμπυκνωμένο βούτυρο όμως που παρασκευάστηκε από το βούτυρο δεν χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό και εντός της προθεσμίας που προβλέπονται από τον κανονισμό 1259/72 και ως εκ τούτου κατά την επανεξαγωγή προσεπιβαρύνθηκε με τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού,
ή δεν απαιτείται η εκ των υστέρων καταβολή της διαφοράς μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού;»
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και το Hauptzollamt θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο μέρος του ερωτήματος, ενώ η Επιτροπή έχει αντίθετη άποψη.
Επί του ανωτέρω ερωτήματος παρατηρώ τα ακόλουθα:
1.
Ορισμένες διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση επί της υποθέσεως 217/78 1 βοηθούν σημαντικά, αν όχι αποφασιστικά, ιδίως αν εξεταστεί — παρά το γεγονός ότι η γερμανική ήταν η γλώσσα της διαδικασίας — η γαλλική διατύπωση της αποφάσεως, η οποία αποσαφηνίζει αμέσως το αποτέλεσμα της διασκέψεως.
α)
Η απόφαση περιλαμβάνει καταρχάς τη θεμελιώδη διαπίστωση ότι η εφαρμογή μειωμένων νομισματικών εξισωτικών ποσών σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 δεν υπάγεται στα μέτρα για την προώθηση της διανομής και της διαθέσεως βουτύρου από τα αποθέματα, αλλά εντάσσεται στους οριζόμενους από τον κανονισμό 974/71 γενικούς κανόνες (σκέψη 11).
Βάσει της διαπιστώσεως αυτής, φαίνεται πράγματι εύστοχη η παρατήρηση της προσφεύγουσας ότι το εν λόγω άρθρο 20 δεν ανήκει στην πραγματικότητα στο πεδίο ρυθμίσεως του κανονισμού 1259/72 και συνεπώς δεν πρέπει να ερμηνεύεται αναφορικά προς το σκοπό του εν λόγω κανονισμού, πράγμα υπέρ του οποίου συνηγορεί εξάλλου το γεγονός ότι στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού γίνεται μνεία της νομισματικής εξισώσεως μόνο στο τέλος και χωρίς καμία αναφορά στο σκοπό του κανονισμού, μάλιστα δε υπό τη μόνη επίκληση της αρχής ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία των οικείων εμπορευμάτων. Βάσει της ανωτέρω διαπιστώσεως, φαίνεται επίσης σημαντική η παρατήρηση που έγινε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ότι δηλαδή — εφόσον το εξισωτικό ποσό πρέπει να χρησιμεύει μόνο στο να αντισταθμίζει κατά τρόπο αντικειμενικό και ουδέτερο τη διαφορά τιμής — σύμφωνα με την αρχή του άρθρου 1 του κανονισμού 974/71, η νομισματική εξίσωση πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα στις περιπτώσεις εισπράξεως και καταβολής και επομένως ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 20 του κανονισμού 1259/72, και οι δύο περιπτώσεις πρέπει να υφίστανται την ίδια μεταχείριση.
β)
Επιπλέον, στην εν λόγω απόφαση δεν υπογραμμίζεται μόνο ότι ο καθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών βασίζεται στις τιμές των οικείων προϊόντων, πράγμα στο οποίο αναφέρονται οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1259/72, ορίζοντας ότι όσον αφορά τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που καθορίζονται βάσει του κανονισμού 974/71, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία των οικείων προϊόντων (σκέψη 12). Υπογραμμίζεται προπάντων στη συνέχεια, κατά τρόπο εντελώς γενικό, ότι αν τα προϊόντα εκτραπούν από τον προορισμό τους ή δεν χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με αυτόν εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού 1259/72 — προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η μείωση των εξισωτικών ποσών — δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το εν λόγω εμπόρευμα έχει τη συμβατική αξία που του αποδίδεται βάσει της ελάχιστης τιμής πωλήσεως που ορίζεται στον κανονισμό 1259/72, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως βούτυρο διατιθέμενο στη συνήθη τιμή της αγοράς. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την αρχή της νομισματικής εξισώσεως — δηλαδή της καθοριστικής σημασίας της αγοραίας αξίας — πρέπει να εφαρμοστούν τα εξισωτικά ποσά που ισχύουν για βούτυρο που διατίθεται στην αγορά σε μια τέτοια τιμή και να αναμορφωθούν (redresser) τα μειωμένα εξισωτικά ποσά που είχαν αρχικά εφαρμοστεί.
Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, ο όρος redresser έχει αποδοθεί στο γερμανικό κείμενο της αποφάσεως πολύ στενά με τον όρο «nachfordern» (να απαιτηθούν εκ των υστέρων). Η απόφαση αυτή, στη σκέψη 14 της οποίας αναφέρεται κατά τρόπο εντελώς γενικό ότι μια τέτοια αναμόρφωση, που και πάλι αποδόθηκε στο γερμανικό κείμενο πολύ στενά με τον όρο «Nachforderung» (εκ των υστέρων απαίτηση), βρίσκει τη νομική βάση της στους γενικούς κανόνες περί νομισματικής εξισώσεως, συνηγορεί συνεπώς πράγματι υπέρ της απόψεως της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη και του Hauptzollamt, και αυτό ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή είχε ήδη υποστηρίξει στην υπόθεση εκείνη ότι η εκ των υστέρων είσπραξη και η εκ των υστέρων καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών, εφόσον έχει προηγουμένως εφαρμοστεί το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72, πρέπει οπωσδήποτε να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως.
2.
Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται — από την άποψη αυτή — στην παρούσα διαδικασία είναι επομένως αν οι γενικές διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω υπόθεση πρέπει να διορθωθούν βάσει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην προκειμένη διαδικασία, πράγμα που είναι δυνατό βέβαια να γίνει νομοτύπως μόνο από την ολομέλεια του Δικαστηρίου, έστω και αν οι σκέψεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση επί της υποθέσεως 217/78 ( 4 ), κατά το μέτρο που βαίνουν πέρα από την προβληματική της τότε κύριας δίκης, αποτελούν μόνο obiter dicta. Κατά την άποψη μου πάντως δεν υπάρχει κανένας λόγος για μια τέτοια διόρθωση, όπως συνάγεται από τις ακόλουθες σκέψεις.
α)
Φαίνεται ότι υπάρχει σύμπτωση απόψεως σχετικά με το ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, είναι δυνατό υπό ορισμένες συνθήκες να υπάρξει πρόσθετη επιθάρυνση των αγοραστών βουτύρου, όταν το βούτυρο αποκτάται σε μειωμένη τιμή σε χώρα με ισχυρό νόμισμα και διατίθεται κατά τρόπο όχι σύμφωνο με τον προορισμό του σε χώρα με ασθενές νόμισμα, ή όταν, μετά την απόκτηση του βουτύρου σε χώρα με ισχυρό νόμισμα, πραγματοποιείται μια πρώτη μεταποίηση σε χώρα με ασθενές νόμισμα και κατόπιν το εμπόρευμα επανεισάγεται σε χώρα με ισχυρό νόμισμα, όπου και διατίθεται κατά τρόπο ξένο προς τον προορισμό του. Για διαφόρους λόγους — και αντίθετα προς την άποψη της Επιτροπής — θεωρώ ότι αυτό είναι απαράδεκτο.
i)
Δεν είναι βέβαια επιτρεπτό να υποστηρίζεται απλώς, όπως κάνει η Επιτροπή, ότι σε περίπτωση διαθέσεως του βουτύρου αντίθετα από τον προβλεπόμενο προορισμό του — η Επιτροπή χρησιμοποιεί τον όρο «απάτη» — δεν υπάρχει κανένα άξιο προστασίας συμφέρον να αποφευχθεί η πρόσθετη επιβάρυνση. Όποιος προβάλλει το επιχείρημα αυτό παραβλέπει ότι ο αρχικός αγοραστής του βουτύρου δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το πρόσωπο που προβαίνει σε διάθεση του βουτύρου αντίθετη προς τον προβλεπόμενο προορισμό του και ότι για το λόγο αυτό η πρόσθετη επιβάρυνση στον τομέα της νομισματικής εξισώσεως είναι δυνατό κάλλιστα να επιβληθεί στο πρόσωπο στο οποίο δεν θα έπρεπε να επιβληθεί.
ii)
Έπειτα, αληθεύει βέβαια ότι σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού 1259/72, σε περίπτωση διαθέσεως εμπορεύματος όχι σύμφωνα με τον προβλεπόμενο προορισμό του δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο όσον αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη πρόσθετων ποσών, γιατί η ρύθμιση σχετικά με τη σύσταση εγγυήσεως είναι τέτοια ώστε είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη όχι μόνο η διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής πωλήσεως και της τιμής της αγοράς, αλλά επίσης και ένα πρόσθετο ποσό, και επιπλέον γιατί η τιμή που στην πραγματικότητα προσφέρεται και καταβάλλεται υπερβαίνει συχνά την ελάχιστη τιμή πωλήσεως. Αν όμως — όπως υπογράμμισε η ίδια η Επιτροπή — οι κανόνες περί ελέγχου και κυρώσεων του κανονισμού 1259/72 πρέπει να θεωρηθούν ως επαρκείς για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που επιδιώκεται με τον εν λόγω κανονισμό, δεν είναι πλήρως κατανοητό κατά ποιο τρόπο δικαιολογούνται πρόσθετες κυρώσεις στον τομέα της νομισματικής εξισώσεως σε περίπτωση που το βούτυρο διατίθεται για σκοπούς ξένους προς τους προβλεπόμενους.
iii)
Τέλος, κατά της υποθέσεως ότι οι ανωτέρω πρόσθετες κυρώσεις ήταν πράγματι ηθελημένες, είναι δυνατό να παρατηρηθεί ότι ελλείπει στα πλαίσια του άρθρου 20 μια ρύθμιση όπως εκείνη του άρθρου 18 (κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη η ανωτέρα βία όσον αφορά την κύρωση που συνίσταται στην κατάπτωση της εγγυήσεως). Πρέπει επιπλέον να γίνει δεκτό ότι ο συνέπειες, τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ορθές, συνεπάγονται διακρίσεις, δεδομένου ότι πρόσθετες κυρώσεις αυτού του είδους επιβάλλονται μόνο σε περίπτωση διαβάσεως των συνόρων — όταν το βούτυρο εξάγεται από χώρα με ισχυρό νόμισμα πριν χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ξένους προς τους προβλεπόμενους —, ενώ σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως του βουτύρου για σκοπούς ξένους προς τους προβλεπόμενους στο κράτος στο οποίο αγοράστηκε — χωρίς καμιά διάβαση συνόρων —, η κατάπτωση της εγγυήσεως αποτελεί τη μοναδική κύρωση. Αυτό όμως δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικά δικαιολογημένο.
β)
Αφετέρου, έγινε επίσης σαφές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι η εκ των υστέρων χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών — που αποτελεί το αντικείμενο των συζητήσεων στα πλαίσια της κύριας δίκης — δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει κατά κάποιο τρόπο την επίτευξη του σκοπού του κανονισμού 1259/72. Η προσφεύγουσα απέδειξε με διάφορα παραδείγματα ότι η κατάπτωση της εγγυήσεως, σε συνδυασμό τουλάχιστον με την εκ των υστέρων είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών, αρκεί για να αποκλείσει την επίτευξη αδικαιολόγητων κερδών ακόμη και σε περίπτωση εκ των υστέρων χορηγήσεως νομισματικών εξισωτικών ποσών, η δε Επιτροπή παραδέχθηκε επίσης ότι, υπό κανονικές συνθήκες, η εκ των υστέρων καταβολή νομισματικού εξισωτικού ποσού δεν συνεπάγεται κανένα νομισματικό κέρδος.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική υπό συγκεκριμένες συνθήκες — παραδείγματος χάρη όταν σημειώνονται αυξήσεις τιμών στην αγορά του βουτύρου από το ένα οικονομικό έτος στο άλλο, όταν το πρόσωπο που συνιστά την εγγύηση δεν συμπίπτει με το πρόσωπο που προβαίνει στην ενέργεια η οποία συνεπάγεται διάβαση συνόρων, λόγω της οποίας καταβάλλονται ή εισπράττονται νομισματικά εξισωτικά ποσά, ή όταν σε μια χώρα που προέβη σε υποτίμηση του νομίσματός της αυξάνονται οι τιμές κατόπιν της προσαρμογής της πράσινης τιμής του νομίσματος προς την κανονική τιμή —, στον εν λόγω ισχυρισμό καθώς και στο συμπέρασμα ότι σκέψεις αυτού του είδους δικαιολογούν την άποψη της Επιτροπής είναι δυνατό να αντιταχθούν τα ακόλουθα:
i)
Η ελαστικότητα του συστήματος συστάσεως εγγυήσεως η οποία επιτεύχθηκε με την πάροδο του χρόνου πρέπει ακριβώς — αν κατάλαβα καλά — να επιτρέψει να ληφθεί υπόψη η πρώτη από τις ανωτέρω καταστάσεις αν όμως αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει κατά τρόπο πλήρως ικανοποιητικό, τότε είναι μάλλον προτιμότερο να τροποποιηθεί η ρύθμιση σχετικά με τη σύσταση εγγυήσεως παρά να γίνουν δεκτά τα μειονεκτήματα που προφανώς συνεπάγεται η ερμηνεία του άρθρου 20 του κανονισμού 1259/72 την οποία η Επιτροπή θεωρεί ορθή.
ii)
Όσον αφορά τη δεύτερη από τις ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις, είναι ασφαλώς βέβαιο ότι ο πρώτος αγοραστής βουτύρου σε μειωμένη τιμή, ο οποίος οφείλει να συστήσει εγγύηση, τη μετακυλίει με σχετική συμφωνία σε μεταγενέστερους αγοραστές, και επομένως και σε ενδιάμεσους καταναλωτές, οι οποίοι προβαίνουν σε ενέργεια που συνεπάγεται διάβαση συνόρων και σε μια πρώτη μεταποίηση του προϊόντος. Δύσκολα συνεπώς είναι δυνατό να υποτεθεί ότι σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί αργότερα ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς ξένους προς τους προβλεπόμενους, ένας τέτοιος ενδιάμεσος αγοραστής από χώρα με ασθενές νόμισμα θα λάβει εκ των υστέρων μόνο τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού χωρίς να χάσει τη συσταθείσα εγγύηση και έτσι ότι θα τύχει ενός πλεονεκτήματος παρά το δίκαιο.
iii)
Τέλος, όσον αφορά την τρίτη από τις αναφερθείσες περιπτώσεις, πρέπει όχι μόνο να ληφθεί υπόψη ότι στην πράξη δεν έχει προφανώς συμβεί ποτέ να απαιτηθεί εκ των υστέρων νομισματικό εξισωτικό ποσό σε περίπτωση εξαγωγής του βουτύρου σε χώρα με ασθενές νόμισμα και μεταγενέστερης χρησιμοποιήσεως του κατά τρόπο όχι σύμφωνο προς τον προορισμό του' πράγματι, όπως άκουσα, η πρακτική την οποία δεν εγκρίνει η Επιτροπή ακολουθείται μόνο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετά από προσωρινή εξαγωγή σε χώρα με ασθενές νόμισμα, επιπλέον δε υπάρχει η προϋπόθεση να καταστούν προηγουμένως τελεσίδικες οι αποφάσεις περί εκ των υστέρων εισπράξεως. Η ίδια η Επιτροπή δέχεται επίσης ότι οι περιπτώσεις τις οποίες έλαβε υπόψη αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις, κατά τις οποίες κερδοσκοπικές ενέργειες που κατατείνουν στην επίτευξη νομισματικού κέρδους είναι μάλλον συνέπεια τυχαίας εξελίξεως. Αν πάντως δεν είναι πράγματι δυνατό να βρεθεί ειδική θεραπεία — την οποία η Επιτροπή 9εωρεί απαραίτητη — στα πλαίσια της ρυθμίσεως περί νομισματικής εξισώσεως, τότε, κατά την άποψη μου, 8α ήταν μάλλον προτιμότερο να γίνουν αποδεκτά τα νομισματικά κέρδη που η Επιτροπή φοβάται ότι 9α υπάρξουν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, παρά τα άλλα μειονεκτήματα που απαριθμούνται ανωτέρω, τα οποία συνδέονται με την ερμηνεία του άρθρου 20 του κανονισμού 1259/72 την οποία προτείνει η Επιτροπή.
3.
Κατά συνέπεια, στο ερώτημα του Finanzgericht του Αμβούργου προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση, η οποία συμπίπτει με εκείνη που προτείνουν να δοθεί η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και το Hauptzollamt Hamburg-Jonas:
Ο κανονισμός 974/71, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 1259/72, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αν κατά την εξαγωγή απο9εματοποιημένου βουτύρου καταβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1259/72 μειωμένο νομισματικό εξισωτικό ποσό, το συμπυκνωμένο βούτυρο όμως που παρασκευάστηκε από το βούτυρο δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό 1259/72 και για το λόγο αυτό προσεπιβαρύνθηκε μετά την επανεισαγωγή του με τη διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού, πρέπει επίσης να καταβληθεί εκ των υστέρων η διαφορά μέχρι του πλήρους νομισματικού εξισωτικού ποσού το οποίο έπρεπε να καταβληθεί κατά την εξαγωγή.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 στην υπόθεση 217/78, SA Nicolas Corman & Fils κατά Hauptzollamt Aachen-Süd, Slg. 1979, σ. 2287.
( 3 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 στην υπόθεση 217/78, SA Nicolas Corman & Pils κατά Hauptzollamt Aachen-Süd, Slg. 1979, σ. 2287.
( 4 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 στην υπόθεση 217/78, SA Nicolas Corman & Pils κατά Hauptzollaim Aachen-Süd, Slg. 1979, σ. 2287.
Full & Egal Universal Law Academy