ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ10 ΜΑΡΤΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι άκασνές,
Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει υποβληθεί αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Finanzgericht του Αμβούργου, ως προς το κύρος ορισμένων διατάξεων των κανονισμών της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 1979 (851/79) και της 29ης Ιουνίου 1979 (1309/79) περί καθορισμού των επιστροφών που ισχύουν για την εξαγωγή μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και την όρυζα.
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα:
Η εταιρεία Nordgetreide, με έδρα το Lübeck, η οποία εισάγει και μεταποιεί σιτηρά, εξήγαγε στην Πολωνία μεταξύ 1ης και 31ης Αυγούστου 1979 (έναρξη της περιόδου εμπορίας 1979/1980), και έπειτα μεταξύ 5ης και 26ης Σεπτεμβρίου 1979, αντιστοίχως 1400 και 1000 τόνους νιφάδων κριθής της δασμολογικής διακρίσεως 11.02 Ε I 6 1 αα) (νιφάδες κριθής με περιεκτικότητα σε τέφρες, επί ξηρού προϊόντος, κατώτερη ή ίση προς 1 °/ο κατά βάρος και με περιεκτικότητα σε ακατέργαστη κυτταρίνη, επί ξηρού προϊόντος, κατώτερη ή ίση προς 0,9 °/ο κατά βάρος).
Όπως ακριβώς και η κριθή από την οποία προέρχεται, το εν λόγω προϊόν που προκόπτει από την πρώτη μεταποίηση υπάγεται στην κοινή οργάνωση της αγοράς των σιτηρών ( 2 ). Η εν λόγω εταιρεία είχε υποβάλει δύο αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εξαγωγής στον αρμόδιο γερμανικό οργανισμό στις 31 Μαΐου και στις 31 Ιουλίου 1979. Με τις εν λόγω αιτήσεις εζητείτο επίσης ο εκ των προτέρων καθορισμός του ποσού των επιστροφών (καθώς και των νομισματικών εξισωτικών ποσών), των οποίων η χορήγηση προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του ανωτέρω κανονισμού για εξαγωγή που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού.
Για τις δύο αυτές εξαγωγές, καταβλήθηκαν στην εταιρεία Nordgetreide επιστροφές ύψους 396,26 γερμανικών μάρκων (163,55 ECU) και 293,12 γερμανικών μάρκων (128,01 ECU) ανά τόνο.
Η επιστροφή που ίσχυε την ημέρα της υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση πιστοποιητικού (31 Μαΐου και 31 Ιουλίου 1979) προσαρμόστηκε βάσει της τιμής κατωφλίου της κριθής (προϊόντος βάσεως) που ίσχυε το μήνα της εξαγωγής των μεταποιημένων προϊόντων, δηλαδή τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο 1979.
Ο τρόπος της εν λόγω προσαρμογής καθορίζεται στο άρθρο 7, δεύτερη παράγραφος, δεύτερη φράση, του κανονισμού του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975 (2744/75) περί του καθεστώτος εισαγωγής και εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και την όρυζα. Προβλέπεται ότι «η προσαρμογή πραγματοποιείται με αύξηση ή μείωση της επιστροφής κατά τη διαφορά μεταξύ των τιμών κατωφλίου ανά τόνο προϊόντος βάσεως οι οποίες ισχύουν αντίστοιχα κατά το μήνα της αιτήσεως και το μήνα της εξαγωγής, πολλαπλασιαζόμενη με τους συντελεστές που αναφέρονται στη στήλη 4 του παραρτήματος Ι, έναντι του εν λόγω μεταποιημένου προϊόντος».
Για τις νιφάδες κριθής, ο εν λόγω συντελεστής είναι 2,00.
Το ποσό των επιστροφών που ίσχυαν κατά τις ημερομηνίες της υποβολής των αιτήσεων για τη χορήγηση πιστοποιητικού (31 Μαΐου και 31 Ιουλίου 1979) είχε καθοριστεί με κανονισμό της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 1979 (851/79) σε 163,55 ECU ανά τόνο και με κανονισμό της 29ης Ιουνίου (1309/79) σε 128,01 ECU ανά τόνο για τις νιφάδες.
