ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΤΗΝ 1Η ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Επιτροπή άσκησε βάσει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συνθήκης και το άρθρο 2 της οδηγίας 77/504/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 58) κατά δύο τρόπους. Καταρχάς ισχυρίζεται ότι η Γαλλία περιόρισε σε ορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών τη δυνατότητα εισαγωγής σπέρματος προοριζόμενου για την τεχνητή γονιμοποίηση· και ακόμη ότι έδινε στα κέντρα αναπαραγωγής τη δυνατότητα να ακολουθούν μια πρακτική που δημιουργεί διακρίσεις σχετικά με το εισαγόμενο σπέρμα.
Όσον αφορά το άρθρο 37, υποστηρίζεται κυρίως (α) ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κρατικό εμπορικό μονοπώλιο που συνίσταται στο ότι η Γαλλία, είτε μέσω ενός κρατικού οργανισμού είτε μέσω οργανισμών που δεν είναι κρατικοί και οι οποίοι ασκούν το μονοπώλιο για λογαριασμό του κράτους στην πραγματικότητα (και όχι βάσει διατάξεων) «ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα» τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη προς τη Γαλλία· (β) ότι στην περίπτωση αυτή δημιουργείται διάκριση σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες αγοράζονται και διατίθενται στο εμπόριο εμπορεύματα από άλλα κράτη μέλη.
Όσον αφορά την οδηγία, υποστηρίζεται ότι η Γαλλία δεν μερίμνησε ώστε «να μην απαγορεύονται, περιορίζονται ή παρεμποδίζονται για ζωοτεχνικούς λόγους το ενδοκοινοτικό εμπόριο σπέρματος ... βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους», όπως όφειλε να πράξει σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας.
Λίγο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν η τεχνητή γονιμοποίηση βοοειδών αναπτύχθηκε σε εμπορικό επίπεδο, η γαλλική κυβέρνηση επέβαλε ελέγχους κατά τη διεξαγωγή της. Οι έλεγχοι αυτοί τροποποιήθηκαν κατά καιρούς. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των ισχυουσών διατάξεων, που εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση, φαίνεται ότι είναι τα ακόλουθα.
Σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του νόμου 66-1005 της 28ης Δεκεμβρίου 1966, σκοπός του οποίου αναφερόταν ότι είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας των βοοειδών, η λήψη του σπέρματος και η αναπαραγωγή μπορούν να εκτελούνται μόνο υπό τον έλεγχο προσώπων που είναι κάτοχοι τίτλου διευθυντή κέντρου γονιμοποιήσεως. Ένα τέτοιο κέντρο μπορεί να προβαίνει και στις δύο ή μόνο σε μία από τις ανωτέρω πράξεις.
Σχετική άδεια χορηγείται από τον υπουργό γεωργίας, αφού ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, ήδη υπάρχουσες δυνατότητες. Κάθε άδεια καθορίζει ορισμένη περιοχή εντός της οποίας το κέντρο αναπαραγωγής προμηθεύει αποκλειστικά το σπέρμα, αλλά οι κτηνοτρόφοι μπορούν να ζητήσουν από ένα τέτοιο κέντρο να τους προμηθεύσει σπέρμα από άλλα κέντρα παραγωγής που ανταποκρίνονται στις σχετικές διατάξεις και τότε τα έξοδα βαρύνουν τους κτηνοτρόφους. Στην περίπτωση που έχει παραχωρηθεί άδεια σε συνεταιρισμό, ο συνεταιρισμός αυτός είναι υποχρεωμένος να εξυπηρετεί και τους κτηνοτρόφους της περιοχής που δεν είναι μέλη του.
Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το σύστημα ελέγχου υπάρχουν στο διάταγμα 69-258 της 22ας Μαρτίου 1969 και στην απόφαση του υπουργού γεωργίας της 17ης Απριλίου 1969. Σύμφωνα με το άρ9ρο Ι της υπουργικής απόφασης, σε περίπτωση που δεν υπάρχει αμοιβαία συμφωνία με ορισμένες άλλες χώρες, ο κάτοχος της άδειας πρέπει να έχει γαλλική ιθαγένεια ή να είναι νομικό πρόσωπο που αποτελείται κατά πλειοψηφία από Γάλλους. Σύμφωνα με το άρθρο 10, προβλέπεται ότι η δραστηριότητα ενός κέντρου παραγωγής εκτείνεται συνήθως στις περιοχές όπου είναι εγκατεστημένα τα κέντρα αναπαραγωγής με τα οποία συνδέεται με συμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 12, τα κέντρα αναπαραγωγής οφείλουν να συνάψουν συμβάσεις με ένα ή περισσότερα κέντρα παραγωγής, τα οποία να εξασφαλίζουν τακτικά επαρκείς ποσότητες σπέρματος σύμφωνα με το άρθρο 13, μολονότι τα κέντρα αναπαραγωγής συνήθως προμηθεύονται από τα κέντρα παραγωγής με τα οποία έχουν συνάψει συμβάσεις, μπορούν, μετά από γραπτή αίτηση ενός κτηνοτρόφου, να προμηθευτούν σπέρμα από «άλλα κέντρα». Το σπέρμα που διαθέτει ένα κέντρο αναπαραγωγής πρέπει κανονικά να χρησιμοποιηθεί μόνο στην περιοχή που καθορίζει η άδεια και, αν δεν χρησιμοποιηθεί, μπορεί να επιστραφεί μόνο στο κέντρο παραγωγής από το οποίο προήλθε. Επιπλέον, σύμφωνα με την απόφαση, ο υπουργός έχει την εξουσία να περιορίσει ή να απαγορεύσει προσωρινά τη λήψη σπέρματος από ορισμένο ζώο και τα κέντρα παραγωγής μπορούν να αναθέσουν ορισμένα καθήκοντα σε κέντρα αναπαραγωγής, με τα οποία συνδέονται με σύμβαση.
Βάσει μιας απόφασης της 12ης Νοεμβρίου 1969, η προηγούμενη απαίτηση, ότι δηλ. ο κάτοχος άδειας πρέπει να είναι γάλλος υπήκοος, τροποποιήθηκε και επετράπη να είναι κάτοχοι και υπήκοοι άλλων κρατών μελών.
Ειδικές διατάξεις υπάρχουν σχετικά με την εισαγωγή σπέρματος από άλλες χώρες, ιδίως σε μια απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1949 (JORF της 29. 10. 1949, σ. 10800) και στο διάταγμα 70-137 της 16ης Φεβρουαρίου 1970 (JORF της 19. 2. 1970, σ. 1766) και σε διάφορες ανακοινώσεις προς τους εισαγωγείς. Στην ουσία οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι κάθε εισαγωγή σπέρματος απαιτεί χωριστή άδεια από το υπουργείο γεωργίας. Για να του χορηγηθεί η άδεια, ο αιτών πρέπει να υποβάλει διάφορα έγγραφα με τα οποία να αποδεικνύεται ο αριθμός των δόσεων που πρόκειται να εισαχθούν και μεταξύ των οποίων να περιλαμβάνεται βεβαίωση εργαστηρίου εγκεκριμένου από το κράτος καταγωγής. Οι άδειες χορηγούνται μόνο για αναγνωρισμένα γένη βοοειδών και για ζώα που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που έχει θέσει το γαλλικό υπουργείο γεωργίας.
Το βασικό επιχείρημα της Επιτροπής είναι ότι οι εισαγωγές μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο από ή για λογαριασμό ενός οργανισμού που, βάσει της γαλλικής νομοθεσίας, είναι εξουσιοδοτημένος να χρησιμοποιεί σπέρμα και ότι οι επιχειρηματίες ή κτηνοτρόφοι που δεν είναι μέλη του δεν μπορούν οι ίδιοι να προμηθευτούν σπέρμα από άλλα κράτη μέλη. Το επιχείρημα αυτό η Επιτροπή το βασίζει στο γεγονός ότι στην απόφαση του 1949 υπάρχει αναφορά στους συνεταιρισμούς ή άλλους οργανισμούς που είναι εγκεκριμένοι από τον υπουργό γεωργίας ως πιθανοί εισαγωγείς. Εξάλλου ισχυρίζεται ότι τα κέντρα αναπαραγωγής μπορούν να προμηθεύονται σπέρμα από αλλού, μόνο μετά από γραπτή αίτηση ενός κτηνοτρόφου και δεν μπορούν να ενεργούν έτσι από δική τους πρωτοβουλία ή να διατηρούν αποθέματα.
Όλα έχουν προβλεφθεί με τρόπο ώστε το σπέρμα που χρησιμοποιείται να προέρχεται από βοοειδή της Γαλλίας, αυτό δε αποτελεί ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης. Η Επιτροπή δέχεται ότι, αφού αγοραστεί το σπέρμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από πρόσωπο που είναι εγκεκριμένο σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, αλλά υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται, συμπεριλαμβανομένων και των δυσχερειών που προκύπτουν από την ανάγκη να χορηγούνται άδειες, πράγμα το οποίο συνεπάγεται καθυστέρηση και έξοδα, καθιστά αδύνατο στους ιδιώτες κτηνοτρόφους να εισάγουν σπέρμα για να το χρησιμοποιήσουν οι ίδιοι. Ανεξάρτητα από τα ερωτήματα κατά πόσο το γαλλικό σύστημα αδειών εξαγωγής, αυτό καθαυτό, ή οι απαιτήσεις ότι πρέπει να τηρηθούν οι γαλλικοί ζωοτεχνικοί κανόνες και ο επιβαλλόμενος περιορισμός ως προς τα γένη αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κατάσταση που περιγράφεται πιο πάνω συνιστά παράβαση του άρθρου 37 της συνθήκης και του άρθρου 2 της οδηγίας.
Η γαλλική κυβέρνηση απαντά ότι η εισαγωγή σπέρματος είναι ελεύθερη, δεν υπάγεται σε οποιονδήποτε ποσοτικό περιορισμό και ότι δεν υπάρχει περιορισμός ως προς τα πρόσωπα που μπορούν να το εισάγουν. Ενώ δέχεται ότι υπάρχει μονοπώλιο ως προς την πράξη της τεχνητής γονιμοποίησης — που αποτελεί παροχή υπηρεσιών και όχι αγαθών — ισχυρίζεται (α) ότι το σύστημα αδειών που έχει θεσπιστεί εξασφαλίζει μόνο την τήρηση των γαλλικών προδιαγραφών και (6) ότι η απαίτηση της συνάψεως συμβάσεων μεταξύ προμηθευτού και προσώπου το οποίο προβαίνει σε τεχνητή γονιμοποίση εντάσσεται στην καλή λειτουργία του συστήματος και στη βελτίωση της ποιότητας των βοοειδών. Καταρχάς, στους κτηνοτρόφους μπορεί να χορηγηθεί προσωρινή άδεια να προβαίνουν σε τεχνητή γονιμοποίηση. Στη συνέχεια, τα κέντρα παραγωγής δεν έχουν ιδιαίτερα δικαιώματα που προσιδιάζουν σε μονοπώλιο και είναι ανεξάρτητα από το κράτος. Ασκούν τις δραστηριότητες τους όπως νομίζουν. Η νομοθεσία δεν απαγορεύει κατά κανέναν τρόπο στον κτηνοτρόφο να ζητήσει, από ένα κέντρο που βρίσκεται στην αλλοδαπή, το σπέρμα που χρειάζεται, ακόμη και αν το σπέρμα αυτό πρέπει να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Εφόσον πληροί τις ζωοτεχνικές και τις υγειονομικές προδιαγραφές, η άδεια χορηγείται αυτόματα.
Βάσει των πραγματικών περιστατικών δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα κέντρα αναπαραγωγής έχουν στην πραγματικότητα μονοπώλιο στις περιοχές που τους έχουν παραχωρηθεί, και μολονότι χορηγούνται σε άλλα πρόσωπα «ειδικές και προσωρινές» άδειες, οι άδειες αυτές περιορίζονται στην τεχνητή γονιμοποίηση των βοοειδών που ανήκουν στον κάτοχο της άδειας, απαιτείται δε η συμφωνία του κέντρου αναπαραγωγής που είναι αρμόδια για την περιοχή και αυτό συνεπάγεται ευρύ έλεγχο εκ μέρους του εν λόγω κέντρου (άρθρο 10 του διατάγματος 69-258 της 22. 3. 1969). Φαίνεται ότι υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το πόσα κέντρα προβαίνουν και στην παραγωγή σπέρματος και σε τεχνητή γονιμοποίηση. Αυτό νομίζω ότι δεν έχει σημασία, επειδή τα κέντρα τα οποία προβαίνουν σε αναπαραγωγή συνήθως προμηθεύονται από κέντρα παραγωγής με τα οποία έχουν συνάψει συμβάσεις. Εξάλλου, η απαγόρευση που επιβάλλεται στα κέντρα αναπαραγωγής να προμηθεύονται σπέρμα από άλλους, εκτός από τους συνήθεις προμηθευτές τους εκτός αν υπάρχει γραπτή αίτηση κτηνοτρόφου και οι προϋποθέσεις που τίθενται για να επιτραπούν οι εισαγωγές, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, αλλά όχι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 37 επειδή (α) η Γαλλία περιορίζει το δικαίωμα εισαγωγής σπέρματος σε ορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών ή (6) ότι η κατηγορία αυτή των επιχειρηματιών αποτελεί εν πάση περιπτώσει κρατικό μονοπώλιο.
Οι στατιστικές που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τη γαλλική κυβέρνηση δείχνουν ότι το 1980 και το 1981 χορηγήθηκαν άδειες εισαγωγής αντίστοιχα για 101392 και 91895 δόσεις σπέρματος. Οι άδειες που χορηγήθηκαν σε ιδιωτικά κέντρα αναπαραγωγής καλύπτουν το 2 μέχρι 3 % του συνόλου των δόσεων: πάνω από 70 ο/ο προορίζονταν για την Union nationale des coopératives d'élevage et d'insémination artificielle (UNCEIA), [Εθνική Ένωση συνεταιρισμών κτηνοτρόφων και τεχνητής γονιμοποίησης] ή τη θυγατική της εταιρεία η UNCEIA αποτελεί εθνική ένωση στην οποία ανήκουν πολλοί γεωργικοί συνεταιρισμοί που έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε τεχνητή γονιμοποίηση: το 25 °/ο περίπου των δόσεων είχε εισαχθεί από μια εταιρεία με την επωνυμία Bovec, που φαίνεται ότι είναι θυγατρική μιας αμερικανικής εταιρείας, η οποία προμηθεύεται σπέρμα κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το πωλεί στα κέντρα ή στους κτηνοτρόφους για να χρησιμοποιηθεί σε κέντρα αναπαραγωγής της Γαλλίας.
Ακόμη και αν η Bovec πρέπει να συναλλάσσεται και πράγματι συναλλάσσεται αποκλειστικά με τα κέντρα ή με κτηνοτρόφους οι οποίοι πρέπει να δώσουν το σπέρμα στα κέντρα αναπαραγωγής, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν μπορώ να συναγάγω ότι η εταιρεία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο κρατικό μονοπώλιο.
Παρά τη στενή συνεργασία μεταξύ της UNCEIA και του υπουργείου γεωργίας και παρά τον έλεγχο που ασκείται σχετικά με την τήρηση των προδιαγραφών από το υπουργείο, από μια επιτροπή προδιαγραφών με την οποία συνδέεται η UNCEIA, και από τη νομοθεσία, δεν νομίζω ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Επιτροπή αποδεικνύουν ότι μόνο η UNCEIA και οι συνεταιρισμοί μπορεί να συνιστούν κρατικό μονοπώλιο κατά την έννοια του άρθρου 37, ακόμη και για την εισαγωγή σπέρματος από άλλες χώρες εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όποια και αν είναι τα δικαιώματα των κέντρων στο εσωτερικό των περιοχών στις οποίες ασκούν τις δραστηριότητες τους, από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία φαίνεται ότι τα κέντρα αυτά έχουν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις τους όπως αυτά κρίνουν καλύτερα από οικονομικής απόψεως, υπό τον όρο ότι συμμορφώνονται με τις τεχνικές προδιαγραφές που έχει θέσει το υπουργείο. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι αγοράζουν το εισαγόμενο σπέρμα μέσω της UNCEIA επειδή είναι υποχρεωμένοι ή επειδή υπάγονται στο κρατικό μονοπώλιο: ενεργούν έτσι επειδή τους συμφέρει οικονομικά και από άποψη διαχειρίσεως. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζει καθόλου το άλλο ερώτημα, δηλαδή κατά πόσο το καταστατικό της UNCEIA, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, αντιβαίνει σε άλλες διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ.
Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι το ετήσιο ποσοστό των εισαγόμενων δόσεων είναι τόσο μικρό· περίπου 100000 από τις 12 εκατομύρια δόσεις που διατίθενται στη Γαλλία προέρχονται από την αλλοδαπή και δεν είναι λιγότερο εκπληκτικό ότι οι εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, εκτός ίσως από τις Κάτω Χώρες και τη Γερμανία, είναι τόσο χαμηλές.
Και αν ακόμη πράγματι υπάρχει μονοπώλιο σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ως προς την τεχνητή γονιμοποίηση, από τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί δεν νομίζω ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η Γαλλία παρέβη το άρθρο 37, επειδή θέσπισε στην πράξη ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο άδειες εισαγωγής χορηγούνται μόνο σε ορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών και αυτό αποτελεί κρατικό μονοπώλιο.
Αν είναι ορθό ότι δεν υπάρχει κρατικό εμπορικό μονοπώλιο ως προς το εισαγόμενο σπέρμα, δεν πρέπει να εξεταστούν, 6άσει του άρθρου 37, οι σχετικοί με τη διάκριση ισχυρισμοί τόσο όσον αφορά την εισαγωγή σπέρματος όσο και την εμπορία του εισαγόμενου σπέρματος.
Κατά το μέτρο που η προσφυγή βασίζεται στην οδηγία (η οποία περιορίζεται στα βοοειδή), συνεπάγεται διαφορετικούς συλλογισμούς.
Οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 2 και 3 έχουν την εξής διατύπωση :
«Άρθρο 2
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην απαγορεύονται, περιορίζονται ή παρεμποδίζονται για ζωοτεχνικούς λόγους:
—
οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους,
—
οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές σπέρματος και γονιμοποιημένων ωαρίων προερχόμενων από βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους,
—
υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές των ταύρων, οι οποίοι προορίζονται για τεχνητή σπερματέγχυση.
Άρθρο 3
Το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, θεσπίζει, πριν από την 1η Ιουλίου 1980, τις κοινοτικές διατάξεις αποδοχής των βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους στην αναπαραγωγή.
Μέχρι της ενάρξεως ισχύος των διατάξεων, η αποδοχή των βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους στην αναπαραγωγή, καθώς και η αποδοχή των ταύρων που προορίζονται για την τεχνητή σπερματέγχυση και η χρήση του σπέρματος, καθώς και των γονιμοποιημένων ωαρίων, εξακολουθούν να υπάγονται στις εθνικές νομοθεσίες, εξυπακουομένου ότι αυτές δεν δύναται να είναι περισσότερο περιοριστικές από εκείνες που εφαρμόζονται για τα βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους, το σπέρμα και τα γονιμοποιημένα ωάρια στο κράτος μέλος προορισμού.»
Το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη θεσπίσει τέτοιες διατάξεις.
Το περιεχόμενο των δύο αυτών άρθρων δεν είναι απόλυτα σαφές. Αφενός, αναφέρει ότι η υποχρέωση βάσει του άρθρου 2 εφαρμόζεται απευθείας, εκτός από τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές σχετικά με τους ταύρους που προορίζονται για τεχνητή γονιμοποίηση, ώστε μόνο στον τομέα αυτό, δυνάμει του άρθρου 3, είναι δυνατό να εφαρμόζονται εθνικές διατάξεις, εφόσον δεν είναι περισσότερο περιοριστικές από εκείνες που εφαρμόζονται για τα βοοειδή καθαρόαιμου γένους στο κράτος μέλος προορισμού. Αφετέρου, αναφέρεται ότι μέχρι της ενάρξεως ισχύος των κοινοτικών διατάξεων, «η χρήση του σπέρματος ... εξακολουθεί να υπάγεται στις εθνικές νομοθεσίες», εφόσον οι σχετικοί κανόνες δεν είναι περισσότερο περιοριστικοί από εκείνους που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος προορισμού σχετικά με το σπέρμα. Από το συνδυασμό των δύο άρθρων συνάγω ότι, παρά την περιορισμένη αναφορά του άρθρου 2 στο άρθρο 3, η ορθή ερμηνεία είναι ότι ένα κράτος μέλος πρέπει να μεριμνά ώστε να μην απαγορεύεται, περιορίζεται ή παρεμποδίζεται για ζωοτεχνικούς λόγους η εισαγωγή σπέρματος· μέχρι όμως να εκδοθούν οι κοινοτικές διατάξεις, ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει τις εθνικές του διατάξεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση του σπέρματος, υπό τον όρο ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι περισσότερο περιοριστικές από εκείνες που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος προορισμού.
Αν ερμηνευτεί κατά γράμμα η λέξη «χρήση» μπορεί να φανεί ότι αναφέρεται μόνο στην αποθήκευση και στη χρήση του σπέρματος που έχει ήδη αγοραστεί και μάλλον δεν περιλαμβάνει την εισαγωγή. Εγώ δεν το ερμηνεύω υπ' αυτή την έννοια. Νομίζω ότι η φράση «χρήση του σπέρματος» πρέπει να εννοηθεί ότι περιλαμβάνει την απόκτηση και εισαγωγή του σπέρματος ώστε οι εθνικοί κανόνες μπορούν να εφαρμόζονται για όσο χρονικό διάστημα οι διατάξεις αυτές δεν είναι περισσότερο περιοριστικές απ' αυτές που εφαρμόζονται όσον αφορά το σπέρμα στη Γαλλία. Αν δεν είναι ορ9ή η ερμηνεία αυτή, τότε νομίζω ότι το εισάγον κράτος δεν είναι δυνατόν να λάβει μέτρα προστασίας, ούτε εκείνα που εφαρμόζονται στην ίδια την εθνική του παραγωγή.
Αν αυτή είναι η ορθή ερμηνεία της λέξης «χρήση», δεν νομίζω ότι οι ισχύουσες διατάξεις αποδείχτηκαν στην προκειμένη περίπτωση ότι είναι «περισσότερο περιοριστικές» για το εισαγόμενο σπέρμα των βοοειδών που αγοράζεται στο εσωτερικό της χώρας και συνεπώς δεν ευστα9εί η άποψη της Επιτροπής.
Αν η ερμηνεία αυτή είναι πεπλανημένη και η λέξη «χρήση» που αναφέρεται στο άρορο 3 δεν περιλαμβάνει την εισαγωγή, τί9εται το ερώτημα κατά πόσο το ενδοκοινοτικό εμπόριο σπέρματος βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους απαγορεύεται, περιορίζεται ή παρεμποδίζεται «για ζωοτεχνικούς λόγους».
Με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 1977 προς τον Lancieri, οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι η άδεια εισαγωγής σπέρματος από το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν δυνατό να χορηγηθεί μόνο στην UNCEIA και ότι δεν ήταν δυνατό να επιτραπεί σε ιδιώτες να εισάγουν εμπορεύματα των οποίων η μεταφορά, η διατήρηση και η χρήση συνεπάγονταν δυσκολίες. Αναφερόταν ότι αυτό αποτελούσε αρχή για την οποία δεν προβλεπόταν εξαίρεση. Επιπλέον, σε απάντηση προς την επιστολή της Επιτροπής με την οποία καλούσε τη Γαλλία να λάβει 9έση σύμφωνα με το άρθρο 169 της συν9ήκης, η Γαλλία ανέφερε ότι επρόκειτο να επιτρέψει την πραγματοποίηση εισαγωγών από κτηνοτρόφους που είναι κάτοχοι «ειδικών» αδειών να προβαίνουν σε τεχνητή γονιμοποίηση και ότι 9έσπιζε τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για το σκοπό αυτό. Στο έγγραφο αυτό ανέφερε περαιτέρω ότι επρόκειτο να εκδώσει διατάξεις με τις οποίες 9α επιτρέπεται στους κτηνοτρόφους να εισαγουν σπέρμα για την τεχνητή γονιμοποίηση των αγελάδων τους από κέντρα αναπαραγωγής. Δήλωσε όμως ότι οι διατάξεις αυτές 9α εφαρμόζονταν μόνο αν (i) όλα τα άλλα κράτη μέλη 9έσπιζαν τις ίδιες διατάξεις, και (ii) όλα τα άλλα κράτη μέλη καταργούσαν όλα τα μονοπώλια ή τα «οιονεί μονοπώλια» εξαγωγής σπέρματος.
Μεταγενέστερα, αναφέρ9ηκε ότι η τελευταία φράση συμπεριλήφθηκε στο έγγραφο κατά λά9ος και υποστηρίχ9ηκε ότι οποιοσδήποτε κτηνοτρόφος μπορεί να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας και ότι εφόσον πληρούνται οι γαλλικές προδιαγραφές και το σπέρμα παραδίδεται σ' ένα εγκεκριμένο κέντρο αναπαραγωγής, η άδεια 9α χορηγείται αυτόματα.
Ακόμη και αν γίνει δεκτή η ανάκληση, εκ μέρους της γαλλικής κυβέρνησης, του εγγράφου που απεύ9υνε στην Επιτροπή, το προηγούμενο έγγραφο του 1977 δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την πρακτική της Επιτροπής που βασίζεται σε ζωοτεχνικούς λόγους. Ενόψει όμως της ημερομηνίας του, παρόλον ότι αυτή τοποθετείται μόλις μετά την έκδοση της οδηγίας του Συμβουλίου, και της έλλειψης συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με απορριπτικές αποφάσεις που εκδό9ηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, εγώ νομίζω ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν την παράνομη πρακτική κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Κατ' εμέ, αυτό δεν αποκλείει ότι η Επιτροπή μπορεί να κινήσει άλλη διαδικασία βάσει άλλων πρόσφατων στοιχείων.
Νομίζω ότι άλλα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν αποδεικνύουν σαφώς τους περιορισμούς που επιβάλλονται στα κέντρα αναπαραγωγής. Έτσι, νομίζω ότι δεν μπορούν να διατηρούν αποθέματα εισαγόμενου σπέρματος (άρθρο 5, παράγραφος 5, του νόμου 66-1005 και άρθρο 13, παράγραφος 1, του διατάγματος της 17ης Απριλίου 1969), καίτοι η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εν λόγω διατάξεις επιβάλλουν στο κέντρο να αγοράζει σπέρμα μόνο μετά από γραπτή αίτηση ενός κτηνοτρόφου και ότι, εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια προμήθεια δεν είναι αναγκαία εκτός αν γίνει ειδική αίτηση.
Μια τέτοια απαγόρευση φαίνεται ότι μπορεί να αποθαρρύνει τους κτηνοτρόφους να αγοράσουν εισαγόμενο σπέρμα, επειδή το σπέρμα που παράγεται στο εσωτερικό της χώρας θα είναι πάντοτε αμέσως παραδοτέο, ενώ το εισαγόμενο σπέρμα θα πρέπει να αγοραστεί ειδικά, και αυτό συνεπάγεται δυσχέρειες, καθυστέρηση και έξοδα.
Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 5, του νόμου 66-1005 επιβάλλει έναν περαιτέρω περιορισμό, επειδή προβλέπει ότι τα πρόσθετα έξοδα που συνεπάγεται η αγορά εισαγόμενου σπέρματος βαρύνουν τον κτηνοτρόφο. Συνεπώς, τα κέντρα αναπαραγωγής εμποδίζονται να φέρουν τα πρόσθετα αυτά έξοδα, που συνήθως οφείλουν να φέρουν οι έμποροι. Έτσι, οι πωλήσεις εισαγόμενου σπέρματος στους κτηνοτρόφους συνεπάγονται περισσότερα έξοδα απ' όσα αν εφαρμοζόταν μια άλλη πρακτική.
Εφόσον όμως η γαλλική κυβέρνηση, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τους περιορισμούς αυτούς, επικαλείται οικονομικούς και ζωοτεχνικούς λόγους, νομίζω ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν εμπίπτουν στο άρθρο 2 της οδηγίας, επειδή η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε περιορισμούς που οφείλονται σε ζωοτεχνικούς λόγους.
Συνεπώς, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή της Επιτροπής με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Γαλλία παρέβη το άρθρο 37 της συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 2 της οδηγίας 77/504 του Συμβουλίου και να φέρει η Επιτροπή τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy