ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 7 ΙΟΥΝΙΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην υπόθεση 165/82, που αφορά τη διαδικασία που κινήθηκε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, η οδηγία 76/207 δεν εφαρμόζεται ορθώς, κατά την Επιτροπή, στις ακόλουθες τέσσερις περιπτώσεις:
1.
Κατά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την οδηγία, η βρετανική νομοθεσία δεν θεωρεί άκυρες (κατά νόμο) ή δεν παρέχει τη δυνατότητα να κηρυχθούν άκυρες ή να τροποποιηθούν (από το δικαστή) οι διατάξεις που αντίκεινται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και περιέχονται, αφενός, σε συλλογικές συμβάσεις, και αφετέρου, στους εσωτερικούς κανονισμούς των επιχειρήσεων ή στα καταστατικά των ελευθερίων επαγγελμάτων.
2.και 3.
Λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της κατά παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, με το άρθρο 6 (3) του «Sex Discrimination Act» (στο εξής: SDA) αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω νόμου οι απασχολήσεις οικιακού χαρακτήρα, καθώς και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν απασχολούνται περισσότερα από πέντε πρόσωπα.
4.
Παρέχοντας σε πολύ περιορισμένη κλίμακα τη δυνατότητα εκπαιδεύσεως και ασκήσεως του επαγγέλματος της μαίας στους άνδρες, το Ηνωμένο Βασίλειο ερμήνευσε επίσης κατά τρόπο πολύ περιοριστικό το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας.
Θα εξετάσω εν συνεχεία καθέναν από τους ισχυρισμούς αυτούς.
Ι —
1.
Σύμφωνα με τα άρθρα 3 (παράγραφος 2 6), 4 (6) και 5 (παράγραφος 2 6) της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να ακυρωθούν, να μπορούν να κηρυχτούν άκυρες ή να μπορούν να τροποποιηθούν όλες οι διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την εξεύρεση εργασίας (άρθρο 3), την πρόσβαση σε όλες τις μορφές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως (άρθρο 4) και τους όρους εργασίας (άρθρο 5). Δεν έχει σημασία αν οι διατάξεις αυτές περιέχονται σε ατομικές συμβάσεις εργασίας, σε συλλογικές συμβάσεις, σε εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων ή σε καταστατικά ελευθερίων επαγγελμάτων.
Κατά την Επιτροπή, η ισχύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο νομοθεσία δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές παρά μόνο στην περίπτωση των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Το άρθρο 77 (1) του SD Α ορίζει ότι
«μια συμβατική ρήτρα είναι άκυρη όταν.
α)
το γεγονός ότι περιελήφθη στη σύμβαση καθιστά τη σύμβαση παράνομη δυνάμει του παρόντος νόμου,
6)
ή όταν περιελήφθη στη σύμβαση εις εκτέλεση πράξεως που κατέστη παράνομη δυνάμει του παρόντος νόμου,
γ)
όταν προβλέπει την εκτέλεση πράξεως που είναι παράνομη δυνάμει του παρόντος νόμου».
Αντίθετα, δεν υπάρχει κανένα παρόμοιο κείμενο για τις συλλογικές συμβάσεις, τους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων και τα καταστατικά των ελευθερίων επαγγελμάτων. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, δεν ικανοποιείται η σαφής και άνευ όρων και προϋποθέσεων υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη βάσει των άρθρων της οδηγίας που προαναφέρθηκαν.
2.
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αντίθετη γνώμη. Θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η θέσπιση για τις συλλογικές συμβάσεις, στους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων και τα καταστατικά των ελευθερίων επαγγελμάτων, κανόνα παρόμοιου με εκείνο του άρθρου 77 (1) του SDA υποστηρίζει ότι η θέσπιση αυτή δεν εξασφαλίζει την επίτευξη του στόχου των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας, δηλαδή την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στους τομείς που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα.
α)
Θα εξετάσω, καταρχάς, τις συλλογικές συμβάσεις.
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η ισχύουσα ρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων εξασφαλίζει επομένως επαρκώς την εκτέλεση της οδηγίας.
Η βρετανική κυβέρνηση αναφέρει, πρώτον, ότι από την έναρξη ισχύος του «Trade Union and Labour Relations Act» του 1974, οι συλλογικές συμβάσεις δεν έχουν συνήθως δεσμευτική ισχύ στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι ακόμα, απ' όσο γνωρίζει, δεν ισχύει τώρα καμιά συλλογική σύμβαση νομικώς δεσμευτική στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Παρατηρεί, ακολούθως, ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του «Equal Pay Act» του 1970, οι συλλογικές συμβάσεις μπορεί να υποβληθούν στην «Central Arbitration Committee» (κεντρική επιτροπή διαιτησίας), η οποία υποδεικνύει τις τροποποιήσεις που κρίνει ότι απαιτούνται για την άρση κάθε διακρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας. Οι προτάσεις της «Committee» έχουν ως αποτέλεσμα, στην πρακτική, την κατά τον υποδεικνυόμενο τρόπο τροποποίηση της ρήτρας που εισάγει διακρίσεις, όταν αυτή περιέχεται σε ατομική σύμβαση εργασίας.
Εμμένοντας στην άποψη αυτή, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν επιβάλλει να ακυρώνονται ή να μπορούν να ακυρωθούν ή να τροποποιηθούν τα κείμενα που, όπως οι συλλογικές συμβάσεις, στερούνται έννομων αποτελεσμάτων. Παρόμοια απαίτηση ισοδυναμεί κατά κάποιο τρόπο με «κτυπήματα σπαθιού στο νερό».
Τέλος, τονίζει κυρίως ότι, αν μια συλλογική σύμβαση ήταν νομικώς δεσμευτική, απίθανο ενδεχόμενο, και αν μια από τις διατάξεις της ήταν αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η διάταξη αυτή θα ήταν άκυρη δυνάμει του άρθρου 77 του SDA. Θα ήταν επίσης άκυρες οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ρήτρες μιας συλλογικής συμβάσεως, οι οποίες θα επαναλαμβάνονταν σε ατομικές συμβάσεις εργασίας.
6)
Όσον αφορά τις διατάξεις των εσωτερικών κανονισμών και των καταστατικών των ελευθερίων επαγγελμάτων, τα επιχειρήματα που προβάλλει η βρετανική κυβέρνηση είναι κατ' ουσία τα ίδια με εκείνα που προέβαλε σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 77 (1), οι διατάξεις που δημιουργούν διακρίσεις και περιέχονται στα κείμενα αυτά είναι άκυρες, όταν τα τελευταία έχουν δεσμευτική ισχύ ή όταν επαναλαμβάνονται σε ατομικές συμβάσεις εργασίας. Η καθής αναφέρεται, πάντως, και σε άλλα άρθρα του SDA, τα οποία βοηθούν την καταπολέμηση των διακρίσεων. Στην περίπτωση που μια διάκριση σχετική με την απασχόληση οφείλεται στο γενονός ότι στον εσωτερικό κανονισμό μιας επιχειρήσεως ή στο καταστατικό μιας επαγγελματικής ενώσεως περιέχεται διάταξη που δημιουργεί διακρίσεις, η διάκριση αυτή εμπίπτει στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 15 του SDA, απαγορεύεται σε μια επιχείρηση, αντικείμενο των δραστηριοτήτων της οποίας είναι η διάθεση εργαζομένων, να προτείνει, βάσει του εσωτερικού κανονισμού της, θέσεις εργασίας μόνο σε πρόσωπα ενός από τα δύο φύλα. Επίσης, σε περίπτωση που η αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διάταξη αφορά την άδεια ή τα ειδικά προσόντα για την άσκηση ενός επαγγέλματος ή ορισμένης εμπορικής δραστηριότητας, απαγορεύεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1 του SDA.
Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, και εδώ δεν είναι αναγκαία η λήψη άλλων νομοθετικών μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στις επιχειρήσεις και στα ελευθέρια επαγγέλματα, επειδή η ισχύουσα νομοθεσία, η οποία εφαρμόζεται όταν το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έγινε η διάκριση υφίσταται τη ζημία, εξασφαλίζει την τήρηση της αρχής αυτής.
3.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τα επιχειρήματα αυτά. Τονίζει τη σαφή διατύπωση των σχετικών διατάξεων της οδηγίας, δυνάμει των οποίων τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να ακυρωθούν, να μπορούν να κηρυχτούν άκυρες ή να μπορούν να τροποποιηθούν οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις, που περιλαμβάνονται στις συλλογικές συμβάσεις, στους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων, καθώς και στα καταστατικά των ελευθερίων επαγγελμάτων. Κανείς όμως κανόνας δικαίου που έχει εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν επιτρέπει την εξασφάλιση της τηρήσεως της εν λόγω υποχρεώσεως. Κατά την Επιτροπή, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ εννόμου καταστάσεως, η οποία δημιουργείται με την ακύρωση ή την τροποποίηση διατάξεως που εισάγει δακρίσεις και η οποία έχει ως αποτέλεσμα ότι η διάταξη αυτή παύει να υφίσταται και της εν λόγω καταστάσεως, κατά την οποία μια διάταξη εξακολουθεί να υφίσταται, έστω και αν δεν μπορεί να εκτελεστεί κατά νόμο. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι πριν το 1974 οι συλλογικές συμβάσεις είχαν, καθαυτές, δεσμευτική ισχύ και τίποτα δεν αποκλείει ότι μπορεί να συμβεί το ίδιο και στο μέλλον.
4.
Νομίζω ότι στην καθαρώς νομικού χαρακτήρα διαφορά για την οποία πρόκειται, η άποψη της Επιτροπής ευσταθεί περισσότερο, ιδίως λόγω των επιταγών της σαφήνειας και της ασφάλειας του δικαίου, τις οποίες τονίζει η σχετική με τις παραβάσεις κράτους νομολογία του Δικαστηρίου. Βέβαια, η νομολογία αυτή αφορούσε μέχρι τώρα κάθε διοικητική πρακτική, για την οποία έγινε δεκτό ότι «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νόμιμη εκπλήρωση της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 189 της συνθήκης, ως αποδέκτες οδηγιών», γιατί μια τέτοια πρακτική, «από τη φύση της υπόκειται σε μεταβολές κατά τη βούληση της διοικήσεως και ... στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας» ( 2 ). Νομίζω όμως ότι λόγω της γενικής διατυπώσεως της, η ακόλουθη φράση, η οποία περιέχεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Μαρτίου 1983, στην υπόθεση 300/81, εφαρμόζεται επίσης στην επίδικη διαφορά: «... είναι αναγκαίο κάθε κράτος μέλος να εφαρμόζει την οικεία οδηγία κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις σαφήνειας και ασφαλείας των εννόμων καταστάσεων που επιδιώκει η οδηγία προς το συμφέρον», εν προκειμένω, των ανδρών και των γυναικών όσον αφορά την εξεύρεση εργασίας, την επαγγελματική κατάρτιση και προώθηση και τους όρους εργασίας ( 3 ). Η διατύπωση των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας, στην οποία αναφέρεται η παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται ότι αφήνουν στα κράτη μέλη μεγαλύτερο περιθώριο εκτιμήσεως για την εκτέλεση τους απ' ό,τι η οδηγία περί πιστωτικών ιδρυμάτων, για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση 300/81.
Επιπλέον, μια κατάσταση, κατά την οποία δεν καταργούνται οι διατάξεις που δημιουργούν ενδεχομένως διακρίσεις και περιέχονται σε κείμενα όπως οι συλλογικές συμβάσεις, οι εσωτερικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων και τα καταστατικά των ελευθερίων επαγγελμάτων, είναι τουλάχιστον το ίδιο αμφίβολη, κυρίως για τους εργαζομένους, οι οποίοι δεν έχουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, νομική κατάρτιση, με εκείνη που δημιουργεί η εκτέλεση μιας οδηγίας με απλή διοικητική πρακτική. Σημειώνω, επίσης, ότι οι συλλογικές συμβάσεις, οι εσωτερικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων και τα καταστατικά των ελευθερίων επαγγελμάτων είναι περισσότερο προσιτά στους εργαζομένους απ' ό,τι η οδηγία 76/207 ή οι βρετανικοί νόμοι, βάσει των οποίων δεν αναγνωρίζεται κατά κανόνα δεσμευτική νομική ισχύς στα εν λόγω κείμενα. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι μπορεί να πιστεύουν ότι οι συμβάσεις τους είναι νόμιμες και δεν μπορούν να προσβληθούν κατά νόμο, δεδομένου ότι επαναλαμβάνονται σ' αυτές ρήτρες που δημιουργούν ενδεχομένως διακρίσεις και περιέχονται στα κείμενα που προαναφέρθηκαν, στερούνται δε έτσι των πλεονεκτημάτων μιας οδηγίας, η οποία, εντούτοις, θεσπίστηκε για να απολαύουν οι εργαζόμενοι των πλεονεκτημάτων αυτών. Προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιοι κίνδυνοι συγχύσεως, καλύτερα είναι να μπορούν να αφαιρούνται από τα κείμενα αυτά οι ρήτρες που δημιουργούν διακρίσεις, όπως επιβάλλει η οδηγία.
Η εφαρμογή της δυνατότητας αυτής είναι ακόμη ευκολότερη δεδομένου ότι υπάρχει ήδη όσον αφορά τους όρους εργασίας, δηλαδή έναν από τους τομείς που καλύπτει η οδηγία. Όπως είδαμε, βάσει του άρθρου 3 του EPA η «Central Arbitration Committee» υποδεικνύει τις αναγκαίες τροποποιήσεις για την άρση κάθε διακρίσεως εν προκειμένω, όταν μια συλλογική σύμβαση εργασίας (ή μισθολόγιο που καθόρισε η εργοδοσία) περιέχει διατάξεις που εφαρμόζονται κατά τρόπο ειδικό μόνο στους άνδρες ή μόνο στις γυναίκες εργαζόμενες. Οι δυνατότητες που παρέχονται σχετικά με τους όρους εργασίας πρέπει να παρέχονται επίσης και σχετικά με τα άλλα θέματα, στα οποία αναφέρεται η οδηγία.
Οσον αφορά τις ειδικές διατάξεις του SDA, οι οποίες επιτρέπουν την ακύρωση ορισμένων όρων που δημιουργούν διακρίσεις και μπορεί να περιέχονται στον εσωτερικό κανονισμό μιας επιχειρήσεως ή στο καταστατικό ελευθερίου επαγγέλματος, αρκεί η παρατήρηση ότι, ανεξάρτητα από το πραγματικό πεδίο ενεργείας τους, δεν καλύπτουν το σύνολο του τομέως που καλύπτει το κοινοτικό κείμενο.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι είναι βάσιμος ο πρώτος ισχυρισμός της Επιτροπής.
II —
1.
Η Επιτροπή θεωρεί, δεύτερον, ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 (3) του SDA είναι αντίθετες προς την οδηγία, ιδίως προς τα άρθρα 3, 4 και 5. Πρόκειται για το δεύτερο και τρίτο ισχυρισμό.
Το άρθρο 6 (3) του SDA εξαιρεί από την απαγόρευση διακρίσεως σε βάρος αυτών που ζητούν εργασία και των μισθωτών, που προβλέπεται στα άρθρα 6 (1) και 6 (2):
α)
τις «εργασίες οικιακού χαρακτήρα» («employment for the purposes of a private household»),
6)
τις περιπτώσεις «όπου ο αριθμός των απασχολουμένων από τον εργοδότη προσώπων, αυξανόμενος με τον αριθμό των προσώπων που απασχολούνται σε εργοδότες που συμμετέχουν σε εταιρεία με αυτόν, δεν είναι ανώτερος από πέντε (εξαιρούνται τα πρόσωπα που απασχολούνται σε οικιακές εργασίες)».
Πάντως, όπως τόνισε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η εξαίρεση αυτή δεν είναι απόλυτη ακόμη και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 (3), απαγορεύεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του SDA στους εργοδότες να βλάπτουν («victimize») τους υπάλληλους τους, οι οποίοι προσπαθούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει ο νόμος σχετικά με την ίση μετα-χειρηση ή που βοηθούν άλλα πρόσωπα να ασκήσουν τα δικαιώματα αυτά.
Κατά τη βρετανική κυβέρνηση, οι εργασίες που καλύπτει η εν λόγω κατά παρέκκλιση διάταξη εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2η οδηγία «δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και, ενδεχομένως, την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σ' αυτές, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεως τους, το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας». Το άρθρο 9, παράγραφος 2, ορίζει οτι «τα κράτη μέλη προβαίνουν περιοδικά στην εξέταση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, προκειμένου να κρίνουν, λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική εξέλιξη' αν δικαιολογείται η διατήρηση των εν λόγω εξαιρέσεων. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το αποτέλεσμα της εξετάσεως αυτής».
2.
Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι «εργασίες οικιακού χαρακτήρα» και οι απασχολήσεις σε πολύ μικρές επιχειρήσεις μπορεί να εξαιρεθούν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, γιατί προϋποθέτουν στενές προσωπικές σχέσεις μεταξύ υπάλληλων και εργοδοτών, ώστε δεν είναι δυνατό κατά νόμο να απαγορευτεί σ' αυτούς το δικαίωμα να προσφεύγουν σε υπηρεσίες προσώπων ενός συγκεκριμένου φύλου.
Συνεπώς, η βρετανική κυβέρνηση στηρίζεται στη φράση του άρθρου 2, παράγραφος 2, δυνάμει της οποίας οι διακρίσεις είναι νόμιμες όσον αφορά επαγγελματικές δραστηριότητες για τις οποίες, λόγω των συνθηκών ασκήσεως τους, το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.
Προκειμένου για εργασίες οικιακού χαρακτήρα, αναφέρει ότι οι εργασίες αυτές προυποθέτουν συχνά πολύ στενές προσωπικές σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο οποίος ζει συχνά μέσα στο σπίτι, όπως είναι η περίπτωση των προσώπων που προσλαμβάνονται για συντροφιά ή που ανήκουν στην προσωπική υπηρεσία κάποιου. Ισχυρίζεται επίσης ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η έννοια «εργασίες οικιακού χαρακτήρα» είναι σαφής. Έτσι, αν ένας οδηγός δεν απασχολείται πράγματι στο σπίτι του εργοδότη του αλλά στην επιχείρηση του, η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται ( 4 ). Αντίθετα, ένας μάγειρας που ανήκει στο υπηρετικό προσωπικό μιας οικογένειας ή ένας κηπουρός, παραδείγματος χάρη, εμπίπτει κανονικά στην εξαίρεση αυτή.
Όσον αφορά τους εργαζομένους σε πολύ μικρές επιχειρήσεις, το Ηνωμένο Βασίλειο τονίζει καταρχάς τον αυστηρό περιορισμένο χαρακτήρα της εξαιρέσεως. Ναι μεν στον αριθμό των πέντε υπαλλήλων δεν πρέπει να υπολογίζονται εκείνοι που απασχολούνται σε εργασίες οικιακού χαρακτήρα, αντίθετα όμως η εξαίρεση δεν περιλαμβάνει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συνεταίροι έχουν έναν ορισμένο αριθμό μικρών καταστημάτων, σε καθένα από τα οποία απασχολούνται κατά ανώτατο όριο πέντε πρόσωπα αλλά που σε όλα μαζί απασχολούνται περισσότερα. Η καθής δικαιολογεί επίσης την εξαίρεση αυτή λόγω των στενών προσωπικών σχέσεων που συχνά υπάρχουν στις μικρές επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, αναφέρει τις διαχειρίστριες και ιδιοκτήτριες μικρών μαγαζιών, ειδικά εκείνες που έχουν κάποια ηλικία, οι οποίες προτιμούν να προσλαμβάνουν γυναίκες υπαλλήλους.
Συνεπώς, θεωρεί ότι στο παρόν στάδιο της κοινωνικής εξελίξεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, δικαιολογείται η μη εφαρμογή της οδηγίας 76/207 στις απασχολήσεις που αναφέρεται το άρθρο 6 (3) του SDA.
3.
Κατά τη γνώμη μου, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ως αβάσιμα τα ανωτέρω επιχειρήματα.
α)
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, από γενική άποψη, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας πρέπει, ως εξαιρετική διάταξη, να ερμηνευτεί κατά τρόπο περιοριστικό. Θεωρώ επίσης ότι, για τον ίδιο λόγο, τα κράτη μέλη φέρουν το βάρος της αποδείξεως ότι μια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να αποκλειστεί του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, γιατί το φύλο συνιστά, λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεως της, παράγοντα καθοριστικής σημασίας.
Όσον αφορά ειδικότερα τις δύο εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 (2) του SDA, η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, στηριζόμενη στην έκθεση που υπέβαλε στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, ότι παρόμοιες εξαιρέσεις δεν υπάρχουν σε κανένα κράτος μέλος εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο. Χωρίς να αντλήσει κανείς εξ αυτού έννομες συνέπειες, μπορεί, πάντως, κατά τη γνώμη μου, να συνάγει από την κατάσταση αυτή ότι είναι περίεργο ότι μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο το παρόν στάδιο κοινωνικής εξελίξεως παρεμποδίζει την εφαρμογή της οδηγίας στις εργασίες οικιακού χαρακτήρα και στις εργασίες σε πολύ μικρές επιχειρήσεις.
6)
Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η έννοια «εργασία οικιακού χαρακτήρα» («for the purposes of a private household») έχει ένα περιεχόμενο, οι παράμετροι του οποίου μπορούν δυσχερώς να καθοριστούν με ακρίβεια. Τονίζει ιδίως ότι καμία ένδειξη δεν παρέχεται ως προς το τι είναι «νοικοκυριό» («household»), ούτε ως προς τα κριτήρια που επιτρέπουν να θεωρηθεί ως «οικιακού χαρακτήρα» («private»). Διερωτάται ιδίως αν η έκφραση πρέπει να ληφθεί υπό τη στενή ή υπό την ευρεία έννοια και ποιες κατηγορίες εργαζομένων πρέπει να περιληφθούν σ' αυτή. Το επιχείρημα αυτό δεν με έχει πείσει πλήρως. Πράγματι, ενδέχεται, όπως αναφέρει η βρετανική κυβέρνηση, το περιεχόμενο της εννοίας αυτής να μπορεί να προσδιοριστεί βαθμιαία από τη νομολογία, μέσο που συνήθως χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του περιεχομένου μιας εννοίας που έχει έννομες συνέπειες.
Επίσης, δεν συμμερίζομαι τις επικρίσεις της Επιτροπής σχετικά με τον αριθμό των πέντε υπαλλήλων, που τίθεται ως βάση στη δεύτερη εξαίρεση του άρθρου 6 (3) του SDA. Αν γίνει δεκτό, ως προϋπόθεση, ότι η εξαίρεση δικαιολογείται για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, θα πρέπει επίσης να γίνει δεκτός ο αριθμός αυτός, η επιλογή του οποίου δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως κακή, ενόψει του γεγονότος ότι κάθε επιλογή συνεπάγεται κατ' ανάγκη ένα όριο, ο καθορισμός του οποίου ενέχει ένα στοιχείο αυθαιρεσίας.
γ)
'Αλλοι λόγοι μου επιτρέπουν να συμφωνήσω με την Επιτροπή ως προς το συγκεκριμένο σημείο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 6 (3) του SDA. Πρώτον, η βρετανική κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις που συνιστούν την επίδικη εξαίρεση, οι συνθήκες ασκήσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων απαιτούν να έχουν οι εργοδότες τη δυνατότητα να προβαίνουν σε διακρίσεις. Δεν είναι αλήθεια ότι όλες οι επαγγελματικές δραστηριότητες, που μπορεί να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω κατά παρέκκλιση διατάξεως, συνεπάγονται τις στενές προσωπικές σχέσεις οι οποίες δικαιολογούν την εξαίρεση.
Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η καθής δέχεται τον ισχυρισμό αυτό η ίδια με τη διατύπωση που χρησιμοποιεί: οι εργασίες οικιακού χαρακτήρα συνεπάγονται συχνά (συνεπώς όχι πάντα) πολύ στενές προσωπικές σχέσεις στενές προσωπικές σχέσεις υπάρχουν συχνά (συνεπώς και εδώ όχι πάντα) στις μικρές επιχειρήσεις.
Στη συνέχεια, νομίζω ότι το κείμενο του άρθρου 6 (3) δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση που επιβάλλεται με το άρθρο 2, παράγραφος 2, κατά την οποία η εξαίρεση πρέπει να αφορά «επαγγελματικές δραστηριότητες». Αναμφίβολα δεν είναι αναγκαίο, όπως ορθώς τονίζει η βρετανική κυβέρνηση, να απαριθμηθούν όλες οι επαγγελματικές δραστηριότητες που εξαιρούνται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2 επομένως, νομίζω ότι μπορεί ένα κράτος μέλος να εφαρμόσει την οδηγία θεσπίζοντας νόμους, οι οποίοι να απαγορεύουν τις διακρίσεις επαναλαμβάνοντας τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου και αφήνοντας, κατά τα λοιπά, στα εθνικά δικαστήρια την ευχέρεια να καθορίζουν κατά περίπτωση, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω του άρθρου 177 της συνθήκης, ποιες επαγγελματικές δραστηριότητες αποκλείονται της γενικής απαγορεύσεως. Δεν μπορεί όμως κανείς να θεωρήσει, χωρίς να υπερακοντίσει την έννοια των όρων, ότι οι έννοιες εργασίες οικιακού χαρακτήρα (και όχι, παραδείγματος χάρη, οικιακός υπάλληλος) και εργασία σε επιχειρήσεις που απασχολούν κατ' ανώτατο όριο πέντε υπαλλήλους αντιστοιχούν σε επαγγελματικές δραστηριότητες.
Για τους παραπάνω λόγους, νομίζω ότι είναι επίσης βάσιμοι ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός της Επιτροπής.
III —
Η τελευταία αιτίαση που προσάπτει η Επιτροπή στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχει το εν λόγω κράτος από την οδηγία 76/207, αφορά επίσης την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εξαίρεση των μαιών από το πεδίο εφαρμογής του νόμου.
1.
Πράγματι, στο άρθρο 20 του SDA προβλέπεται ότι οι μαίες αποκλείονται των διατάξεων των παραγράφων 6 (1) και 6 (2) (α) και ότι το άρθρο 14, που αφορά τα ιδρύματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δεν εφαρμόζεται ως προς την εκπαίδευση της μαίας. Θα πρέπει, πάντως, να προστεθεί ότι η διάταξη αυτή τροποποίησε επίσης τη νομοθεσία που αφορά τις μαίες (στην Αγγλία και στην Ουαλλία, ο «Midwives Act» του 1951), έτσι ώστε να μπορούν οι άνδρες να ασκούν το επάγγελμα αυτό. Εντούτοις, για μια μεταβατική περίοδο η δυνατότητα αυτή είναι περιορισμένη γιατί οι άνδρες δεν έχουν το δικαίωμα παρακολουθήσεως μαθημάτων σχετικών με την εκπαίδευση μαιών παρά μόνο στα ιδρύματα που έχει αναγνωρίσει ο αρμόδιος υπουργός ( 5 ). Προς το παρόν, δύο ιδρύματα έχουν αναγνωριστεί, το ένα στο Λονδίνο και το άλλο στο κέντρο της Σκωτίας. Επίσης, δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παραρτήματος 4 του SDA, η άσκηση από άνδρα του επαγγέλματος της μαίας είναι δυνατή μόνο εκεί που ορίζει ο υπουργός, δηλαδή σε τέσσερα νοσοκομεία στο Λονδίνο και στο Εδιμβούργο.
Προσθέτω ότι, όπως ανέφερε η βρετανική κυβέρνηση απαντώντας σε ερώτημα που της έθεσε το Δικαστήριο, οι περιορισμοί αυτοί θα αρθούν σύντομα. Οι μεταβολές αυτές οι οποίες θα επέλθουν με διατάγματα που βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας, θα τεθούν σε ισχύ κατά το τέλος του επομένου Αυγούστου. Είναι αυτονόητο, πάντως, ότι, η εν λόγω εξέλιξη της νομοθεσίας δεν έχει επιρροή όσον αφορά την εξέταση, από νομική άποψη, της βρετανικής ρυθμίσεως· εν προκειμένω, διαφέρει μόνο η κατάσταση της τελευταίας κατά το χρόνο που ασκήθηκε η παρούσα προσφυγή ( 6 ).
2.
Κατά τη βρετανική κυβέρνηση, οι ισχύουσες διατάξεις που δημιουργούν διακρίσεις δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, λόγω της ειδικής φύσεως του επαγγέλματος της μαίας και των συνθηκών, υπό τις οποίες το επάγγελμα αυτό ασκείται. Η βρετανική κυβέρνηση προσθέτει ότι οι εν λόγω διατάξεις επανεξετάζονται περιοδικώς υπό το φως της κοινωνικής εξελίξεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η βρετανική κυβέρνηση μάλιστα, ακριβώς μετά από ευρεία διαβούλευση με τις αρμόδιες για την υγεία αρχές, τις ενδιαφερόμενες επαγγελματικές ενώσεις και άλλες οργανώσεις επί της εκθέσεως που αφορούσε τις δύο έρευνες σχετικά με τους άνδρες μαίες, οι οποίες διενεργήθηκαν στο Λονδίνο και στο κέντρο της Σκωτίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τωρινοί περιορισμοί ως προς την επαγγελματική εκπαίδευση και την άσκηση από τους άνδρες του επαγγέλματος της μαίας, θα έπρεπε τώρα να αρθούν. Θα πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι η εν λόγω άρση τελεί υπό δύο προϋποθέσεις: ότι οι γυναίκες θα έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να καταφύγουν στις φροντίδες μιας μαίας γυναίκας, εφόσον το θελήσουν, και ότι, σε περίπτωση που τεθεί στη διάθεση τους άνδρας μαία, θα εξασφαλίζεται η κατάλληλη επιτήρηση.
α)
Η καθής κυβέρνηση δικαιολογεί την άποψη της, κατά πρώτο, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της ασκήσεως του επαγγέλματος της μαίας στην επικράτεια της. Τονίζει τον ιδιαίτερο ρόλο των μαιών κατά τις περιόδους πριν και κυρίως μετά τον τοκετό όσον αφορά τις φροντίδες που προϋποθέτουν ιδιαίτερη οικειότητα. Παρατηρεί επιπλέον ότι οι μαίες μένουν με τις ασθενείς επί μεγάλα και επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα και ότι μπορεί να χρειαστεί να παρέχουν μόνες τους τις φροντίδες, ιδίως τη νύκτα, στο μαιευτήριο ενός νοσοκομείου και, κυρίως, στην κατοικία των ασθενών. Αν εξαιρέσει κανείς μικρό αριθμό γυναικών που γεννούν σπίτι τους μόνο με τη βοήθεια μαίας (8156 τοκετοί το 1980), θα πρέπει πράγματι να ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις, κατά πολύ συχνότερες, γυναικών οι οποίες γέννησαν σε κλινική, αλλά οι οποίες δέχτηκαν σπίτι τους τις φροντίδες μαιών επί δέκα ημέρες μετά τον τοκετό (586352 το 1980. Το ίδιο έτος σε 615708 τοκετούς οι μητέρες παρέμειναν στο νοσοκομείο 10ημέρες μετά τον τοκετό).
Επομένως, η εργασία της μαίας διακρίνεται, σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, από την εργασία του γυναικολόγου (ή μαιευτήρα) και του γενικού ιατρού που παρέχει υπηρεσίες μαιευτήρα. Η βρετανική κυβέρνηση δέχεται ότι κατά τον τοκετό η διαφορά μεταξύ του ρόλου της μαίας, του μαιευτήρα και του γενικού ιατρού μειώνεται. Επιπλέον, σημειώνει ότι μπορεί οι γυναίκες και οι σύζυγοι τους υπό την πίεση των περιστάσεων να επηρεάζονται λιγότερο, αν προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες που προϋποθέτουν ιδιαίτερη οικειότητα («intimate procedures») ένας άνδρας.
Κατά τα λοιπά όμως διαπιστώνει ότι οι ειδικευμένοι ιατροί ή οι γενικοί ιατροί σπάνια είναι μόνοι τους με τις ασθενείς λόγω της παρουσίας, σχεδόν πάντοτε, μιας γυναίκας βοηθού. Αναφέρει ακόμη ότι παρέχουν τις φροντίδες τους συνήθως κατά διακεκομμένα και μικρής διάρκειας χρονικά διαστήματα.
Η διάκριση αυτή δεν νομίζω ότι πείθει στη σύγχρονη εποχή που διαφοροποιείται όλο και περισσότερο η παροχή υπηρεσιών και δεν δημιουργεί πλέον τα ίδια προβλήματα.
6)
Η βρετανική κυβέρνηση εμμένει στον ειδικό χαρακτήρα του επαγγέλματος της μαίας, φοβούμενη ότι ορισμένες γυναίκες (ή σύζυγοι τους) μπορεί να αρνούνται τις υπηρεσίες ανδρών μαιών. Φοβάται ότι, αν δεν μπορέσουν να επιλέξουν γυναίκα μαία, οι γυναίκες αυτές μπορεί να διατρέξουν κίνδυνο, τόσο οι ίδιες όσο και το νεογέννητο τους, αρνούμενες κάθε φροντίδα. Θεωρεί ότι μπορεί να έχουν αυτή την αντίδραση ιδίως τα μέλη ορισμένων μειονοτήτων που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνεπώς, επιβάλλεται κάποια προσοχή: η άμεση και χωρίς περιορισμούς παροχή της δυνατότητας ασκήσεως του επαγγέλματος της μαίας στους άνδρες θα δημιουργούσε έντονη αντίθεση μεταξύ των εν λόγω εθνικών μειονοτήτων, ίσως μάλιστα και σε άλλες ομάδες. Με άλλα λόγια, η βαθμιαία εισαγωγή της εννοίας του άνδρα μαίας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στο επάγγελμα της μαίας είναι αναγκαία, κατά την άποψη της βρετανικής κυβερνήσεως, για να ληφθούν υπόψη, ιδίως, οι ευαισθησίες και οι πεποιθήσεις των κατοίκων του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίοι εντάσσονται σε πολιτιστικό πλαίσιο που διαφέρει από το καθαρώς βρετανικό.
3.
Η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητεί το βάσιμο των παρατηρήσεων αυτών, απαντά ότι, στην πρακτική, οι αντιδράσεις που φοβάται η βρετανική κυβέρνηση δεν πρέπει να προκαλέσουν δυσχέρειες στο βαθμό που, αφενός, θα ληφθούν υπόψη οι προτιμήσεις των εγκύων γυναικών και που, αφετέρου, τουλάχιστο για ένα ορισμένο ακόμη χρονικό διάστημα, οι άνδρες μαίες αποτελούν αναμφίβολα μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι με το επιχείρημα αυτό γίνεται δεκτή η διάκριση «στην πρακτική» αλλά όχι στο δίκαιο.
Δεν νομίζω ότι οι προβαλλόμενες ειδικές συνθήκες ασκήσεως της μαίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογούν τους κανόνες που δημιουργούν διακρίσεις σε βάρος των ανδρών. Φρονώ ότι η εξασφάλιση της ελεύθερης επιλογής εκ μέρους των ασθενών, που διατηρείται στην προτεινόμενη βρετανική ρύθμιση, είναι αναγκαία και επαρκής προϋπόθεση για να καθησυχάσει τους φόβους που εκφράζει η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω να κρίνετε και να αποφασίσετε:
1.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της προθεσμίας που έχει ταχθεί όλες τις απαραίτητες διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία του Συμβουλίου 76/207 της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη.
2.
Να καταδικάσετε το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Τελευταία, απόφαση της 15. 3. 1983, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, υπόθεση 145/82, Συλλογή σ. 711, σκέψη 10.
( 3 ) Απόφαση της 1. 3. 1983, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, υπόθεση 300/81, Συλλογή σ. 449, σκέψη 10.
( 4 ) Heron Corporation Limited κατά Commis (ICR 1980, σ. 713), σχετικά με ανάλογες διατάξεις που περιέχονται στον Race Relations Act του 1976.
( 5 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος 4 (μεταβατικές διατάξεις) του SDA.
( 6 ) Κατ' αυτή την έννοια: προτάσεις του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat της 10ης Μαίου 1983 στην υπόθεση 170/78 και οι σχετικές αναφορές, Συλλογή σ. 2300.
Full & Egal Universal Law Academy