Για τον υπολογισμό του ποσού των επιστροφών πρέπει να βρεθεί η επίπτωση επί του αρχικού κόστους του προϊόντος «νιφάδες» της εισφοράς που καθορίζεται για το προϊόν βάσεως «κριθή». Η επίπτωση αυτή καθορίζει το μεταβλητό στοιχείο της εισφοράς που εισπράττεται για το μεταποιημένο προϊόν ( 3 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρεία Nordgetreide διαπίστωσε ότι η εν λόγω επίπτωση εκφράστηκε με το συντελεστή 1,5 αντί του συντελεστή 2,00 ο οποίος εφαρμόστηκε για να υπολογιστεί το μεταβλητό στοιχείο της εισφοράς ( 4 ), το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την προσαρμογή του ποσού των επιστροφών ( 5 ).
Αυτό συνεπάγεται προφανώς μία διαφορά του ποσού της επιστροφής, το οποίο έπρεπε να ανέρχεται, κατά την άποψη της προσφεύγουσας εταιρείας, σε 146,48 ή 195,30 ECU (αντί 105,31 ECU) για τις εξαγωγές του Σεπτεμβρίου 1979.
Η εταιρεία Nordgetreide δέχεται το κατώτερο από τα ανωτέρω ποσά (146,48) αλλά θεωρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, ο συντελεστής που εφαρμόζεται στο προϊόν βάσεως για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής η οποία χορηγείται για το μεταποιημένο προϊόν κατά την υποβολή της αιτήσεως προκαθορισμού πρέπει να είναι ίσος με το συντελεστή ο οποίος εφαρμόζεται για την προσαρμογή της τιμής κατωφλίου του ίδιου προϊόντος βάσεως συναρτήσει των μηνιαίων αυξήσεων της εισφοράς οι οποίες σημειώνονται μεταξύ της ημερομηνίας προκαθορισμού και της ημερομηνίας εξαγωγής. Διαμαρτυρήθηκε συνεπώς κατά της μειώσεως από 2,00 σε 1,5 του συντελεστή για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής πριν από την προσαρμογή, εφόσον η μείωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα, η ποσότητα του προϊόντος βάσεως από το οποίο λαμβάνονται οι νιφάδες που εξάγονται από την Κοινότητα να θεωρείται ότι είναι κατώτερη από την ποσότητα του προϊόντος βάσεως που λαμβάνεται υπόψη για την προοαρμογή του ποσού της επιστροφής.
Η τελωνειακή υπηρεσία στηρίχτηκε στο γράμμα της κοινοτικής ρυθμίσεως, την οποία απλώς εφήρμοσε.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht του Αμβούργου υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο αν οι επιστροφές που καθορίζονται από τους κανονισμούς 851/79 και 1309/79 της Επιτροπής για τις νιφάδες κριθής είναι έγκυρες βάσει του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου και, αν όχι, ποιες είναι οι έννομες συνέπειες αυτής της ακυρότητας.
II —
1.
Οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, τέταρτη στήλη, του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου ορίζουν ότι το μεταβλητό στοιχείο της εισφοράς κατά την εισαγωγή νιφάδων κριθής (μεταποιημένου προϊόντος) προελεύσεως τρίτων χωρών είναι ίσο με το μεταβλητό στοιχείο που ισχύει για την κριθή (προϊόν βάσεως), πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστή 2,00.
Οι ανωτέρω διατάξεις αποτελούν εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, σύμφωνα με το οποίο το μεταβλητό στοιχείο της εισφοράς για τα μεταποιημένα προϊόντα που παρασκευάζονται από προϊόντα βάσεως αντιστοιχεί «στην επίπτωση επί του αρχικού κόστους των εισφορών που καθορίστηκαν για αυτά τα προϊόντα βάσεως».
Ο εν λόγω συντελεστής ανταποκρίνεται σε δικαιολογία τεχνικής φύσεως: για την παρασκευή ενός τόνου νιφάδων κριθής απαιτείται η χρησιμοποίηση δύο τόνων κριθής.
Η εταιρεία Nordgetreide δεν αμφισβητεί σοβαρά τη συμφωνία της επιλογής του εν λόγω συντελεστή προς το κοινοτικό δίκαιο και, εν πάση περιπτώσει, το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε ερώτημα ως προς την εγκυρότητα της.
2.
Η επιστροφή που μπορεί να χορηγείται για τα μεταποιημένα προϊόντα καθορίζεται αφού ληφθούν ιδίως υπόψη οι ποσότητες των προϊόντων βάσεως, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του μεταβλητού στοιχείου της εισφοράς (άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2744/75).
Η ανωτέρω διάταξη πρέπει να συνδυαστεί με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στο συντελεστή 2,00 που εφαρμόζεται στις νιφάδες κριθής (στήλη 4 του παραρτήματος Ι).
Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ότι αν για την παρασκευή ενός τόνου νιφάδων απαιτούνται γενικά δύο τόνοι κριθής, από την ποσότητα αυτή μπορούν επίσης να ληφθούν κατά μέσο όρο, εκτός από τους σπόρους με ολοσχερή σχεδόν απόξεση του περικαρπίου τους και στρογγύλευσή τους κατά τα δύο άκρα, καθώς και τα «θραύσματα»:
—
κατά 30 μέχρι 35 °/ο πλιγούρια και σιμιγδάλια κριθής (δασμολογική διάκριση 11.02 Α III α,
—
κατά 12 μέχρι 15°/ο ένα παράγωγο προϊόν που αποτελείται από αποφλοιωμένα περικάρπια και μέρη του αλευρώδη πυρήνα του σπόρου της κριθής· το εν λόγω προϊόν, συσσωματωμένο, εξάγεται ως ζωοτροφή (πίτυρα εν γένει και έτερα υπολείμματα της δασμολογικής διακρίσεως 23.02 Α II α.
Η εξαγωγή των ανωτέρω προϊόντων παρέχει επίσης το δικαίωμα λήψεως επιστροφής ( 6 ).
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εφόσον η εφαρμογή του συντελεστή 1,5 στο μεταποιημένο προϊόν «νιφάδες» αντανακλά το σύνολο του ποσού της επιστροφής που ισχύει για το προϊόν βάσεως «κριθή», η εφαρμογή του συντελεστή 2,00 θα είχε ως αποτέλεσμα να επιτρέψει τη σωρευτική καταβολή επιστροφών για τα διάφορα προϊόντα που λαμβάνονται από την ίδια διαδικασία μεταποιήσεως από το ίδιο προϊόν βάσεως.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιλογή του συντελεστή που λαμβάνεται για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής δεν πρέπει να καταλήγει στο να χορηγείται για τις νιφάδες που παράγονται από μια ορισμένη ποσότητα κριθής ποσό ίσο με το σύνολο των ποσών που χορηγούνται για τα διάφορα μεταποιημένα προϊόντα, έστω και αν λαμβάνεται διαφορετικός συντελεστής, ανώτερος, για τον υπολογισμό της εισφοράς η οποία επιβάλλεται για την ίδια ποσότητα κριθής η οποία χρησιμοποιείται για την παρασκευή του μόνου μεταποιημένου προϊόντος «νιφάδες».
Στις αιτιολογικές σκέψεις τους, οι επίδικοι κανονισμοί αναφέρονται καταρχάς στο άρθρο 2 του κανονισμού του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975 (2746/75), με τον οποίο θεσπίζονται για τον τομέα των σιτηρών οι γενικοί κανόνες σχετικά με τη χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 2727/75 (συμπεριλαμβανομένων συνεπώς και των νιφάδων κριθής), και τα γενικά κριτήρια καθορισμού του ύψους των επιστροφών.
Στη συνέχεια αναφέρονται στο άρθρο 6 του κανονισμού του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975 (2744/75) που καθορίζει τα ειαικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της επιστροφής για τα μεταποιημένα προϊόντα.
Στα εν λόγω ειδικά κριτήρια, εκτός των ποσοτήτων των προϊόντων βάσεως που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του μεταβλητού στοιχείου της εισφοράς (στοιχείο 6), συμπεριλαμβάνεται επίσης η ενδεχόμενη σώρεναη των επιστροφών που εφαρμόζονται στα διάφορα προϊόντα που προέρχονται από την ίδια διαδικασία μεταποιήσεως από το ίδιο προϊόν βάσεως (στοιχείο γ).
Η επιλογή του συντελεστή 1,5 στους επίδικους κανονισμούς στηρίζεται ιδίως στο γεγονός ότι «σώρευση των επιστροφών που εφαρμόζονται στα διάφορα προϊόντα τα οποία προέρχονται από την ίδια διαδικασία μεταποιήσεως από το ίδιο προϊόν βάσεως, θα μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να καταστήσει δυνατές τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες σε τιμές κατώτερες από εκείνες που επιτυγχάνονται στη διεθνή αγορά».
3.
Η αιτιολογία αυτή φαίνεται σύμφωνη προς την κοινοτική ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( 7 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι, για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών, δεν ήταν νόμιμη η εφαρμογή του πλήρους συντελεστή μεταποιήσεως χωρίς να ληφθούν υπόψη τα παράγωγα προϊόντα, όταν μια τέτοια εφαρμογή συνεπάγεται υπερβολικά υψηλή αντιστάθμιση.
Είμαι λοιπόν της γνώμης ότι η Επιτροπή ορθά εφάρμοσε ένα πόρισμα της νομολογίας του Δικαστηρίου κατ' αναλογία για τον υπολογισμό των ποσών των επιστροφών που χορηγούνται για τις νιφάδες κριθής.
4.
Η σχέση μετατροπής (1,5) στην οποία στηρίζονται τα ποσά που καθορίζονται από τους επίδικους κανονισμούς δεν συνεπάγεται ότι η ποσότητα κριθής που πράγματι μεταποιήθηκε σε «νιφάδες» δεν αντιστοιχεί προς την ποσότητα που θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε.
Για να γίνει δεκτή η άποψη της εταιρείας Nordgetreide, θα έπρεπε ο υπολογισμός του ποσού της επιστροφής να αντιστοιχεί ακριβώς προς τον υπολογισμό του ποσού της εισφοράς. Αυτό δεν συμβαίνει, γιατί οι δύο αυτές μέθοδοι έχουν διαφορετικούς στόχους. Όπως γράφει ο Gilsdorf ( 8 ), «αν οι εισφορές έχουν κυρίως προστατευτική λειτουργία, οι επιστροφές, εκτός του ότι ανταποκρίνονται στην πρόθεση αποσυμφορήσεως της αγοράς, στηρίζονται συχνά σε εκτιμήσεις εμπορικής πολιτικής· κατά συνέπεια, οι μέθοδοι υπολογισμού διαφέρουν αισθητά, δεδομένου ότι γενικά η εισφορά είνα πιο σημαντική από την επιστροφή».
Η επιστροφή για τα μεταποιημένα προϊόντα χορηγείται ανεξάρτητα από την είσπραξη της εισφοράς επί του προϊόντος βάσεως, είτε αυτό έχει εισαχθεί από τρίτη χώρα (με εισφορά), είτε προέρχεται από την Κοινότητα (χωρίς εισφορά).
Ενώ η εισφορά υπολογίζεται καθημερινά, βάσει της διαφοράς μεταξύ της τιμής κατωφλίου και των διεθνών τιμών cif, ο υπολογισμός της επιστροφής δεν είναι αυτόματος η επιστροφή πρέπει να καθορίζεται μόνο μία φορά το μήνα, υπό την επιφύλαξη τροποποιήσεων που θα επέλθουν ενδιάμεσα (συνήθως κάθε εβδομάδα). Όταν εφαρμόζεται, το ποσό της καθορίζεται τόσο βάσει της εμπορικής πολιτικής της Κοινότητας, όσο και της διαφοράς μεταξύ των κοινοτικών τιμών fob και των τιμών που επικρατούν στη διεθνή αγορά.
Για τα μεταποιημένα προϊόντα από ορισμένα είδη σιτηρών που ουγκομίξοντοα στην Κοινότητα, η επιστροφή δεν είναι εντελώς ίση με το ποσό της διαφοράς μεταξύ της τιμής κατωφλίου και των διεθνών τιμών, γιατί ο επιχειρηματίας που μεταποιεί τα εν λόγω σιτηρά δεν τα αγοράζει στην τιμή κατωφλίου, αλλά στην κατώτερη τιμή της εσωτερικής αγοράς. Έτσι, για ορισμένα ζυμαρικά του παραρτήματος Β του κανονισμού 2727/75 (προϊόν που δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα II το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 38 της συνθήκης), η επιστροφή δεν είναι ακριβώς ίση με την επίπτωση του ποσού της εισφοράς που εισπράττεται επί του προϊόντος βάσεως.
Η προσφυγή στην τεχνική της επιστροφής — η οποία επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ — δικαιολογείται καταρχήν μόνο για τα σιτηρά που ονγκομίξονται στα κράτη μέλη και ως προς τα οποία η Κοινότητα έχει πλεονάσματα. Όσον αφορά τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση ιδίως την κριθή, είδος του οποίου η παραγωγή είναι πλεονασματική στην Κοινότητα, το ποσό των επιστροφών λόγω εξαγωγής δεν είναι καθόλου στο ίδιο ύψος με το ποσό των εισφορών λόγω εισαγωγής.
Εξάλλου, το σύστημα των μηνιαίων αυξήσεων που πρέπει να εφαρμόζονται στην τιμή κατωφλίου της κριθής κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα αποθηκεύσεως, καθώς και η ανάγκη διαθέσεως των αποθεμάτων σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς ( 9 ), μπορεί να ευνοήσει τις εξαγωγές προϊόντων που έχουν μεταποιηθεί στην Κοινότητα από σιτηρά που έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες. Μέσω των εν λόγω αυξήσεων, είναι δυνατό η επιστροφή που χορηγείται κατά την εξαγωγή των εν λόγω προϊόντων να υπερβεί την εισφορά που πράγματι εισπράχτηκε για το εισαχθέν προϊόν βάσεως. Ένα τέτοιο πλεονέκτημα δεν δικαιολογείται όταν είναι δυνατό να καθοριστούν εκ των προτέρων οι επιστροφές.
5.
Κατά συνέπεια η Επιτροπή, αφού λάβει τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως σιτηρών ( 10 ), έχει μια ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως για να αποφασίσει όσον αφορά την αρχή της χορηγήσεως επιστροφής και για να καθορίσει το ποσό της επιστροφής αυτής, τόσο για το προϊόν βάσεως όσο και για ένα ή το σύνολο των μεταποιημένων προϊόντων από το εν λόγω προϊόν βάσεως.
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου προβλέπει ρητά ότι «στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των αναφερομένων στο άρθρο 1 προϊόντων, μη μεταποιημένων ή υπό μορφή εμπορευμάτων απαριθμουμένων στο παράρτημα Β (δηλαδή ιδίως των προϊόντων αλευροποιίας και αμυλοποιίας) βάσει των τιμών των προϊόντων αυτών στη διεθνή αγορά, είναι δυνατό η διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών και των κοινοτικών τιμών να καλύπτεται από επιστροφή κατά την εξαγωγή».
Ο τρόπος καθορισμού της επιστροφής καθώς και του διορθωτικού στοιχείου προβλέπονται επίσης, είναι δε ουνατό να εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει στα προϊόντα της προκειμένης περιπτώσεως (άρθρο 16, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο).
Πρέπει να βρεθεί μία ισορροπία μεταξύ της χρησιμοποιήσεως προϊόντων βάσεως κοινοτικής καταγωγής, των οποίων τα μεταποιημένα προϊόντα προορίζονται για εξαγωγή προς ορισμένες τρίτες χώρες, και της χρησιμοποιήσεως προϊόντων βάσεως καταγωγής τρίτων χωρών τα οποία «τελειοποιούνται» στην Κοινότητα. Για να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να διασφαλιστεί η καλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς, η Επιτροπή μπορεί εύλογα να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως, επωφελούμενες — επίσης εύλογα — λόγω της μεταβάσεως από μία περίοδο εμπορίας σε άλλη, του προκαθορισμού των επιστροφών και της εξελίξεως της τιμής των νομισμάτων, θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κοινοτικά σιτηρά ή εισαγόμενα από τρίτες χώρες υπό συνθήκες ιδιαίτερα ευνοϊκές, να λάβουν δε συγχρόνως ιδιαίτερα υψηλές επιστροφές.
III —
Εφόσον ο καθορισμός των ποσών των επιστροφών λόγω εξαγωγής νιφάδων κριθής στα παραρτήματα των κανονισμών 851/79 και 1309/79 της Επιτροπής δεν έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου, το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο είναι χωρίς αντικείμενο.
Επειδή όμως το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε ρητό ερώτημα σχετικά με τις έννομες συνέπειες της ενδεχόμενης «ακυρότητας» του εν λόγω καθορισμού, θα διατυπώσω ακόμη τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Στα πλαίσια του άρθρου 177, όπως άλλωστε και σε περίπτωση ακυρώσεως κατόπιν προσφυγής, απόκειται στο όργανο από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη να λάβει τα μέτρα που ενδεχομένως συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της αποφάσεως από το εθνικό δικαστήριο στην περίπτωση της οποίας έχει επιληφθεί.
Στην Επιτροπή και μόνο απόκειται, στα πλαίσια της επιτροπής διαχειρίσεως, να καθορίζει τις επιστροφές και συνεπώς, σε περίπτωση ακυρότητας, να επιλέγει μεταξύ των δύο μεθόδων που επικαλέστηκε η εταιρεία Nordgetreide (εφαρμογή του συντελεστή 1,5 ή 2,00 για τον υπολογισμό τόσο του ποσού της επιστροφής όσο και της προσαρμογής της).
Δεδομένου όμως ότι η Επιτροπή «από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα εφαρμόζει τον [επίδικο] συντελεστή μεταποιήσεως», προτείνω να γίνει δεκτή η λύση που το Δικαστήριο προέκρινε στις υποθέσεις στις οποίες εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980, κρίνοντας ότι η ακυρότητα του συστήματος υπολογισμού των επιστροφών που χορηγούνται για τις νιφάδες κριθής βάσει των κανονισμών 851/79 και 1309/79 δεν μπορεί να ανατρέψει τη χορήγηση των ποσών τα οποία κατέβαλε το κεντρικό τελωνείο βάσει των εν λόγω κανονισμών για την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως.
Θα είναι περιττή η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα αν, όπως προτείνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι:
—
τα ποσά των επιστροφών λόγω εξαγωγής νιφάδων κριθής που καθορίζονται από τους κανονισμούς 851/79 και 1309/79 της Επιτροπής είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Άρ8ρο 1, στοιχείο δ, καν παράρτημα Α του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975.
( 3 ) Άρ8ρο 14, παράγραφος 1, Α, α, του κανονισμού 2727/75.
( 4 ) Άρ9ρο 2 του κανονισμού 2744/75.
( 5 ) Άρ9ρο 7, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού 2744/75.
( 6 ) Που κα9ορίζεται αντίστοιχα σε 169,00 και 132,27 ECU ανά τόνο για το πρώτο προϊόν και σε 25,08 και 24,01 ECU ανά τόνο για το δεύτερο, από τους επίδικους κανονισμούς.
( 7 ) Providence agricole de la Champagne, Recueil 1980, σ. 2825 και επ.· Maïseries de Beauce, Recueil 1980, σ. 2885 και επ.
( 8 ) «Der Währungsausglcich aus rechtlicher Sicht» (ľ| νομισματική εξίσωση από νομική άποψη), Κολωνία 1978, σ. 13.
( 9 ) Άρθρο 6 του κανονισμού του Συμβουλίου 2727/75.
( 10 ) Άρ9ρο 26 του κανονισμού του Συμβουλίου 2727/75.
Full & Egal Universal Law Academy