ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 14 ΙΟΥΛΙΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
Στις 4 Φεβρουαρίου 1981 δημοσιεύτηκε μια προκήρυξη γενικού διαγωνισμού για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις βοηθών διοικήσεως στους βαθμούς Β 2 και Β 3. Στις προϋποθέσεις συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό οριζόταν ότι θα αποκλείονταν ορισμένοι υποψήφιοι, συγκεκριμένα όσοι κατείχαν δίπλωμα που απέκτησαν μετά από κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών τριών ή πλέον ετών ή οι υποψήφιοι που βρίσκονταν στο τελευταίο έτος κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών διαρκείας τριών ή πλέον ετών. Ο λόγος που υπαγόρευσε τις προϋποθέσεις αυτές είναι ότι η σχετική πολιτική της Επιτροπής δεν επιτρέπει στους κατόχους πανεπιστημιακών διπλωμάτων να διαγωνίζονται, για την κατάληψη θέσεως της κατηγορίας Β, με πρόσωπα που δεν έχουν πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές. Θεωρήθηκε επίσης ευκταίο να μην παραμένουν οι απόφοιτοι πανεπιστημίων στην κατηγορία Β για το υπόλοιπο της σταδιοδρομίας τους.
Εν προκειμένω, ο διαγωνισμός περιελάμβανε και γραπτή και προφορική δοκιμασία. Η Verli-Wallace, που είχε τότε προσληφθεί από την Επιτροπή ως δόκιμος υπάλληλος με το βαθμό Β 4, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό στις 9 Μαρτίου 1981. Στην αίτηση της ανέφερε, στο κεφάλαιο «ανώτατη εκπαίδευση», ότι είχε φοιτήσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1970 μέχρι «σήμερα». Πρόσθεσε δε ότι έπρεπε να εξεταστεί επιτυχώς σε τρία ακόμα μαθήματα — αστικό δίκαιο, εμπορικό δίκαιο και πολιτική δικονομία — για να λάβει το πτυχίο της. Από την αίτηση προκύπτει ότι υπηρέτησε στο γραφείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Αθήνα, από το 1976 μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 1981 και στη συνέχεια, από τις 25 Φεβρουαρίου 1981, στην υπηρεσία τεκμηριώσεως της ΓΔ V της Επιτροπής, στις Βρυξέλλες.
Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1981, ο προϊστάμενος του τμήματος προσλήψεων πληροφόρησε τη Verli-Wallace ότι είχε γίνει δεκτή να συμμετάσχει στη γραπτή δοκιμασία. Κατόπιν των αποτελεσμάτων στη δοκιμασία αυτή πληροφορήθηκε με έγγραφο της 24ης Ιουνίου ότι είχε γίνει δεκτή να συμμετάσχει στην προφορική δοκιμασία, την οποία και υπέστη στις 13 Ιουλίου 1981. Κατά τη συνέντευξη, χωρίς να καθορίζεται πότε ακριβώς έγινε η συζήτηση αυτή, ρωτήθηκε αν μπορούσε να μετάσχει στις εξετάσεις που της απόμεναν για να λάβει το δίπλωμά της μέχρι το τέλος του 1981. Υπάρχει κάποια αμφισβήτηση ως προς το τι ακριβώς απήντησε. Αφενός, η Επιτροπή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η Verli-Wallace δήλωσε απλώς ότι μπορούσε να λάβει το πτυχίο της αν επιτύγχανε στις σχετικές εξετάσεις. Αφετέρου, η εκδοχή της προσφεύγουσας είναι ότι, ναι μεν είχε αρχικά δεχτεί ότι μπορούσε να μετάσχει στις εξετάσεις και σε περίπτωση επιτυχίας να αποκτήσει το δίπλωμα της, αυτό όμως ήταν δυνατό μόνο θεωρητικά. Δεδομένου ότι εργαζόταν πλέον στις Βρυξέλλες με πλήρη απασχόληση, της ήταν πρακτικά αδύνατο να προετοιμάσει τις εξετάσεις της.
Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, είναι πιθανόν ότι η εκδοχή της Verli-Wallace είναι κατά βάση ορθή και ότι, ακόμη και αν ήταν διατεθειμένη να δεχτεί ότι είχε θεωρητικά τη δυνατότητα να περατώσει τις σπουδές της μέσα στο 1981, η δυνατότητα αυτή δεν ήταν πραγματική.
Ύστερα από τη συνέντευξη αυτή, η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1981 ότι δεν γινόταν δεκτή η συμμετοχή της στο διαγωνισμό, διότι είχε τη δυνατότητα να περατώσει τις σπουδές της, τον Οκτώβριο του 1981 στην Αθήνα και να λάβει το δίπλωμά της. Κατά συνέπεια, η εξεταστική επιτροπή χρειάστηκε να ακυρώσει την απόφασή της περί αποδοχής της συμμετοχής της προσφεύγουσας στο διαγωνισμό. Η τελευταία υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, στην οποία δεν δόθηκε απάντηση και η οποία πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως σιωπηρώς απορριφθείσα. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής και τη σιωπηρή απόρριψη από την Επιτροπή της ενστάσεως της. Επιπλέον, ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι, επειδή, όπως ισχυρίζεται, πέτυχε και στη γραπτή και στην προφορική δοκιμασία του διαγωνισμού, πρέπει να εγγραφεί στον πίνακα ικανότητας που κατήρτισε η εξεταστική επιτροπή.
Βάσει των ισχυρισμών που προέβαλε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, νομίζω ότι η προσφυγή ακυρώσεως της προσφεύγουσας πρέπει να κριθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που σκοπεί την ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως της ενστάσεως της. Η απόρριψη αυτή απλώς επιβεβαίωσε την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής μπορεί να διατηρηθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσφυγή ακυρώσεως της προσφεύγουσας κατά της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα στο πλαίσιο της προκειμένης διαδικασίας που κινήθηκε στις 26 Μαΐου 1981.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είvai ότι η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να «ακυρώσει» μια από τις προηγούμενες αποφάσεις της. Πολλά επιχειρήματα προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπέρ της απόψεως ότι μια απόφαση δεν μπορεί νομίμως να ακυρωθεί από το ίδιο όργανο που την εξέδωσε. Καίτοι στο έγγραφο του προϊσταμένου του τμήματος προσλήψεων χρησιμοποιείται πράγματι ο όρος «να ακυρώσει», τείνω μάλλον να δεχτώ το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι δηλαδή, για την ορθή αντιμετώπιση του θέματος, δεν απαιτείται προσκόλληση στον τύπο αλλά στην ουσία. Εν προκειμένω, στην πραγματικότητα η εξεταστική επιτροπή είχε σκοπό να ανακαλέσει ή να διορθώσει την προηγούμενη απόφαση της περί αποδοχής της συμμετοχής της προσφεύγουσας. Αυτό έγινε με την αιτιολογία ότι είχε υποπέσει σε πλάνη. Δέχομαι επίσης ότι, αν ήταν επιβεβλημένη η διόρθωση αυτή, η ίδια η εξεταστική επιτροπή όφειλε να την επιφέρει, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Κατά τη γνώμη μου είναι προφανές ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε τελειώσει το έργο της και δεν επιδίωξε να ακυρώσει, κατά την τεχνική έννοια του όρου, την αρχική της απόφαση. Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα.
Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι, εν πάση περιπτώσει, ό,τι έγινε δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, νομίζω ότι, αν η διόρθωση ήταν δικαιολογημένη, έγινε εντός ευλόγου χρόνου, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή.
Τρίτον, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η εξεταστική επιτροπή κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα και ότι δεν έπρεπε να αποκλειστεί από το διαγωνισμό ως φοιτήτρια που βρίσκεται στο τελευταίο έτος των σπουδών της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, η προσφεύγουσα γράφτηκε, το Φεβρουάριο του 1968, ως πρωτοετής φοιτήτρια για το ακαδημαϊκό έτος 1968-1969. Ύστερα από ορισμένα έτη σπουδών γράφτηκε στο τέταρτο έτος για το ακαδημαϊκό έτος 1974-1975. Το Δικαστήριο αγνοεί τι συνέβη στο μεταξύ. Φαίνεται ότι καταρχήν οι σπουδαστές που έχουν παρακολουθήσει τέσσερα έτη σπουδών στη νομική υφίστανται τις γραπτές και τις προφορικές εξετάσεις αμέσως κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας των σπουδών τους. Οι υποψήφιοι έχουν όμως τη δυνατότητα να παρουσιαστούν στις προφορικές εξετάσεις αργότερα, πράγμα που συμβαίνει στην πραγματικότητα, καίτοι κατ'εξαίρεση. Επομένως, η Verli-Wallace ήταν υποχρεωμένη να υποστεί τις προφορικές εξετάσεις πριν λάβει το δίπλωμά της αλλά, βάσει του κανονισμού του πανεπιστημίου, δεν χρειαζόταν να εγγραφεί ως φοιτήτρια για τα έτη κατά τα οποία παρουσιαζόταν στις εν λόγω προφορικές εξετάσεις.
Συγκεκριμένα, υπέστη με επιτυχία οκτώ προφορικές εξετάσεις: δύο το 1975, μία το 1977, τρεις το 1980 και, στη συνέχεια, μία ακόμη τον Οκτώβριο του 1981. Είναι πάντως σαφές ότι στις 13 Σεπτεμβρίου 1982 έπρεπε ακόμη να εξεταστεί στα τρία μαθήματα που προανέφερα, από τα οποία το ένα για το τρίτο έτος και τα άλλα στο πλαίσιο των εξετάσεων για την απόκτηση του σχετικού πτυχίου.
Για την ερμηνεία του όρου που τίθεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο αποκλεισμός δεν αφορά απλώς όσους είναι σπουδαστές ούτε όσους έχουν τη δυνατότητα να παρουσιαστούν σε τελικές εξετάσεις. Αφορά αποκλειστικά όσους βρίσκονται στο τελευταίο έτος πανεπιστημιακών σπουδών. Υπό τις εν προκειμένω συνθήκες η Verli-Wallace βρισκόταν σ' αυτή την κατάσταση;
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι για να θεωρηθεί κάποιος σπουδαστής στο τελευταίο έτος σπουδών πρέπει να παρακολουθεί πράγματι έναν κύκλο σπουδών σε πανεπιστήμιο ή σε ισοδύναμο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Υποστηρίχτηκε ότι ο εν λόγω σπουδαστής πρέπει να είναι «εγγεγραμμένος» για να θεωρηθεί ότι φοιτά στο τελευταίο έτος. Δεν νομίζω ότι είναι ουσιώδες να είναι κατ' ανάγκη εγγεγραμμένος ένας σπουδαστής σε συγκεκριμένο έτος σπουδών για να θεωρηθεί ότι φοιτά στο τελευταίο έτος σπουδών. Δεν νομίζω ότι η εν λόγω φράση έχει τόσο περιορισμένη έκταση όσο υποστηρίχτηκε, δεδομένου ότι ένας σπουδαστής έχει προφανώς τη δυνατότητα να προετοιμάζεται για το πτυχίο του κατ' οίκον ή με μαθήματα δι' αλληλογραφίας.
Εξάλλου, νομίζω ότι για να αποκλειστεί ένας υποψήφιος, πρέπει να είναι σαφές ότι σπουδάζει, ότι ο κύκλος σπουδών θα τελείωνε μέσα σε 12 μήνες και ότι οι επιτυχείς εξετάσεις θα σήμαιναν το τέλος του κύκλου σπουδών. Το γεγονός ότι ένας σπουδαστής μπορεί να μην επιτύχει στις εξετάσεις του σε κάποιο έτος και να χρειάζεται να τις επαναλάβει σε επόμενο έτος δεν τον εμποδίζει να φοιτά στο τελευταίο έτος σπουδών.
Συμφωνώ με την άποψη και των δύο διαδίκων ότι ο χρόνος ο οποίος πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο υποψήφιος υποβάλλει τη σχετική αίτηση. Βάσει των στοιχείων που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο νομίζω ότι εν προκειμένω η Verli-Wallace είχε μόνο θεωρητικά τη δυνατότητα να υποστεί επιτυχώς τις εξετάσεις της και να λάβει το πτυχίο της εντός του έτους. Μόλις είχε αναλάβει υπηρεσία στην Επιτροπή, στις Βρυξέλλες. Δεν είχε εκδηλώσει σαφή πρόθεση να παρουσιαστεί στις υπόλοιπες εξετάσεις εντός του έτους και, στην πραγματικότητα μάλιστα, δεν προκύπτει σαφώς ότι παρακολουθούσε ενεργά κάποιο κύκλο σπουδών. Θεωρώ απίθανο ότι θα περάτωνε επιτυχώς τις εξετάσεις της ή θα ελάμβανε το πτυχίο της. Νομίζω λοιπόν ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, παρά την κατάσταση της μεταξύ 1975 και 1981, δεν αποδείχτηκε ότι φοιτούσε στο τελευταίο έτος ένος κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών κατά τον κρίσιμο χρόνο που λαμβάνεται υπόψη ενόψει της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
Κατά τη γνώμη μου το αντίθετο συμπέρασμα θα ήταν υπερβολικό. Αν υπήρχε πρόθεση να αποκλειστούν του διαγωνισμού οι υποψήφιοι που βρίσκονται στην κατάσταση της Verli-Wallace, νομίζω ότι η διατύπωση θα ήταν διαφορετική. Έχω λοιπόν τη γνώμη ότι η εξεταστική επιτροπή ορθώς έκανε δεκτή τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό αρχικά και κακώς ακύρωσε την πρώτη της απόφαση.
Στη συνέχεια η Verli-Wallace προβάλλει, για την περίπτωση που, αντίθετα με τη δική μου άποψη, θεωρηθεί ότι βρισκόταν στο τελευταίο έτος σπουδών κατά την έννοια της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ότι από τη στιγμή κατά την οποία έγινε δεκτή η συμμετοχή της στο διαγωνισμό, απέκτησε το δικαίωμα να συνεχίσει να διαγωνίζεται ή μπορούσε δικαιολογημένώς να αναμένει ότι θα της επιτρεπόταν να συνεχίσει. Δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα αυτό καταρχήν. Νομίζω ότι αν οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό από κάποιο διαγωνισμό ορίζονται σαφώς και αν αποδεικνύεται σαφώς ότι ένας υποψήφιος που έγινε αρχικά δεκτός δεν συγκέντρωνε τις απαιτούμενες για τη συμμετοχή προϋποθέσεις μπορεί να διαγραφεί από τον πίνακα ακόμη και αν είχε εγγραφεί και μάλιστα οποτεδήποτε πριν από τον οριστικό τερματισμό του διαγωνισμού. Ας υποθέσουμε, λόγου χάρη, ότι ο διαγωνισμός αφορούσε πτυχιούχους οικονομικών επιστημών. Αν ένας σπουδαστής, που είχε απλώς δηλώσει ότι είναι πτυχιούχος, γινόταν δεκτός να μετάσχει στο διαγωνισμό, στη συνέχεια δε αποκαλυπτόταν ότι είχε πτυχίο μηχανικού, νομίζω ότι, ανεξαρτήτως των άλλων δικαιωμάτων που έχει ενδεχομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι απέκτησε το δικαίωμα να συνεχίσει να διαγωνίζεται και ότι μπορούσε δικαιολογημένα να αναμένει ότι θα είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει.
Εξάλλου, αν θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση που τίθεται μπορεί να ερμηνευτεί κατά διάφορες έννοιες και αν, εν γνώσει όλων των σχετικών στοιχείων που παρέχει ένας υποψήφιος, μια εξεταστική επιτροπή δεχτεί τη συμμετοχή του, τότε ο τελευταίος δικαιολογημένα βεβαίως αναμένει ότι θα μπορέσει να συνεχίσει και ότι δεν είναι δυνατό να αποφασίσει μεταγενέστερα η εξεταστική επιτροπή να δώσει στην εν λόγω προϋποθεση άλλη δυνατή ερμηνεία. Εννοείται βεβαίως ότι, αν δεν αποκαλυφθούν όλα τα σχετικά στοιχεία (όπως ίσως εν προκειμένω αν η Verli-Wallace είχε την πρόθεση να προσέλθει στις εξετάσεις αλλά δεν το ομολόγησε), θεωρώ τελείως αδιανόητο ότι ο υποψήφιος στην περίπτωση αυτή μπορεί δικαιολογημένα να αναμένει ότι θα συνεχίσει ή ότι απέκτησε το δικαίωμα να συνεχίσει.
Αν εν προκείμενο το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν στο τελευταίο έτος σπουδών, νομίζω ότι, αφού ρητώς ανέφερε στην αίτηση συμμετοχής ότι συνέχιζε τις σπουδές της και ότι της απέμενε να προσέλθει στις εξετάσεις και λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων δυνατών ερμηνειών ως προς την έννοια της εν λόγω προϋποθέσεως, πρέπει να θεωρηθεί κατ' εξαίρεση ότι εν προκειμένω μπορούσε δικαιολογημένως να αναμένει ότι θα της επιτρεπόταν να συνεχίσει.
Προσωπικά πάντως θα προτιμούσα να στηρίξω την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής στο γεγονός ότι δεν επρόκειτο για υποψήφια που έπρεπε να αποκλειστεί, σύμφωνα με την ορθή ερμηνεία της διατυπώσεως της ίδιας της Επιτροπής.
Η προσφεύγουσα προέβαλε επίσης ότι είχε τα ίδια κεκτημένα δικαιώματα ή την ίδια δικαιολογημένη προσδοκία, διότι είχε γίνει δεκτή σε προηγούμενο διαγωνισμό, στο διαγωνισμό 303, στον οποίο είχε γίνει δεκτή και ως υποψήφια και τελικά ως δόκιμη υπάλληλος των Κοινοτήτων. Οι σχετικές προϋποθέσεις ήταν ουσιαστικά οι ίδιες από κάθε πλευρά. Είχε δηλώσει ότι οι σπουδές της είχαν πραγματοποιηθεί μεταξύ 1970 και 1976 και ότι δεν είχε λάβει ακόμη το πτυχίο νομικής. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο. Δεν νομίζω ότι επειδή έγινε δεκτή σε προηγούμενο διαγωνισμό και επειδή προσελήφθη, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των προϋποθέσεων, απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στον παρόντα διαγωνισμό.
Στη συνέχεια, υποστηρίχθηκε από την προσφεύγουσα ότι εν προκειμένω είχε το δικαίωμα να εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή. Δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα αυτό. Ακόμη και πριν από τη σημερινή συνεδρίαση δεν αποδείχτηκε ότι η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι η Verli-Wallace πέτυχε στην προφορική δοκιμασία. Τώρα, το Δικαστήριο έχει πληροφορηθεί, και κατά τη γνώμη μου πρέπει να δεχτεί, ότι η εξεταστική επιτροπή δεν έκρινε τελειωτικά την προσφεύγουσα. Υποστηρίχτηκε επίσης ότι δεν είναι λογικό να αποκλείεται από μεταγενέστερο διαγωνισμό ο πτυχιούχος ή κάποιος που βρίσκεται στο τελευταίο έτος πανεπιστημιακών σπουδών και που υπηρετεί ήδη στην Επιτροπή. Το αν αυτό είναι λογικό ή όχι δεν αποτελεί κατά τη γνώμη μου επιχείρημα που μπορεί να επικαλεστεί εν προκειμένω η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν βάλλεται η προκήρυξη διαγωνισμού είτε λόγω δυσμενούς διακρίσεως είτε λόγω παραβιάσεως της αρχής αναλογικότητας.
Νομίζω λοιπόν ότι εν προκειμένω πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού της προσφεύγουσας από το υπόλοιπο μέρος του διαγωνισμού και να κριθεί ότι η εξεταστική επιτροπή, αν μπορεί να συνέλθει και πάλι, οφείλει να δεχτεί τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην προφορική διαδικασία. Αν δεν μπορεί να συνέλθει αυτή η εξεταστική επιτροπή θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη συνέχιση της προφορικής δοκιμασίας από άλλη εξεταστική επιτροπή.
Φρονώ ότι στην παρούσα περίπτωση η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy