ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 14ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι — Κοινό ιστορικό των τριών υποθέσεων
Κύριο αντικείμενο των υποθέσεων επί των οποίων αναπτύσσω τις προτάσεις μου είναι προβλήματα που ανέκυψαν κατά την προαγωγή του προσφεύγοντος, κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως βαθμού Α 5, εντός της σταδιοδρομίας του στο βαθμό Α 4. Στην υπόθεση 186/84 πρόκειται επιπλέον για το ζήτημα του κύρους της εκθέσεως κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979.
1.
Πριν εκθέσω συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά των τριών αυτών υποθέσεων, θεωρώ ενδεδειγμένο να περιγράψω εν συντομία τα διάφορα στάδια της διαδικασίας προαγωγών ( 1 ) που ακολουθεί η καθής.
Σε μία πρώτη φάση, η διοίκηση καταρτίζει πίνακα όλων των υπαλλήλων που, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, μπορούν να προαχθούν, δηλαδή τον πίνακα των προαγωγίμων υπαλλήλων.
Κάθε γενική διεύθυνση ή αντίστοιχη διοικητική μονάδα επιλέγει κατόπιν, σε μία δεύτερη φάση, από τον πίνακα προαγωγίμων εκείνους τους υπαλλήλους που προτείνει για προαγωγή.
Σε μία τρίτη φάση, του θέματος επιλαμβάνεται μία ίσης εκπροσωπήσεως επιτροπή προαγωγών. Στη διάθεση της επιτροπής αυτής τίθενται ο πίνακας προαγωγίμων υπαλλήλων, οι προσωπικοί φάκελοι και οι αιτιολογημένες προτάσεις προαγωγής των γενικών διευθύνσεων. Οι προτάσεις αυτές δεν δεσμεύουν την επιτροπή, που μπορεί να διατυπώσει τις δικές της προτάσεις.
Καθήκον της επιτροπής προαγωγών είναι, κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων όλων των προαγωγίμων υπαλλήλων, να προτείνει πίνακα εκείνων των υπαλλήλων που είναι οι πλέον άξιοι να προαχθούν. Για να προβεί στην επιλογή αυτή βάσει των προσόντων των υπαλλήλων, η καθής εισήγαγε μεθόδους αξιολογικής εκτιμήσεως ( 2 ) που προβλέπουν σύστημα βαθμών, κατά το οποίο λαμβάνεται υπόψη η σειρά κατατάξεως στον πίνακα που προτείνουν οι γενικές διευθύνσεις,. οι αξιολογικές εκτιμήσεις στην έκθεση κρίσεως, η αρχαιότητα σε βαθμό, η αρχαιότητα στην υπηρεσία γενικά καθώς και η ηλικία των υπαλλήλων. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι που κατατάσσονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη θέση στους πίνακες που προτείνουν οι γενικές διευθύνσεις πιστώνονται — αναλόγως του μεγέθους των πινάκων αυτών — με 70, 45 ή 20 βαθμούς' το ανώτατο όριο των βαθμών που μπορούν να προσμετρηθούν είναι 28 για τις αξιολογικές εκτιμήσεις στην έκθεση κρίσεως, 28 για την αρχαιότητα σε βαθμό, 20 για την αρχαιότητα στην υπηρεσία και 65 για την ηλικία. Πρόσθετοι βαθμοί προσυπολογίζονται για υπαλλήλους που παρέμειναν επί 15 ή περισσότερα χρόνια στον ίδιο βαθμό (4 βαθμοί) ή για εκείνους που διορίστηκαν δόκιμοι υπάλληλοι απευθείας στο βαθμό Α 5 (7 βαθμοί). Τέλος, κάθε υπάλληλος περιλαμβανόμενος στον πίνακα που προτείνει η επιτροπή προαγωγών ο οποίος δεν προάγεται λαμβάνει επιπλέον 25 βαθμούς. Βάσει αυτού του συστήματος βαθμολογήσεως, η επιτροπή προαγωγών προτείνει πίνακα των υπαλλήλων εκείνων που θεωρεί προακτέους, τον οποίο διαβιβάζει μαζί με αιτιολογημένη έκθεση στην Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή.
Σε μια τέταρτη φάση, η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή καταρτίζει τον πίνακα των υπαλλήλων που θεωρούνται οι πλέον άξιοι να προαχθούν.
Σε μια πέμπτη φάση, η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή προβαίνει στις προαγωγές σύμφωνα με τις δυνατότητες που παρέχει ο προϋπολογισμός. Για τις προαγωγές αυτές μπορούν όμως να ληφθούν υπόψη μόνο υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα που καταρτίζεται στην τέταρτη φάση.
2.
Περνώ τώρα στα πραγματικά περιστατικά.
Ο προσφεύγων, που γεννήθηκε το 1927, εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής την 1η Οκτωβρίου 1969 ως δόκιμος κύριος υπάλληλος διοικήσεως ( βαθμός 5, κλιμάκιο 3 ), σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για εξαιρετικές περιπτώσεις στο άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού. Την 1η Απριλίου 1970 διορίστηκε μόνιμος υπάλληλος. Τοποθετήθηκε διαδοχικά σε διάφορα τμήματα της Γενικής Διευθύνσεως VI ( Γεωργία), από δε το 1973 είναι τοποθετημένος στο Τμήμα VI-A3 « Διεθνείς οργανισμοί γεωργίας ».
Στα πλαίσια αναδιαρθώσεως της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας στην οποία προέβη η Επιτροπή στις 22 Νοεμβρίου 1978, ο προσφεύγων τοποθετήθηκε, με απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, με ισχύ από 15ης Ιανουαρίου 1979, στο Τμήμα VI-B3 « Νομοθεσία περί φυτικών προϊόντων και διατροφής των ζώων » ( 3 ). Αντίθετα προς άλλα έγγραφα που βρίσκονται στον προσωπικό φάκελο του προσφεύγοντος, στην απόφαση αυτή δεν έχει επισυναφθεί βεβαίωση παραλαβής. Στην αρχική διατύπωση της εκθέσεως κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30 Ιουνίου 1979 ( 4 ) αναφέρεται ως χρονικό σημείο της μετακινήσεως του προσφεύγοντος η 15η Ιανουαρίου 1979, ενώ στη διορθωθείσα διατύπωση της αναφέρεται η 12η Μαρτίου 1980.
Σε έγγραφο της 10ης Ιανουαρίου 1979 προς τον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας ( 5 ) και σε άλλο έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1979 προς τον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως ( 6 ), ο προσφεύγων αναφέρει ότι πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να μετακινηθεί στη νεοσύστατη Διεύθυνση Β της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας. Επικαλούμενος προγενέστερα καθήκοντα του — διαπραγματεύσεις όσον αφορά τα μη δασμολογικά τεχνικά εμπόδια του εμπορίου στα πλαίσια της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) —, ο προσφεύγων ζήτησε να μετατεθεί στη Γενική Διεύθυνση III, Διεύθυνση Α, που ήταν επιφορτισμένη μεταξύ άλλων με την κατάργηση των τεχνικών εμποδίων του εμπορίου. Στην εν λόγω Γενική Διεύθυνση ανατέθηκαν το 1977 τα αντίστοιχα καθήκοντα της Διευθύνσεως Η της Γενικής Διευθύν- σεως Γεωργίας, στην οποία ανήκε μέχρι τότε ο προσφεύγων. Αντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου της 10ης Ιανουαρίου 1979 προς τον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας διαβίβασε ο προσφεύγων προς το τότε μέλος της Επιτροπής το αρμόδιο για τους τομείς γεωργίας και αλιείας.
Στις 20 Φεβρουαρίου 1979, στον προσφεύγοντα που μετέβαινε στην υπηρεσία του συνέβη ατύχημα που του προκάλεσε καταρχάς αναπηρία 35 % και αργότερα 50 ο/ο.
Με έγγραφο της 12ης Μαρτίου 1980 ( 7 ), ο προϊστάμενος της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι ελήφθη απόφαση τοποθετήσεως του από 15ης Ιανουαρίου 1979 στο Τμήμα « Νομοθεσία περί φυτικών προϊόντων και διατροφής των ζώων ». Η νέα αυτή τοποθέτηση συνεπαγόταν για τον προσφεύγο ra αλλαγή κτιρίου υπηρεσίας, την οποία πάντως δεν συνισεούσε η ιατρική υπηρεσία της Επιτροπής με έγγραφο της 8ης Απριλίου 1980 ( 8 ).
Κατά την ανάληψη των καθηκόντων του στο νέο κτίριο υπηρεσίας στις 16 Ιουνίου 1980, ο προσφεύγων ανέφερε ότι η μετάβαση στο νέο τόπο εργασίας του ήταν σημαντικά δυσχερέστερη από ό, τι η μετάβαση στο παλαιό γραφείο του, πράγμα που δεν συμφωνούσε με τις συστάσεις της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής ( 9 ). Μετά από παρέμβαση της ιατρικής υπηρεσίας και της διοικήσεως του προσωπικού κατά το 1981, αποφασίστηκε η μεταφορά του προσφεύγοντος από την κατοικία του στην υπηρεσία μετ' επιστροφής με υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Επιτροπής ( 10 ).
Από 1ης Απριλίου 1982, ο προσφεύγων μετατέθηκε στη Γενική Διεύθυνση XI « Περιβάλλον, προστασία καταναλωτών, πυρηνική ασφάλεια», Τμήμα Β1 «Σωματική προστασία των καταναλωτών». Προταθείς από τη νέα του γενική διεύθυνση για προαγωγή το 1983 και το 1984, ο προσφεύγων προήχθη στο βαθμό Α 4 από 1ης Ιανουαρίου 1984.
II — Υπόθεση 173/82
Α.
Ο προσφεύγων, ο οποίος ήδη κατά την πρόσληψη του είχε καταταγεί στο βαθμό Α 5, είχε προταθεί κατά τα έτη 1977 και 1978 από τη γενική του διεύθυνση για προαγωγή στο βαθμό Α 4, κατείχε δε τη δέκατη έβδομη θέση σε πίνακα που περιελάμβανε 18 υπαλλήλους ( 11 ). Κατά τα έτη 1979 μέχρι 1982, δεν προτάθηκε πλέον για προαγωγή από τη γενική του διεύθυνση. Οι πίνακες όμως με τους προτεινόμενους για προαγωγή από τη γενική διεύθυνση ήταν πιο περιορισμένοι' δεν περιελάμβαναν πλέον 18 υπαλλήλους, όπως το 1977 και το 1978, αλλά αντίστοιχα 8, 6, 8 και 11 υπαλλήλους.
Η επιτροπή προαγωγών δεν περιέλαβε τον προσφεύγοντα στον πίνακα των προτεινομένων για προαγωγή κατά τα έτη 1977 και 1978 και έτσι αυτός δεν μπόρεσε να προαχθεί.
Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 23 Ιουνίου 1982 ένσταση ( 12 ) και στις 28 Ιουνίου 1982 άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της γενικής διευθύνσεώς του να μην τον προτείνει για προαγωγή. Στις 28 Ιουνίου 1982 επίσης, υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, με αίτημα την αναστολή της διαδικασίας προαγωγών στο βαθμό Α 4 για το έτος 1982. Το Δικαστήριο, με Διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 1982 ( 13 ), απέρριψε την αίτηση για το όγο ότι η καθυστέρηση της διαδικασίας προαγωγών θα ήταν επιβλαβής για την υπηρεσία και θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Επιπλέον, ο αιτών δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει το βάσιμο της αιτήσεώς του. Εν πάση περιπτώσει, τίποτε δεν αποκλείει τη δυνατότητα προσήκουσας αποκαταστάσεως της ζημίας που ενδεχομένως υπέστη ο αιτών.
Με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1982 ( 14 ), η καθής απέρριψε την ένσταση για το λόγο ότι οι προτάσεις των γενικών διευθύνσεων αποτελούν απλώς προπαρασκευαστικά μέτρα που δεν έχουν επιπτώσεις στη νομική κατάσταση των υπαλλήλων και επομένως δεν συνιστούν βλαπτική πράξη. Μόνο η απόφαση της Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής περί προαγωγής ορισμένου αριθμού υπαλλήλων κατά το πέρας της διαδικασίας προαγωγών μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ενστάσεως ή προσφυγής, οπότε επίσης μπορούν να προβληθούν και ενδεχόμενα ελαττώματα των προπαρασκευαστικών μέτρων. Κατά της εν λόγω αποφάσεως επί της ενστάσεως στρέφεται η προσφυγή στην υπόθεση 173/82.
Η καθής, αφού έλαβε τις προτάσεις της επιτροπής προαγωγών ( 15 ), κατήρτισε στις 22 Ιουλίου 1982 τον πίνακα των υπαλλήλων που ήταν οι πλέον άξιοι να προαχθούν στο βαθμό Α 4 και δημοσίευσε τον πίνακα αυτό στις 6 Αυγούστου 1982 ( 16 ). Με την απάντηση του στην υπόθεση 173/82, της 17ης Νοεμβρίου 1982, ο προσφεύγων ζήτησε επιπροσθέτως την ακύρωση του πίνακα αυτού.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση της καθής να μην τον συμπεριλάβει:
α)
ούτε στον πίνακα προαγωγίμων που πρότεινε η γενική διεύθυνση
β)
ούτε στον πίνακα των υπαλλήλων που κρίνονται ως οι πλέον άξιοι να προαχθούν
2)
να ακυρώσει το σύνολο της διαδικασίας της επιτροπής προαγωγών για το έτος 1982, στο μέτρο που αφορά τις προαγωγές στο βαθμό A4·
3)
να καταδικάσει την καΟής στα δικαστικά έξοδα.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμη·
2)
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Β.
1.
α)
Η καθής θεωρεί την προσφυγή καθώς και τη διεύρυνση του αιτήματος ως απαράδεκτες, διότι έχουν ως αντικείμενο μια απλώς προπαρασκευαστική ενέργεια. Η προσφυγή πρέπει να στρέφεται κατά της οριστικής αποφάσεως, εν προκειμένω της αποφάσεως περί καταρτίσεως του πίνακα των υπαλλήλων που προάγονται στο βαθμό Α 4.
β)
Υπέρ του ισχυρισμού της καθής πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι προσφυγές που στρέφονται κατά απλώς προπαρασκευαστικών πράξεων είναι πράγματι απαράδεκτες. Αυτό δέχτηκε το Δικαστήριο μεταξύ άλλων με τη Διάταξη της 9ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 123/80 ( 17 ) και με την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 80/63 ( 18 ). Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι:
« από το άρθρο 91, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων προκύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ της Κοινότητας και ενός από το πρόσωπα που διέπονται από τον εν λόγω κανονισμό αφορούν τη νομιμότητα πράξεως “βλαπτικής για το πρόσωπο αυτό”. Ως βλαπτικές μπορούν να θεωρηθούν μόνον οι πράξεις που είναι ικανές να επηρεάσουν άμεσα τη νομική κατάσταση του προσωπικού. »
Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη στο μέτρο που αφορούσε γνώμη μιας επιτροπής εντάξεως, παρά το ότι η γνώμη αυτή ήταν δεσμευτική για την Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι βλαπτική πράξη για τον προσφεύγοντα ήταν μόνο η απόφαση απολύσεως που ελήφθη βάσει της γνώμης της ανωτέρω επιτροπής.
Για προπαρασκευαστικό μέτρο επρόκειτο σαφέστατα στην υπόθεση 123/80, στην οποία ο προσφεύγων προσέβαλε το σχέδιο αποφάσεως το οποίο του είχε κοινοποιηθεί για να μπορέσει να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη της αποφάσεως.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια, πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι οι προτάσεις προαγωγής των γενικών διευθύνσεων έχουν αναμφίβολα ιδιαίτερη σημασία για την όλη διαδικασία προαγωγών. Όταν ιδίως ο υπάλληλος είναι επικεφαλής στον πίνακα των προτεινομένων για προαγωγή υπαλλήλων, έχει πολλές πιθανότητες να ληφθεί υπόψη από την επιτροπή προαγωγών.
Οι προτάσεις των γενικών διευθύνσεων αποτελούν όμως μη δεσμευτικά και προπαρασκευαστικά μέτρα, διότι η επιλογή της επιτροπής προαγωγών δεν περιορίζεται στους υπαλλήλους που προτείνονται από τις γενικές διευθύνσεις. Υπάλληλος που δεν ελήφθη υπόψη από τη γενική του διεύθυνση μπορεί να απευθύνει στην επιτροπή προαγωγών το αίτημα να τον λάβει υπόψη, όπως έπραξε και ο προσφεύγων.
Μόνο ο πίνακας των πλέον άξιων για προαγωγή υπαλλήλων που πρέπει να καταρτίσει η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή συνιστά οριστικό μέτρο, διότι ο υπάλληλος που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν δεν μπορεί να προαχθεί ( 19 ) (αυτό ισχύει εξάλλου και για την κατάρτιση του πίνακα προαγωγίμων υπαλλήλων, διότι ο υπάλληλος που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στη διαδικασία προαγωγών ).
Συμπερασματικά θεωρώ λοιπόν ότι, στην αρχική διατύπωση της, η προσφυγή στην υπόθεση 173/82 είναι απαράδεκτη.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε παρά ταύτα την προσφυγή παραδεκτή — από την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 236/82 ( 20 ) είναι ίσως δυνατό να συναχθεί ότι ακριβώς στις υπαλληλικές υποθέσεις το παραδεκτό δεν υπόκειται σε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις -, πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι τότε είναι τουλάχιστον απαράδεκτη η διεύρυνοη τον αιτήματος της προσφυγής. Δεν πρόκειται πλέον στην περίπτωση αυτή για νέα μέσα επιθέσεως και αμύνης που προβάλλονται μόλις κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας και είναι παραδεκτά σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η προσβολή της διαδικασίας στα πλαίσια της επιτροπής προαγωγών καθώς και της καταρτίσεως του πίνακα των πλέον άξιων για προαγωγή υπαλλήλων αποτελεί μάλλον νέο αντικείμενο της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του Κανονισμού Διαδικασίας, με το οποίο θα ασχοληθούμε στα πλαίσια της δεύτερης προσφυγής (υπόθεση 157/83 ).
Επικουρικά, θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το βάσιμο της προσφυγής.
2.
α)
Ως πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός ότι ο προϊστάμενος της γενικής διευθύνσεως στην οποία υπηρετούσε τότε υπέβαλε τις προτάσεις του περί προαγωγών παρά το ότι δεν είχε περατωθεί η σύνταξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων εκθέσεως κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1977-1979, όπως και για την περίοδο 1979-1981' η συγκριτική εξέταση των προσόντων που προβλέπεται στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν μπόρεσε να διενεργηθεί.
Η καθής, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου, προβάλλει ότι στην περίπτωση που, αντίθετα προς τις ισχύουσες διατάξεις, δεν έχει συνταχθεί έκθεση κρίσεως, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει να αποδείξει ότι το γεγονός αυτό είχε αποφασιστική επίπτωση στη διαδικασία προαγωγών. Θα πρέπει επομένως να αποδειχθεί ότι οι επίδικες αποφάσεις θα ήταν διαφορετικές αν ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη οι σχετικές εκθέσεις κρίσεως. Ο προσφεύγων δεν προσκόμισε εντούτοις κανένα στοιχείο που να επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιου συμπεράσματος.
β)
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 21 ), η έκθεση κρίσεως των υπαλλήλων που σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων πρέπει να συντάσσεται τουλάχιστον ανά διετία, αποτελεί απαραίτητο κριτήριο αξιολογήσεως όσες φορές η προϊσταμένη αρχή πρέπει « να λάβει υπόψη τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου ». Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η προαγωγή υπαλλήλου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που είναι προαγώγιμοι, καθώς και των εκθέσεων κρίσεως των υπαλλήλων αυτών. Η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 45 αν για ορισμένους από αυτούς είχαν ήδη συνταχθεί οι εκθέσεις κρίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43, ενώ για άλλους δεν είχαν ακόμη συνταχθεί.
Εντούτοις, αντίθετα προς την άποψη της καθής, το Δικαστήριο δεν διατύπωσε με την ανωτέρω απόφαση την αρχή ότι ο προσφεύγων πρέπει να αποδείξει ότι η απουσία εκθέσεως κρίσεως είχε αποφασιστική επίπτωση στη διαδικασία προαγωγών. Στην υπόθεση 156/79 το Δικαστήριο, βάσει δικής νου εξετάσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ακόμη και αν είχε συνταχθεί εγκαίρως η έκθεση κρίσεως, δεν θα είχε οδηγήσει στην προαγωγή του προσφεύγοντος.
Στην υπόθεση 263/81 δεν επρόκειτο για προαγωγή αλλά για υποψηφιότητα για θέση της ίδιας σταδιοδρομίας με εκείνη του προσφεύγοντος. Αυτό επέτρεψε στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η προηγούμενη νομολογία του δεν συνεπάγεται ότι όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να βρίσκονται, κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως διορισμού, ακριβώς στην ίδια κατάσταση από άποψη εκθέσεως κρίσεως.
Με την απόφαση του τέλος στην υπόθεση 24/79, το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το αίτημα της προσφεύγουσας να ακυρώσει τις πραγματοποιηθείσες προαγωγές μόνο διότι έκρινε ότι η ακύρωση της προαγωγής 40 υπαλλήλων που είχαν πράγματι προαχθεί ήταν υπερβολική σε σχέση με τη διαπραχθείσα αντικανονικότητα. Αντί αυτού, παρά το ότι η προσφεύγουσα δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, καταδίκασε την Επιτροπή να της καταβάλει ορισμένο ποσό ως αποζημίωση λόγω του διαπραχθέντος υπηρεσιακού πταίσματος.
Αν και η επίκληση της νομολογίας του Δικαστηρίου εκ μέρους της καθής είναι αλυσιτελής, είμαι εντούτοις της γνώμης ότι η απουσία εκθέσεως κρίσεως δεν πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση του πίνακα υπαλλήλων που πρότεινε για προαγωγή η γενική διεύθυνση.
Η απουσία εκθέσεως κρίσεως — και μάλιστα για δύο περιόδους κρίσεως, 1977-1979 και 1979-1981 —, πρέπει βέβαια να θεωρηθεί ως βαρύ υπηρεσιακό πταίσμα της καθής. Πρέπει όμως να ληφθεί επίσης υπόψη ότι ακόμη και σε μία γενική διεύθυνση που περιλαμβάνει περίπου 700 υπαλλήλους, ο αριθμός των προα-γωγίμων κυρίων υπαλλήλων διοικήσεως βαθμού Α 5 δεν είναι υπερβολικά μεγάλος. Από τον πίνακα θέσεων της Επιτροπής ( 22 ) που περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό του έτους 1982 σε συνδυασμό με το οργανόγραμμα για την περίοδο αυτή προκύπτει ότι στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας έπρεπε να υπηρετούν κατά το χρόνο αυτό περίπου 40 μέχρι 50 κύριοι υπάλληλοι διοικήσεως βαθμού Α 5. Ο αριθμός των υπαλλήλων αυτών δεν είναι συνεπώς τόσο μεγάλος ώστε να μην επιτρέπει στον οικείο γενικό διευθυντή, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους διευθυντές και τους προϊσταμένους τμήματος της υπηρεσίας του, να σχηματίσει εικόνα όσον αφορά την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία των ανωτέρω υπαλλήλων, έστω και αν δεν είχε ακόμη συνταχθεί η έκθεση κρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
3.
α)
Ο προσφεύγων προβάλλει ως δεύτερο λόγο ακυρώσεως ότι έπαυσε να περιλαμβάνεται στον πίνακα των υπαλλήλων που προτείνονται για προαγωγή από τη γενική διεύθυνση μόνο για το λόγο ότι ο γενικός διευθυντής του είχε τη γνώμη ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να παράσχει τις υπηρεσίες που μπορούσαν να αναμένονται από αυτόν. Η γνώμη αυτή στηριζόταν ιδίως στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τα καθήκοντα της θέσεως στην οποία τοποθετήθηκε, διότι το γραφείο του βρισκόταν σε κτίριο η πρόσβαση στο οποίο παρουσίαζε κινδύνους για την υγεία του.
Η καθής αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό και παρατηρεί ότι από το 1979, οι περιλαμβανόμενοι στους πίνακες των προτεινομένων για προαγωγή υπαλλήλων από τη Γενική Διεύθυνση VI μειώθηκαν λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων προαγωγής. Από 18 αρχικά προτεινόμενους υπαλλήλους το 1977-1978, ο πίνακας περιορίστηκε το 1980 σε 6 υπαλλήλους, περιελάμβανε δε και πάλι 11 υπαλλήλους το 1982. Επιπλέον, οι προτάσεις προαγωγής των γενικών διευθύνσεων δημοσιεύονται πριν υποβληθούν στην επιτροπή προαγωγών. Επομένως, οι υπάλληλοι που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προτεινομένων έχουν τη δυνατότητα να αποταθούν απευθείας στην επιτροπή προαγωγών. Ο προσφεύγων έκανε χρήση του δικαιώματος αυτού.
β)
Είμαι της γνώμης ότι η επιχειρηματολογία της καθής είναι εν προκειμένω πειστική. Ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα βάσιμο στοιχείο, ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό του. Όσα προέβαλε ιδίως όσον αφορά τα κίνητρα του προϊσταμένου της γενικής του διευθύνσεως στηρίζονται αποκλειστικά σε έγγραφα που συνέταξε ο ίδιος ο προσφεύγων και δεν μπορούν να αποτελέσουν εν προκειμένω αποδεικτικό μέσο.
Επιπλέον, η καθής εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό ότι η μείωση του αριθμού των περιλαμβανομένων στους πίνακες των προτεινομένων για προαγωγή υπαλλήλων συνδεόταν με τις περιορισμένες δυνατότητες προαγωγής. Τίποτε δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι, σε περίπτωση μειώσεως του αριθμού των προτεινομένων για προαγωγή υπαλλήλων, ο προσφεύγων έπρεπε κατ' ανάγκη να περιλαμβάνεται στους προτεινόμενους υπαλλήλους, δεδομένου ότι, αφενός, οι δυνατότητες προαγωγής ήταν πιο περιορισμένες και, αφετέρου, δεν πρέπει να αποκλείεται ότι κύριοι υπάλληλοι διοικήσεως βαθμού Α 5 με μικρότερη αρχαιότητα στην υπηρεσία μπόρεσαν να περιληφθούν στον κύκλο των υπαλλήλων που ήταν προαγώγιμοι σύμφωνα με το άρθρο 45.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει και το δεύτερο λόγο ακυρώσεως.
4.
α)
Ως τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προσάπτει στην καθής ότι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας. Στηρίζει τον ισχυρισμό αυτό, αφενός, σε όσα προέβαλε όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως και, αφετέρου, στο γεγονός ότι ο προϊστάμενος της γενικής του διευθύνσεως τήρησε απέναντι του μη φιλική ή και εχθρική στάση. Του αρνήθηκε ειδικότερα τη μεταφορά στο επόμενο έτος 19ημερών αδείας που δεν είχε λάβει κατά τα προηγούμενα έτη.
Η καθής προβάλλει ότι όσον αφορά τον τόπο εργασίας του προσφεύγοντος, ακολούθησε τις υποδείξεις της ιατρικής υπηρεσίας. Όσον αφορά τη μη μεταφορά των ημερών αδείας, η καθής προβάλλει ότι σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος V του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, οι μεταφερόμενες ημέρες αδείας περιορίζονται κατά κανόνα σε 12, εκτός αν ο υπάλληλος δεν μπόρεσε να πάρει την άδεια του για υπηρεσιακούς λόγους. Ο προσφεύγων δεν είχε συνεπώς καμία αξίωση για περαιτέρω μεταφορά ημερών αδείας. Ο αριθμός εξάλλου των προς μεταφορά ημερών αδείας δεν ήταν 19 αλλά 121/2, και επομένως ο προσφεύγων έχασε μόνο μισή ημέρα αδείας.
β)
Όπως εξέθεσα ήδη πιο πάνω όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη περί ουσιωδώς εχθρικής συμπεριφοράς του γενικού του διευθυντή. Στο επικουρικό επιχείρημα περί μη μεταφοράς των ημερών αδείας στο επόμενο έτος μπορεί να δοθεί απάντηση με την απλή παραπομπή στις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος V του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, κατά το οποίο οι μεταφερόμενες ημέρες αδείας δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 12 όταν ένας υπάλληλος, για λόγους μη υπηρεσιακούς, έλαβε ένα μόνο μέρος της ετήσιας αδείας του. Ο προσφεύγων δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι εμποδίστηκε από υπηρεσιακούς λόγους να πάρει την άδειά του.
5.
Προτείνω συνεπώς τελικά στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή στην υπόθεση 173/82.
Αν και, κατά την άποψη μου, ο προσφεύγων δεν θα είναι ο νικήσας διάδικος, προτείνω εντούτοις στο Δικαστήριο να καταδικάσει τη νικήσασα καθής στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Διότι η παρούσα διαφορά πρέπει κατά κύριο λόγο να αποδοθεί σε βαρύ υπηρεσιακό πταίσμα της καθής, στην απουσία δηλαδή εκθέσεων κρίσεως για τα έτη 1977-1979 και 1979-1981. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που εξέδωσε η καθής στις 27 Ιουλίου 1979, η έκθεση κρίσεως έπρεπε να είχε διαβιβαστεί στον προσφεύγοντα το αργότερο στις 30 Νοεμβρίου 1979. Η έκθεση κρίσεως του διαβιβάστηκε εντούτοις μόλις στις 24 Φεβρουαρίου 1981, συνεπώς με καθυστέρηση 15 περίπου μηνών. Δεν μπορεί εξάλλου να γίνει δεκτό ότι η τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται στις εκτελεστικές διατάξεις απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των υπαλλήλων της καθής, δεδομένου ότι οι προθεσμίες αυτές είναι απόλυτα δικαιολογημένες λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων της ανθρώπινης μνήμης.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι επίδικες προτάσεις προαγωγής, η τελευταία έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος αφορούσε περίοδο που τελείωνε στις 30 Ιουνίου 1977, δηλαδή πέντε έτη πριν. Η καθής δεν προέβαλε κανένα βάσιμο λόγο γι' αυτή τη σημαντική και ανεξήγητη καθυστέρηση και επομένως θεωρώ ενδεδειγμένο να καταδικαστεί για το λόγο αυτό στα δικαστικά έξοδα.
III — Υπόθεση 157/83
Α.
Η καθής κατάρτισε στις 22 Ιουλίου 1982 τον πίνακα των υπαλλήλων που ήταν οι πλέον άξιοι,να προαχθούν στο βαθμό Α 4. Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 27 Οκτωβρίου 1982 ένσταση ( 23 ) λόγω του ότι το όνομά του δεν περιελήφθη στον ανωτέρω πίνακα του 1982. Η ένσταση αυτή απερρίφθη με απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1983 ( 24 ). Για να δικαιολογήσει την απόρριψη, η καθής παρέπεμψε στην απόφαση που έλαβε στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 επί της πρώτης ενστάσεως, προσθέτοντας ότι, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, οι υπάλληλοι δεν έχουν υποκειμενικό δικαίωμα προαγωγής, διότι η προαγωγή διενεργείται βάσει επιλογής, μετά τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που είναι οι πλέον άξιοι να προαχθούν.
Η Επιτροπή δημοσίευσε στις 11 Ιανουαρίου 1983 τον πίνακα των προαγόμενων υπαλλήλων στα πλαίσια της διαδικασίας προαγωγών για το 1982 ( 25 ). Επειδή το όνομά του δεν περιελήφθη στον πίνακα αυτό, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση στις 23 Φεβρουαρίου 1983 ( 26 ), η οποία απερρίφθη με απόφαση της καθής της 10ης Μαΐου 1983 ( 27 ).
Ως αιτιολογικό της αποφάσεως της, η καθής προέβαλε το γεγονός ότι το όνομα του προσφεύγοντος δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα των πλέον άξιων για προαγωγή υπαλλήλων και συνεπώς δεν μπορούσε να τον προαγάγει. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η προσφυγή στην υπόθεση 157/83.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση περί μη συμπεριλήψεώς του στον πίνακα των προαγομενων υπαλλήλων στο βαθμό Α 4 για το 1982 και, εφόσον είναι αναγκαίο, να ακυρώσει τις πραγματοποιηθείσες προαγωγές·
2)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
2)
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Β.
1.
Τα νομικά επιχειρήματα του προσφεύγοντος στην υπόθεση αυτή είναι τα ίδια με εκείνα που προέβαλε στην υπόθεση 173/82. Μπορώ συνεπώς, όσον αφορά το δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, να παραπέμψω πλήρως σε όσα ανέπτυξα σχετικά με την υπόθεση 173/82 ( 28 ).
Μόνον ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να εξεταστεί χωριστά, διότι αφορά κατάσταση που εν τω μεταξύ εξελίχθηκε.
Ως πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός ότι, κατά το χρόνο της διατυπώσεως των προτάσεων προαγωγής εκ μέρους των γενικών διευθύνσεων, δεν είχαν ακόμη συνταχθεί οι εκθέσεις κρίσεως του για τις περιόδους 1977-1979 και 1979-1981.
Η καθής προβάλλει προς υπεράσπιση της τα ίδια επιχειρήματα που προέβαλε ήδη όσον αφορά αυτό το λόγο ακυρώσεως στην υπόθεση 173/82.
2.
Στην υπόθεση 173/82 κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απουσία των δύο εκθέσεων κρίσεως συνιστά μεν βαρύ υπηρεσιακό πταίσμα εκ μέρους της καθής, αλλά η οικεία γενική διενθυνση ήταν παρά ταύτα σε θέση να σχηματίσει εικόνα των προαγωγίμων κυρίων υπαλλήλων διοικήσεως βαθμού Α 5 και επομένως να διατυπώσει προτάσεις προαγωγής. Κατέληξα στο συμπέρασμα αυτό διότι ο κύκλος των υπαλλήλων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη δεν ήταν τόσο μεγάλος ώστε να καθιστά αδύνατο στον προϊστάμενο της γενικής διευθύνσεως να αξιολογήσει την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία των υπαλλήλων, έστω και αν δεν είχαν ακόμη συνταχθεί οι εκθέσεις κρίσεως ορισμένων υπαλλήλων.
Πρέπει να εξεταστεί τώρα αν η επιχειρηματολογία αυτή ισχύει επίσης όσον αφορά τη μετέπειτα πορεία της διαδικασίας προαγωγών. Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι, όπως προκύπτει από τα οριστικά πρακτικά της ίσης εκπροσωπήσεως επιτροπής προαγωγών της 14ης Ιουλίου 1982 ( 29 ), η επιτροπή αυτή ασχολήθηκε με το ζήτημα της προαγωγής όλων των υπαλλήλων βαθμού Α 7, Α 6 και Α 5. Δεν είναι γνωστός ο αριθμός των υπαλλήλων με τους οποίους η επιτροπή ασχολήθηκε χωριστά · εντούτοις γνωστός ο αριθμός των μονίμων θέσεων βαθμού Α 7 μέχρι Α 5 που διέθετε η καθής βάσει του προϋπολογισμού του έτους 1982: μόνο στη διοίκησή της υπήρχαν περισσότερες από 1200 αν συνυπολογιστούν ακόμη οι υπάλληλοι του Κοινού Κέντρου Ερευνών καθώς και εκείνοι που υπηρετούσαν στις εξηρτημένες υπηρεσίες, τότε ο αριθμός των μονίμων θέσεων υπερβαίνει τις 1 600.
Έστω και αν εκκινήσουμε από την ιδέα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν ενδεχομένως κατειλημμένες όλες οι μόνιμες θέσεις και επιπλέον ότι δεν μπορούσαν να προαχθούν όλοι οι ανωτέρω υπάλληλοι, ο αριθμός των προαγωγίμων υπαλλήλων πρέπει εντούτοις να είχε λάβει τέτοια έκταση που δεν επέτρεπε πλέον στην επιτροπή προαγωγών να λάβει την απόφαση της βάσει προσωπικών γνώσεων όσον αφορά τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους. Για την αξιολόγηση των προσόντων των διαφόρων υπαλλήλων χωριστά ήταν συνεπώς απαραίτητο να διαθέτει η επιτροπή προαγωγών τις εκθέσεις κρίσεως των υπαλλήλων.
Εφόσον δεν είχε τεθεί στη διάθεση της επιτροπής προαγωγών η έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος, η επιτροπή αυτή δεν ήταν κατά συνέπεια σε θέση να περιλάβει στις εκτιμήσεις της κατά τον προσήκοντα τρόπο την αναλυτική αξιολόγηση όσον αφορά τον προσφεύγοντα.
Η καθής προέβαλε κατά την προφορική διαδικασία ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει έκθεση κρίσεως, λαμβάνεται αυτόματα υπόψη η προηγούμενη έκθεση και αν αυτή δεν είναι απόλυτα θετική, προσυπολογίζεται κατά γενικό κανόνα υπέρ του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου το ανώτατο όριο των 28 βαθμών.
Πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς επί του σημείου αυτού ότι το 1982 απουσίαζε επίσης η έκθεση κρίσεως για την προηγούμενη περίοδο ( Ιούλιος 1977 μέχρι Ιούνιο 1979 ). Επιπλέον, η καθής παρέθεσε μόνο γενικά στοιχεία όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν απέδειξε ότι στην περίπτωση του προσφεύγοντος, η επιτροπή προαγωγών ακολούθησε πράγματι τη διαδικασία αυτή, για την οποία δεν υπάρχει επίσης κανένα σημείο αναφοράς στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του 1981 ( 30 ).
Στα πρακτικά της επιτροπής προαγωγών ( 31 ), τα οποία προσκόμισε ο προσφεύγων, δεν περιλαμβάνεται εν πάση περιπτώσει καμία μνεία όσον αφορά τέτοια ενέργεια αλλά αναφέρεται απλώς κατά τρόπο γενικό ότι η επιτροπή εξέτασε την περίπτωση του προσφεύγοντος: ο προσφεύγων τοποθετήθηκε σε νέα θέση της υπηρεσίας, η οποία θα έπρεπε να του επιτρέψει να αποδείξει τα προσόντα του ώστε να μπορέσει να ληφθεί υπόψη για προαγωγή στο μέλλον.
Θα μπορούσε βέβαια να προβληθεί γενικά ότι οι βαθμοί που είναι δυνατό να ληφθούν κατά την αναλυτική αξιολόγηση ( ανώτατο όριο 28 βαθμοί) δεν είναι καθοριστικής σημασίας σε ένα σύστημα εκτιμήσεως στο οποίο είναι δυνατό να ληφθούν περισσότεροι από διακόσιοι βαθμοί. Δεν πρέπει εντούτοις να αποκλεισθεί ότι και μικρή ακόμη διαφορά βαθμών μπορεί να είναι καθοριστική για το αν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος θα περιληφθεί τελικά ή όχι στον πίνακα των προτεινομένων για προαγωγή υπαλλήλων που καταρτίζει η επιτροπή προαγωγών.
Έχω επιπλέον σοβαρές αμφιβολίες αν η περιορισμένη σημασία που αποδίδεται στην αναλυτική αξιολόγηση στα πλαίσια της διαδικασίας προαγωγών συμβιβάζεται με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο ορίζει ότι η προαγωγή διενεργείται αποκλειστικά βάσει επιλογής, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων. Κατά την άποψη μου, αντιβαίνει προς τη διάταξη αυτή το γεγονός ότι η αναλυτική αξιολόγηση μπορεί να αποφέρει συνολικά μόνο 28 βαθμούς, δηλαδή 15 % περίπου του συνόλου των βαθμών που μπορούν να ληφθούν, ενώ ήδη μόνη η ηλικία μπορεί να αποδώσει μέχρι 65 βαθμούς. Ακόμη και σχετικά με κριτήριο που αναφέρεται μάλλον στην απόδοση, όπως η κατάταξη στον προτεινόμενο από τη γενική διεύθυνση πίνακα, το Δικαστήριο, ήδη με την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1976 στην υπόθεση 62/75 ( 32 ), διερωτήθηκε μήπως αποδίδεται υπερβολική σημασία στην αξιολόγηση των γενικών διευθυντών σε σχέση προς τα λοιπά στοιχεία αξιολογικής εκτιμήσεως, αυτό δε σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα βαθμολογήσεως, κατά το οποίο αποδιδόταν κάπως μεγαλύτερη σημασία στη βαθμολόγηση της αποδόσεως.
Επιπλέον, δεν μου φαίνεται ευεξήγητο γιατί στις αξιολογήσεις « εξαιρετικά », « πολύ καλά » και « καλά » να απονέμονται κάθε φορά κατά τρόπο ισοπεδωτικό και ομοιόμορφο δύο βαθμοί ( 30 ). Δεν είναι κατανοητό γιατί η καθής εισήγαγε το 1979 ένα διαφορετικό σύστημα βαθμολογήσεως, τα αποτελέσματα του οποίου, όταν ακριβώς έχουν σημασία, δηλαδή κατά τις προαγωγές, δεν λαμβάνονται καν υπόψη. Δεν θα ήθελα εντούτοις να εξετάσω περαιτέρω το σημείο αυτό, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλε σχετικά κανένα λόγο ακυρώσεως.
Όσον αφορά την απουσία εκθέσεως κρίσεως, παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 188/73 ( 33 ) με την οποία το Δικαστήριο, στις σκέψεις 25 και 26, δέχτηκε τα εξής:
« Σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η προαγωγή διενεργείται αποκλειστικά βάσει επιλογής, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγωγίμων υπαλλήλων.
Η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή διαθέτει μεν στον τομέα αυτό ευρεία διακριτική εξουσία, αλλά η άσκηση της εξουσίας αυτής απαιτεί ακριβώς για το λόγο αυτό διεξοδική εξέταση των ατομικών φακέλων... »
Είναι βέβαιο ότι η εξέταση αυτή δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί και συνεπώς η διαδικασία προαγωγών είναι προσβλητή.
Παρά το συμπέρασμα αυτό, δεν είμαι εντούτοις της γνώμης ότι η απόφαση της καθής όσον αφορά τις προαγωγές στο βαθμό Α 4 για το 1982 πρέπει να ακυρωθεί.
Πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία όσον αφορά τις αποφάσεις της περί προαγωγών. Από αυτό προκύπτει ότι ο προαγώγιμος υπάλληλος έχει μεν δικαίωμα όσον αφορά τη λήψη, εκ μέρους της Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής, αποφάσεως μη βαρυνόμενης με κατάχρηση εξουσίας, αλλά δεν έχει δικαίωμα όσον αφορά την ίδια την προαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι ο προσφεύγων θα προαγόταν αν υπήρχε η έκθεση κρίσεως. Το αίτημα του προσφεύγοντος να ακυρωθεί η απόφαση περί προαγωγών της καθής στο μέτρο που αυτός δεν ελήφθη υπόψη κατά τις προαγωγές δεν μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτό.
Είμαι εν προκειμένω της γνώμης ( 34 ) ότι τέτοια απόφαση δεν είναι αναγκαία. Ο υπάλληλος που δικαιούται να ληφθεί υπόψη κατά τη διαδικασία προαγωγών μπορεί να προσβάλει τον πίνακα των πλέον άξιων για προαγωγή υπαλλήλων πριν ακόμη πραγματοποιηθούν οι ίδιες οι προαγωγές και να προσπαθήσει να διασφαλίσει τα δικαιώματά του μέσω Διατάξεως περί προσωρινών μέτρων. Δεν υπάρχει όμως περιθώριο για προσβολή της προαγωγής άλλων υπαλλήλων.
Όσον αφορά το περαιτέρω αίτημα του προσφεύγοντος να ακυρωθούν εφόσον είναι αναγκαίο οι λοιπές προαγωγές στο βαθμό Α 4, πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι ο προσφεύγων άφησε να εννοηθεί κατά την προφορική διαδικασία ότι δεν επέμενε στο αίτημα αυτό, χωρίς όμως να το αποσύρει ρητά.
Η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί προαγωγής 51 άλλων υπαλλήλων στο βαθμό Α 4 κατά το 1982 θα αποτελούσε εν πάση περιπτώσει για τους οικείους υπαλλήλους δυσανάλογα σκληρό μέτρο. Παραπέμπω σχετικά στην ανωτέρω απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 24/79 ( 35 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
« Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η ακύρωση της προαγωγής των 40 υπαλλήλων που πράγματι προήχθησαν στο βαθμό Β 2 θα συνιστούσε υπερβολικό μέτρο εν σχέσει προς τη διαπραχθείσα αντικανονικότητα και ότι θα ήταν αυθαίρετη η ακύρωση της προαγωγής της μόνης υπαλλήλου της Γενικής Διευθύνσεως VII, η οποία πράγματι προήχθη στο βαθμό Β 2.»
Το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε εντούτοις στην υπόθεση 24/79 στα ανωτέρω αλλά αμέσως μετά πρόσθεσε τα εξής:
« Εντούτοις, δεδομένου ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο έχει την εξουσία, έστω και αν δεν έχει υποβληθεί νομοτύπως σχετικό αίτημα, όχι μόνο να διατάξει την ακύρωση αλλά επίσης να καταδικάσει ενδεχομένως την καθής στην καταβολή αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης που προκάλεσε τυχόν υπηρεσιακό πταίσμα. Η παροχή τέτοιας αποζημιώσεως αποτελεί εν προκειμένω τον τρόπο αποκαταστάσεως που ανταποκρίνεται συγχρόνως καλύτερα προς τα συμφέροντα της προσφεύγουσας και προς το συμφέρον της υπηρεσίας. »
Προτείνω στο Δικαστήριο να ακολουθήσει στην παρούσα υπόθεση το παράδειγμα αυτό.
Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 ότι κατά τον υπολογισμό της προκληθείσας ζημίας πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προσφεύγουσα θα μπορέσει να συμμετάσχει σε προσεχή διαδικασία προαγωγών, που η Επιτροπή θα φροντίσει να εξελιχθεί κανονικά. Βάσει αυτού, το Δικαστήριο, προβαίνοντας στον κατ' επιείκεια υπολογισμό της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταβολή ποσού 20000 βελγικών φράγκων συνιστούσε εύλογη αποζημίωση της προσφεύγουσας.
Στην ανωτέρω υπόθεση, η προσφεύγουσα ήταν υπάλληλος βαθμού Β 3 που δεν προήχθη το 1978 στο βαθμό Β 2.
Προκειμένου για υπάλληλο βαθμού Α 5 που δεν προήχθη το 1982 στο βαθμό Α 4, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς βαθμού και της εξελίξεως των αποδοχών, θεωρώ ότι η καταβολή ποσού 40000 βελγικών φράγκων συνιστά εύλογη αποζημίωση.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να καταδικάσει την καθής να καταβάλει στην προσφεύγουσα ποσό 40000 βελγικών φράγκων ως αποζημίωση λόγω της απουσίας εκθέσεως κρίσεως, να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά και να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
IV. Υπόθεση 186/84
Α.
Στην υπόθεση 186/84 πρόκειται για την έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979 ( 36 ). Η έκθεση αυτή καταρτίστηκε στην πρώτη της μορφή στις 10 Φεβρουαρίου 1981, το δε Σεπτέμβριο και το Δεκέμβριο του 1981 τροποποιήθηκε ως προς ορισμένα σημεία. Ο μετά από ορισμένες διαβουλεύσεις επιληφθείς δευτεροβάθμιος κριτής αποφάσισε, αφού άκουσε την επιτροπή εκθέσεων κρίσεως του προσωπικού ( 37 ), στις 7 Ιουλίου 1983 να επικυρώσει χωρίς μεταβολή και χωρίς αιτιολογία την έκθεση κρίσεως ( 38 ).
Πρέπει να παρατηρηθεί στο πλαίσιο αυτό ότι η Επιτροπή, με απόφαση της 27ης Ιουλίου 1979, μετέβαλε τη διαδικασία κρίσεως. Πράγματι, στις επιμέρους κρίσεις δόθηκε διαφορετική μορφή: σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα βαθμολογήσεως, η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά στην υπηρεσία αξιολογούνταν με τους βαθμούς « άνω του συνήθους », « σύνηθες » και « κάτω του συνήθους ». Σύμφωνα με το νέο σύστημα βαθμολογήσεως, η κλίμακα των επιμέρους κρίσεων όσον αφορά την ικανότητα, την απόδοση και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία διευρύνεται περαιτέρω και περιλαμβάνει πέντε βαθμίδες: άριστα, πολύ καλά, καλά, μέτρια και ανεπαρκώς ( 39 ).
Το άρθρο 5 της αποφάσεως της 27ης Ιουλίου 1979 προβλέπει ότι κάθε μεταβολή επιμέρους κρίσεως εν σχέσει προς προηγούμενη έκθεση πρέπει να αιτιολογείται. Στον « οδηγό για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως », κείμενο που εξέδωσε η Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως της καθής, περιλαμβάνεται πάντως στη σελίδα 46 υποσημείωση κατά την οποία για την περίοδο κρίσεως 1977-1979, δεν είναι υποχρεωτική η αιτιολογία των μεταβολών των επιμέρους κρίσεων εν σχέσει προς προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως. Παρόμοιο συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί από έγγραφο, που δεν φέρει ημερομηνία, του αρμόδιου για θέματα προσωπικού και διοικήσεως μέλους της καθής ( 40 ), στην τελευταία παράγραφο της πρώτης σελίδας του οποίου αναφέρεται ότι το νέο σύστημα διαφέρει σημαντικά από το προηγούμενο και ότι συνεπώς όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει κατά κάποιο τρόπο να αποφεύγουν, όσον αφορά τις επιμέρους κρίσεις, να προβαίνουν σε συγκρίσεις με τις προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως ( «... et réclame donc que tous les intéressés fassent, dans une certaine mesure, abstraction des notations précédentes en ce qui concerne les appréciations analytiques » ).
Αν συγκριθεί η έκθεση κρίσεως της περιόδου 1977-1979 με τις προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως, πρέπει να διαπιστωθεί ότι στις προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως, η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά στην υπηρεσία είχαν κάθε φορά βαθμολογηθεί με « άνω του συνήθους», ενώ στην έκθεση κρίσεως για την περίοδο 1977-1979η αξιολογική εκτίμηση ήταν κάθε φορά « καλά » · στα πλαίσια πάντως της αξιολογικής εκτιμήσεως της αποδόσεως από την άποψη της « προσαρμογής στις απαιτήσεις της υπηρεσίας», η βαθμολογία ήταν μόνο « μέτρια ».
Και οι δύο εκθέσεις κρίσεως συντάχθηκαν από τον ίδιο υπάλληλο, μετά από διαβουλεύσεις με τον ίδιο επίσης άμεσο ιεραρχικά προϊστάμενο. Καμία αιτιολογία δεν δόθηκε όσον αφορά τη μείωση της βαθμολογίας στις επιμέρους κρίσεις — από την πρώτη βαθμίδα σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα στη μεσαία βαθμίδα του νέου συστήματος των πέντε κατηγοριών.
Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως της 27ης Ιουλίου 1979, ο κρινόμενος μπορεί να προσφύγει στην επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως, αν δεν είναι σύμφωνος με τη βαθμολογία του δευτεροβάθμιου κριτή. Με τη γνώμη της 15ης Ιουνίου 1983 ( 41 ), η επιτροπή αυτή επικρίνει καταρχάς το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες κατά τα διάφορα στάδια της βαθμολογήσεως. Επιπλέον, η επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν δόθηκε καμία αιτιολογία για τη σαφή μεταβολή των επιμέρους κρίσεων και ότι ούτε η γενική αξιολόγηση περιλαμβάνει καμία αιτιολογία όσον αφορά τις επιμέρους κρίσεις. Όσον αφορά το περιεχόμενο, η επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες αν η έκθεση αναφέρεται αποκλειστικά στην περίοδο κρίσεως. Καλεί τέλος το δευτεροβάθμιο κριτή να αιτιολογήσει την επιμέρους δοθείσα βαθμολογία, ιδίως το βαθμό « μέτρια » όσον αφορά την « προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας ».
Ενώ σε ανυπόγραφες και μη φέρουσες ημερομηνία παρατηρήσεις του δευτεροβάθμιου κριτή προς την επιτροπή εκθέσεων κρίσεως ( 42 ) περιλαμβάνονται ορισμένες διευκρινίσεις εντελώς γενικού χαρακτήρα όσον αφορά την έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος, η οριστική έκθεση κρίσεως που συνέταξε ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία.
Ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση στις 3 Οκτωβρίου 1983 κατά της οριστικής εκθέσεως κρίσεως ( 43 ), στηριζόμενος κατ' ουσία στις παρατηρήσεις της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως.
Στην απόφαση της 18ης Απριλίου 1984 επί της ενστάσεως ( 44 ) (που ελήφθη κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας),,η καθής παραδέχεται καταρχάς ότι δεν τήρησε τις διαδικασίες σχετικά με την έκθεση κρίσεως. Όσον αφορά το περιεχόμενο της εκθέσεως κρίσεως, η καθής παραπέμπει στις ήδη αναφερθείσες παρατηρήσεις του δευτεροβάθμιου κριτή προς την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως. Η καθής τονίζει επιπλέον ότι δεν μπορεί να μεταβάλει, υποκαθιστάμενη στον κριτή, τις αξιολογικές εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση κρίσεως. Τέλος, η καθής παρατηρεί ακόμη ότι οι επιμέρους κρίσεις « άριστα », « πολύ καλά » και « καλά » αξιολογούνται στη διαδικασία προαγωγών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή με την απονομή δύο βαθμών ( 45 ). Επομένως, με μία μόνη εξαίρεση — η αξιολόγηση « μέτρια » αποκομίζει μόνο ένα βαθμό —, η έκθεση κρίσεως δεν μπορούσε να έχει δυσμενή επίπτωση στη διαδικασία προαγωγών.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως της καθής στρέφεται ο προσφεύγων στην υπόθεση 186/84.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την έκθεση κρίσεως για την περίοδο 1977-1979 καθώς και την άρνηση του δευτεροβάθμιου κριτή να τροποποιήσει την έκθεση ως προς ορισμένα σημεία·
2)
επικουρικά, να καταδικάσει την καθής να του καταβάλει αποζημίωση λόγω της καθυστερημένης συντάξεως της επίμαχης εκθέσεως κρίσεως, ως προς το ύψος της οποίας επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου·
3)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
2)
να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
Β.
Ι.
α)
Ως πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός ότι οι εκτελεστικές διατάξεις της καθής επί του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, στις οποίες στηρίζεται ο « οδηγός για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως », εκδόθηκαν στις 27 Ιουλίου 1979 με αναδρομική ισχύ για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι είναι ανεπίτρεπτο να τίθενται αναδρομικά σε εφαρμογή κανονιστικές διατάξεις.
Η καθής αντιτείνει επ' αυτού ότι στην απόφαση της 27ης Ιουλίου 1979 ορίζεται ρητά ότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν την περίοδο κρίσεως 1977-1979. Όσον αφορά επιπλέον την εφαρμογή των νέων εκτελεστικών διατάξεων, δεν πρόκειται για αναδρομική ρύθμιση προγενέστερων πραγματικών περιστατικών αλλά για υπόδειξη προς τους κριτές όσον αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να αξιολογούν στο μέλλον την προηγούμενη απόδοση των υπαλλήλων.
β)
Πρέπει να γίνει δεκτό όσον αφορά τις εκτελεστικές διατάξεις που εξέδωσε η καθής τον Ιούλιο του 1979 ότι δεν πρόκειται για γνήσια αναδρομικά μέτρα. Με τις διατάξεις αυτές δεν θίγονται αναδρομικά δικαιώματα των υπαλλήλων, αλλά δίδεται απλώς στους κριτές διαφορετικότερος πίνακας για την αξιολόγηση της αποδόσεως των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια παρελθούσας περιόδου.
Πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι το διοικητικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει, στον ίδιο βαθμό αυστηρότητας, απαγόρευση της εκδόσεως νομικών κανόνων με αναδρομική ισχύ, όπως παραδείγματος χάριν συμβαίνει με το ποινικό δίκαιο.
Έστω και αν έπρεπε να γνωρίζουν οι κριτές, ήδη κατά τη διάρκεια της περιόδου κρίσεως, δηλαδή από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979, τα κριτήρια αξιολογήσεως βάσει των οποίων έπρεπε να κρίνουν τους υφισταμένους τους, δεν μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί παράνομη η έκδοση νέων εκτελεστικών διατάξεων εκ μέρους της προσφεύγουσας, οι οποίες ρυθμίζουν τις υπηρεσιακές εκθέσεις κρίσεως υπαλλήλων που πρόκειται να καταρτιστούν αμέσως μετά την έκδοση των εκτελεστικών διατάξεων. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν ευσταθεί.
2.
α)
Ο προσφεύγων προβάλλει ως δεύτερο λόγο ακυρώσεως ότι στην έκθεση κρίσεως δεν γίνεται μνεία όλων των διαβουλεύσεων που θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων υπηρεσιακών καθηκόντων που άσκησε ο προσφεύγων. Η έκθεση κρίσεως καταρτίστηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1981 από τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή Pizzuti, όταν αυτός δεν προίστατο πλέον της Διευθύνσεως VI-Α « Διεθνείς υποθέσεις περί γεωργίας». Επιπλέον, ο τότε προϊστάμενος τμήματος του προσφεύγοντος Marinucci δεν μπορούσε πλέον να του αναθέσει από την 1η Ιανουαρίου 1979 την εκτέλεση κανενός υπηρεσιακού καθήκοντος.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι λόγω του γεγονότος ότι η προβλεφθείσα για τις 15 Ιανουαρίου 1979 μετάθεση του προσφεύγοντος δεν πραγματοποιήθηκε, ήταν αδύνατο για τον κριτή να συμβουλευθεί άλλους υπαλλήλους εκτός από εκείνους που ανήκαν στη Διεύθυνση « Διεθνείς υποθέσεις περί γεωργίας ».
β)
Από τα σημεία 12 και 13 της προσβαλλόμενης εκθέσεως κρίσεως προκύπτει ότι ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής Pizzuti, που προίστατο συγχρόνως της Διευθύνσεως « Διεθνείς υποθέσεις περί γεωργίας », συνέταξε την έκθεση κρίσεως αφού συμβουλεύθηκε τον τότε προϊστάμενο του Τμήματος VI-A3 «Διεθνείς οργανισμοί γεωργίας» Marinucci. Ο κριτής συμβουλεύθηκε συνεπώς τον υπάλληλο που ήταν τουλάχιστον μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1979 ο άμεσος ιεραρχικά προϊστάμενος του προσφεύγοντος, όπως άλλωστε και κατά τις περιόδους κρίσεως τις οποίες αφορούσαν οι δύο προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως.
Το γεγονός ότι ο Marinucci δεν υπηρετούσε πλέον στο ανωτέρω Τμήμα κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 1979 — ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων υπέστη το ατύχημα και κατέστη ανίκανος προς εργασία —, δεν μπορεί, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Marinucci ήταν εν πάση περιπτώσει ιεραρχικά προϊστάμενος του προσφεύγοντος επί 18 μήνες κατά τη διάρκεια της περιόδου κρίσεως και επί πολλά έτη κατά το παρελθόν, να επηρεάσει καθόλου τη νομιμότητα της εκθέσεως κρίσεως, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων διαβουλεύσεων.
Εξάλλου, ο προσφεύγων δεν διευκρίνισε ποιον συγκεκριμένα έπρεπε ακόμη να συμβουλευθεί ο κριτής.
Κατά συνέπεια, και αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν ευσταθεί.
3.
α)
Ως τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός ότι σε σύγκριση με προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως, οι επιμέρους κρίσεις ήταν σημαντικά διαφορετικές, χωρίς να δοθεί καμία σχετική αιτιολογία.
Η καθής αντιτείνει προς υπεράσπιση της ότι το 1979 εισήχθη ένα νέο σύστημα κρίσεως, και έτσι ήταν αδύνατο ή τουλάχιστον δυσχερέστατο να γίνει λογικά σύγκριση με προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή επέστησε ρητά την προσοχή των κριτών στο ότι δεν πρέπει να γίνουν συγκρίσεις με προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως. Αν το άρθρο 5 των εκτελεστικών διατάξεων της 27ης Ιουλίου 1979επιβάλλει στους κριτές την υποχρέωση να αιτιολογούν κάθε μεταβολή των επιμέρους κρίσεων, αυτό δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνο για τις αξιολογικές εκτιμήσεις που διατυπώνονται σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια. Γι' αυτό στη σελίδα 46 του « οδηγού για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως » αναφέρεται επίσης ότι για την περίοδο κρίσεως 1977-1979, οι κριτές απαλλάσσονται από την υποχρέωση τους να αιτιολογούν τις μεταβολές που επιφέρουν στις επιμέρους κρίσεις. Το ίδιο μπορεί να συναχθεί και από έγγραφο που απηύθυνε στους υπαλλήλους το αρμόδιο για θέματα προσωπικού και διοικήσεως μέλος της Επιτροπής ( 46 ).
β)
Πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς επί του σημείου αυτού ότι υπάρχει έντονη αντίθεση μεταξύ της εκθέσεως κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο Ιουλίου 1977-Ιουνίου 1979 και των προηγουμένων εκθέσεων κρίσεως. Ενώ κατά τα έτη 1973 μέχρι 1977η ικανότητα του, η απόδοση του και η συμπεριφορά του στην υπηρεσία είχαν βαθμολογηθεί κάθε φορά με τους καλύτερους βαθμούς βάσει κλίμακας που περιελάμβανε τρεις βαθμίδες, για την περίοδο Ιουλίου 1977-Ιουνίου 1979 ο προσφεύγων έλαβε, βάσει κλίμακας βαθμολογήσεως που περιελάμβανε πέντε βαθμίδες, τον ενδιάμεσο, δηλαδή τον τρίτο βαθμό « καλά », με μόνη εξαίρεση την υποδιαίρεση αριθ. 4 « Προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας » του κεφαλαίου II « Απόδοση », όπου βαθμολογήθηκε μόνο με « μέτρια », δηλαδή έλαβε τον τέταρτο κατά σειρά βαθμό (ή τον προτελευταίο ) της κλίμακας βαθμολογήσεως.
Πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι η εν προκειμένω επίμαχη έκθεση κρίσεως καθώς και οι δύο προηγούμενες καταρτίστηκαν από τον ίδιο κριτή, μετά από διαβουλεύσεις με τους ίδιους προϊσταμένους τμήματος.
Μπορεί βέβαια να συμμεριστεί κανείς τον αρχικό ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι υπηρεσιακές εκθέσεις κρίσεως δεν εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, σύμφωνα με την οποία κάθε βλαπτική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, διότι στην τρίτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου καθορίζεται σε ποιες αποφάσεις αναφέρεται η ανωτέρω διάταξη ( 47 ). Το άρθρο 25, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων αναφέρεται εν πάση περιπτώσει απλώς στις αποφάσεις οι οποίες πρέπει να τοιχοκολλούνται στα κτίρια του οργάνου στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος και να δημοσιεύονται. Είναι επομένως δυνατό να εκφρασθούν ορισμένες αμφιβολίες αν το άρθρο 25, παράγραφος 3, πρέπει να θεωρηθεί πράγματι ότι περιλαμβάνει εξαντλητική απαρίθμηση όλων των μέτρων που είναι ενδεχομένως βλαπτικά για τους υπαλλήλους.
Το ζήτημα αυτό μπορούμε πάντως να το αντι-παρέλθουμε, διότι βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, των εκτελεστικών αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1979, ο κριτής είναι ρητά υποχρεωμένος να αιτιολογεί τις ενδεχόμενες αποκλίσεις στις επιμέρους κρίσεις.
Από αυτή την υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν μπορεί να απαλλάξει τους κριτές ούτε το αρμόδιο για θέματα προσωπικού και διοικήσεως μέλος της Επιτροπής — αν υποτεθεί ότι επιχειρείται να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα από τη μάλλον ασαφή διατύπωση του μη φέροντος χρονολογία εγγράφου IX/2418/69-F ( 48 ). Για να υπάρχει δυνατότητα παρεκκλίσεως από αποφάσεις της Επιτροπής ως συλλογικού οργάνου απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση, η οποία όμως, όπως εξέθεσε η καθής κατά την προφορική διαδικασία, δεν υπήρχε.
Κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να υπάρχει απαλλαγή από την εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως βάσει υποσημειώσεως που περιλαμβάνεται στις κίτρινες σελίδες του « οδηγού για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως » του 1979. Αυτός ο « οδηγός για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως », που εκδόθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως, περιλαμβάνει, εκτός από το εξώφυλλο και τον πίνακα περιεχομένων, έναν πρόλογο του αρμόδιου για θέματα προσωπικού και διοικήσεως μέλους της Επιτροπής και στη συνέχεια τις εκτελεστικές διατάξεις που εξέδωσε η Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1979, από δε τη σελίδα 13, σε κίτρινου χρώματος σελίδες, πρακτικές υποδείξεις για την κατάρτιση των εκθέσεων κρίσεως. Ο « οδηγός για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως » περιλαμβάνει επομένως σειρά κειμένων διαφορετικού νομικού χαρακτήρα, χωρίς να αναφέρεται επακριβώς ποιος είναι ο συντάκτης των «κίτρινων σελίδων», δηλαδή της σελίδας 13 και των επομένων. Και η καθής επίσης δεν ανέφερε σαφώς κατά την προφορική διαδικασία ποιος είναι αυτός ο συντάκτης' βάσει πάντως της διατάξεως της ύλης του εντύπου πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όσον αφορά τη σελίδα 13 και τις επόμενες, πρόκειται για κείμενο που συνέταξε η διοίκηση της Επιτροπής. Είναι εν πάση περιπτώσει βέβαιο ότι οι « κίτρινες σελίδες » που τυπώθηκαν σε συνάρτηση με την απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 1979 δεν αποτελούν συστατικό μέρος της εν λόγω αποφάσεως, δεδομένου ότι αυτή δεν περιλαμβάνει καμία παραπομπή σε οποιαδήποτε επεξηγηματική σημείωση.
Δεν μπορεί επομένως να γίνει σε καμία περίπτωση δεκτό ότι η διοίκηση της καθής μπορούσε, με την εισαγωγή υποσημειώσεως στη σελίδα 46 του « οδηγού για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως », να απαλλάξει τον κριτή από την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλεται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων.
Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δέχτηκε εν πάση περιπτώσει με την ανωτέρω απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1976 ότι υπάρχει υποχρέωση αιτιολογήσεως των υπηρεσιακών εκθέσεων κρίσεως εφόσον τέτοια υποχρέωση προβλέπεται στις εκτελεστικές διατάξεις του οικείου κοινοτικού οργάνου, όπως συμβαίνει σαφώς εν προκειμένω, δεν χρειάζεται πλέον να εξεταστεί μήπως, ήδη βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, απαιτείται αιτιολογία τουλάχιστον σε περίπτωση δυσμενέστερης εκθέσεως κρίσεως σε σχέση με προηγούμενες.
Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ακόμη ότι όσον αφορά την ειδική περίπτωση των εκθέσεων κρίσεως για την περίοδο 1977-1979, υπάρχουν ορισμένες ιδιοτυπίες που συνδέονται με τη μετάβαση από ένα απλό σε ένα περισσότερο σύνθετο σύστημα κρίσεως.
Μπορεί έτσι να υποστηριχθεί η άποψη ότι η λεπτομερής αιτιολογία δεν είναι ίσως αναγκαία όταν η ελαφρά απόκλιση στην έκθεση κρίσεως οφείλεται μόνο στη διαφοροποίηση του συστήματος, όταν παραδείγματος χάριν ένας υπάλληλος, που σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα έλαβε τον υψηλότερο βαθμό από κλίμακα βαθμολογίας που περιελάμβανε τρεις βαθμούς, λαμβάνει σύμφωνα με το νέο σύστημα μόνο το δεύτερο βαθμό από κλίμακα πέντε βαθμών. Σε τέτοια περίπτωση, θα αρκούσε να προβληθεί ως αιτιολογία της μεταβολής της βαθμολογίας η εισαγωγή του νέου συστήματος.
Σε περίπτωση όμως που, πέρα από τη μεταβολή της βαθμολογίας που συνδέεται με τη διαφοροποίηση του συστήματος, πρόκειται για σαφή χειροτέρευση της βαθμολογίας της αποδόσεως του υπαλλήλου, είναι απολύτως αναγκαία η αιτιολογία της χειροτέρευσης αυτής.
Δεδομένου ότι η εν προκειμένω επίδικη έκθεση κρίσεως δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία για τη συνολικά σαφή χειροτέρευση — μάλιστα δε όσον αφορά την «προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας » σημαντική χειροτέρευση — της βαθμολογίας, αυτός ο λόγος ακυρώσεως ευσταθεί και συνεπώς η υπηρεσιακή έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο 1977-1979 πρέπει να ακυρωθεί.
Η καθής προσπάθησε κατά την προφορική διαδικασία να δώσει εκ των υστέρων μία αιτιολογία για τη χειροτέρευση της επιμέρους βαθμολογίας του προσφεύγοντος. Προέβαλε ιδίως ότι η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας, στην οποία ανήκε τότε ο προσφεύγων, βρέθηκε κατά τα τέλη 1978-αρχές 1979 σε δυσχερή θέση διότι, αφενός, υπήρχε αμφισβήτηση των βασικών προσανατολισμών της γεωργικής πολιτικής στα πλαίσια του Συμβουλίου των Υπουργών και, συγχρόνως, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας έπρεπε να αναδιαρθρωθεί. Επιπλέον, διορίστηκε νέος γενικός διευθυντής, ο οποίος έπρεπε πρώτα να επιβληθεί στη γενική του διεύθυνση. Κατά το χρόνο αυτό, ο προσφεύγων αντιτάχθηκε στη μετακίνηση του σε άλλο τμήμα της γενικής του διευθύνσεως και δημιούργησε έτσι πρόσθετες δυσχέρειες στο νεοδιορισθέντα προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας σε μία φάση κατά την οποία αυτή η Γενική Διεύθυνση αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες.
Οι παρατηρήσεις αυτές ίσως ευσταθούν. Από δύο έγγραφα του προσφεύγοντος της 10ης και 19ης Ιανουαρίου 1979 μπορεί πράγματι να συναχθεί ότι αυτός πληροφορήθηκε συμπτωματικά από συνομιλίες ότι έπρεπε να μετακινηθεί εντός της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας.
Πρέπει εντούτοις να διαπιστωθεί ότι η αληθής απόφαση περί μετακινήσεως εκδόθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως μόλις στις 13 Μαρτίου 1979, σε χρονικό δηλαδή σημείο κατά το οποίο ο προσφεύγων, μετά το ατύχημα του της 20ής Φεβρουαρίου 1979, είχε ήδη καταστεί ανίκανος προς εργασία. Ο προσφεύγων αμφισβητεί εξάλλου ότι του κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή, ισχυρίζεται δε ότι, αντίθετα προς άλλα έγγραφα, καμία βεβαίωση παραλαβής της εν λόγω αποφάσεως δεν έχει επισυναφθεί στον ατομικό του φάκελο. Σύμφωνα με το άρθρο 26, στοιχείο β), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η απόφαση αυτή δεν μπορεί συνεπώς να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα.
Πρέπει ακόμη να λεχθεί επιπροσθέτως ότι στο έγγραφο του προϊσταμένου της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της 12ης Μαρτίου 1980 ( 49 ), με το οποίο καλείται ο προσφεύγων να αναλάβει υπηρεσία στο νέο του τμήμα, δεν περιλαμβάνεται καμία μνεία σχετικά με το ότι κοινοποιήθηκε ήδη στον προσφεύγοντα η μετακίνηση του εντός της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας.
Δεν μπορεί συνεπώς να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη ο ισχυρισμός της καθής ότι η « προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας» είναι ανεπαρκής. Επιπλέον, ο ισχυρισμός αυτός θα έπρεπε να απορριφθεί ως οψίμως προταθείς, διότι δεν προβλήθηκε ούτε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ούτε κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
4.
α)
Ως τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός ότι ο πρωτοβάθμιος και ο δευτεροβάθμιος κριτής στήριξαν την απόφαση τους σε περιστατικά που συνέβησαν μετά την περίοδο κρίσεως, δηλαδή μετά τις 30 Ιουνίου 1979. Δεδομένου ότι δεν έχει στη διάθεση του τον πλήρη φάκελο της υποθέσεως, ο προσφεύγων πρέπει εν πάση περιπτώσει να υποθέσει κάτι τέτοιο.
Η καθής αντιτείνει ότι από το φάκελο της υποθέσεως δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος.
β)
Εφόσον ο προσφεύγων δεν προσκόμισε πράγματι κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
5.
α)
Ως πέμπτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι τόσο ο πρωτοβάθμιος όσο και ο δευτεροβάθμιος κριτής διέπραξαν κατάχρηση εξουσίας, δεδομένου ότι συνέταξαν ή επικύρωσαν έκθεση κρίσεως που απέκλειε τη δυνατότητα προαγωγής του προσφεύγοντος από το βαθμό Α 5 στο βαθμό Α 4.
Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, ο προσφεύγων επικαλείται τις ίδιες εικασίες τις οποίες προέβαλε ήδη στα πλαίσια του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.
Η καθής αντιτείνει κατά του επιχειρήματος αυτού ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό περί καταχρήσεως εξουσίας.
β)
Επειδή ο προσφεύγων στήριξε και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως μόνο σε εικασίες και δεν προσκόμισε κανένα πραγματικό στοιχείο προς θεμελίωση του, αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι επίσης απορριπτέος.
6.
α)
Ως έκτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής, στην οριστική μορφή της εκθέσεως κρίσεως που συνέταξε στις 7 Ιουλίου 1983 ( 50 ), δεν έδωσε επίσης καμία αιτιολογία για τη χειροτέρευση της επιμέρους βαθμολογίας, πράγμα που προσκρούει στο άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Έστω και αν ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως, θα έπρεπε τουλάχιστον να λάβει υπόψη τις υποδείξεις της όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
Η καθής αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό παραπέμποντας στην ήδη αναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση αιτιολογήσεως των υπηρεσιακών εκθέσεων κρίσεως.
β)
Πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί εν προκειμένω ότι οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εξέδωσε η καθής στις 27 Ιουλίου 1979δεν προβλέπουν καμία ρητή υποχρέωση τον δευτεροβάθμιου κριτή να αιτιολογεί την απόφαση του. Από το στοιχείο C 2.2 της σελίδας 67 του « οδηγού για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως » πρέπει πάντως να συναχθεί ότι όταν η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως θεωρεί δικαιολογημένη την παρατήρηση του κρινόμενου υπαλλήλου, ο δευτεροβάθμιος κριτής πρέπει να προβεί σε επανεξέταση όλων των εγγράφων που αφορούν την έκθεση κρίσεως.
Αυτό συνέβαινε πράγματι στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως είχε επισημάνει σειρά ασθενών σημείων στην έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος.
Όπως είδαμε πιο πάνω, η χειροτέρευση της επιμέρους βαθμολογίας του προσφεύγοντος δεν ήταν αιτιολογημένη, κατά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων της καθής, της 27ης Ιουλίου 1979. Έστω και αν γίνει δεκτό ότι, βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, δεν υπάρχει γενική υποχρέωση αιτιολογήσεως για τη χειροτέρευση της βαθμολογίας στις εκθέσεις κρίσεως αλλά υπάρχει μόνο ειδική υποχρέωση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει εν πάση περιπτώσει να διαπιστωθούν τα ακόλουθα όσον αφορά τις υποχρεώσεις του δευτεροβάθμιου κριτή: αυτός δεν είναι καταρχήν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την απόφαση του, εφόσον επικυρώνει το περιεχόμενο εκθέσεως κρίσεως που είναι καθαυτή νομότυπη. Αν όμως η προς επικύρωση έκθεση κρίσεως παρουσιάζει ήδη εξαρχής τυπικά ελαττώματα — όπως η απουσία αιτιολογίας για τη χειροτέρευση της επιμέρους βαθμολογίας —, τότε ο δευτεροβάθμιος κριτής είναι υποχρεωμένος να παράσχει εκ των υστέρων, με βεβαιωτική απόφαση, την ελλείπουσα αιτιολογία.
Δεδομένου ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή, ο έκτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων είναι βάσιμος.
7.
α)
Έβδομον, ο προσφεύγων ζητεί επικουρικά αποζημίωση, διότι η έκθεση κρίσεώς του για την περίοδο Ιουλίου 1977-Ιουνίου 1979 συντάχθηκε στην οριστική της διατύπωση σημαντικά καθυστερημένα, δηλαδή μόλις στις 7 Ιουλίου 1983. Όσον αφορά το ύψος της αποζημιώσεως, ο προσφεύγων επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου αλλά θεωρεί εν πάση περιπτώσει ως εύλογο το ποσό των 100000 βελγικών φράγκων.
Η καθής παραδέχεται ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως, αλλά επαφίεται επίσης στην κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την επιδίκαση συμβολικής αποζημιώσεως στον προσφεύγοντα. Η καθής αμφισβητεί εν πάση περιπτώσει ότι η καθυστερημένη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως προκάλεσε στον προσφεύγοντα ζημία που μπορεί να υπολογιστεί.
β)
Εξέθεσα ήδη ότι η σημαντική καθυστέρηση στη σύνταξη της υπηρεσιακής εκθέσεως κρίσεως, για την οποία η καθής δεν παρέσχε καμία απολύτως αιτιολογία, συνιστά βαρύ υπηρεσιακό πταίσμα. Ο προσφεύγων δεν απέδειξε μεν ότι το πταίσμα αυτό εμπόδισε ή επιβράδυνε μία ενδεχόμενη προαγωγή, αλλά απέδειξε εν πάση περιπτώσει ότι υπέστη ηθική βλάβη που συνίσταται στο γεγονός ότι ο ατομικός του φάκελος ούτε τηρήθηκε νομότυπα, ούτε είναι πλήρης. Είναι συνεπώς δικαιολογημένο να ζητήσει για το λόγο αυτό αποζημίωση, η οποία προστίθεται στην αποζημίωση που μπορεί ήδη να απαιτήσει στα πλαίσια της υποθέσεως 157/83.
Με την απόφαση της 5ης Μαΐου 1983 στην υπόθεση 207/81 ( 51 ), το Δικαστήριο έκρινε ως εύλογο το ποσό των 20000 βελγικών φράγκων για την καθυστέρηση κατά τη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως. Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι με την ανωτέρω απόφαση απερρίφθη το αίτημα της ακυρώσεως της εκθέσεως κρίσεως ενώ στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό, έχω την άποψη ότι είναι εύλογη η επιδίκαση αποζημιώσεως ποσού 60000 βελγικών φράγκων. Διότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση, θα απουσιάζει και πάλι η έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο Ιουλίου 1977-Ιουνίου 1979. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ακύρωση της εκθέσεως κρίσεως για το λόγο ότι η επιμέρους βαθμολογία ήταν σημαντικά χειρότερη χωρίς αιτιολογία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την απλή καθυστέρηση κατά τη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως.
V —
Βάσει όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει και να αποφασίσει ως εξής στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 173/82, 157/83 και 186/84:
Υπόθεση 173/82:
1)
Να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Υπόθεση 157/83:
1)
Να καταδικάσει την καθής να καταβάλει στον προσφεύγοντα ποσό 40000 βελγικών φράγκων ως αποζημίωση λόγω του διαπραχθέντος υπηρεσιακού πταίσματος.
2)
Να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Υπόθεση 186/84:
1)
Να ακυρώσει την έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979.
2)
Να καταδικάσει την καθής να καταβάλει στον προσφεύγοντα ποσό 60000 βελγικών φράγκων ως αποζημίωση λόγω του διαπραχθέντος υπηρεσιακού πταίσματος.
3)
Να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Βλέπε απόφαση της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 1970, κατά τη διατύπωση της 14ης Ιουλίου 1971, Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 42 της 13ης Μαΐου 1975, παράρτημα 22 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 2 ) Βλέπε Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 309 της 26ης Φεβρουαρίου 1981, παράρτημα 5 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 3 ) Βλέπε απόφαση του διευθυντή της Διευθύνσεως IX Α «Προσωπικό» της 13ης Μαρτίου 1979, παράρτημα 3 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 4 ) Παράρτημα 3 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 5 ) Παράρτημα 4 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 6 ) Παράρτημα 3 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 186/84.
( 7 ) Παράρτημα 10 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 8 ) Παράρτημα 9 της απαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 9 ) Παράρτημα 13 της απαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 10 ) Βλέπε έγγραφα της 19ης Μαρτίου 1981, της 15ης Ιουνίου 1981, της 7ης Οκτωβρίου 1981, παραρτήματα 14 μέχρι 16 της απαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 11 ) Βλέπε ανωτέρω σ. 498, δεύτερη φάση.
( 12 ) Παράρτημα 3 της προσφυγής στην υπόθεση 173/82.
( 13 ) Συλλογή 1982, σ. 4047.
( 14 ) Παράρτημα 14 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 15 ) Βλέπε πρακτικά της 15ης Ιουλίου 1982, παράρτημα 15 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 16 ) Βλέπε Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 376 της 6ης Αυγούστου 1982, παράρτημα 19 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 17 ) Διατάξεις της 9ης Ιουνίου 1980 στις υποθέσεις 123/80 και 123/80 R, Β. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Slg. 1980, σσ. 1789 και 1793.
( 18 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 80/63, Robert Degreef κατά Επιτροπής, Slg. 1964, σ. 837.
( 19 ) Βλέπε γενικές εκτελεστικές διατάξεις της 21ης Δεκεμβρίου 1970, παράρτημα 22 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 20 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 236/82, Brautigam κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1985, σ. 2401.
( 21 ) Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975 στην υπόθεση 29/74, Raphael de Dapper κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Sig. 1975, σ. 35' απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 24/79, Dominique Noëlle Oberthür κατά Επιτροπής, Sig. 1980, σ. 1743· απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 156/79 και 51/80, Pierre Gratreau κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 3139· απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1983 στην υπόθεση 263/81, Harald List κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 103.
( 22 ) ΕΕ 1982, L 31, σ. 66.
( 23 ) Παράρτημα 17 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 24 ) Παράρτημα 18 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 25 ) Βλέπε Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 390 της 11ης Ιανουαρίου 1983, παράρτημα 20 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 26 ) Παράρτημα 19 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 27 ) Παράρτημα 21 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 28 ) Βλέπε ανωτέρω σημεία II. 3 καν 4.
( 29 ) Παράρτημα 15 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83.
( 30 ) Βλέπε Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 309 της 26ης Φεβρουαρίου 1981, παράρτημα 5 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 31 ) Παράρτημα 15 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 157/83, σ. 4.
( 32 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1976 στην υπόθεση 62/75, Jan Eliza de Wind κατά Επιτροπής, Slg. 1976, σ. 1167.
( 33 ) Απόφαση της 30ής Οκτω6ρ1ου 1974 στην υπόθεση 188/73, Daniele Grassi κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1974, σ. 1099.
( 34 ) Βλέπε ανωτέρω σημείο II. Β 1.6).
( 35 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 24/79, Dominique Noëlle Oberthür κατά Επιτροπής, Slg. 1980, σ. 1743.
( 36 ) Παράρτημα 2 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 37 ) Παράρτημα 7 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 38 ) Παράρτημα 8 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 39 ) Παράρτημα 5 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 40 ) 'Εγγραφο IX/2418/69-F, παράρτημα 4 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 186/84.
( 41 ) Παράρτημα 7 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 42 ) Παράρτημα 10 c) της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 43 ) Παράρτημα 9 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 44 ) Παράρτημα 10 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 45 ) Βλέπε Διοικηικές πληροφορίες αριθ. 309 της 26ης ΦεβρουαρΙου 1981, παράρτημα 5 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 173/82.
( 46 ) Παράρτημα 4 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 186/84.
( 47 ) Απόφαση της 25ης ΝοεμΡρΙου 1976 στην υπόθεση 122/75, Berthold Küster κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Sig. 1976, σ. 1685.
( 48 ) Παράρτημα 4 της ανταπαντήσεως στην υπόθεση 186/84.
( 49 ) Παράρτημα 10 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 173/82.
( 50 ) Παράρτημα 9 της προσφυγής στην υπόθεση 186/84.
( 51 ) Απόφαση της 5ης Μαίου 1983 στην υπόθεση 207/81, Kuno Ditterich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1359.
Full & Egal Universal Law Academy