ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 7 ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαοτές,
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης, τρεις προσφυγές λόγω παραβάσεως, κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας (υπόθεση 163/82), του Βασιλείου του Βελγίου (υπόθεση 164/82), και του Ηνωμένου Βασιλείου (υπόθεση 165/82), οι οποίες έχουν ως κοινό στοιχείο ότι αφορούν την εφαρμογή από τα εν λόγω τρία κράτη μέλη της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας. Προτίμησα, πάντως, να αναπτύξω τις προτάσεις χωριστά, γιατί οι προβαλλόμενες παραβάσεις, συνεπώς δε και τα νομικά προβλήματα που τίθενται, διαφέρουν σε κάθε περίπτωση.
Αρχίζω ακολουθώντας την αριθμητική σειρά με την υπόθεση που αφορά την Ιταλία (163/82).
Ι —
Η Επιτροπή προβάλλει τρεις ισχυρισμούς:
Ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας, με το οποίο ρυθμίζεται η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας. Η Επιτροπή προσάπτει στην ιταλική κυβέρνηση ότι εφάρμοσε μόνο εν μέρει την αρχή αυτή. Ο ιταλικός νόμος 903, της 9ης Δεκεμβρίου 1977, με τον οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία στην εθνική έννομη τάξη, προβλέπει πράγματι την εφαρμογή αυτή, μόνο σε ορισμένους χώρους εργασίας και όχι σε όλους.
Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει:
«1.
Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2.
Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:
α)
να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως·
6)
να ακυρωθούν, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις που περιλαμβάνονται στις συλλογικές συμβάσεις ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, στους εσωτερικούς οργανισμούς επιχειρήσεων, καθώς και στα καταστατικά των ελευθέρων επαγγελμάτων·
γ)
να αναθεωρηθούν εκείνες οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούν να κληθούν οι κοινοτικοί εταίροι να προβούν στις επιθυμητές αναθεωρήσεις των συμβατικών διατάξεων της ιδίας φύσεως.»
1.
Είναι γεγονός ότι η έννοια «όροι εργασίας» που περιέχεται στο άρθρο αυτό, πρέπει να ερμηνευτεί κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο.
Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο σκόπιμα ευρύς και γενικός χαρακτήρας της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά τους όρους εργασίας απαντάται επίσης και όσον αφορά τις απαγορεύσεις στον τομέα της εξευρέσεως εργασίας και της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και προωθήσεως (άρθρα 3 και 4 της οδηγίας). Και ναι μεν ο νόμος 903 ακολουθεί τη γενική προσέγγιση της οδηγίας για τους δύο τελευταίους τομείς (άρθρο 1 του εν λόγω νόμου), όσον αφορά όμως τους όρους εργασίας υιοθετεί την τεχνική απαριθμήσεως. Βέβαια, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η επιλογή αυτής καθαυτής της τεχνικής μπορεί να επικριθεί. Διαπιστώνει όμως ότι, αντίθετα προς την απαρίθμηση που γίνεται στο άρθρο 128 του βελγικού νόμου της 4ης Αυγούστου 1978 ( 2 ), η απαρίθμηση του ιταλικού νόμου καλύπτει μόνο ορισμένους από τους όρους εργασίας: τις αμοιβές (άρθρο 2 του νόμου), τη συνταξιοδότηση (άρθρο 4), το δικαίωμα απουσίας από την εργασία σε περίπτωση υιοθετήσεως τέκνου (άρθρο 6).
2.
Αμυνόμενη η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί, πρώτον, το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού. Προσάπτει στην Επιτροπή ότι τα επιχειρήματά της είναι θεωρητικά, και δεν αναφέρει τις καταστάσεις που εισάγουν διακρίσεις και είναι δυνατό να διαπιστώσει κανείς σε μια επιχείρηση ή σε άλλο χώρο εργασίας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την οδηγία 76/207 και δεν εμπίπτουν στις απαγορεύσεις που απαγγέλλει ο νόμος 903. Η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία και περιστατικά για να μπορέσει να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα ειδικά εκείνα θέματα, ως προς τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε τηρήσει το άρθρο 5 της οδηγίας.
Είναι γεγονός ότι δυνάμει της νομολογίας σας στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παράβαση. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως ( 3 ). Το Δικαστήριο τόνισε, πάντως, ότι τα κράτη μέλη, τα οποία υποχρεούνται βάσει του άρθρου 5 της συνθήκης να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκπλήρωση της αποστολής της, πρέπει να της αναφέρουν με σαφήνεια ποια είναι τα μέτρα με τα οποία θεωρούν ότι εκπλήρωσαν τις διάφορες υποχρεώσεις που υπέχουν από μια οδηγία ( 4 ).
Στην παρούσα περίπτωση, από τα διάφορα στοιχεία της διοικητικής διαδικασίας προκύπτει ότι η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση τήρησαν τις υποχρεώσεις αυτές. Ήδη στο έγγραφο οχλήσεως, της 30ής Ιουλίου 1980, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο ιταλικός νόμος εφάρμοζε την οδηγία μόνο ως προς ορισμένους όρους εργασίας, που απαριθμούσε. Επίσης, στην από 6ης Ιουλίου 1981 απάντηση της στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η ιταλική κυβέρνηση διευκρίνιζε τα σημεία της εργασιακής σχέσεως που αφορούσαν τους όρους εργασίας στη νομοθεσία της και ανέφερε, επιπλέον, μια γενικής ισχύος διάταξη που μπορούσε επίσης να εξασφαλίσει την εκτέλεση του άρθρου 5 της οδηγίας (παράγραφος 5).
Δεδομένου λοιπόν ότι δεν τίθεται θέμα παραδεκτού, θα πρέπει να εξεταστεί η ουσία.
3.
α)
Επ' αυτού του σημείου, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, εφόσον στην οδηγία δεν καθορίζονται οι όροι εργασίας, για τους οποίους πρέπει να εφαρμοστεί η ίση μεταχείριση, έχει αφεθεί εμμέσως στα κράτη μέλη η ευχέρεια να τους καθορίζουν βάσει των αντιστοίχων εργατικών δικαίων.
Στο ιταλικό δίκαιο, εμπίπτουν στην έννοια των όρων εργασίας τα ακόλουθα θέματα:
—
η αμοιβή,
—
η επαγγελματική κατάταξη,
—
η αναγνώριση των ειδικεύσεων,
—
τα καθήκοντα,
—
οι μετατάξεις,
—
η εξέλιξη της σταδιοδρομίας,
—
η συνταξιοδότηση,
—
οι ατομικές απολύσεις.
Η αμοιβή και η επαγγελματική κατάταξη αναφέρονται στο άρθρο 2 του νόμου 903. Η αναγνώριση των ειδικεύσεων, η ανάθεση των καθηκόντων και η εξέλιξη της σταδιοδρομίας αποτελούν αντικείμενο του άρθρου 3' η συνταξιοδότηση, του άρθρου 4. Οι μεταθέσεις, οι απολύσεις και τα πειθαρχικά μέτρα καλύπτονται από το άρθρο 15 του νόμου 300 της 20ής Μαΐου 1970, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 13 του νόμου 903. Επιπλέον, με το άρθρο 19 του εν λόγω νόμου καταργείται κάθε νομοθετική διάταξη που είναι αντίθετη προς αυτές τις διατάξεις και προβλέπεται η ακυρότητα των αντίθετων διατάξεων που περιέχονται στις συμβάσεις εργασίας, τους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων και στα καταστατικά επαγγελμάτων. Ανατρέχοντας λοιπόν στο κείμενο του νόμου περί εφαρμογής της οδηγίας, εύκολα διαπιστώνεται ότι τα στοιχεία της εννοίας των όρων εργασίας που υπάρχουν στο ιταλικό δίκαιο, είναι πολύ περισσότερα από όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή.
6)
Εντούτοις, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η οδηγία έχει εκτελεστεί εγκύρως, θα πρέπει ακόμη όλα τα στοιχεία της εννοίας των όρων εργασίας να έχουν περιληφθεί στην ιταλική έννομη τάξη. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ορισμένοι όροι εργασίας, παρά τη σημασία τους, δεν είχαν περιληφθεί στο νόμο, ιδίως δε οι όροι που αναφέρονται στην ασφάλεια και στην υγιεινή της εργασίας ή στη διαδικασία εκλογής των εκπροσώπων του προσωπικού.
Νομίζω πάντως ότι η ιταλική νομοθεσία επιτρέπει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διακρίσεων λόγω φύλου, όσον αφορά τους όρους εργασίας. Πράγματι, όπως είπα, η νομοθεσία αυτή περιέχει μια διάταξη η οποία, λόγω της γενικής διατυπώσεως της, συνιστά πρόσφορο στοιχείο για την καταπολέμηση όλων των μορφών διακρίσεως, οι οποίες δεν αναφέρονται στην ειδική διάταξη. Πρόκειται για το άρθρο 13 του νόμου 903, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 15 του νόμου 300, το οποίο ορίζει:
«(Πράξεις που εισάγουν διακρίσεις) — είναι άκυρη κάθε συμφωνία ή πράξη, η οποία αποβλέπει:
6)
στην απόλυση εργαζομένου ... ή οτην καν' άλλο τρόπο πρόκληοη ζημίας λόγω της συμμετοχής του σε σωματείο ή της συνδικαλιστικής δράσεως του, ή της συμμετοχής του σε απεργία ( 5 ).
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται επίσης στις συμφωνίες ή πράξεις, με τις οποίες εισάγεται διάκριση ... λόγω φύλου.»
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, μια γενική διατύπωση είναι απαραίτητη για να καλυφθούν όλες οι δυνατές μορφές διακρίσεως, δεδομένου ότι ενδέχεται να μην είναι εξαντλητικός ένας κατάλογος απαγορεύσεων. Εφιστά επίσης την προσοχή στην επιλογή των όρων που περιέχονται στο άρθρο 13: «συμφωνία» και «πράξη», οι οποίοι επιτρέπουν τον κολασμό όχι μόνο των διακρίσεων βάσει του νόμου, αλλά επίσης και των διακρίσεων στην πράξη. Κατ' αυτόν τον τρόπο, νομίζω ότι αντικρούει αποτελεσματικά την αιτίαση της Επιτροπής, κατά την οποία η διάταξη αυτή δεν εξασφαλίζει το δικαίωμα των εργαζομένων για την απαγόρευση των διακρίσεων στην πράξη. Η ιταλική κυβέρνηση ανέφερε, χωρίς να προβληθεί αντίθετος ισχυρισμός, ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο αυτό ήταν απόλυτα αποτελεσματικό. Νομίζω εντέλει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 που αφορά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στους όρους εργασίας, τέθηκε σε εφαρμογή στην Ιταλία κατά τον ορθό τρόπο.
II —
Ο δεύτερος ισχυρισμός της Επιτροπής αφορά, σύμφωνα με την προσφυγή, την εν μέρει μόνο εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας, που αφορά τις δυνατότητες ενδίκου προσφυγής κάθε προσώπου «που θεωρεί ότι θίγεται από τη μη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 5». Το άρθρο αυτό δεν μεταφέρθηκε εξ ολοκλήρου στην ιταλική έννομη τάξη, στο βαθμό που το σύστημα παροχής εννόμου προστασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 15 του νόμου 1903, αφορά μόνο κάθε συμπεριφορά, η οποία αποβλέπει στην παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 (εξεύρεση εργασίας) και 5 (απαγόρευση της εργασίας των γυναικών ορισμένες ώρες στα εργοστάσια).
1.
Δεδομένου ότι προβάλλονται εν προκειμένω σοβαρές αντιρρήσεις, θα πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης, το έγγραφο που απευθύνει το όργανο αυτό προς το κράτος μέλος καλώντας το να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του και, στη συνέχεια, η αιτιολογημένη γνώμη που διατυπώνει η Επιτροπή οροθετούν το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο επομένως, δεν μπορεί πλέον να διευρυνθεί. Πράγματι, η δυνατότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του αποτελεί, ακόμα κι αν αποφασίσει να μην κάνει χρήση, ουσιαστική εγγύηση, ηθελημένη από τη συνθήκη, η δε τήρηση της συνιστά ουσιώδη τύπο για τη νομιμότητα της διαδικασίας βάσει του άρθρου 169 ( 6 ).
Το έγγραφο, όμως, με το οποίο η Επιτροπή ζήτησε από το κράτος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, της 30ής Ιουλίου 1980, περιέχει δύο μόνο σημεία, σχετικά με τα οποία, κατά την Επιτροπή, η ιταλική κυβέρνηση δεν εφάρμοσε ορθώς την οδηγία: την ίση μεταχείριση όσον αφορά τους όρους εργασίας (σημείο 1) και, ειδικότερα, τις άδειες λόγω υιοθεσίας (σημείο 2). Το δικαίωμα ενδίκου προσφυγής, που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας, περιλαμβάνεται παρεμπιπτόντως, και επιπλέον εσφαλμένως, μεταξύ των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 1, το οποίο αναφέρεται στους όρους εργασίας.
Καίτοι, όμως, επαναλαμβάνεται in extenso το άρθρο 6 στην αιτιολογημένη γνώμη της 4ης Μαΐου 1981, εξ αυτού δεν συνάγεται καμία έννομη συνέπεια. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς που αφορούν τους όρους εργασίας και τις άδειες λόγω υιοθεσίας, το δικαίωμα ενδίκου προσφυγής δεν αναφέρεται στο σημείο 4 της εν λόγω γνώμης, το μόνο σημείο όπου η Επιτροπή αναπτύσσει τις απόψεις της προσπαθώντας να αντικρούσει τα επιχειρήματα που προέβαλε προηγουμένως η Ιταλία.
Επομένως, έστω και αν, δείχνοντας κάθε καλή θέληση, δεχθεί κανείς ότι ο ισχυρισμός που αφορά το σημείο αυτό περιέχεται, έστω και κατά τρόπο ελλειπτικό, στο έγγραφο, με το οποίο ζητήθηκε από την Ιταλία να εκθέσει τις απόψεις της, η εξονυχιστική ανάγνωση της αιτιολογημένης γνώμης δεν επιτρέπει την ίδια διαπίστωση.
Οι λόγοι αυτοί εξηγούν γιατί η ιταλική κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε στο δικαίωμα ενδίκου προσφυγής ούτε στην απάντησή της στο ανωτέρω έγγραφο, ούτε στην απάντηση της στην αιτιολογημένη γνώμη της 6ης Ιουλίου 1981, ούτε ακόμη στα παραρτήματα της τελευταίας ( 7 ).
Νομίζω, επομένως, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να κριθεί ένας ισχυρισμός ως απαράδεκτος. Δεν δόθηκε η δυνατότητα στην ιταλική κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, επί των αιτιάσεων που προβλήθηκαν αυτοτελώς ως παράβαση μόνο στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας. Πράγματι, έστω και αν δεν ληφθούν υπόψη οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν, η μόνη αναφορά στο στάδιο της προδικασίας στην παράβαση του άρθρου 6, μπορεί να θεωρηθεί το πολύ ως παρεμπίπτουσα αναφορά, δεδομένου ότι η παράβαση αυτή θεωρήθηκε ως συνέπεια της παραβάσεως του άρθρου 5. Συνεπώς, μεταβάλλοντας με την προσφυγή την αναφορά αυτή σε λόγο αυτοτελούς παραβάσεως, η Επιτροπή τροποποίησε εν πάση περιπτώσει το χαρακτηρισμό και τη βάση της προβαλλόμενης παραβάσεως, ενέργεια που επικρίνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 8 ).
2.
Επομένως, θα εξετάσω επικουρικά την ουσία του ισχυρισμού αυτού, ο οποίος δεν νομίζω ότι ευσταθεί.
Με το άρθρο 6 της οδηγίας επιβάλλεται στα κράτη μέλη να εισάγουν «στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από τη μη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 5, να διεκδικεί τα δικαιώματα του διά της δικαστικής οδού, αφού ενδεχομένως, προσφύγει σε άλλα αρμόδια όργανα». Δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκπληρωθεί η υποχρέωση αυτή. Η Επιτροπή, όμως, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 15 του νόμου 903 καθορίζει μια ειδική διαδικασία, που εφαρμόζεται μόνο στις παραβάσεις των άρθρων 1 και 5 του νόμου αυτού, που αφορούν, όπως γνωρίζετε, την εξεύρεση εργασίας και την απαγόρευση νυκτερινής εργασίας των γυναικών. Η διαδικασία αυτή είναι μια επείγουσα διαδικασία με την οποία «ο pretore του τόπου όπου έλαβε χώρα η καταγγελθείσα συμπεριφορά, ... αν διαπιστώσει την παράβαση που αναφέρεται στην αίτηση, διατάζει, με αιτιολογημένη και αμέσως εκτελεστή διάταξη, αυτόν που επέδειξε την καταγγελθείσα συμπεριφορά να θέσει τέρμα στην παράνομη συμπεριφορά του, η οποία με τον τρόπο αυτό στερείται κάθε εννόμου αποτελέσματος». Η Επιτροπή προσάπτει στην ιταλική κυβέρνηση ότι δεν επεξέτεινε τη διαδικασία αυτή στο σύνολο των θεμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας.
Δεν νομίζω ότι οι απαιτήσεις της οδηγίας προχωρούν τόσο μακριά. Όπως ορθώς παρατήρησε η ιταλική κυβέρνηση, το άρθρο 6 αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή των μέσων για την εφαρμογή της, η οποία βεβαίως δεν επιτυγχάνεται μόνο με την καθιέρωση μιας ειδικής διαδικασίας· πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας του κοινού δικαίου, που βρίσκονται στη διάθεση των εργαζομένων οι οποίοι διατείνονται ότι είναι θύματα διάκρισης λόγω φύλου.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αναφέρθηκε ότι το άρθρο 700 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο οποίος είναι κανόνας γενικής ισχύος, επιτρέπει, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, την επείγουσα λήψη των αναγκαίων μέτρων προς αποφυγή ανεπανόρθωτης ζημίας. Συνεπώς, μπορεί να γίνει επίκληση της διάταξης αυτής σε όλους τους τομείς εφαρμογής της οδηγίας, οι οποίοι δεν αναφέρονται στο άρθρο 15 του νόμου 903.
Όσον αφορά τις μη επείγουσες διαδικασίες, η ιταλική κυβέρνηση παραπέμπει στο σύνολο των συνήθων ενδίκων μέσων, τα οποία δεδομένου του αντικειμένου της οδηγίας, ανάγονται στο εργατικό δίκαιο ( 9 ) ή στη διοικητική δικονομία ( 10 ). Για την περίπτωση, τέλος, που θα υπήρχε ένα κενό στα διαθέσιμα μέσα παροχής εννόμου προστασίας, αναφέρεται στο άρθρο 24 του συντάγματος, κατά το οποίο «κάθε πρόσωπο μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και των εννόμων συμφερόντων του». Η ιταλική κυβέρνηση αναφέρει ότι η εν λόγω συνταγματική αρχή εφαρμόζεται απευθείας και παγίως, έχει δε σαφώς αναγνωριστεί, υπό την έννοια ότι εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ουσιαστικού κανόνα που προστατεύει ατομικό συμφέρον, καμία ειδική νομοθετική πράξη δεν είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της προστασίας του συμφέροντος αυτού, η οποία απορρέει, κατά τρόπο γενικό και απόλυτο, από το άρθρο 24. Δεδομένου ότι οι διατάξεις του νόμου 903 προστατεύουν τα ατομικά συμφέροντα των εργαζομένων σε βάρος των οποίων ασκείται διάκριση, οι τελευταίοι μπορούν να στηριχτούν στο άρθρο 24 και να απαιτήσουν την τήρηση των διατάξεων αυτών προσφεύγοντας στα δικαστήρια.
Ενόψει της εν λόγω ρυθμίσεως του ιταλικού δικαίου, την οποία δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, νομίζω ότι, έστω κι αν υποτεθεί ότι είναι παραδεκτός, quod non, ο δεύτερος ισχυρισμός που προβλήθηκε κατά της ιταλικής κυβερνήσεως δεν είναι εν πάση περιπτώσει βάσιμος.
ΙΙΙ —
Το τρίτο σημείο, σχετικά με το οποίο, κατά την Επιτροπή, η ιταλική κυβέρνηση δεν εφάρμοσε σωστά την οδηγία 76/207, μπορεί να θεωρηθεί ως ειδικότερο τμήμα του πρώτου ισχυρισμού. Συγκεκριμένα, αφορά επίσης το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, το οποίο η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε για το λόγο ότι οι άνδρες εργαζόμενοι υφίστανται στην Ιταλία δυσμενή διάκριση όσον αφορά την άδεια λόγω υιοθεσίας.
1.
Το άρθρο 6 του νόμου 903 παρέχει στις εργαζόμενες, οι οποίες υιοθέτησαν παιδιά ή ανέλαβαν την επιμέλεια τους πριν την υιοθεσία τους, το δικαίωμα να αξιώσουν «εφόσον εν πάση περιπτώσει, το παιδί δεν είναι άνω των έξι ετών κατά το χρόνο της υιοθεσίας ή της αναθέσεως της επιμέλειας, την υποχρεωτική άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 4, στοιχείο c, του νόμου 1204, της 30ής Δεκεμβρίου 1971 και τις αντίστοιχες αποδοχές κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών από την πραγματική είσοδο του παιδιού στη θετή οικογένεια ή στην οικογένεια στην οποία έχει ανατεθεί η επιμέλεια του». Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 4, στοιχείο c, του νόμου 1204, είναι η άδεια που χορηγείται στη φυσική μητέρα επί τρεις μήνες μετά τον τοκετό. Συνεπώς, με το άρθρο 6 επεκτείνονται τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε περίπτωση μητρότητας και στην υιοθεσία.
Το γεγονός αυτό συνιστά ένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η ιταλική κυβέρνηση προς υποστήριξη της απόψεως της κατά την οποία οι άδειες λόγω υιοθεσίας δεν εμπίπτουν στην έννοια των όρων εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας, αλλά υπάγονται «στις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αναφορά την κύηση και τη μητρότητα», στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας. Δυνάμει του τελευταίου άρθρου η οδηγία δεν παρεμποδίζει διατάξεις του είδους αυτού. Θα πρέπει συνεπώς, να καθοριστεί, πρώτον, αν η επίδικη διάταξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
2.
Όπως γνωρίζουμε, οι όροι εργασίας πρέπει να ληφθούν υπό την ευρεία τους έννοια. Μπορεί να περιλάβουν τις άδειες που χορηγούνται μετά από την είσοδο του παιδιού σε θετή οικογένεια;
Κατά την Επιτροπή, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, γιατί το άρθρο 2, παράγραφος 3, ως εξαιρετική διάταξη, πρέπει να ερμηνευτεί αυστηρά, δεν αναφέρεται δε παρά μόνο στα μέτρα που αφορούν την κύηση και τη μητρότητα. Επομένως, 9α πρέπει να αποκλειστούν εκείνα τα οποία, όπως το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου 903, αναγνωρίζουν το δικαίωμα άδειας ή άλλων πλεονεκτημάτων που χορηγούνται για την ανατροφή παιδιών. Τα δε πλεονεκτήματα αυτά πρέπει να θεωρηθούν, κατά την Επιτροπή, όπως παραδείγματος χάριν και το δικαίωμα ετήσιας άδειας, ως στοιχεία των όρων εργασίας. Συνεπώς, πρέπει να μπορούν να χορηγούνται κατά περίπτωση, στον πατέρα ή στη μητέρα.
Προς υποστήριξη της αντίθετης απόψεως, κατά την οποία η άδεια υποδοχής είναι μέτρο προστασίας των εργαζόμενων γυναικών, εφόσον είναι μητέρες, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 6 δεν προβλέπει καμία δυνατότητα παρεκκλίσεως. Το στοιχείο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μέτρων προστασίας της μητρότητας, γιατί τα μέτρα με τα οποία προστατεύονται οι γυναίκες, υπόκεινται γενικώς σε εξαιρέσεις, όπως αποδεικνύει το άρθρο 5 του νόμου περί της καταρχήν απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας όσον αφορά τις γυναίκες. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της και όπως η ίδια η Επιτροπή επεσήμανε, η διάταξη αυτή απλώς επεκτείνει στις θετές μητέρες την άδεια που χορηγήθηκε το 1971 στη φυσική μητέρα για τους τρεις μήνες μετά τον τοκετό. Η άδεια αυτή όμως δεν χορηγείται στους φυσικούς πατέρες, η δε Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει στην περίπτωση αυτή διάκριση.
Νομίζω óτι η άποψη της Επιτροπής δεν είναι αντιφατική. Αν και το ένα είναι η προέκταση του άλλου, το άρθρο 4, στοιχείο c, του νόμου 1204 και το άρθρο 6 του νόμου 903 δεν φαίνεται να έχουν την ίδια φύση. Νομίζω ότι η άδεια μετά τη γέννηση, η οποία επιτρέπει στη μητέρα να αναπαυθεί, μπορεί να θεωρηθεί ορθώς ως μέτρο που αφορά την προστασία της γυναίκας όσον αφορά τη μητρότητα. Αντίθετα, φρονώ ότι η άδεια μετά την υιοθεσία ευνοεί κυρίως το παιδί, στο βαθμό που αποβλέπει στη δημιουργία της σχέσης τρυφερότητας, που είναι αναγκαία για την ομαλή ένταξη του στη θετή οικογένεια. Κατά τα λοιπά, αποδείχτηκε ότι οι επίδικες εν προκείμένο διατάξεις του ιταλικού δικαίου που αφορούν την υιοθεσία, δεδομένου ότι η ειδική υιοθεσία ρυθμίζεται από τα άρθρα 314/2 έως 314/28 του αστικού κώδικα, θεσπίστηκαν και πρέπει να ερμηνευτούν με βάση κυρίως το συμφέρον του παιδιού. Συνεπώς, φρονώ ότι η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο του νόμου 903, αποτελεί τμήμα των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας. Γι' αυτό νομίζω ότι οι θετοί πατέρες πρέπει να μπορούν να τύχουν της παραπάνω ευεργετικής διατάξεως όπως και οι σύζυγοί τους οι οποίες εργάζονται και όπως επίσης έχουν ήδη το δικαίωμα ιδίως να απουσιάζουν από την εργασία τους επί ένα έτος από την πραγματική είσοδο του παιδιού στην οικογένεια, καθόσον το παιδί δεν έχει φτάσει την ηλικία των τριών ετών ( 11 ).
3.
Επειδή η επίδικη εν προκειμένω διάταξη είναι προφανώς ειδική διάταξη σε σχέση με τη γενική απαγόρευση πρόκλησης βλάβης σε εργαζόμενο λόγω του φύλου του, που περιέχεται στο άρθρο 15 του νόμου 300 του 1970, δεν καλύπτεται από την τελευταία, κατ' εφαρμογή του ρητού «specialia generalibus derogam». Πράγματι, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί βάσιμα τη διάταξη αυτή, παρά μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική διάταξη. Δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση συγκρούσεως με κανόνα δικαίου που έχει την ίδια ισχύ και αποτελεί παρέκκλιση ως προς ένα συγκεκριμένο σημείο. Συνεπώς, νομίζω ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη επεκτείνοντας την εφαρμογή της και στους εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της οδηγίας.
IV —
Ως προς τα δικαστικά έξοδα, νομίζω, με βάση τις σκέψεις που ανέπτυξα σχετικά με τους τρεις ισχυρισμούς που προέβαλε η Επιτροπή κατά της ιταλικής κυβέρνησης, ότι θα πρέπει να κατανεμηθούν, καταδικάζοντας την Επιτροπή στα δύο τρίτα και στο ένα τρίτο την καθής κυβέρνηση.
Εν συμπεράσματι, προτείνω στο Δικαστήριο,
—
να κρίνει και να αποφασίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη επεκτείνοντας στους εργαζομένους το δικαίωμα άδειας λόγω υιοθεσίας, που προβλέπεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, του νόμου 903, της 9ης Δεκεμβρίου 1977, παρέθη υποχρέωση που υπέχει από την οδηγία 76/207 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας,
—
να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων και την Ιταλική Δημοκρατία στο υπόλοιπο ένα τρίτο.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Νόμος περί νέων οικονομικών κατευθύνσεων, ο τίτλος V του οποίου αφορά τη μεταφορά στο βελγικό δίκαιο της οδηγίας 76/207.
( 3 ) Απόφαση της 25ης Μαΐου 1982, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, υπόβεση 90/81, σκέψη 6, Συλλογή σ. 1803.
( 4 ) Σκέψεις 7 και 8, ένθ. αν.
( 5 ) Υπογράμμιση δική μου.
( 6 ) Απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, υπόθεση 124/81, σκέψη 6, δεύτερη φράση, Συλλογή 1983, σ. 203 κατά την αυτή έννοια: απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1970, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υπόθεση 31/69, σκέψεις 12 και 14, Recueil σ. 34.
( 7 ) Πρβλ. την απάντησή της στο τρίτο ερώτημα του Δικαστηρίου.
( 8 ) Ιδίως, 15 Δεκεμβρίου 1982, Επιτροπή κατά Δανίας, υπόθεση 211/81, Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψεις 14 έως 16.
( 9 ) Νόμος 533, της 11ης Αυγούστου 1973.
( 10 ) Νόμος 1034, της 6ης Δεκεμβρίου 1971, περί δημοσίων υπαλλήλων.
( 11 ) Άρ9ρο 7, πρώτο εδάφιο του νόμου 903, σε συνδυασμό με το άρ9ρο 6, δεύτερο εδάφιο, και το άρ9ρο 7, πρώτο εδάφιο, του νόμου 1204.
Full & Egal Universal Law Academy