ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύρωι οικαοτές,
To Tribunal de police του Στρασβούργου της Γαλλίας, δυνάμει του άρδρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ έχει υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η ερμηνεία της συνθήκης ΕΟΚ., και ιδίως του άρόρου της 30, οδηγεί μήπως στη σκέψη ότι οι όροι, που επιβάλλει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 της Επιτροπής της 10ης Απριλίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/006, σ. 146), στα άρθρα του 1 και 2, προκειμένου να προσδώσει σε ορισμένα υφαντουργικά προϊόντα, σε σχέση με την τελωνειακή ρύθμιση, το νομικό χαρακτηρισμό προϊόντων καταγωγής κράτους μέλους της ΕΟΚ, αποτελεί ή όχι μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό;»
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), για την εφαρμογή του άρθρου του 5 στα υφαντουργικά προϊόντα που υπάγονται στα κεφάλαια 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου, εκδόθηκε ο κανονισμός 749/78. Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε από την Επιτροπή διότι η επιτροπή καταγωγής στην οποία υποβλήθηκε το σχέδιο δεν ήταν σε θέση να το εγκρίνει με πλειοψηφία και διότι το Συμοούλιο δεν είχε αποφασίσει επί της προτάσεως της Επιτροπής εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
Το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 ορίζει ότι:
«Εμπόρευμα στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη που επραγματοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτόν και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντι-προσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής.»
Το προοίμιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 ορίζει ότι στον τομέα των υφαντουργικών προϊόντων που υπάγονται στα εν λόγω κεφάλαια του Κοινού Δασμολογίου, τα κριτήρια που έχει θέσει το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 «.. δύνανται να θεωρηθούν σαν ικανοποιητικά, όταν τα προκύπτοντα προϊόντα έχουν υποστεί πλήρη μεταποίηση, αντιπροσωπεύουσα ένα στάδιο παραγωγής... τούτο συμβαίνει κατά γενικό κανόνα, εάν η επεξεργασία ή μεταποίηση έχει σαν αποτέλεσμα την κατάταξη του προκύπτοντος προϊόντος σε δασμολογική κλάση άλλη από εκείνη η οποία αντιστοιχεί σε καθένα από τα χρησιμοποιηθέντα προϊόντα ... εντούτοις, για ορισμένα προϊόντα το γενικό κριτήριο της αλλαγής δασμολογικής κλάσεως δεν σημαίνει την πραγματοποίηση πλήρους μεταποιήσεως... συνεπώς πρέπει γι' αυτά τα προϊόντα να καθορισθούν όροι συμπληρωματικοί για την αλλαγή δασμολογικής κλάσεως ... παρά ταύτα, ορισμένες εργασίες δύνανται να αντιπροσωπεύουν πλήρη μεταποίηση, έστω και αν δεν συνεπάγονται μεταβολή δασμολογικής κλάσεως ... πρέπει συνεπώς γι' αυτές τις εργασίες να καθιερωθούν ορισμένες εξαιρέσεις στον κανόνα περί αλλαγής δασμολογικής κλάσεως...».
Το άρθρο 1 ορίζει:
«Τα υφαντουργικά προϊόντα των κεφαλαίων 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου θεωρούνται καταγωγής μιας χώρας ή της Κοινότητας, εάν αυτά αποτέλεσαν σε αυτή αντικείμενο πλήρους μεταποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2.»
Το άρθρο 2 ορίζει σχετικά:
«Ως πλήρεις θεωρούνται οι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις:
(α)
οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την κατάταξη των προκυπτόντων προϊόντων σε δασμολογική κλάση άλλη από εκείνη η οποία αντιστοιχεί σε καθένα από τα χρησιμοποιηθέντα προϊόντα, εξαιρέσει πάντως εκείνων τα οποία απαριθμούνται στον πίνακα Α και επί των οποίων εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του πίνακος τούτου
(6)
οι απαριθμούμενες στον πίνακα Β.»
Εκ μέρους της Επιτροπής αναφέρθηκε ότι αυτός ο κανονισμός είχε εμπνευστεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2966/77 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1977 (JO L 350, σ. 1), ο οποίος καθορίζει την έννοια των καταγόμενων προϊόντων για την εφαρμογή από την Κοινότητα δασμολογικών προτιμήσεων για ορισμένα προϊόντα αναπτυσσόμενων χωρών. Το άρθρο 3 προσομοιάζει πολύ με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78, αλλά το πρώτο αναφέρεται σε «επαρκή επεξεργασία ή μεταποίηση» ενώ το δεύτερο κάνει λόγο για «πλήρη επεξεργασία ή μεταποίηση».
Η προκειμένη δίκη ανέκυψε ύστερα από την εισαγωγή στη Γαλλία διαφόρων ποσοτήτων βαμβακερού νήματος. Το νήμα πρώτα είχε εισαχθεί στη Γερμανία από τρίτη χώρα από εταιρεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, την Wuppertaler Garnbleicherei und Färberei Eduard Goebel (εφεξής WGF), η οποία επεξεργάζεται ακατέργαστα υφαντουργικά προϊόντα. Τα βαμβακερά νήματα τα εισήγαγε κυρίως από την Αίγυπτο και τις ΗΠΑ και έπειτα τα υπέβαλε στις ακόλουθες μεταποιήσεις προτού τα μεταπωλήσει:
1.
Άτμιση. Κατά την εργασία αυτή το χνούδι και οι μικρές ίνες καίγονται και αποβάλλονται από το νήμα με τη βοήθεια ηλεκτρικών καυστήρων. Το νήμα περνά πάνω από τους καυστήρες με ταχύτητα τόση που να εξασφαλίζεται η καύση και αποβολή των ινών που προεξέχουν χωρίς να καψαλίζεται ή να καίγεται το νήμα. Αποτέλεσμα της εργασίας είναι ότι το νήμα γίνεται ελαφρότερο σε 6άρος, πιο λείο και απαλότερο στην αφή. Αυξάνεται η εμπορική του αξία και χρησιμότητα.
2.
Μερσερισμός. Κατά την επεξεργασία αυτή το νήμα εμποτίζεται με καυστική σόδα υπό πίεση. Αυτό αυξάνει την ανθεκτικότητα του κατά 30 °/ο έως 40 °/ο και του προσδίδει μετά το στέγνωμα μετάξινη στιλπνότητα.
3.
Βαφή. Η ακριβής βαφή του νήματος εξασφαλίζεται από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και οι βαφές που χρησιμοποιούνται αντέχουν σε πλύση μέχρι θερμοκρασίας 80° C τουλάχιστο το νήμα που επεξεργάζεται η WGF είναι επίσης υψηλής αντοχής στον ιδρώτα και στην τριβή.
4.
Περιέλιξη.
Η WGF ισχυρίζεται ότι οι εργασίες αυτές αυξάνουν την εμπορική αξία του νήματος κατά 159 0/0. Ακόμη κι αν ορισμένες εργασίες, όπως η άτμιση και ο μερσερισμός, έχουν συντελεστές στη χώρα κατασκευής (οπότε δεν επαναλαμβάνονται μετά την εισαγωγή στη Γερμανία), η αύξηση της αξίας που οφείλεται στη βαφή και μόνο είναι 99 ο/ο. Κατά την WGF, το ακατέργαστο νήμα δεν έχει καμία «ειδική» χρήση παρόλο που είναι δυνατό να υφανθεί και έπειτα το έτοιμο είδος να βαφεί. Το νήμα που πωλεί προορίζεται για πλεκτά είδη και οι πελάτες της δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν αν δεν έχει υποβληθεί σε προηγούμενη επεξεργασία.
Από το 1978 έως το 1980 WGF πούλησε διάφορες ποσότητες επεξεργασμένου βαμβακερού νήματος σε δύο γαλλικές εταιρείες: την Établissements Tricotage mécanique de Marmoutier και την SA Allenbach (εφεξής «οι εισαγωγείς»). Τα εμπορεύματα εισήχθησαν στη Γαλλία μέσω τριών, επίσης γαλλικών, εκτελωνιστικών πρακτορείων: της SA Transports Seegmuller, της Société Heppner και της Société Woehl et Cie (εφεξής «τα πρακτορεία μεταφορών»). Ορισμένες ποσότητες προσκομίσθηκαν στις γαλλικές τελωνειακές αρχές προτού ακόμη τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78. Σύμφωνα με τις γραπτές οδηγίες της WGF, τα πρακτορεία μεταφορών συμπλήρωσαν τις διασαφήσεις αναφέροντας ως χώρα καταγωγής τη Γερμανία και τα εμπορεύματα εκτελωνίστηκαν ως υπαγόμενα στη δασμολογική διάκριση 55.05 Β II. Αργότερα οι γαλλικές τελωνειακές αρχές διεξήγαγαν έρευνα κατά την οποία αποκαλύφθηκε ότι τα νήματα αρχικά είχαν προέλθει από χώρα εκτός της Κοινότητας. Γι' αυτό κινήθηκε διαδικασία κατά του προέδρου και των διευθυντών όλων των εταιρειών που είχαν αναμιχθεί, κατά των ίδιων των εταιρειών και κατά του πράκτορα της WGF στη Γαλλία Deltour, με την κατηγορία της ψευδούς δηλώσεως της καταγωγής, η οποία συνιστά παράβαση διαφόρων διατάξεων του τελωνειακού κώδικα.
Κατά το γαλλικό δίκαιο, η δήλωση εισαγωγής πρέπει να συντάσσεται, κατά τα φαινόμενα για στατιστικούς σκοπούς, πριν από την εισαγωγή, μεταξύ άλλων βαμβακερού νήματος, που κατάγεται από τρίτη χώρα. Αυτό οδήγησε στην υπόθεση ότι τα πρακτορεία μεταφορών είχαν λάβει οδηγίες να δηλώσουν ως χώρα καταγωγής τη Γερμανία για να αποφύγουν καθυστερήσεις μέχρι ένα μήνα στη διαδικασία εισαγωγής εμπορευμάτων για τα οποία απαιτείται δήλωση εισαγωγής. Δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως η ακριβής φύση των τελωνειακών διατυπώσεων που ακολουθούν οι γαλλικές αρχές και το ζήτημα αν είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο, παρόλο που έχει τεθεί από ορισμένους διαδίκους, δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
To Tribunal de police, στηριζόμενο στην απόφαση 41/76 Donckerwolcke κατά Procureur de la République (ECR 1976, σ. 1921), υιοθέτησε την άποψη ότι είναι σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο να απαιτείται η αναγραφή στο έγγραφο της διασαφήσεως της χώρας καταγωγής των εμπορευμάτων. Από αυτό συνήγαγε ότι οι γαλλικές τελωνειακές αρχές είχαν τη δυνατότητα να ζητούν να αναγράφεται, επίσης, στο έγγραφο, η χώρα της «πρώτης καταγωγής». Το ζήτημα το οποίο φαίνεται να απασχολεί το Tribunal de police είναι κατά πόσο οι εισαγωγείς και τα πρακτορεία μεταφορών γνώριζαν τη χώρα της «πρώτης καταγωγής» και υιοθετεί την άποψη ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να επιλυθεί μόνο μόλις καθοριστεί η ορδή ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 και ιδίως του άρθρου 2. Το Tribunal αναφέρθηκε αφετέρου στο γεγονός ότι στην υπόθεση Donckerwolcke το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η υποχρέωση (που επιβάλλεται από ένα κράτος μέλος) να αναγράφεται στο έγγραφο της διασαφήσεως η χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων, τα οποία κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Κοινότητας και καλύπτονται από κοινοτικό πιστοποιητικό, αντίκειται ενδεχομένως στο άρθρο 30 «αν ζητείται από τον εισαγωγέα να δηλώσει, ως προς την καταγωγή, στοιχεία πέρα από όσα γνωρίζει ή μπορεί λογικά να γνωρίζει».
Η απόφαση παραπομπής συνεχίζει: «ο κανονισμός αυτός (δηλαδή ο 749/78), θέτει το ζήτημα του καθορισμού της εκτάσεως της επεξεργασίας ή της μεταποιήσεως σε σχέση με τη δασμολογική κλάση (των εμπορευμάτων) και όχι πλέον μόνο σε σχέση με τις υλικές εργασίες στις οποίες υποβλήθηκαν τα εμπορεύματα και οι οποίες είναι δυνατό να συνιστούν ουσιώδη κατεργασία, όπως αυτή ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1039/71 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 125). Λογικά, επομένως, ανακύπτει το ερώτημα μήπως οι εξαιρέσεις που καθορίζονται από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 συνιστούν ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της συνθήκης...».
Δεν αμφισβητείται ότι τα εμπορεύματα στην προκειμένη υπόθεση, τα βαμβακερά νήματα, δεν υπάγονται σε διαφορετική δασμολογική κλάση αφού υποστούν την εν λόγω επεξεργασία. Ο πίνακας Β κάνει απαρίθμηση «των επεξεργασιών ή μεταποιήσεων μη συνεπαγομένων μεταβολή δασμολογικής κλάσεως αλλά προσδιδουσών πάντως τον χαρακτήρα των προϊόντων καταγωγής στα προϊόντα που τις υφίστανται». Τα βαμβακερά νήματα δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα αυτό.
Παρόλο που το ερώτημα που υποβλήθηκε περιορίζεται εξ όψεως στο αν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 πρέπει να θεωρηθούν ότι αντιβαίνουν στο άρθρο 30 της συνθήκης, υπό το φως της αντιμετωπίσεως του θέματος από το Tribunal και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν, φαίνεται ότι το ερώτημα αυτό συνεπάγεται αναγκαστικά, εν προκειμένω, το να κριθεί:
(α)
αν, κατά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78, εργασίες του είδους που αναφέρονται στην προκειμένη υπόθεση έχουν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται η Γερμανία χώρα καταγωγής των εισαγόμενων στη Γαλλία νημάτων
(6)
αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78, εφαρμόζεται έγκυρα ή όχι και αν συμφωνεί με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68
(γ)
αν ο κανονισμός 749/78 αποτελεί συνεπώς μέτρο απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της συνθήκης.
Υποστηρίχτηκε ότι η πραγματική δομή του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 δεν εφαρμόζεται καθόλου στα βαμβακερά νήματα. Η πρόθεση ήταν να τροποποιήσει και να αντικαταστήσει δύο προγενέστερους κανονισμούς της Επιτροπής οι οποίοι συνιστούσαν επίσης μέτρα εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68. Ο πρώτος από αυτούς είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1039/71, ο οποίος μνημονεύεται στην απόφαση παραπομπής και ο οποίος καθορίζει τις εργασίες ή μεταποιήσεις που κατά την άποψη της Επιτροπής ανταποκρίνονται στα κριτήρια που απαριθμούνται από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 όσον αφορά την καταγωγή ορισμένων υφαντουργικών προϊόντων. Ο δεύτερος κανονισμός, 1480/77, της 24ης Ιουνίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 3), έκανε το ίδιο για ευρύ κύκλο εμπορευμάτων όπου συμπεριλαμβάνονται είδη πλεκτικής και ορισμένα είδη ενδύσεως και υποδηματοποιίας. Το άρθρο 4 του κανονισμού 749/78 ορίζει ότι οι κανόνες που έχουν τεθεί από τους δύο κανονισμούς για τα προϊόντα που υπάγονται στα κεφάλαια 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου αντικαθίστανται από τους κανόνες που ορίζει ο κανονισμός 749/78. Όμως ούτε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1039/71 ούτε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1480/77 περιελάμβαναν τα βαμβακερά νήματα. Είναι επομένως δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η παράλειψη των βαμβακερών νημάτων από τον πίνακα Β του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 πρέπει να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο κανονισμός απόβλεπε στην αντικατάσταση δύο άλλων κανονισμών που δεν είχαν εφαρμογή στα βαμβακερά νήματα. Αν υποτεθεί αυτό, τότε θα ήταν δυνατό να υποστηριχτεί ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 δεν αφορά τα βαμβακερά νήματα τα οποία αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68.
Δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να υποστηριχτεί αυτό. Η Επιτροπή ισχυρίσθηκε ότι σκοπός του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78 ήταν να εφαρμόζεται εξαντλητικά σε όλα τα υφαντουργικά προϊόντα που εμπίπτουν στα κεφάλαια 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου, συμπεριλαμβανομένων των βαμβακερών νημάτων που υπάγονται στις δασμολογικές κλάσεις 55.05 και 55.06. Ο ισχυρισμός αυτός ενισχύεται από το προοίμιο του κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στα υφαντουργικά προϊόντα γενικώς και αναφέρεται στους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1039/71 και (ΕΟΚ) 1480/77 μόνο στην τρίτη από το τέλος αιτιολογική σκέψη, και από το ότι τα βαμβακερά νήματα έχουν συμπεριληφθεί στον πίνακα Α. Τα βαμβακερά νήματα, επομένως, έχουν παραλειφθεί από τον πίνακα Β διότι, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δεν έκρινε ότι υπήρχε οιαδήποτε επεξεργασία ή μεταποίηση, στην οποία υποβάλλονται τα νήματα και η οποία να ανταποκρίνεται στα κριτήρια που τίθενται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, χωρίς να επηρεάζεται η δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 749/78, η Γερμανία δεν μπορεί να είναι η χώρα καταγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα Β.
Η Επιτροπή, ορίζοντας τα κριτήρια που καθορίζουν την καταγωγή των υφαντουργικών προϊόντων που υπάγονται στα κεφάλαια 51 και 53 έως 62 του Κοινού Δασμολογίου, δεν περιορίστηκε στην αλλαγή της δασμολογικής κλάσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, μία τέτοια αντιμετώπιση θα ερχόταν σε σύγκρουση με όσα το Δικαστήριο έχει δεχτεί στην υπόθεση 49/76, Gesellschaft fur Überseehandel κατά Handelskammer Hamburg (ECR 1977, σ. 41) στην πέμπτη σελίδα της αποφάσεως. Απεναντίας, η Επιτροπή σημειώνει σαν αφετηρία μία «πλήρη μεταποίηση». Ορισμένες εργασίες που επιφέρουν αλλαγή της δασμολογικής κλάσεως αποκλείστηκαν εκτός αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Άλλες έγιναν δεκτές ακόμη κι αν δεν επέφεραν αλλαγή της δασμολογικής κλάσεως.
Κατά το άρθρο 5, η χώρα καταγωγής εμπορευμάτων, στην παραγωγή των οποίων παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, καθορίζεται σε σχέση με τον τόπο εκτελέσεως της «τελευταίας ουσιώδους μεταποιήσεως ή κατεργασίας οικονομικώς δικαιολογημένης», υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η μεταποίηση ή κατεργασία (1) «επραγμα-τοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό» και (2) κατέληξε στην «κατασκευή ενός νέου προϊόντος» ή αντιπροσωπεύει ένα «σημαντικό στάδιο παραγωγής». Φαίνεται να μην υπάρχει αμφιβολία ότι (α) οι εργασίες φινιρίσματος στις οποίες υποβάλλεται το βαμβακερό νήμα αποτελούν πράγματι, είτε ξεχωριστά είτε από κοινού, «μεταποίηση ή κατεργασία»(6) ότι είναι οικονομικώς δικαιολογημένες, ήτοι λόγω της αυξήσεως της εμπορικής αξίας των εμπορευμάτων (είναι συζητήσιμο αν κάποιος οικονομικός λόγος πρέπει να υπάρχει για την πραγματοποίηση της μεταποιήσεως ή της κατεργσίας στην εν λόγω χώρα και όχι σε άλλο τόπο, αλλά προς το παρόν είμαι έτοιμος να δεχθώ ότι κι αυτό συντρέχει) (γ) ότι είναι «τελευταίες» διότι δεν γίνεται καμία άλλη μεταποίηση ή κατεργασία προτού διατεθούν στην αγορά ή στη χρήση (πλην της συσκευασίας)- και (δ) ότι πραγματοποιήθηκαν σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό. Απομένει το ζήτημα αν η επεξεργασία ήταν «ουσιώδης» και πράγματι «κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντιπροσωπεύ-οντος σημαντικό στάδιο παραγωγής».
Στην υπόθεση Überseehandel το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η τελευταία μεταποίηση ή κατεργασία είναι «ουσιώδης», κατά την έννοια του άρθρου 5, μόνο «αν το προϊόν που προκύπτει από αυτήν έχει ιδιότητες και σύνθεση που δεν διέθετε πριν από τη μεταποίηση ή κατεργασία αυτή» (σκέψη 6 της αποφάσεως). Το Δικαστήριο δέχθηκε στη συνέχεια ότι, «το άρθρο 5, ορίζοντας ότι η εν λόγω μεταποίηση ή κατεργασία, για να προσδώσει ορισμένη καταγωγή, πρέπει να καταλήγει στην κατασκευή ενός προϊόντος ή να αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο παραγωγής, ... δείχνει πράγματι ότι εργασίες που επιδρούν στην εμφάνιση του προϊόντος ενόψει της χρήσεως του, οι οποίες όμως δεν επιφέρουν σημαντική ποιοτική αλλαγή των ιδιοτήτων του, δεν είναι τέτοιας φύσεως που να καθορίζουν την καταγωγή του εν λόγω πορϊόντος». Το Δικαστήριο, υιοθετώντας την άποψη ότι ο ουσιώδης χαρακτήρας της μεταποιήσεως ή κατεργασίας πρέπει να καθορίζεται από το αποτέλεσμα της, συνδέει τον κανόνα αυτό με τον περαιτέρω κανόνα ότι η μεταποίηση ή κατεργασία πρέπει να καταλήγει στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή να αντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο παραγωγής, (βλέπε επίσης υπόθεση 34/78, Yoshida κατά Kamer von Koophandel en Fabrieken voor Friesland (ECR 1979, σ. 115) και υπόθεση 114/78, Yoshida κατά Industrie- und Handelskammer Kassel {ECR. 1979, σ. 151).
Το συμπέρασμα από τις υποθέσεις αυτές είναι ότι, προκειμένου μία μεταποίηση ή κατεργασία να ανταποκρίνεται στους όρους του άρθρου 5, πρέπει είτε να προσδίδει στο μεταποιημένο προϊόν ειδικές ιδιότητες που δεν διέθετε προηγουμένως ή να προκαλεί σημαντική ποιοτική αλλαγή των ιδιοτήτων που είχε το προϊόν προτού υποστεί τη μεταποίηση ή κατεργασία.
Κατά τη γνώμη μου, οι επεξεργασίες που εμπλέκονται στην υπόθεση αυτή, με εξαίρεση την περιέλιξη, ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θέτει το άρθρο 5' η άτμιση μειώνει το βάρος του νήματος και το κάνει πιο λείο, με τα αντίστοιχα αποτελέσματα επί του υφάσματος που υφαίνεται από το νήμα αυτό η αύξηση της αντοχής που οφείλεται στο μερσερισμό, κατά 30 °/ο έως 40%, είναι, κατά την άποψη μου, σημαντική ποιοτική αλλαγή η Επιτροπή έχει δεχτεί σε αμφότερους τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1039/71 και (ΕΟΚ) 749/78, ότι η βαφή είναι εργασία που επηρεάζει την καταγωγή στην περίπτωση υφασμάτων (όπου συνοδεύεται από εργασίες φινιρίσματος, όπως ο μερσερισμός) και δεν έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν εφαρμόζεται το ίδιο στην περίπτωση των 6αμ6ακερών νημάτων. Συνεπώς, τα εισαγόμενα στη Γαλλία προϊόντα πρέπει να θεωρούνται από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ.) 802/68 ως καταγόμενα από τη Γερμανία.
Έπεται ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει μέτρα για τις εργασίες αυτές ως προς τα βαμβακερά νήματα, δεν έλαβε μέτρα εκτελέσεως του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 κατά το μέτρο της παραλείψεως αυτής, ο κανονισμός είναι ανίσχυρος και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 δεν εμποδίζει τα εμπορεύματα αυτά να έχουν καταγωγή τη Γερμανία. Επομένως, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 συνιστά ενδεχομένως μέτρο που απαγορεύεται από το άρδρο 30.
Αν έπρεπε να εξεταστεί μήπως ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 συνιστά μέτρο που απαγορεύεται από το άραρο 30, 9α είχα την άποψη ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως αυτής, δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Δεν θεωρώ ότι ένας απλός ορισμός της καταγωγής ανάγεται σε μέτρο που να έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα προς ποσοτικό περιορισμό, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να παρεμποδίζει άμεσα ή έμμεσα το ενδοκοινοτικό εμπόριο, πραγματικά ή δυνητικά. Ο τρόπος και ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιείται ο ορισμός από ένα κράτος μέλος, είναι ενδεχόμενο να αποτελεί ένα τέτοιο μέτρο, αλλά δεν είναι αυτό το ερώτημα που υποβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση.
Για τους λόγους που ανέπτυξα, θα έπρεπε να δοθεί, κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα που υποβλήθηκε, η εξής απάντηση: Ο κανονισμός (ΕΟΚ.) 749/78 είναι ανίσχυρος στο μέτρο που δεν προβλέπει ότι η άτμιση, ο μερσερισμός και η βαφή είναι επεξεργασίες ή μεταποιήσεις οι οποίες μπορούν να προσδώσουν το χαρακτήρα καταγωγής στα βαμβακερά νήματα που έχουν υποβληθεί σε τέτοιες εργασίες.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy