ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 30 ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
Ο «Wet op de accijns van tabaksfabrikaten» (ολλανδικός νόμος περί ειδικών φόρων καταναλώσεως βιομηχανοποιημένων καπνών) του 1964 ορίζει, στο άρθρο 30, ότι απαγορεύεται η πώληση, η διάθεση προς πώληση ή η παράδοση βιομηχανοποιημένων καπνών σε μη μεταπωλητές σε τιμή χαμηλότερη της αναγραφόμενης στη φορολογική ταινία. Σύμφωνα με την επίσημη αιτιολογία, η ρύθμιση αυτή έχει ως σκοπό να μην αφήσει την εγκατάλειψη της κατώτατης τιμής να επηρεάσει τη λειτουργία του ανταγωνισμού στον τομέα του λιανικού εμπορίου, σκοπεί δηλαδή να προστατεύσει τις ειδικευμένες επιχειρήσεις.
Στους κατηγορουμένους της κύριας δίκης — στην εταιρεία Kaveka de Meern BV που ασκεί χονδρικό εμπόριο με το σύστημα της αυτοεξυπηρέτησης και στο γενικό διευθυντή της — προσάπτεται ότι παρέβησαν την παραπάνω διάταξη. Συγκεκριμένα όπως διαπιστώθηκε, η εταιρεία Kaveka προσέφερε προς πώληση, το Νοέμβριο του 1977, πούρα, τσιγάρα και καπνό καπνοσυρίγγων σε μη μεταπωλητές και σε τιμή χαμηλότερη της αναγραφόμενης στη φορολογική ταινία. Στα καταστήματα πωλήσεως μπορούν να εισέλθουν μόνο οι κάτοχοι ειδικού δελτίου εισόδου. Αυτό όμως το δελτίο χορηγείται όχι μόνο σε μεταπωλητές, αλλά και σε πρόσωπα που — όπως αυτοί που καταναλίσκουν χονδρικώς αυτά που αγοράζουν — χρησιμοποιούν τα αγοραζόμενα προϊόντα στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας· επιπλέον, η εταιρεία Kaveka δεν ελέγχει ποτέ αν η αγορά γίνεται προς το σκοπό μεταπωλήσεως.
Κατά της κατηγορίας που απαγγέλθηκε, το καταρχήν βάσιμο της οποίας δεν αμφισβητείται από το δικαστήριο της Ουτρέχτης, οι κατηγορούμενοι επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, προς υπεράσπιση τους το κοινοτικό δίκαιο· κατά την άποψη τους, η παραπάνω διάταξη του ολλανδικού δικαίου δεν συμβιβάζεται ούτε με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε με το άρθρο 85, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται σε συνδυασμό με το άρθρο 5. Σχετικώς παρατηρούν, αφενός, ότι στη νομολογία η φράση «να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών», κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τη φράση «εμπόδιο στο εμπόριο», κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφετέρου, υπογραμμίζουν ότι η προαναφερθείσα ολλανδική διάταξη, που θεσπίζει συλλογικό σύστημα υποχρεωτικών τιμών και για τους εισαγωγείς και καθορίζει νόμιμη κατώτατη τιμή πωλήσεως, παρεμποδίζει προφανώς το ενδοκοινοτικό εμπόριο υπό την έννοια των κριτηρίων που προσδιορίζει η νομολογία και επομένως δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ενόψει των επιχειρημάτων αυτών, το επιληφθέν ολλανδικό δικαστήριο διέταξε πρώτον έρευνα της ολλανδικής αγοράς καπνού, την οποία διεξήγαγε η υπηρεσία οικονομικού ελέγχου του υπουργείου οικονομικών. Στην από 30 Σεπτεμβρίου 1981 έκθεση της υπηρεσίας αυτής αναφέρεται ότι η τιμή που αναγράφεται στη φορολογική ταινία καθορίζεται από τους εθνικούς βιομηχάνους και τους εισαγωγείς οι οποίοι δεσμεύονται, όσον αφορά τον καθορισμό της τιμής λιανικής πωλήσεως, από τη σχετική ρύθμιση περί τιμών. Ο νόμος επιτρέπει βεβαίως τη διάθεση στην αγορά του ίδιου προϊόντος από πλείονες εισαγωγείς σε διαφορετικές τιμές, πλην όμως πρέπει να παρατηρηθεί ότι στους εισαγωγείς χορηγήθηκαν αποκλειστικά δικαιώματα πωλήσεως, διότι οι τελευταίοι ανήκουν σε πολυεθνικές επιχειρήσεις, όπως επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς μετέχουν, σε μεγάλο βαθμό, σε ιδιωτικού δικαίου ρυθμίσεις στον τομέα του ανταγωνισμού. Τέλος, η έκθεση εφιστά την προσοχή στη μικρή ελαστικότητα των τιμών, από πλευράς ζητήσεως, στην περίπτωση των τσιγάρων και στη μεγάλη εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν οι καταναλωτές στη μάρκα, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι οι διακυμάνσεις των τιμών έχουν ασθενείς επιπτώσεις στην αγορά.
Εξάλλου, το ολλανδικό δικαστήριο έκρινε ότι του ήταν απαραίτητη η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να αποφανθεί επί της υπό κρίση ενώπιον του υποθέσεως. Κατά συνέπεια, με απόφαση της 1ης Ιουνίου 1982 ανέβαλε την απόφαση του και υπέβαλε, και στις δύο υποθέσεις, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Με τη νομολογία του επί του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως δεχτεί ότι κάθε ρύθμιση του εμπορίου των κρατών μελών που μπορεί να εμποδίσει αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς. Η διατύπωση αυτή ομοιάζει πολύ με τις σκέψεις που ανέπτυξε το Δικαστήριο, όσον αφορά τη φράση να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, που απαντάται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, στις υποθέσεις Grundig/Consten (υποθέσεις 56 και 58/64, Sig. 1966, σ. 391), με τη διαφορά ότι στις υποθέσεις αυτές χρησιμοποιείται ο όρος να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ενώ, λόγου χάρη, στην υπόθεση Dassonville χρησιμοποιήθηκε ο όρος να παρεμποδίσουν (υπόθεση 8/74, Sig. 1974, σ. 837). Στην περίπτωση που ο εθνικός δικαστής καλείται να κρίνει αν μία νομική ρύθμιση κράτους μέλους, που εφαρμόζεται χωρίς διάκριση επί εισαγόμενων και εθνικών προϊόντων, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να λάβει υπόψη στην απόφαση του την επί του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ νομολογία του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα τη νομολογία που αναφέρεται στη φράση να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, από την οποία προκύπτει ότι αυτή η προϋπόθεση της απαγορεύσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, πληρούται όταν αποδεικνύεται ότι μία ρύθμιση του εμπορίου μπορεί να μεταβάλει τη φυσική κατεύθυνση του ρεύματος του εμπορίου ή μήπως ο εθνικός δικαστής οφείλει να αποδώσει στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ μια πλέον αυτοτελή έννοια, που να συνεπάγεται ότι τέτοια νομοθετική ρύθμιση δεν αποτελεί εμπόδιο για το εμπόριο και επομένως ούτε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30, παρά μόνο εφόσον διαπιστώνει 6άσει των πραγματικών περιστατικών, ότι η εν λόγω ρύθμιση μπορεί να περιορίσει την εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών;
2.
Ομοίως, μία νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους, εφαρμοζόμενη χωρίς διάκριση επί εθνικών και εισαγόμενων προϊόντων, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, όταν αποδεικνύεται ότι το εν λόγω μέτρο εμποδίζει τις εισαγωγές προς ένα κράτος μέλος μόνο σε πολύ χαμηλό βαθμό, ενώ υπάρχουν ακόμα άλλες δυνατότητες διαθέσεως των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών;
3.
Ο εθνικός δικαστής που καλείται να εξετάσει τα περιοριστικά αποτελέσματα ενός νόμου επί του εμπορίου, που εφαρμόζονται χωρίς διάκριση επί των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη και επί της διαθέσεως των εθνικών προϊόντων, πρέπει να λάβει υπόψη αποκλειστικά τα αποτελέσματα του εν λόγω νόμου ή και το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλα εμπόδια στο εμπόριο εντός της εν λόγω αγοράς, που οφείλονται στις δημοσιονομικές νομοθεσίες των κρατών μελών και στις μεταξύ τους διαφορές;
4.
Εχει σημασία, για την απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, το ότι ο εν λόγω νόμος, κατά την κρίση του εθνικού δικαστή, δεν επιφέρει καθαυτός το παραμικρό περιοριστικό επί του εμπορίου αποτέλεσμα;
5.
Αν με νομοθετική ρύθμιση έχει θεσπιστεί σε ένα κράτος μέλος σύστημα διατιμήσεως το οποίο δεσμεύει καθέτως όλους τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες και προς το οποίο οφείλουν αυτοί να συμμορφώνονται, αν δεν θέλουν να διαπράξουν παράβαση νόμου, εκείνος που παραβαίνει τη ρύθμιση αυτή μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον του εθνικού δικαστή το ασυμβίβαστο αυτής της εθνικής ρυθμίσεως προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5, παράγραφος 2, και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ;»
Επί των ερωτημάτων αυτών, που φαίνεται να ασκούν επιρροή και σε ανάλογες ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά 17 άλλων προσώπων, παρατηρώ τα ακόλουθα:
1.
Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στο αν, για την εκτίμηση υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ μιας ρύθμισης που εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εισαγόμενα και στα εθνικά προϊόντα, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η σχετική με το άρθρο 85 της Συνθήκης νομολογία, ιδίως όσον αφορά την έννοια «να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» ή το άρθρο 30 έχει αυτοτελή σημασία και τότε μόνο λαμβάνεται υπόψη, όταν αποδεικνύεται ότι μια συγκεκριμένη ρύθμιση είναι ικανή να περιορίσει τις εισαγωγές.
Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν σχετικώς ότι είναι απίθανο να ερμηνεύει το Δικαστήριο διαφορετικά τα άρθρα 30 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά το κριτήριο «να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών».
Και η Επιτροπή διατύπωσε αρχικά ανάλογη άποψη. Αφού παρατήρησε ότι οι δύο διατάξεις σκοπούν την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ενότητας της αγοράς, ότι πρόκειται δηλαδή για αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις, τάχθηκε — και στην περίπτωση που συντρέχουν παρόμοια αρνητικά αποτελέσματα — υπέρ της συνεπούς ερμηνείας που δεν αφήνει κανένα κενό και κατά την οποία εφαρμόζονται, σχετικά με το κριτήριο «να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών», τα ίδια κριτήρια και στις δύο περιπτώσεις. Κατά την προφορική διαδικασία όμως απέκλινε κάπως από την άποψη αυτή. Κατά την εν λόγω διαδικασία, η συζήτηση εντοπίστηκε στη σκέψη ότι, όταν τα εθνικά μέτρα ή οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων αναφέρονται στα ίδια οικονομικά γεγονότα, επιβάλλεται πανομοιότυπη ανάλυση των αποτελεσμάτων ο νομικός χαρακτηρισμός όμως δεν ακολουθεί την ίδια οδό, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις έχουν τη δική τους λογική και επομένως πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή.
Η ολλανδική κυβέρνηση τάχθηκε επίσης μ' αυτή την άποψη: υποστηρίζει σαφώς την αυτοτελή ερμηνεία του άρθρου 30, αφενός, και του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου.
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στο υποβληθέν ερώτημα αρμόζει η απάντηση κατά την αμέσως προεκταθείσα έννοια.
Είναι βεβαίως αληθές ότι μπορεί να συναχθεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης από την απόφαση στην υπόθεση 13/77 ( 2 ), η οποία είχε ως αντικείμενο ανάλογη διάταξη του βελγικού δικαίου και τούτο διότι στην απόφαση αυτή γίνεται δεκτό ότι μια εθνική νομοθετική διάταξη, που έχει ως αποτέλεσμα να ευνοήσει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης η οποία είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, είναι κατά κανόνα ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 30 και 34 (σκέψεις 33 ώς 35). Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση δίνει επίσης, σε άλλο χωρίο, έναν ορισμό σχετικά με το άρθρο 30 της Συνθήκης, κατά τον οποίο το σύστημα της ενιαίας αγοράς αποκλείει κάθε εθνική ρύθμιση που παρεμποοίζει άμεσα ή έμμεσα πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, όπως διευκρινίζει δε αμέσως μετά (σκέψεις 28 και 29) σχετικά με το άρθρο 86, πρέπει να εξετάζεται αν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών επηρεάζεται, πράγμα που υπονοεί την εφαρμογή διαφορετικών κριτηρίων («παρεμποδίζει» — «επηρεάζει»).
Κατά τα λοιπά, στη νομολογία απαντώνται συχνά και άλλες διατυπώσεις. Έτσι, στην απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58/64 ( 3 ), έγινε δεκτό, σχετικά με το κριτήριο «να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» που διατυπώνεται στο άρθρο 85, ότι πρέπει να εξετάζεται αν μια συμφωνία είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο ικανό να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών (Sig. 1966, σ. 495). Με την απόφαση στην υπόθεση 56/65 ( 4 ) το Δικαστήριο δέχτηκε σχετικώς, κατά τον ίδιο τρόπο, ότι πρέπει να εξετάζεται εκ των προτέρων μήπως μια συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να παρεμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς και να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πράγμα που συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση που έχει στεγανοποιηθεί η αγορά μεταξύ των κρατών μελών (Sig. 1966, σ. 359).
Κατ'ανάλογο τρόπο, το Δικαστήριο δέχτηκε, στην υπόθεση 71/74 ( 5 ), ότι η ρήτρα που περιορίζει την ελευθερία πραγματοποιήσεως εισαγωγών είναι ικανή να μεταβάλει τη φυσιολογική κατεύθυνση του ρεύματος του εμπορίου και να επηρεάσει έτσι το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο (Sig. 1975, σ. 584, σκέψεις 37 και 38). Τέλος, στην απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 ώς 215 και 218/78 ( 6 ), γίνεται επίσης λόγος, σχετικά με το άρθρο 85, για το ότι ορισμένοι περιορισμοί είναι ικανοί να μεταβάλουν το ρεύμα του εμπορίου από την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε διαφορετικά (σκέψη 172), αναφέρεται δε επίσης ότι πρέπει να εξετάζεται αν επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και τούτο κατά τρόπο που απειλεί να παρεμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών μελών (σκέψη 170). Όσον αφορά εξάλλου τους περιορισμούς επί των εισαγωγών, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 30, η νομολογία αφού δέχτηκε πρώτον, με την απόφαση στην υπόθεση 2/73 ( 7 ), ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε όλα τα μέτρα που έχουν το χαρακτήρα ολικής ή μερικής απαγόρευσης, καθώς και σε άλλα εμπόδια με το ίδιο αποτέλεσμα (σκέψη 7), χρησιμοποιεί έκτοτε συνήθως τον ορισμό ότι η εθνική ρύθμιση πρέπει να είναι ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (6λ. λόγου χάρη τις αποφάσεις στις υποθέσεις 190/73 ( 8 ) και 8/74 ( 9 )).
Πρέπει εξάλλου να τονίσω τη σημαντική ερμηνευτική αρχή, κατά την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο η λειτουργία μιας διάταξης όσο και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Από την πλευρά αυτή, οφείλω πρώτον να παρατηρήσω ότι οι διατάξεις της Συνθήκης που ενδιαφέρουν εν προκειμένω εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, δηλαδή το μεν άρθρο 85 σκοπεί τη διατήρηση υγιούς ανταγωνισμού, το δε άρθρο 30 την εξάλειψη των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ναι μεν υπάρχουν εξαιρέσεις και στις δύο περιπτώσεις (άρθρο 85, παράγραφος 3, και άρθρο 36), πλην όμως αναφέρονται σε τελείως διαφορετικές κατηγορίες.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η νομολογία η σχετική με τα εθνικά μέτρα στον τομέα του καθορισμού των τιμών και συγκεκριμένα όσον αφορά τον καθορισμό, από τη δημόσια αρχή, τιμών ή κατώτατων ορίων που εφαρμόζονται αδιάκριτα στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα, δηλαδή σε ολόκληρο το έδαφος κράτους μέλους (6λ. υπόθεση 82/77 ( 10 )). Αν τα κριτήρια του άρθρου 85 είχαν θεωρηθεί καθοριστικά εν προκειμένω, δύσκολα να μπορούσε να γίνει δεκτό ότι δεν υπάρχει μέτρο που επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε 6ε6αίως να αμφισβητηθεί ότι μια σχετική ευρείας εκτάσεως συμφωνία μεταξύ των επιχειρήσεων προκαλεί αυτό το αποτέλεσμα. Είναι όμως ενδεικτικό ότι το Δικαστήριο δέχεται σε τέτοιες περιπτώσεις — όσον αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ — ότι τα μέτρα αεν οννιστονν γενικώς εμπόδιο στις εισαγωγές το αντίθετο συμβαίνει μόνο σε ιδιάζουσες περιπτώσεις, όταν δηλαδή οι τιμές καθορίζονται σε επίπεδο που επηρεάζει δυσμενώς τα εισαγόμενα προϊόντα.
Το συμπέρασμα είναι λοιπόν ότι, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, η αναφερόμενη στο άρθρο 85 νομολογία δεν είναι αποφασιστικής σημασίας και ότι δεν μπορούμε, καταρχήν, παρά να παραπέμψουμε τον εθνικό δικαστή, ο οποίος καλείται να εξετάσει κάποια ρύθμιση υπό το φως της πρώτης αυτής διάταξης, στην προαναφερθείσα διατύπωση, η οποία και χρησιμοποιείται πάντα. Περαιτέρω υπενθυμίζω την απόφαση στην υπόθεση 13/77 ( 11 ), σχετικά με ένα βελγικό σύστημα σταθερών τιμών, κατά την οποία, ναι μεν τα αποτελέσματα είναι κατά κανόνα μόνο εσωτερικά σ'αυτή την περίπτωση — όταν δηλαδή οι τιμές καθορίζονται ελεύθερα από τους βιομηχάνους και τους εισαγωγείς και καθίστανται υποχρεωτικές δυνάμει εθνικού νομοθετικού μέτρου — ωστόσο όμως δεν αποκλείεται το σύστημα αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο (σκέψεις 50 ώς 54). Μπορούμε εξάλλου — διότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται για μέτρα που ρυθμίζουν τις τιμές κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας (βλ. λόγου χάρη τις αποφάσεις στις υποθέσεις 5/79 ( 12 ) και 16 ώς 20/70 ( 13 ), αλλά απλώς για τον αποκλεισμό του ανταγωνισμού επί των τιμών στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου — να ανατρέξουμε στην απόφαση επί της υποθέσεως 286/81 ( 14 ), όπου έγινε δεκτό ότι μια εθνική νομοθεσία που περιορίζει ορισμένα μέσα προωθήσεως των πωλήσεων είναι ικανή να παρεμποδίσει τις εισαγωγές και να περιορίσει τον όγκο τους.
Ωστόσο δεν χρειάζεται να εξεταστεί λεπτομερώς το ζήτημα — που επίσης συζητήθηκε κατά τη διαδικασία — αν, επειδή ο ανταγωνισμός ως προς τις τιμές μεταξύ εμπόρων που ενεργούν οι ίδιοι ως εισαγωγείς ή που βρίσκουν τους εισαγωγείς εκείνους που εφαρμόζουν ευνοϊκότερες τιμές δεν έχει πρακτική σημασία, η ύπαρξη πραγματικού ανταγωνισμού ως προς τις τιμές μεταξύ των εμπόρων λιανικής πωλήσεως βιομηχανοποιημένων καπνών μπορεί να καταλήξει στην αύξηση της ζητήσεως εισαγομένων προϊόντων και επομένως στην αύξηση των εισαγωγών ή μήπως αυτό είναι απίθανο, διότι στην περίπτωση των συνήθων εμπόρων λιανικής πωλήσεως το περιθώριο και στα εισαγόμενα προϊόντα είναι τόσο χαμηλό, ώστε η ζήτηση δεν επηρεάζεται από ορισμένες μειώσεις των τιμών σε μια αγορά την οποία χαρακτηρίζει η εμπιστοσύνη στη μάρκα και η στασιμότητα, και διότι οι πιο σημαντικές γενικές μειώσεις τιμών, αυτές που μπορούν να κάνουν λόγου χάρη τα μεγάλα καταστήματα, καταλήγουν μόνο στη μετάθεση των πωλήσεων σ' αυτούς τους εμπόρους εις βάρος των ειδικευμένων εμπόρων και δύσκολα επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Τελικά, μάλλον στο παρα-πέμπον δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει κατά πόσο ασκούν επιρροή τέτοιες σκέψεις.
Αν πάντως το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, οφείλω να προσθέσω ότι αποκλείεται η δικαιολόγηση βάσει των περιπτώσεων που λαμβάνονται υπόψη μόνο ως προς το άρθρο 36. Συγκεκριμένα οι θεωρήσεις οι σχετικές με την πολιτική των μεσαίων τάξεων — προστασία του ειδικευμένου λιανικού εμπορίου — οι οποίες είναι αποφασιστικής σημασίας για τον ολλανδικό νόμο δεν εμπίπτουν προφανώς σ' αυτές τις περιπτώσεις. Κατά το μέτρο όμως που ασκούν επιρροή οι περί φορολογικών ελέγχων απαιτήσεις, με την απόφαση στην υπόθεση 13/77 ( 15 ) διευκρινίστηκε ότι αυτές οι θεωρήσεις έχουν σημασία μόνο στο πλαίσιο της απαγόρευσης των πωλήσεων σε τιμή υψηλότερη της αναγραφόμενης στη φορολογική ταινία, ενώ η απαγόρευση πωλήσεως σε τιμή χαμηλότερη της αναγραφόμενης στην εν λόγω ταινία δεν επιβάλλεται κατ' ανάγκη από δημοσιονομικούς λόγους (σκέψεις 17 και 18).
2.
Στη συνέχεια, με το δεύτερο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν έχει σημασία, για την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ότι οι εισαγωγές εμποδίζονται μόνο σε πολύ χαμηλό βαθμό.
Το ερώτημα αυτό οφείλεται στον ισχυρισμό των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, κατά το οποίο — όσον αφορά τα μέτρα που επηρεάζουν το εμπόριο — τα ίδια κριτήρια είναι καθοριστικά τόσο για το άρθρο 30 όσο και για το άρθρο 85' κατά τη νομολογία όμως, το άρθρο 85 έχει εφαρμογή μόνο εφόσον το εμπόριο επηρεάζεται αιοάητά απόφαση στις υποθέσεις 209 ώς 215 και 218/78 ( 16 )).
Έχω τη γνώμη, όπως και η Επιτροπή, ότι σ' αυτό το ερώτημα αρμόζει αρνητική απάντηση. Σχετικά μπορεί να γίνει αναφορά στη νομολογία περί της απαγορεύσεως εισπράξεως φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, σύμφωνα με την οποία η απαγόρευση εφαρμόζεται — διότι οι σχετικές παρεκκλίσεις ερμηνεύονται στενά — ακόμη και όταν πρόκειται για ανεπαίααητο γενεσιουργό διακρίσεων αποτέλεσμα ισοδύναμο με δασμούς (υποθέσεις 52 και 55/65 ( 17 ), Sig. 1970, σ. 227), η απαγόρευση αναφέρεται δηλαδή σε κάάε οικονομική επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα (υπόθεση 2/73 ( 18 )), Sig. 1973, σ. 879, σκέψη 5). Προκύπτει έτσι ένα κριτήριο που ισχύει γενικά για τον τίτλο Ι της Συνθήκης («η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων»). Υπέρ του συμπεράσματος αυτού δεν συνηγορεί μόνο ο ευρύτατος ορισμός που δίνει η νομολογία στο άρθρο 30. Αξίζει να σημειωθεί σχετικώς ότι με την απόφαση στην υπόθεση 190/73 ( 19 ), που είχε ως αντικείμενο εθνικά μέτρα περιοριστικά της παραγωγής, έγινε δεκτό ότι η απαγόρευση των δασμών ή φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος καθώς και των ποσοτικών περιορισμών ή μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος αποβλέπει στην κατάργηση όλων των εμποδίων στην ελευθερία του ενδοκοινοτικού εμπορίου (Sig. 1974, σ. 1133, σκέψεις 8 ώς 12).
Περαιτέρω, δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί το ότι δυνάμει του άρθρου 85 — σχετικά με τη φράση «να επηρεάσουν το εμπόριο» — μπορεί να υποστηριχτεί διαφορετικό κριτήριο.
Εν προκειμένω ασκούν προφανώς επιρροή θεωρήσεις που αναφέρονται τόσο στη συμβατική ελευθερία των επιχειρήσεων, στις οποίες και απευθύνονται οι διατάξεις του άρθρου 85, όσο και στα προβλήματα που δημιουργεί ο διοικητικός έλεγχος στοιχείων που ανάγονται στο δίκαιο των συμπράξεων εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία έχει στο θέμα αυτό σημαντικά καθήκοντα. Οι θεωρήσεις αυτές δεν ασκούν βεβαίως καμία επιρροή στην περίπτωση κανόνων που απευθύνονται στα κράτη μέλη και που, λόγω της οικονομίας τους, έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
3.
Στη συνέχεια, το τρίτο ερώτημα αναφέρεται στο αν πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο τα αποτελέσματα της επίδικης ρύθμισης ή και το γεγονός ότι, λόγω των διαφορετικών δημοσιονομικών διατάξεων των κρατών μελών, υπάρχουν και άλλα εμπόδια στη συγκεκριμένη αγορά.
Σχετικά θα παραπέμψω και πάλι στην απόφαση επί της υποθέσεως 13/77 ( 20 ). Όπως γνωρίζετε, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται η επιλογή τις οικείας μεθόδου δημοσιονομικού ελέγχου των βιομηχανοποιημένων καπνών που πωλούνται στο έδαφος του και ότι, λόγω της ανάγκης τηρήσεως των διατάξεων περί ελέγχων — που είναι αυστηρές και συχνά περίπλοκες, επιπλέον δεν διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο — οι εισαγωγές και οι εξαγωγές βιομηχανοποιημένων καπνών υπόκεινται σε αναπόφευκτα εμπόδια (σκέψεις 13 ώς 16). Επομένως, για να εκτιμηθεί ένα σύστημα σταθερών τιμών λιανικής πωλήσεως υπό το φως του άρθρου 30 πρέπει να ερευνηθεί, λαμβανομένων υπόψη των εμποδίων δημοσιονομικού χαρακτήρα που επηρεάζουν τον τομέα των εν λόγω προϊόντων, αν ένα τέτοιο σύστημα διατιμήσεως είναι καάαυτό ικανό να παρεμποδίσει τις εισαγωγές μεταξύ κρατών μελών (σκέψεις 55 και 56).
Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού το συμπέρασμα ότι, για να γίνει μια εκτίμηση όπως αυτή που απαιτείται στην κύρια δίκη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα εμπόδια που συμβιβάζονται προς τη Συνθήκη και όχι όλα τα άλλα δυνατά εμπόδια. Κατά την άποψη μου — όπως παρατήρησα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 13/77 ( 20 ), μέχρι στιγμής δε το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί σαφώς επ'αντον τον δέματος — είναι κάλλιστα δυνατό να προσδιοριστούν τα εμπόδια που επηρεάζουν γενικώς το εμπόριο βιομηχανοποιημένου καπνού, αφού δε γίνει αυτό, τότε μόνον τίθεται το ζήτημα αν μπορεί ακόμη να γίνει λόγος — αφού τεθούν κατά μέρος όλα τα ασυμβίβαστα προς τη Συνθήκη μέτρα — για τα αποτελέσματα του συστήματος τιμών επί των ρευμάτων του εμπορίου. Σχετικώς, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, όσον αφορά την αγορά καπνού, ιδίως η εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων — λόγου χάρη η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος πωλήσεως σε κάποιον εισαγωγέα — και η διοικητική πρακτική που συνίσταται στο να μη χορηγούνται διαφορετικές φορολογικές ταινίες για την ίδια μάρκα τσιγάρων, την οποία η Επιτροπή θεωρεί αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 72/464 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35), είναι πράγματι προφανές ότι υπάρχουν αρκετές δυνατότητες ανταγωνισμού ως προς τις τιμές σχετικά με μια μάρκα τσιγάρων, στην περίπτωση που οι εισαγωγές μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω διαφόρων εισαγωγέων οι οποίοι εφαρμόζουν αυτόνομη πολιτική ως προς τις τιμές ή στην περίπτωση που ο εισαγωγέας μπορεί να εφαρμόσει διαφορετικές τιμές για μια μάρκα, μέσω διαφορετικών φορολογικών ταινιών, οι οποίες πρέπει να επιτίθενται από το βιομήχανο. Είναι επίσης προφανές ότι κατ' αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η αύξηση της ζητήσεως ορισμένων πρ'οϊόντων — ιδίως εισαγόμενων — και ότι αυτό έχει επίδραση στον όγκο του εμπορίου, επίδραση της οποίας την έλλειψη επικρίνει η Επιτροπή, όταν δεν υπάρχει καθόλου ανταγωνισμός ως προς τις τιμές στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου. Μπορεί όμως κάλλιστα να προκύψει ότι οι διατάξεις περί τηρήσεως τιμών που αναγράφονται στις φορολογικές ταινίες δεν ασκούν, καααντές, καμιά επίδραση στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
4.
Στη συνέχεια, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν στο τρίτο ερώτημα αρμόζει διαφορετική απάντηση στην περίπτωση που το υπό εξέταση μέτρο δεν έχει, καθαυτό και κατά την κρίση του παραπέμποντος δικαστηρίου, περιοριστικά επί του εμπορίου αποτελέσματα.
Λόγω της συνάφειας μεταξύ όλων των υποβληθέντων ερωτημάτων, η έννοια του ερωτήματος αυτού δεν μου φαίνεται πολύ σαφής. Έχω πάντως την εντύπωση ότι, ύστερα από όσα ανέπτυξα επί του τρίτου ερωτήματος, δεν απαιτούνται άλλες παρατηρήσεις σχετικώς. Συγκεκριμένα θεωρώ περιττό — έγινε λόγος σχετικά κατά τη διαδικασία — να τονίσω το γεγονός ότι η πεποίθηση του παραπέμποντος δικαστηρίου, την οποία προδίδει η διατύπωση του τετάρτου ερωτήματος, είναι ενδεχομένως πεπλανημένη και ότι οι αντικειμενικές διαπιστώσεις που θα γίνουν με τη βοήθεια των πραγματογνωμόνων μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση. Βεβαίως, ανήκει στην αρμοδιότητα του παραπέμποντος δικαστηρίου να προβεί στην επιβαλλόμενη εν προκειμένω εκτίμηση βάσει των κριτηρίων που θα δεχτεί το Δικαστήριο. Αν ένας από τους διαδίκους αμφισβητεί την ορθότητα αυτής της εκτίμησης, έχει βεβαίως το δικαίωμα να φέρει την υπόθεση ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου και να επιδιώξει με τα κατάλληλα μέσα την τροποποίηση της.
5.
Τέλος, απομένει να εξεταστεί — απαντώντας στο πέμπτο ερώτημα — το ζήτημα αν το άτομο το οποίο παρέβη τις διατάξεις περί συστήματος καθέτου διατιμήσεως, που δεσμεύουν όλους τους επιχειρηματίες του οικείου τομέα, μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον του εθνικού δικαστή το ασυμβίβαστο της εν λόγω ρύθμισης προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης.
Η υποβολή του ερωτήματος αυτού οφείλεται στην άποψη των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, ότι δηλαδή, εφόσον το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις να εφαρμόζουν σύστημα καθέτου διατιμήσεως εφαρμοζόμενο εντός κράτους μέλους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται να προκύπτει το ίδιο αποτέλεσμα από εθνική νομοθετική διάταξη — κάτι σαν υποχρεωτική σύμπραξη.
Σχετικώς πρέπει πρώτον να σημειωθεί ότι, όπως δέχεται η επί του άρθρου 5 νομολογία, η διάταξη αυτή θεσπίζει γενική υποχρέωση των κρατών μελών, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οποίας εξαρτάται, αναλόγως της περιπτώσεως, από τις διατάξεις της Συνθήκης ή τους κανόνες που συνάγονται από τη γενική της οικονομία (απόφάση στην υπόθεση 2/73 ( 21 ), Sig. 1973, σ. 878, σκέψη 4). Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχτεί ότι το μεν άρθρο 86 απευθύνεται στις επιχειρήσεις, το δε άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συνθήκης προβλέπει την υποχρέωση να μη λαμβάνονται ούτε να διατηρούνται σε ισχύ μέτρα ικανά να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα αυτής της διάταξης τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μη θεσπίζουν μέτρα που επιτρέπουν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να μην εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν τα άρθρα 85 ώς 94 της Συνθήκης (απόφαση στην υπόθεση 13/77 ( 22 ), σκέψεις 30 ώς 35).
Είναι όμως προφανές ότι αυτό δεν δικαιολογεί την άποψη που υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι' δεν μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, η εκτίμηση των εθνικών μέτρων πρέπει να γίνεται απευθείας βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν δεν λάβουμε υπόψη τη διατύπωση της απόφασης στην υπόθεση 13/77 ( 22 ), υπέρ της απόψεως αυτής δεν συνηγορεί μόνο το γεγονός ότι, διαφορετικά, θα έχανε τη σημασία της η νομολογία η σχετική με τα εθνικά μέτρα περί τιμών που εκτιμήθηκαν υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικά, μπορούμε να ανατρέξουμε και στην απόφαση επί της υποθέσεως 5/79 ( 23 ), που είχε ως αντικείμενο ένα νομικό σύστημα παγώματος των τιμών και με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε σαφώς ότι, επειδή δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, το σύστημα αυτό που επέβαλε η δημόσια αρχή δεν μπορούσε να εκτιμηθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 85.
6.
Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα που υπέβαλε το Arrondissementsrechtbank της Ουτρέχτης αρμόζουν οι ακόλουθες απαντήσεις:
α)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει — όσον αφορά τα εμπόδια στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών — αυτοτελή σημασία. Λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων που ανέφερα, αποκλείεται η αναδρομή στην επί του άρθρου 85 νομολογία, το δε άρθρο 30, αντιθέτως, λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν αποδεικνύεται ότι τα εθνικά μέτρα είναι ικανά να εμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
6)
Το άρθρο 30 εφαρμόζεται και στην περίπτωση όπου τα εθνικά μέτρα εμποδίζουν τις εισαγωγές μόνο σε πολύ χαμηλό βαθμό.
γ)
Κατά την εκτίμηση ρυθμίσεως όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, λαμβάνεται υπόψη επίσης το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλα εμπόδια στο εμπόριο στον οικείο τομέα. Συγκεκριμένα, πρέπει να εξετάζεται αν, μετά την εξάλειψη άλλων μέτρων ασυμβίβαστων προς την κοινή αγορά, μπορεί ακόμη να λεχθεί ότι η υπό κρίση ρύθμιση παράγει επιβλαβή αποτελέσματα για το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
δ)
Μια εθνική ρύθμιση που ισοδυναμεί με σύστημα κάθετης διατίμησης, που εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες στον οικείο τομέα, εξετάζεται αποκλειστικά βάσει του άρθρου 30 και όχι, αν δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 16. 11. 1977 στην υπόθεση 13/77, GB-Inno-BM κατά Vereniging van de Kleinhandelaars in Tabak (ATAB), Sig. 1977, σ. 2115.
( 3 ) Απόφαση της 13. 7.1966 στις συνεκδικασθείσες υπο8έσεις 56, 58/64, Consten GmbH και Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1966, σ. 429.
( 4 ) Απόφαση της 30. 6. 1966 στην υπόθεση 56/65, Société technique minière (LTM) κατά Maschinenbau Ulm GmbH (MBU), Slg. 1966, σ. 337.
( 5 ) Απόφαση της 15ης Μαΐου 1975 στην υπόθεση 71/74, Nederlandse Vereniging voor Fruit en Groentenimporthandel και Nederlandse Bond van Grossiers in Zuidvruchten en ander Geïmporteerd Fruit «Frubo» κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1975, σ. 563.
( 6 ) Απόφαση της 29. 10. 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 ώς 215 και 218/78, Heintz van Landewyk Siri κλπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1980, σ. 3125.
( 7 ) Απόφαση της 12. 7. 1973 στην υπόθεση 2/73, Riseria Luigi Geddo κατά Ente Nazionale Risi, Slg. 1973, σ. 865.
( 8 ) Απόφαση της 30. 10. 1974 στην υπόθεση 190/73, Ποινική δίκη κατά J.W.J. Haaster, Sig. 1974, σ. 1123.
( 9 ) Απόφαση της 11. 7. 1974 στην υπόθεση 8/74, Εισαγγελική Αρχή κατά Benoît και Gustave Dassonville, Sig. 1974, σ. 837.
( 10 ) Απόφαση της 24. 1. 1978 στην υπόθεση 82/77, Εισαγγελική Αρχή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών κατά Jacobus Philippus van Tiggde, Sig. 1978, σ. 25.
( 11 ) Απόφαση της 16. 11. 1977 στην υπόθεση 13/77, GB-Inno-BM κατά Vereniging van de Kleinhandelaars in Tabak (ATAB), Sig. 1977, σ. 2115.
( 12 ) Απόφαση της 18. 10. 1979 στην υπόθεση 5/79, Ποινική δίκη κατά Hans Buys, Han Pesch και Yves Dullieux και Denkavit France Sari, Slg. 1979, σ. 3203.
( 13 ) Απόφαση της 6. 11. 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 ώς 20/79, Ποινική δίκη κατά Joseph Danis κλπ., Sig. 1979, σ. 3327.
( 14 ) Απόφαση της 15. 12. 1982 στην υπόθεση 286/81, Ποινική δίκη κατά Oosthoek's Uitgeversmaatschappij, Συλλογή 1982, σ. 4575.
( 15 ) Απόφαση της 16. 11. 1977 στην υπόθεση 13/77, GB- Inno-BM κατά Vereniging van de Kleinhandelaars in Tabak (ATAB), Sig. 1977, σ. 2115.
( 16 ) Απόφαση της 29. 10. 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 ώς 215 και 218/78, Heintz van Landewyk Sari κλπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1980, σ. 3125.
( 17 ) Απόφαση της 16. 6. 1966 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 52 και 55/65, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1966, σ. 227.
( 18 ) Απόφαση της 12. 7. 1973 στην υπόθεση 2/73, Riseria Luigi Geddo κατά Ente Nazionale Risi, Sig. 1973, σ. 865.
( 19 ) Απόφαση της 30. 10. 1974 στην υπόθεση 190/73, Ποινική δίκη κατά J.W.J. Haaster, Sig. 1974, σ. 1123.
( 20 ) Απόφαση της 16. 11. 1977 στην υπόθεση 13/77, GB-Inno-BM κατά Vereniging van de Kleinhandelaars in Tabak (ATAB), Sig. 1977, σ. 2115.
( 21 ) Απόφαση της 12. 7. 1973 στην υπόθεση 2/73, Riseria Luigi Geddo κατά Ente Nazionale Risi, Sig. 1973, σ. 865.
( 22 ) Απόφαση της 16. 11. 1977 στην υπό9εση 13/77, GB-Inno-BM κατά Vereniging van de Kleinhandelaars in Tabak (ATAB), Sig. 1977, σ. 2115.
( 23 ) Απόφαση της 18. 10. 1979 στην υπόθεση 5/79, Ποινική δίκη κατά Hans Buys, Han Pesch και Yves Dullieux και Denkavit France Sari, Slg. 1979, σ. 3203.
Full & Egal Universal Law Academy