ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 24 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ή υπόθεση στήν ὁποία ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις έχει ὡς ἀντικείμενο προσφυγή ἡ ὁποία ἠσκήθη ἀπό την Ἐπιτροπή, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης, καί μέ τήν ὁποία ζητείται νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρῶν παρέβη υποχρέωση πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διότι δέν ἐθέσπισε, εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας, τίς ἀναγκαίες διατάξεις γιά τήν εκτέλεση τῆς πρώτης ὁδηγίας 73/239/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 24ης 'Ιουλίου 1973, «περί συντονισμοῦ τῶν νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων πού ἀφορούν τήν ἀνάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, έκτος τῆς ἀσφαλίσεως ζωής, καί τήν άσκηση αυτής» (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 06/001, σ. 157).
2.
Υπενθυμίζω τά περιστατικά πού προηγήθησαν τῆς προσφυγής τῆς Ἐπιτροπής.
Τό πρώτο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 35 τῆς ὁδηγίας 73/239 ὁρίζει ὅτι «τά κράτη μέλη τροποποιούν τίς ἐθνικές διατάξεις τους σύμφωνα μέ τήν ὁδηγία ἐντός δέκα ὀκτώ μηνών ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τῆς καί πληροφορούν ἀμέσως περί τούτου τήν Επιτροπή». Ή ὁδηγία ἐκοινοποιήθη στίς 31 'Ιουλίου 1973 επομένως, ἡ προθεσμία πού ὁρίσθη γιά τήν εκτέλεση τῆς έληξε στίς 31 'Ιανουαρίου 1975. Μέ προειδοποίηση τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1977, ἡ 'Επιτροπή κίνησε τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 169. Στίς 16 'Ιανουαρίου 1978, βάσει τῶν διαβεβαιώσεων πού έδωσε ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση, ἀνέστειλε τήν διαδικασία αυτή στίς 29 Νοεμβρίου 1980 ὅμως τήν εκίνησε καί πάλι μέ νέα όχληση. Ή αιτιολογημένη γνώμη εξεδόθη στίς 18 Νοεμβρίου 1981 καί ἡ προσφυγή τῆς Ἐπιτροπῆς ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἠσκήθη στίς 24 Μαΐου 1982 καί ἐπρωτοκολλήθη στίς 27 Μαΐου 1982.
3.
Πρέπει νά λεχθεί ἐξ ἀρχής ὅτι ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση ἀναγνωρίζει τήν μή εκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων της, επιχειρεί ὅμως νά τήν δικαιολογήσει ἡ νά μετριάσει τήν βαρύτητα τῆς ἀπό διάφορες ἀπόψεις. Τό «πλήρες» περιεχόμενο τῆς ὁδηγίας — υποστηρίζει κατά πρώτο λόγο ἡ ἐν λόγω κυβέρνηση — συνεπάγεται ὁλική ἀναθεώρηση τῆς ρυθμίσεως στό θέμα τῆς ἀσφαλίσεως κατά ζημιών, ἡ ὁποία ἀποτελεί μία ευκαιρία γιά τήν ρύθμιση καί θεμάτων ξένων πρός τό ἀντικείμενο καί τό πεδίο εφαρμογής τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως. Ἀφ' ἑτερου, ἡ ἀνάγκη προσφυγής στην νομοθετική διαδικασία ἀπαιτεί μεγάλα χρονικά περιθώρια, πού χαρακτηρίζουν τήν κοινοβουλευτική ὁδό.
Δεύτερο επιχείρημα: ἡ ὁδηγία εφαρμόζεται ἤδη στην πράξη έναντι ὅλων τῶν επιχειρήσεων πού έχουν κυρία έδρα στίς Κάτω Χώρες ἡ σέ άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, στίς 17 'Ιουνίου 1976, τό ὀλλανδικό επιμελητήριο ἀσφαλιστικών ἑταιριών εξέδωσε εγκύκλιο πού ἀφορούσε τίς περιπτώσεις διαφορᾶς μεταξύ τῆς ισχυούσης νομοθεσίας καί τῆς ὁδηγίας καί ἡ ὁποία επέβαλε τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας στίς επιχειρήσεις πού πληροῦν τίς ὁριζόμενες σέ αυτή προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, τόσο οἱ ἀλλοδαπές ὅσο καί οἱ εθνικές επιχειρήσεις δέν ἀντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω τῆς μή εκτελέσεως τῆς ὁδηγίας. Τρίτο ἐπιχείρημα τοῦ καθ' οὗ: ὁρισμένες ουσιώδεις διατάξεις τῆς ὁδηγίας, ιδίως δέ οἱ ἀναφερόμενες στό περιθώριο φερεγγυότητος τῶν ἀσφαλιστικῶν επιχειρήσεων, ἐφαρμόζονται in cοncreto λόγω τοῦ ὅτι ἀναπτύσσουν άμεσα ἀποτελέσματα.
4.
Φρονώ ὅτι οἱ δικαιολογίες πού προβάλλει τό καθ' οὗ δέν εἶναι βάσιμες. Σέ καθεμία ἀπό αυτές ἀντιτάσσεται μία παγία ήδη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου. Θά περιορισθώ στην υπόμνηση της.
5.
'Αρχίζω μέ τό επιχείρημα πού ἀναφέρεται στην καθυστέρηση ἡ ὁποία ὀφείλεται στίς συνθήκες τῆς κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Ἀξίζει νά ὑπογραμμισθεί ὅτι έχουν ήδη παρέλθει σχεδόν ὀκτώ έτη ἀπό την ἐκπνοή τῆς προθεσμίας γιά τήν μεταφορά τῆς ὁδηγίας στό εσωτερικό δίκαιο. Ή Ἐπιτροπή ἐξ άλλου ἀναφέρει ὅτι μόλις τό 1984 θά θεσπισθεί ὁ νόμος γιά τήν εκτέλεση τῆς ὁδηγίας. "Αν δέν παρουσιασθούν άλλα εμπόδια, συνεπῶς, μόνο μετά πάροδο ένδεκα ετών ἀπό τήν θέσπιση τῆς ὁδηγίας θά έχει κατορθώσει τό καθ' οὗ νά προσαρμόσει τήν έννομη τάξη του πρός τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς κοινοτικής έννόμου τάξεως. Κατά τήν γνώμη μου, τίποτε δέν δύναται νά δικαιολογήσει μία τέτοια καθυστέρηση. Ἐν πάση δέ περιπτώσει, τό Δικαστήριο έχει παγίως δεχθεί ὅτι «ένα κράτος μέλος δέν δύναται νά ἐπικαλεσθεί διατάξεις, τήν ἀκολουθούμενη πρακτική ἡ καταστάσεις τῆς ἐσωτερικής έννομου τάξεως του γιά νά δικαιολογήσει τήν μή ἐκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς κοινοτικές ὁδηγίες» (ἀπόφαση τῆς 2ας Φεβρουαρίου 1982 ἐπί τῆς υποθέσεως 70/81, Ἐπιτροπή κατά Βασιλείου τοῦ Βελγίου, Συλλογή 1982, σ. 173, σκέψη 5).
6.
'Απορριπτέο επίσης εἶναι τό ἐπιχείρημα, σύμφωνα μέ τό ὁποίο ἡ ὁδηγία ἐφαρμόζεται στην πράξη βάσει εγκυκλίου τοῦ ἐπιμελητηρίου ἀσφαλιστικών εταιριών. Ὅπως είναι γνωστό, ἡ de facto εφαρμογή δέν ἐξασφαλίζει εκείνη τήν ἀσφάλεια δικαίου τήν ὁποία ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου θεωρεί ουσιώδη. Τό Δικαστήριο ἐδέχθη ὅτι «κάθε κράτος μέλος πρέπει νά προβαίνει σέ εκτέλεση τῶν ὁδηγιών ... κατά τρόπο πού νά ἀνταποκρίνεται πλήρως στίς ἀπαιτήσεις τῆς σαφήνειας καί βεβαιότητος τῶν νομικών καταστάσεων στίς ὁποιες ἀποβλέπουν οἱ ὁδηγίες ... Κατά συνέπεια, ἁπλή διοικητική πρακτική, ἡ ὁποία ως ἐκ τῆς φύσεως τῆς δύναται νά τροποποιείται κατά βούληση ἀπό τήν διοίκηση καί στερείται επαρκούς δημοσιότητος, δέν δύναται νά λογισθεί ὡς συνιστώσα νόμιμη ἐκπλήρωση τῆς υποχρεώσεως πού υπέχουν ἀπό τό άρθρο 189 τά κράτη μέλη στά οποία ἀπευθύνονται οἱ ὁδηγίες» (απόφαση τῆς 6ης Μαΐου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 102/79, 'Επιτροπή κατά Βασιλείου τοῦ Βελγίου, Raccolta 1980, σ. 1486, σκέψη 11). Ἔχει ἐξ άλλου προκύψει — καί διαφαίνεται στό 'ίδιο τό υπόμνημα ἀντικρούσεως τοῦ καθ' οὗ — σημαντική διαφορά μεταξύ τῆς νομοθεσίας πού ἰσχύει στίς Κάτω Χώρες καί τῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας.
7.
Δέν δύναται επίσης νά γίνει δεκτό τό επιχείρημα περί «ἀμεσων ἀποτελεσμάτων» τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας ἡ μερών της. Πράγματι, τό νά γίνει δεκτό ὅτι ὁ σκοπός τῆς ὁδηγίας δύναται νά επιτευχθεί χάρις στην «αὐτόματη» ενσωμάτωση τῆς στην ἐθνική έννομη τάξη ισοδυναμεί μέ τήν μή ἀναγνώριση ὁποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ μιᾶς νομικής πράξεως πού ἰσχύει άμεσα, ὅπως εἶναι ὁ κανονισμός, καί μιᾶς ὁδηγίας ή ὁποία ἀναπτύσσει άμεσα ἀποτελέσματα: τούτο θά ἀλλοίωνε εντελώς τόν χαρακτήρα πού προσδίδει σέ κάθε κοινοτική πράξη τό άρθρο 189 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση πάντως πρόκειται περί μερικῆς εφαρμογής. Καί ἀπό τήν άποψη αύτη, ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ἀπέρριψε θέσεις πού δέν συμφωνούν μέ τό νομικό σύστημα πού καθιέρωσε ἡ συνθήκη τῆς Ρώμης. Τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι «ἀπό τό άρθρο 189, τρίτη παράγραφος, προκύπτει ὅτι ἡ εκτέλεση τῶν κοινοτικῶν ὁδηγιῶν πρέπει νά εξασφαλίζεται μέ τήν λήψη καταλλήλων εκτελεστικών μέτρων ἀπό τά κράτη μέλη. Μόνο σέ ιδιαίτερες περιστάσεις, καί Ιδίως στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ένα κράτος μέλος παρέλειψε νά λάβει τά ἀπαιτούμενα εκτελεστικά μέτρα ή έλαβε μέτρα πού δέν συμφωνούν μέ ὁδηγία, τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε τό δικαίωμα τῶν πολιτών νά ἐπικαλοῦνται ενώπιον δικαστηρίου μία ὁδηγία έναντι κράτους μέλους πού δέν ἐξεπλήρωσε τίς υποχρεώσεις του (βλέπε, σχετικά, ἰδίως τήν ἀπόφαση τῆς 5ης Ἀπριλίου 1979 στην υπόθεση 148/78, Rati, Raccolta 1979, σ. 1629). Αυτή ή ελαχίστη εγγύηση, πού ἀπορρέει ἀπό τόν δεσμευτικό χαρακτήρα τῆς υποχρεώσεως πού επιβάλλεται στα κράτη μέλη ἀπό τίς οδηγίες βάσει τοῦ ἄρθρου 189, τρίτη παράγραφος, δέν δύναται νά ἀποτελέσει δικαιολογία τῆς μή εγκαίρου λήψεως, ἐκ μέρους κράτους μέλους, τῶν καταλλήλων εκτελεστικών μέτρων γιά τήν επίτευξη τοῦ σκοποῦ κάθε ὁδηγίας» (ἀπόφαση τῆς 6ης Μαΐου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 102/79, ἀνωτ., σκέψη 12).
8.
Ἐφ' ὅσον οἱ ισχυρισμοί τοῦ καθ' οὗ εἶναι ἀβάσιμοι, δέν εἶναι δυνατό παρά νά διαπιστωθεί ἡ μή τήρηση τῆς προθεσμίας πού τάσσεται ἀπό τήν ὁδηγία γιά τήν μεταφορά τῆς στην εσωτερική έννομη τάξη. Ή προθεσμία αυτή δέν ὑπόκειται σέ παράταση, ούτε a fortiori εἶναι δυνατό νά υπάρξει παρέκκλιση. 'Απεναντίας, υπάρχει ή ἀπαίτηση τῆς ὁμοιόμορφης εφαρμογής τῆς ὁδηγίας σέ κοινοτικό επίπεδο. Πράγματι, ὅπως ἐδέχθη τό Δικαστήριο, «ὁ δεσμευτικός χαρακτήρας τῶν ὁδηγιών συνεπάγεται ὅτι ὅλα τά κράτη μέλη έχουν τήν υποχρέωση νά τηροῦν τίς προθεσμίες πού τάσσονται ἀπό αυτές, ώστε νά εξασφαλίζεται ἡ ὁμοιόμορφη εφαρμογή τους σέ ὁλόκληρη τήν Κοινότητα» (ἀπόφαση τῆς 22ας Σεπτεμβρίου 1976 έπί τῆς υποθέσεως 10/76, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, Raccolta 1976, σ. 1359, σκέψη 12). Παρατηρώ τέλος ὅτι, έκτος τῆς Ἑλλάδος, ὅλα τά άλλα κράτη μέλη προσήρμοσαν προς τήν ὁδηγία τίς εσωτερικές έννομες τάξεις τους.
9.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό καθ' οὗ δέν ἐθέσπισε εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας τίς διατάξεις πού εἶναι ἀναγκαίες γιά τήν εκτέλεση τῆς ὁδηγίας 73/239/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 24ης 'Ιουλίου 1973, καί συνεπώς παρέβη υποχρέωση πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Όσον άφορᾶ τά δικαστικά έξοδα, αυτά πρέπει νά επιβαρύνουν τόν ἡττηθέντα διάδικο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy