ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 6 ΙΟΥΛΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1. Τα ουσιωδέστερα πραγματικά περιστατικά
Με την υπό κρίση προσφυγή που ασκήθηκε από γερμανό παραγωγό χάλυβα, την εταιρεία Thyssen AG, που στο εξής 9α αναφέρεται ως προσφεύγουσα, ζητείται η ακύρωση μιας απόφασης της Επιτροπής, της 18ης Ιουνίου 1982, με την οποία επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΚΑΧ, πρόστιμο 288825 ECU, επειδή υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 1981. Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι της ανακοίνωσε την ακριβή ποσόστωση παραγωγής για το τέταρτο τρίμηνο του 1980 πολύ καθυστερημένα, ώστε δεν ήταν πλέον σε θέση να χρησιμοποιήσει ολόκληρη την ποσόστωση αυτή. Είναι βέβαιο ότι στην προσφεύγουσα ανακοινώθηκε ποσόστωση για τα προϊόντα της κατηγορίας Ι (προϊόντα ελάσεως), ύψους 1159701 τόνων, στις 3 Νοεμβρίου 1980. Επειδή διαπιστώθηκε ότι η ποσόστωση αυτή είχε υπολογιστεί εσφαλμένα, η προσφεύγουσα πληροφόρησε σχετικά την Επιτροπή με τηλετύπημα της 11ης Νοεμβρίου. Με πράξη της 11ης Δεκεμβρίου 1980, που περιήλθε στην προσφεύγουσα στις 17 Δεκεμβρίου, η Επιτροπή καθόρισε την τριμηνιαία ποσόστωση σε 1227736 τόνους. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καθυστερημένη αυτή πράξη την εμπόδισε να εκτελέσει όλες τις παραγγελίες που αφορούσαν την παράδοση, στην επιχείρηση Stahlwerke Bochum AG (SWB), πρώτων υλών για την παραγωγή μαγνητικών λαμαρινών μη προσανατολισμένων κόκκων. Για να μπορέσει δε να πραγματοποιήσει τις παραδόσεις αυτές, η προσφεύγουσα υπερέβη την ποσόστωση της για το πρώτο τρίμηνο του 1981 κατά 3851 τόνους, πράγμα που οδήγησε την Επιτροπή να της επιβάλει πρόστιμο 75 ECU για κάθε τόνο που είχε παραχθεί επιπλέον, σύμφωνα με το κριτήριο που αναφέρεται στο άρθρο 9 της γενικής απόφασης 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ABI. L 291, 1980, σ. 1).
Βάσει πέντε λόγων τους οποίους προβάλλει, η προσφεύγουσα προσπαθεί να αποδείξει ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να επιβάλει πρόστιμο για την υπέρβαση αυτή.
2. Η σημασία του άρθρου 9 της γενικής απόφασης 2794/80
Πριν συζητήσω χωριστά τους λόγους που προβάλλει η προσφεύγουσα, θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί λεπτομερέστερα η σημασία του άρθρου 9 της γενικής απόφασης. Το κείμενο των δύο πρώτων παραγράφων του εν λόγω άρθρου έχει ως εξής:
«Στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν την ποσόστωση παραγωγής που τους έχει καθοριστεί ή το μέρος της εν λόγω ποσόστωσης το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, είναι δυνατό να παραδοθεί στην κοινή αγορά, επιβάλλεται πρόστιμο που κατά κανόνα ανέρχεται σε 75 ECU για κάθε τόνο υπέρβασης συνήθους χάλυβα και σε 150 ECU για κάθε επιπλέον τόνο ειδικού χάλυβα.
Σε περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχείρησης υπερβαίνει την ποσόστωση κατά 10% και περισσότερο ή αν η επιχείρηση ήδη υπερέβη, κατά τη διάρκεια ενός των προηγούμενων τριμήνων, την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα μπορούν να ανέλθουν μέχρι το διπλάσιο των εν λόγω ποσών για κάθε τόνο ...»
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου και με τους τρίτο και τέταρτο λόγους ακύρωσης που προβάλλει, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι για τους λόγους που αναφέρει και τους οποίους θα εξετάσω πιο κάτω, η Επιτροπή δεν έπρεπε να επιβάλει πρόστιμο για υπέρβαση της ποσόστωσης. Με το απαντητικό της υπόμνημα, η προσφεύγουσα προσθέτει γενικά ότι για τους λόγους αυτούς δεν είναι καταλογιστέα σ' αυτήν η υπέρβαση της ποσόστωσης, ώστε βάσει της αρχής «nulla poena sine culpa» δεν μπορούσε να τιμωρηθεί με πρόστιμο. Κατά της επίκλησης της αρχής αυτής και ως απάντηση στους διάφορους λόγους, η Επιτροπή αντιτείνει ότι, όταν μια επιχείρηση υπερβεί την ποσόστωση της, αυτή είναι υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 9 που αναφέρθηκε, να της επιβάλει πρόστιμο.
Με την ανταπάντηση της, αποσαφήνισε την άποψη αυτή, δηλώνοντας ότι, κατ' αυτήν, το πρόστιμο που αναφέρεται στο άρθρο 9 δεν έχει χαρακτήρα ποινικής κύρωσης και ότι, συνεπώς, η ενδεχόμενη έλλειψη πταίσματος εκ μέρους της επιχείρησης δεν μπορεί να έχει σημασία. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η άποψη αυτή επανελήφθη και διευκρινίστηκε μετά από ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο. Τόσο με την ανταπάντηση της όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ως προς το σημείο αυτό ότι το πρόστιμο που προβλέπει το άρθρο 9 δεν έχει χαρακτήρα κύρωσης, εφόσον η εν λόγω διάταξη προβλέπει μια αυτόματη διαδικασία που έχει ως αντικείμενο την αφαίρεση του πλεονεκτήματος που έχει αποκτηθεί με την παράνομη παραγωγή.
Κατά τη γνώμη μου αυτή η άποψη της Επιτροπής δεν ευσταθεί. Η επιβολή προστίμων προβλέπεται στη συνθήκη ΕΚΑΧ στα άρθρα 47, τρίτη παράγραφος, 54, έκτη παράγραφος, 58, τέταρτη παράγραφος, 59, έβδομη παράγραφος, 64, 65, πέμπτη παράγραφος, 66, πέμπτη παράγραφος, εδάφιο 1, έκτη και έβδομη παράγραφοι, και 68, έκτη παράγραφος. Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, η συνθήκη χρησιμοποιεί τη λέξη «πρόστιμο», όρος που δεν είναι δυνατό να εννοηθεί διαφορετικά, παρά μόνο υπό την έννοια ενός χρηματικού ποσού που επιβάλλεται ως ποινή (διοικητική κύρωση). Το άρθρο 36, δεύτερη παράγραφος, επιτρέπει την άσκηση προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας κατά των αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο βάσει ενός εκ των ανωτέρω άρθρων και αναφέρει σχετικά τη φράση «χρηματικές ποινές». Τα άρθρα 90 και 91 χρησιμοποιούν επίσης τους όρους αυτούς. Σχετικά, το άρθρο 90 περιέχει, στην τελευταία του φράση, μια έκφανση της αρχής που είναι χαρακτηριστική στο ποινικό δίκαιο και σύμφωνα με την οποία για το ίδιο γεγονός δεν είναι δυνατό να επιβληθεί κύρωση δύο φορές. Ήδη για τους λόγους αυτούς, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η ερμηνεία κατά την οποία ο όρος «πρόστιμο» καλύπτει, εκτός από ένα πρόστιμο που επιβάλλεται ως ποινή, και ορισμένα, καθαρά διοικητικού και οικονομικού χαρακτήρα, μέτρα που αποσκοπούν στην αφαίρεση ενός αποκτηθέντος πλεονεκτήματος και τα οποία μπορούν να συγκριθούν με τις αντισταθμιστικές πληρωμές στο πλαίσιο μιας συμφωνίας στον τομέα των ποσοστώσεων πώλησης. Προσθέτω ότι ο χαρακτήρας ενός προστίμου που αποσκοπεί στην αφαίρεση ενός πλεονεκτήματος που έχει αποκτηθεί παράνομα, με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι το πρόστιμο αυτό δεν έχει ποινικό χαρακτήρα. Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένας λόγος τα πρόστιμα που επιβάλλονται βάσει της συνθήκης ΕΚΑΧ να εννοηθούν διαφορετικά απ' ό,τι τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 87 της συνθήκης ΕΟΚ, όπως αυτό τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 15 του κανονισμού 17/62. Με την απόφαση του στην υπόθεση 45/69 (Sig. 1970, σ. 811), το Δικαστήριο χαρακτήρισε τα πρόστιμα αυτά ως «κυρώσεις».
Το κείμενο των παραπάνω διατάξεων της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν αναφέρει αν, για να είναι δυνατό να επιβληθεί πρόστιμο, είναι πάντοτε αναγκαία η ύπαρξη πταίσματος ή πρόθεσης, ούτε δε από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι η έλλειψη πταίσματος αποκλείει την επιβολή προστίμου. Μόνο το άρθρο 65, παράγραφος 5, αναφέρει ρητά ως προϋπόθεση την ύπαρξη πταίσματος, ενώ για τα άρθρα 47, τρίτη παράγραφος και 66 είναι δυνατό να συναχθεί από τη συμπεριφορά που περιγράφεται στα άρθρα αυτά. Για τις διατάξεις περί ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΟΚ, η προϋπόθεση αυτή διατυπώνεται ρητά στο άρθρο 15 του κανονισμού 17/62. Δεδομένου ότι στα περισσότερα από τα κράτη μέλη εφαρμόζεται η αρχή «nulla poena sine culpa», όπως εξάλλου την ανέλυσε λεπτομερώς η προσφεύγουσα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, νομίζω ότι η αρχή αυτή πρέπει να ισχύει και για τα πρόστιμα που προβλέπουν οι διατάξεις ΕΚΑΧ, τις οποίες ανέφερα. Ως προς το σημείο αυτό, παραπέμπω επίσης στο άρθρο του J. J. Jeschek, Die Strafgewalt übernationaler Gemeinschaften, Zeitschrift für die gesamte Strafrechtswissenschaft, τόμος 65 (1953), σ. 510, και R. Winkler, Die Rechtsnatur der Geldbuße im Wettbewerbsrecht der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft, Tübingen, 1971, σσ. 87 και επ. Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή ήδη έχει αναγνωρίσει ότι, αν τα πρόστιμα έχουν ποινικό χαρακτήρα, εφαρμόζεται η ανωτέρω αρχή.
Για πληρέστερη κατανόηση, υπενθυμίζω ακόμη ότι, δεδομένης της φύσης της οικονομικής συμπεριφοράς για την οποία το άρθρο 58 απειλεί την επιβολή προστίμου, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό μια επιχείρηση να μπορεί να αποδείξει την πλήρη έλλειψη πταίσματος. Ως εκ τούτου, θεωρώ δικαιολογημένο το γεγονός ότι το άρθρο 9 της γενικής απόφασης προϋποθέτει την ύπαρξη πταίσματος, αλλά όχι και το ότι η Επιτροπή θέλει ακόμη να αποκλείσει και τη δυνατότητα ανατροπής του τεκμηρίου αυτού. Όταν η συμπεριφορά μιας επιχείρησης οφείλεται καθ' ολοκληρία σε διοικητικές πράξεις του κοινοτικού οργάνου δυνάμενες να προσβληθούν αυτές καθαυτές, η επίκληση της παράνομης συμπεριφοράς, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή της παραβίασης μιας άλλης αρχής της χρηστής διοίκησης που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, αρκεί γενικότερα για να επιφέρει την ακύρωση της σχετικής διοικητικής πράξης ή την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω υπηρεσιακού πταίσματος. Η ανάγκη της δυνατότητας άσκησης προσφυγής ακύρωσης κατά απόφασης με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο, επειδή, λόγω υπηρεσιακού πταίσματος της Επιτροπής, ελλείπει οποιοδήποτε πταίσμα του προσφεύγοντος, δεν αποκλείεται βέβαια από τη δυνατότητα επίκλησης διαπραχθέντος υπηρεσιακού πταίσματος, αλλά περιορίζεται ακόμη περισσότερο. Η πρακτική σημασία του σιωπηρά αναγνωριζόμενου στοιχείου, δηλαδή του μαχητού τεκμηρίου της ύπαρξης πταίσματος που συνάγεται από την περιγραφή της σχετικής συμπεριφοράς, νομίζω συνεπώς ότι συνίσταται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται το ποοό του προστίμου. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η ύπαρξη είτε υποκειμενικών στοιχείων εκ μέρους της επιχείρησης, είτε εξωτερικών στοιχείων που προκαλούν την παράβαση (συμπεριλαμβανόμενης και της συμπεριφοράς της Επιτροπής), τα οποία αντιτίθενται στον πλήρη αυτοματισμό του καθορισμού του ποσού του προστίμου.
Αν γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή των διατάξεων της συνθήκης ΕΚΑΧ περί προστίμων, τίθεται το ερώτημα αν το άρθρο 9 της γενικής απόφασης είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 58, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Το πρόβλημα αυτό αφορά τρία συναφή ερωτήματα:
1)
το δεσμευτικό περιεχόμενο του άρθρου 9 συμβιβάζεται με το άρθρο 58, παράγραφος 4, στο οποίο αναφέρεται η φράση «δύναται να επιβάλει» ;
2)
το άρθρο 9 αποκλείει την έννοια ύπαρξης μαχητού τεκμηρίου σχετικά με την ύπαρξη πταίσματος; και
3)
το άρθρο 58, παράγραφος 4, αποκλείει — ανεξάρτητα από το θέμα του πταίσματος — τον καθορισμό, εκτός από το γενικό ανώτατο όριο που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, σταθερών ποσών γενικής εφαρμογής για τα πρόστιμα που πρέπει να επιβληθούν;
Όσον αφορά τα ερωτήματα αυτά, τονίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 9 δεν είναι δυνατό να αποτελέσει τη νομική βάση των αποφάσεων επιβολής προστίμου, οι οποίες προβλέπονται από τη γενική απόφαση. Ως έρεισμα των αποφάσεων αυτών παραμένει το άρθρο 58, παράγραφος 4. Το άρθρο αυτό δεν μπορεί επίσης, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, να θεωρηθεί ουσιαστικά ως εξουσιοδότηση που έχει παρασχεθεί στην Επιτροπή, ως νομοθέτη, να θεσπίζει πρόστιμα. Νομίζω ότι αυτό συνεπάγεται ότι, αντίθετα προς την άποψη της Επιτροπής, με το άρθρο 9, που έχει δεσμευτική ισχύ, απλώς διευκρινίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές που λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή όταν ασκεί την εξουσία που της παρέχει το άρθρο 58, παράγραφος 4. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές αφορούν κυρίως (άρθρο 9, πρώτη παράγραφος) την αφαίρεση του πλεονεκτήματος που έχει αποκτηθεί παράνομα. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 έχει περισσότερο έντονο ποινικό χαρακτήρα. Η αρμοδιότητα της Επιτροπής να διατυπώνει παρόμοιες κατευθυντήριες γραμμές για την ίδια της την πρακτική δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 4, νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί είτε από την εξουσία που το άρθρο 58 παρέχει γενικά στην Επιτροπή, δηλαδή να θεσπίζει σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής, είτε να θεωρηθεί ότι συνάγεται έμμεσα από το ίδιο το άρθρο 58, παράγραφος 4. Η τελευταία αυτή άποψη παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει επίσης, αν χρειαστεί, τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής άλλων διατάξεων της συνθήκης ΕΚΑΧ σχετικά με την επιβολή προστίμων. Πράγματι, αντίθετα προς το άρθρο 58, παράγραφος 2, οι εν λόγω διατάξεις δεν προβλέπουν πάντοτε ρητά πρόσθετη νομοθετική εξουσία της Επιτροπής. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και η Επιτροπή θεωρεί εξάλλου το άρθρο 58, παράγραφος 4, ως τη νομική βάση του άρθρου 9 της γενικής απόφασης.
Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι το κείμενο του άρθρου 9 δεν έχει συνταχθεί κατά τρόπο ώστε να πρέπει να επιβληθεί αυτόματα πρόστιμο, μόλις υπάρξει υπέρβαση της ποσόστωσης, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ανατροπής του τεκμηρίου περί ύπαρξης πταίσματος, που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Οι λέξεις «κατά κανόνα», που περιέχει η πρώτη παράγραφος, νομίζω ότι μπορούν κάλλιστα να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι αναφέρονται όχι μόνο στο ποσό του προστίμου, αλλά και στην επιβολή του το ίδιο ισχύει και για τη φράση «θα μπορούν», που χρησιμοποιείται στη δεύτερη παράγραφο. Πράγματι, θα ήταν παράλογο να αναγνωριστεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να παρεκκλίνει, όταν χρειαστεί, από τον κανόνα του άρθρου 9, όσον αφορά το ποσόν του προστίμου, και να μην της αναγνωριστεί η αρμοδιότητα αυτή για ό,τι αφορά την ίδια την επιβολή του προστίμου. Εξάλλου, η δεύτερη παράγραφος της διάταξης αυτής δείχνει ότι η σοβαρότητα του πταίσματος μπορεί οπωσδήποτε να παίξει ρόλο κατά την επιβολή του προστίμου.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα που έθεσα, προσθέτω ακόμη ότι τα σταθερά ποσά των προστίμων που έχουν θεσπιστεί, μου φαίνεται ότι, κατά κανόνα, πράγματι αποτελούν μια εύλογη γενική βάση. Ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχουν υποκειμενικά ελαφρυντικά στοιχεία υπέρ της επιχείρησης, η απαίτηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος των ποσοστώσεων νομίζω ότι πράγματι δικαιολογεί, τις περισσότερες φορές τουλάχιστον την αφαίρεση του πλεονεκτήματος που έχει αποκτηθεί παράνομα. Η απόδειξη ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πταίσμα ή η απόδειξη ύπαρξης πταίσματος της Επιτροπής, το οποίο προξένησε την παράβαση πρέπει εντούτοις, ενδεχομένως σε συνδυασμό με την απόδειξη έλλειψης του υποτιθέμενου πλεονεκτήματος, να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική απόφαση.
Για το λόγο αυτό, εν συμπεράσματι, θεωρώ ότι το κείμενο του άρθρου 9 της γενικής απόφασης δεν αποκλείει αναγκαστικά την ύπαρξη, έμμεσα, του στοιχείου που συνίσταται σε ένα μαχητό τεκμήριο σχετικά με την ύπαρξη πταίσματος, που πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή και τον καθορισμό των προστίμων. Διαφορετική ερμηνεία μου φαίνεται ότι είναι αντίθετη τόσο προς το κείμενο του άρθρου 58, παράγραφος 4, όσο και προς ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου σχετικά με τις κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών κυρώσεων. Οι λόγοι που έχει προβάλει η προσφεύγουσα προτείνω να εξεταστούν στο εξής υπ' αυτό το πρίσμα.
3. Πρώτος λόγος: το παράνομο της γενικής απόφασης 2794/80
Με τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα επικαλείται το παράνομο της γενικής απόφασης 2794/80, διότι η απόφαση αυτή υπήγαγε στο σύστημα ποσοστώσεων τις πρώτες ύλες που προορίζονται για την κατασκευή μαγνητικών λαμαρινών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της προσβαλλόμίνης απόφασης περί επιβολής προστίμου και της εν λόγω γενικής απόφασης. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η άποψη αυτή διασαφηνίστηκε υπό την έννοια ότι τέτοιος δεσμός δεν υπάρχει, εφόσον η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα του καθορισμού της ποσόστωσης για το πρώτο τρίμηνο του 1981. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν νομίζω ότι ευσταθεί. Το παράνομο του καθορισμού της ποσόστωσης για την υπό κρίση περίοδο αποδεικνύεται αυτόματα, αν η γενική απόφαση ήταν παράνομη ως προς το σημείο αυτό. Πράγματι, η απόφαση περί επιβολής προστίμου αναφέρεται σε συμπεριφορά που απαγορεύεται από τη γενική απόφαση και η οποία προσδιορίστηκε λεπτομερέστερα για την προσφεύγουσα με τον καθορισμό της ποσόστωσης της. Επιπλέον, δεν είναι δυνατό να συναχθεί τέτοια απαίτηση από το κείμενο του άρθρου 36, τρίτη παράγραφος. Γενικότερα, η ερμηνεία του άρθρου 36, τρίτη παράγραφος, την οποία προβάλλει η Επιτροπή, νομίζω ότι είναι αντίθετη προς την εφαρμογή της διάταξης αυτής, όπως την προσδιόρισε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις 9/56 (Sig. IV 1958, σ. 9, ιδίως σσ. 26 και 27) και 10/56 (Sig. IV 1958, σ. 51, ιδίως σ. 66).
Όπως αναφέρθηκε, με τον πρώτο λόγο στην ουσία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κακώς η Επιτροπή συμπεριέλαβε στο σύστημα ποσοστώσεων τις μαγνητικές λαμαρίνες. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η προσφεύγουσα προβάλλει το σχετικό με τη διαδικασία επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε επαρκώς για την κατάσταση της σχετικής αγοράς, όπως απαιτεί το άρθρο 58, παράγραφος 2. Σύμφωνα με τη σκέψη 15 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 258/80 (Sig. 1982, σ. 487), η προϋπόθεση αυτή, που προβλέπεται στη διάταξη που αναφέρθηκε, έχει ως μοναδικό σκοπό την παροχή στις επιχειρήσεις της δυνατότητας να γνωστοποιούν τις απόψεις τους σχετικά με το μέτρο που προτίθεται να λάβει η Επιτροπή. Δεν είναι αναγκαίο κάθε επιχείρηση να ακούγεται ως προς το σημείο αυτό. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι έγιναν παρόμοιες διαβουλεύσεις. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε διαφορετική γνώμη από τη γνώμη των επιχειρήσεων και των ενώσεων επιχειρήσεων με τις οποίες έγιναν διαβουλεύσεις. Συνεπώς το επιχείρημα αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό.
Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερα επιχειρήματα επί της ουσίας. Πρώτον, η σχετική αγορά δεν διερχόταν «περίοδο έκδηλης κρίσης», δεδομένης της σταθερότητας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης που υπήρχε από πολλά χρόνια. Δεύτερον, ο καθορισμός ποσοστώσεων είχε ως συνέπεια έντονη μείωση της παραγωγής του σχετικού προϊόντος, πράγμα που αντιβαίνει στο άρθρο 3, στοιχεία α και δ, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Τρίτον, υπάρχει δυσμενής διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 4, εφόσον η γενική απόφαση 2794/80, με το άρθρο της 6, εξαιρεί από το σύστημα ποσοστώσεων το λευκοσίδηρο και τους σωλήνες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Τέταρτον, ο καθορισμός των ποσοστώσεων για τις μαγνητικές λαμαρίνες είχε ως συνέπεια τη μείωση της απασχόλησης, γεγονός που αποτελεί παράβαση του άρθρου 2, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Όσον αφορά το πρώτο επί της ουσίας επιχείρημα, προσήκει αμέσως η παρατήρηση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 58, ο χαρακτηρισμός «περίοδος έκδηλης κρίσης» ισχύει γενικά για το σύνολο της Κοινότητας. Με τη σκέψη 16 της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 39/81 κλπ. (Συλλογή 1982, σ. 593), το Δικαστήριο έκρινε ως προς το σημείο αυτό ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 58, αρκεί να προβεί η Επιτροπή σε συνολική εκτίμηση, όσον αφορά το σύνολο της Κοινότητας. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εκτιμά χωριστά την κατάσταση για κάθε μερική αγορά. Ομοίως, είναι πιθανό η κατάσταση μιας μερικής αγοράς να είναι καλύτερη απ' ό,τι μιας άλλης, χωρίς να πρέπει, για το λόγο αυτό, να μην ισχύει ο χαρακτηρισμός «περίοδος έκδηλης κρίσης» σε σχέση με την αγορά, θεωρούμενη στο σύνολο της. Το γεγονός ότι συνέβη αυτό ουδαμώς αποδείχτηκε από την προσφεύγουσα. Αντίθετα, βάσει των απαντήσεων της Επιτροπής σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου και των σχετικών διευκρινίσεων που δόθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η εκτίμηση της πολύπλοκης αυτής οικονομικής κατάστασης, για να 5παναλάβω τη φράση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο — αναφερόμενο στην εφαρμογή του άρθρου 58 — στη σκέψη 22 της απόφασης που μόλις αναφέρθηκε. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 58, δεν αποκλείεται ακόμη να εκτιμηθεί ότι η κατάσταση σε μια μερική αγορά είναι τέτοια που, θεωρούμενη αυτή καθεαυτή, δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της κρίσης. Αν μια τέτοια μερική αγορά παρέμενε εκτός του συστήματος ποσοστώσεων, δεν θα ήταν δυνατό να αποκλειστεί η υποκατάσταση στο επίπεδο της προσφοράς. Στην περίπτωση αυτή, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη μη χρησιμοποιηθείσα ικανότητα παραγωγής τους για να αυξήσουν την προσφορά του εν λόγω προϊόντος που δεν θα υπαγόταν στο σύστημα των ποσοστώσεων. Ως προς το σημείο αυτό, υπενθυμίζω ακόμη ότι το γεγονός ότι η γενική απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ 1981, L 180, σ. 1) αποκλείει τις μαγνητικές λαμαρίνες από το σύστημα ποσοστώσεων δεν αποτελεί, αυτό καθευατό, επιχείρημα για να θεωρηθεί παράνομος ο προηγούμενος καθορισμός των ποσοστώσεων. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 58 στο προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης αμφισβητείται από οικονομική άποψη, η εκτίμηση αυτή δεν πρέπει να σημαίνει εκ προοιμίου το παράνομο της εφαρμογής αυτής, διότι το άρθρο 58 υπαγορεύει, όπως ήδη ανέφερα, συνολική εκτίμηση. Πα ακριβέστερο χαρακτηρισμό της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής, παραπέμπω στη σκέψη 24 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 43/72, που είναι παρόμοια ως προς το σημείο αυτό (Sig. 1973, σ. 1055).
Όσον αφορά τα υπόλοιπα επιχειρήματα επί της ουσίας, με τα οποία προσάπτεται στην Επιτροπή ότι παρέβη τις βασικές διατάξεις των άρθρων 2,3 και 4, παραπέμπω στις σκέψεις 82 και 83 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 154/78 (Sig. 1980, σ. 907). Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο δέχτηκε σαφώς ότι το άρθρο 58 πρέπει να υπαχθεί στην κατηγορία των μέτρων που παρεμποδίζουν την κανονική λειτουργία της αγοράς. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το κατά ποσό οι βασικές αυτές διατάξεις που αναφέρθηκαν, με τις οποίες πράγματι υλοποιείται η οικονομική βάση της αγοράς της συνθήκης ΕΚΑΧ, μπορούν να τηρηθούν εξαρτάται από την έκταση κατά την οποία εμποδίζεται η κανονική λειτουργία της αγοράς. Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων εμποδίστηκε δυσανάλογα από την εφαρμογή του άρθρου 58. Ως προς το τρίτο επί της ουσίας επιχείρημα της προσφεύγουσας, υπενθυμίζω ακόμη σχετικά ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 4 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν είναι δυνατό να γίνει απλώς σύγκριση μεταξύ διαφόρων προϊόντων. Σχετικά με την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που εξαγγέλλεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο διατύπωσε ρητά μια προειδοποίηση παρόμοια με αυτή που περιέχεται στις σκέψεις 7 και 8 της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77 (Sig. 1977, σ. 1753). Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με την απασχόληση, αρκεί η διαπίστωση ότι το άρθρο 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ υποχρεώνει την Επιτροπή να ενεργεί προς το κοινό συμφέρον, πράγμα που δεν αποκλείει ότι, σύμφωνα με τη σκέψη 49 της αναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 154/78, είναι δυνατό να θιγούν τα συμφέροντα μεμονωμένων επιχειρήσεων.
Εν συμπεράσματι, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος της προσφεύγουσας δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός.
4. Δεύτερος λόγος, πρώτο σκέλος: μεταφορά της ποσόστωσης που δεν εξαντλήθηκε δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της γενικής απόφασης
Βάση του αυτού σκέλους του δεύτερου λόγου αποτελεί η άποψη της προσφεύγουσας ότι η ανακοίνωση της 17ης Δεκεμβρίου 1980 δεν αποτελούσε γι' αυτήν διόρθωση της ποσόστωσης της 3ης Νοεμβρίου 1980, που υπολογίστηκε εσφαλμένα, αλλά χορήγηση συμπληρωματικής ποσόστωσης. Από της ημερομηνίας που αναφέρεται καταρχάς, στην προσφεύγουσα χορηγήθηκε συνεπώς το πρόσθετο δικαίωμα να παραγάγει 68035 τόνους + 2041 τόνους (=3 ο/ο του περιθωρίου ανοχής) = 70076 τόνους. Επειδή κατά τη διάρκεια της περιόδου που απέμενε κατά το μήνα Δεκέμβριο, μπόρεσε να παραγάγει 57700 τόνους περίπου, το τμήμα της ποσόστωσης που δεν χρησιμοποιήθηκε θα μπορούσε να μεταφερθεί στο πρώτο τρίμηνο του 1981, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της γενικής απόφασης. Η υπέρβαση της ποσόστωσης κατά τη διάρκεια του πρώτου αυτού τριμήνου θα είχε έτσι καλυφθεί. Η Επιτροπή απορρίπτει την άποψη που μόλις αναφέρθηκε, βεβαιώνοντας ότι μπορεί να γίνει λόγος μόνο για μία μοναδική ποσόστωση, που αρχικά ήταν εσφαλμένη, εν συνεχεία διορθώθηκε και εξαντλήθηκε πλήρως από την προσφεύγουσα.
Νομίζω ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή για λόγους που έχουν σχέση με αριθμητικούς υπολογισμούς. Σύμφωνα με το φάκελο της δικογραφίας, η προσφεύγουσα παρήγαγε το τέταρτο τρίμηνο 1251895 τόνους. Δεδομένου ότι η ορθή ποσόστωση για το τέταρτο τρίμηνο ανερχόταν σε 1227736 τόνους, υπερέβη έτσι το επιτρεπόμενο όριο παραγωγής για την εν λόγω περίοδο, αν δεν υπερέβη και το περιθώριο ανοχής. Ανεξάρτητα από το θέμα αν επρόκειτο για εσφαλμένη ποσόστωση που διορθώθηκε εκ των υστέρων ή για μια αρχική και για μια συμπληρωματική ποσόστωση, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, εν πάση περιπτώσει, κατά τη διάρκεια του εν λόγω τέταρτου τριμήνου η ποσόστωση δεν μορούσε να ήταν ανώτερη από τους ανωτέρω 1227736 τόνους. Με τη συνολική της παραγωγή κατά το τέλος του εν λόγω τριμήνου, η προσφεύγουσα είχε ήδη αρχίσει να εξαντλεί το περιθώριο ανοχής, μέγεθος που, όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, δεν μπορεί να μεταφερθεί σε επόμενο τρίμηνο δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της γενικής απόφασης. Πιο σημαντικό απ' αυτούς τους λόγους που συνδέονται με αριθμητικούς υπολογισμούς, νομίζω όμως ότι είναι το γεγονός ότι το άρθρο 3 της γενικής απόφασης προβλέπει μόνο τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής και όχι ποσοστώσεις για βραχύτερες περιόδους ή τη διαίρεση σε αρχική και σε συμπληρωματική ποσόστωση. Η κοινοποίηση της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 1980 πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ως διόρθωση της προηγούμενης κοινοποίησης της, της 3ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Το γεγονός ότι και η προσφεύγουσα περίμενε τη διόρθωση αυτή της εσφαλμένης ποσόστωσης και όχι μια νέα, συμπληρωματική ποσόστωση, για την περίοδο από 17 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1980, συνάγεται από το σχετικό τηλετύπημα της της 11ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους.
5. Δεύτερος λόγος, δεύτερο σκέλος: μεταφορά της ποσόστωσης που δεν είχε εξαντληθεί δυνάμει γενικών αρχών του δικαίου
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της, η προσφεύγουσα προβάλλει κυρίως ότι, βάσει της αρχής της αυτοδέσμευσης της διοίκησης, έπρεπε εν πάση περιοπτώσει να γίνει μεταφορά των ποσοτήτων που δεν παράχθηκαν σε σχέση με την ποσόστωση. Η προσφεύγουσα παραπέμπει σχετικά σε προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής περί μεταφοράς ποσοστώσεων λόγω καθυστερημένων κοινοποιήσεων σχετικά με την τριμηνιαία παραγωγή. Επειδή, ήδη από την εξέταση του πρώτου σκέλους του προβαλλόμενου λόγου αποδείχτηκε, κατ' εμέ, ότι η προσφεύγουσα είχε αρχίσει να εξαντλεί το περιθώριο ανοχής, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με τις άλλες περιπτώσεις μεταφο- ράς ποσοστώσεων. Στις άλλες αυτές περιπτώσεις, επρόκειτο για παραγωγή που δεν πραγματοποιήθηκε σε σχέση με την ποσόστωση, οπότε συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις μεταφοράς δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2. Ορθά η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι μεγαλύτερη ποσόστωση για το επόμενο τρίμηνο είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση αυτή, καθόσον η γενική απόφαση δεν της αναγνωρίζει διακριτική εξουσία καθορισμού ποσοστώσεων. Είναι συνεπώς περιττή η εξέταση του θέματος αν η αρχή που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα υπάρχει επίσης στο κοινοτικό δίκαιο.
Επικουρικώς η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καθυστερημένη κοινοποίηση την εμπόδισε να εξαντλήσει πλήρως την ποσόστωση της, ότι από το γεγονός αυτό υπέστη ζημία και προσπάθησε να την επανορθώσει κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1981, υπερβαίνοντας την ποσόστωση της για την περίοδο αυτή. Όπως ήδη ανέφερα, η υπέρβαση της ποσόστωσης ήταν αποκλειστική συνέπεια της ανάγκης να εφοδιαστεί η θυγατρική SWB με πρώτες ύλες για την κατασκευή μαγνητικών λαμαρινών μη προσανατολισμένων κόκκων. Από το δικόγραφο της προσφυγής συνάγεται, η δε Επιτροπή δεν το αμφισβήτησε, ότι η SWB βρισκόταν σε ιδιάζουσα κατάσταση έναντι της προσφεύγουσας σχετικά με τις παραδόσεις των πρώτων αυτών υλών. Η διακοπή της παράδοσης της ποσότητας που αναφέρθηκε θα είχε ως συνέπεια τη διακοπή της παραγωγής της SWB, παραδόσεις μειωμένων ποσοτήτων στους πελάτες και επιπτώσεις στην απασχόληση, διότι η SWB είχε περιορισμένη ή καμία δυνατότητα να εφοδιαστεί με πρώτες ύλες από άλλους. Το πρόβλημα του συνεχούς εφοδιασμού της SWB, στο πλαίσιο των ποσοστώσεων, προφανώς υπήρχε ήδη από της εισαγωγής του συστήματος αυτού το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας που δεν αμφισβητήθηκαν, αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων με τους υπαλλήλους της Επιτροπής, των δηλώσεων των οποίων γίνεται επίκληση με τον τρίτο λόγο. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, μετά την καθυστερημένη κοινοποίηση της Επιτροπής, δεν μπόρεσε να λάβει επαρκώς υπόψη, κατά τον προγραμματισμό της παραγωγής της για το τέταρτο τρίμηνο του 1980, την ανάγκη να εξασφαλιστεί ο συνεχής εφοδιασμός της SWB, ώστε, για να αποφύγει σοβαρή ζημία, αναγκάστηκε να παραγάγει τις ποσόστητες αυτές το πρώτο τρίμηνο του 1981. Ενεργώντας έτσι, η προσφεύγουσα προσπάθησε να επανορθώσει τη ζημία, οπότε η Επιτροπή δεν έπρεπε να της επιβάλει πρόστιμο λόγω της καλής πίστης της προσφεύγουσας.
Αντίθετα, η Επιτροπή δηλώνει καταρχάς ότι το άρθρο 9 της γενικής απόφασης την υποχρεώνει να επιβάλει πρόστιμο για οποιαδήποτε υπέρβαση ποσόστωσης. Κατά το μέτρο που με το επιχείρημα αυτό επιχειρείται να αποσυνδεθεί η επιβολή προστίμου από ένα μαχητό τεκμήριο ύπαρξης πταίσματος της προσφεύγουσας, θεωρώ ότι αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό, όπως ανέφερα στην παράγραφο 2. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αρνείται την ύπαρξη ζημίας που προξενήθηκε από την αδυναμία παράδοσης το τέταρτο τρίμηνο και, έστω κι αν υποτεθεί ότι υπήρξε ζημία, αρνείται τη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της καθυστερημένης κοινοποίησης της 17ης Δεκεμβρίου 1980. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε ζημία ευσταθεί μόνο κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα πράγματι εξάντλησε την ποσόστωση της για το τέταρτο τρίμηνο του 1980. Αντίθετα, η καθυστερημένη κοινοποίηση της διόρθωσης της ποσόστωσης πράγματι είχε ως συνέπεια, εκτός από τις σημαντικές διοικητικές δαπάνες, ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να εξαντλήσει το περιθώριο ανοχής. Μολονότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δυνατό να γίν. λόγος για «δικαίωμα» υπό την τυπική του έννοια, η προσφεύγουσα υπέστη πράγματι ζημία την οποία προξένησε η Επιτροπή. Αντίθετα προς την Επιτροπή, θεωρώ συνεπώς ότι τόσο το γεγονός της ύπαρξης της ζημίας, όσο και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της καθυστερημένης διόρθωσης της ποσόστωσης αποδείχτηκαν επαρκώς. Σχετικά αναφέρω επίσης τους τομείς του προγραμματισμού της παραγωγής που συνδέονται με την τεχνική της παραγωγής και με την κοινωνική νομοθεσία, που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα με τη γραπτή απάντηση της στην ερώτηση του Δικαστηρίου. Είναι αληθές ότι η Επιτροπή απέδειξε, βάσει καταγραφής της ημερήσιας παραγωγής της προσφεύγουσας, ότι η παραγωγή αυτής, που ανερχόταν σε 1160238 τόνους στις 16 Δεκεμβρίου 1980, ήταν ακόμη χαμηλότερη κατά 34254 τόνους από την ποσόστωση που της είχε παραχωρηθεί αρχικά, επαυξανόμενη κατά το ποσοστό του περιθωρίου ανοχής, δηλαδή 1159701 τόνοι + 34791 τόνοι = 1194492 τόνοι. Θεωρώ όμως ότι ένας επιχειρηματίας που προγραμματίζει ορθολογιστικά την παραγωγή του δεν είναι δυνατό να αναμένει ότι, εξαντλώντας νωρίτερα την αρχική ποσόστωση του, κινδυνεύει, αν αργοπορήσει η διόρθωση που ζήτησε, να τη διακόψει πλήρως για ορισμένο χρόνο. Ομοίως, δεν είναι δυνατό να αναμένεται από ένα σώφρονα επιχειρηματία, όπως απαιτεί η Επιτροπή, να ενεργήσει μονομερώς εκ των προτέρων σύμφωνα με την αιτούμενη διόρθωση. Επίσης, τα στοιχεία που η Επιτροπή παρέσχε σχετικά με τη σχετική έρευνα που έγινε επιβεβαιώνουν ότι η προσφεύγουσα ενήργησε λογικά, περιμένοντας την κοινοποίηση της αιτηθείσας διόρθωσης. Από την καθυστέρηση, ορθά συνήγαγε ότι η Επιτροπή δεν πείστηκε αμέσως ως προς το βάσιμο της αιτηθείσας διόρθωσης. Για το λόγο αυτό, ο δεύτερος λόγος νομίζω ότι πράγματι είναι βάσιμος, καθόσον, με την καθυστερημένη κοινοποίηση της, η Επιτροπή τουλάχιστον συνέβαλε ώστε να μην μπορούν πλέον να παραχθούν κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1980 οι αναφερόμενοι 3851 τόνοι. Αν η προσφεύγουσα είχε εκτελέσει την παραγγελία αυτή, θα πρεπε να μειώσει άλλες παραγγελίες προμηθειών που είχαν προγραμματιστεί. Στην ουσία το πρόβλημα θα ήταν το ίδιο.
6. Τρίτος λόγος: παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η επιβολή προστίμου συνιστά παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής «venire contra factum proprium». Βασιζόμενη στις δηλώσεις ορισμένων υπαλλήλων της Επιτροπής, η προσφεύγουσα νόμισε ότι θα βρισκόταν λύση για το πρόβλημα των παραδόσεων προς την SWB. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα παραπέμπει σχετικά στη σύσκεψη της 27ης Νοεμβρίου 1980, κατά την οποία αφέθηκε να εννοηθεί ότι θα βρισκόταν μια «πραγματιστική λύση».
Ασχέτως του τρόπου εκτιμήσεως των δηλώσεων των υπαλλήλων της Επιτροπής, είναι εν πάση περιπτώσει βέβαιον ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να τις ερμηνεύσει υπό την έννοια ότι η Επιτροπή θα εύρισκε λύση στο πρόβλημα της παραβαίνοντας τις διατάξεις της γενικής απόφασης. Η σιωπηρή άδεια τριμηνιαίας παραγωγής, μεγαλύτερης απ' ό,τι η ποσόστωση για το πρώτο τρίμηνο του 1981 και επαυξανόμενης κατά το περιθώριο ανοχής, θα ήταν αντίθετη στα άρθρα 3 και 9 της γενικής απόφασης. Μόνο βάσει του άρθρου 14 θα ήταν δυνατή τέτοια εξαίρεση. Κάθε άλλη ερμηνεία θα προσέδιδε στις δηλώσεις αυτές παράνομο χαρακτήρα, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 34 της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 303 και 312/81 (απόφαση της 11ης Μαΐου 1983, Συλλογή 1983, σ. 1507) σχετικά με παρόμοια υπόθεση. Επειδή είναι αδύνατο να υπάρξει υπέρβαση της τριμηνίαίας ποσόστωσης παραγωγής κατά το πρώτο τρίμηνο του 1981, χωρίς να υπάρξουν συνέπειες και χωρίς να εφαρμοστούν, αναφερόμενες ρητά, οι σχετικές διατάξεις της γενικής απόφασης, η εξέταση του παρόντος λόγου αποδεικνύει ότι, παρά το ότι η Επιτροπή ήταν συνυπεύθυνη, η προσφεύγουσα πρέπει να θεωρηθεί και αυτή ως υπεύθυνη της υπέρβασης της ποσόστωσης κατά το πρώτο τρίμηνο του 1981, η οποία της καταλογίζεται.
7. Τέταρτος λόγος: παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Με τον τέταρτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η υπέρβαση της τριμηνιαίας ποσόστωσης παραγωγής κατά το πρώτο τρίμηνο του 1981 αποτελεί περίπτωση μη υπαγόμενη σε ορισμένο τύπο, την οποία η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα αναφέρει τέσσερα στοιχεία: τη μικρή σημασία της υπέρβασης, την έλλειψη «περιόδου έκδηλης κρίσης» στη σχετική αγορά, πταίσμα της Επιτροπής κατά την κοινοποίηση τη τριμηνιαίας ποσόστωσης παραγωγής και τις δηλώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή μέσω του υπαλλήλου της. Για το ζήτημα κατά πόσο τα στοιχεία αυτά, και άλλα ακόμη, μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο κατά την επιβολή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 9 της γενικής απόφασης, δεδομένου ότι πρόκειται για μαχητό τεκμήριο σχετικά με την ύπαρξη πταίσματος, παραπέμπω σε ό,τι ανέφερα στην παράγραφο 2 των προτάσεων μου. Όσον αφορά τα ίδια τα στοιχεία που ανέφερα, σημειωτέον ότι το μέγεθος της υπέρβασης δεν είναι δυνατό να παίξει ρόλο κατά την επιβολή του προστίμου, καθόσον το άρθρο 8 της γενικής απόφασης προβλέπει σχετικά περιθώρια ανοχής. Η διάταξη αυτή αφορά ραφώς, σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω απόφασης, μηδαμινές υπερβάσεις, που δεν αποτελούν απειλή για το σύστημα περιορισμού της παραγωγής. Το θέμα του νομίμου της εφαρμογής του άρθρου 58 στο επίδικο προϊόν ανέκυψε ήδη κατά την εξέταση του πρώτου λόγου. Το λάθος της Επιτροπής κατά τον υπολογισμό της ποσόστωσης και η καθυστερημένη κοινοποίηση της διόρθωσης της εν λόγω ποσόστωσης, με αποτέλεσμα η παραχθείσα από την προσφεύγουσα ποσότητα κατά το τέταρτο τρίμηνο να είναι χαμηλότερη απ' αυτήν που θα μπορούσε να παραγάγει διαφορετικά, χωρίς να διακινδυνεύσει την επιβολή προστίμου, νομίζω συνεπώς ότι είναι τα μόνα στοιχεία που έπρεπε να ληφθούν υπόψη στην προκειμένη περίπτωση κατά τον καθορισμό του προστίμου. Επίσης, θεωρώ σημαντικό το ότι, λόγω του λάθους το οποίο διέπραξε η Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και κατά το πρώτο τρίμηνο του 1981 να παραγάγει περισσότερη συνολική ποσότητα, αλλά παρήγαγε λιγότερη απ' ό,τι θα μπορούσε να παραγάγει σε περίπτωση έγκαιρης κοινοποίησης της αιτηθείσας ποσόστωσης. Υπ' αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως βέβαιη η υποτιθέμενη ύπαρξη ενός αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος, που αποτελεί τη βάση του άρθρου 9 της γενικής απόφασης.
8. Πέμπτος λόγος: παράβαση ουσιωδών τύπων και θεμελιωδών δικαιωμάτων
Με τον πέμπτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει καταρχάς παράβαση ουσιώδους τύπου, επειδή η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, ιδίως όσον αφορά τη θέση της Επιτροπής επί των επιχειρημάτων που η προσφεύγουσα προέβαλε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Αναμφισβήτητα μπορώ να είμαι σύντομος σχετικά με το θέμα αυτό. Με την απόφαση του στην υπόθεση 41/69 (Sig, 1970, σ. 692), το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με μια απόφαση επιβολής προστίμου, κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 17/62, ότι δεν απαιτείται να εξετάσει η Επιτροπή όλους τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Αναγνωρίζω βέβαια ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο βασίζεται προφανώς, όπως εξήγησε σχετικά και η Επιτροπή, σε μια εσφαλμένη αντίληψη περί του χαρακτήρα του προστίμου αυτού, όπως ανέφερα στην παράγραφο 2 των προτάσεων μου. Αυτό όμως δεν Sa είχε σημασία για το κύρος της απόφασης, αν μια πιο λεπτομερής αιτιολογία αναγκαστικά κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα. Ως ιδιαίτερος λόγος, η έλλειψη αιτιολογίας που αναφέρθηκε, πρέπει συνεπώς να απορριφθεί στην προκειμένη περίπτωση.
Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπήρξε παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνιστάμενη στο ότι, κατά τη διάρκεια της ακρόασης της 15ης Ιανουαρίου 1982, έγινε ηχογράφηση σε μαγνητοταινία εν αγνοία των ενδιαφερομένων. Όπως ορθά απάντησε η Επιτροπή ότι η απόφαση της δεν βασίζεται στην ηχογράφηση αυτή, αλλά ότι η εν λόγω ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε μόνο για να συνταχθεί το πρακτικό, το οποίο επίσης διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα για να λάβει θέση, θεωρώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό.
9. Συμπέρασμα
Συνοπτικά, συμπεραίνω ότι η εσφαλμένη αντίληψη της Επιτροπής σχετικά με το χαρακτήρα του επιβληθέντος προστίμου στην προκειμένη περίπτωση πράγματι κατέληξε σε εσφαλμένο επίσης καθορισμό του ύψους του. Κατά την εξέταση του τρίτου λόγου που προέβαλε η προσφεύγουσα, κατέληξα βέβαια στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν είναι απαλλαγμένη παντός πταίσματος. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη στην προκειμένη περίπτωση και το ότι η προσαπτόμενη υπέρβαση της ποσόστωσης ήταν επίσης συνέπεια της πολύ καθυστερημένης κοινοποίησης της διόρθωσης της αρχικής ποσόστωσης και ότι, κατά το μέτρο αυτό, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου, καθώς και ο τέταρτος λόγος είναι βάσιμοι. Ακόμη, υπάρχει το στοιχείο ότι, λόγω της καθυστερημένης αυτής κοινοποίησης, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και κατά το πρώτο τρίμηνο του 1981, να έχει μεγαλύτερη παραγωγή, αλλά παρήγαγε λιγότερο απ' ό,τι θα μπορούσε να παραγάγει, χωρίς να της επιβληθούν κυρώσεις, αν της είχε κοινοποιηθεί έγκαιρα η ακριβής ποσόστωση. Υπ' αυτές τις συνθήκες, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί άνευ ετέρου βέβαιη η υποτιθέμενη ύπαρξη ενός πλεονεκτήματος που αποκτήθηκε παράνομα και αποτελεί τη βάση του άρθρου 9 της γενικής απόφασης 2794/80/ΕΚΑΧ, της 31ης Οκτωβρίου 1980.
Βάσει των δύο αυτών, από κοινού λαμβανομένων υπόψη, στοιχείων, προτείνω να μειωθεί το επιβληθέν πρόστιμο στο ήμισυ και καθένας από τους διαδίκους να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy