ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZES
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
Το Δικαστήριο έχει επιληφθεί προσφυγής που άσκησε ο Adam Blomefield κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την οποία ζητεί την ακύρωση αποφάσεων σχετικών με την κατάταξη του στα κλιμάκια.
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής:
Ο Adam Blomefield μετέσχε επιτυχώς στις εξετάσεις του γενικού διαγωνισμού, COM/LA/141 ( 2 ) που οργάνωσε η Επιτροπή για τη σύσταση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις βοηθών μεταφραστών (βαθμοί LA 8 και LA 7 του γλωσσικού κλάδου).
Η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε ότι ο αρχικός μηνιαίος βασικός μισθός θα αντιστοιχούσε σε κατάταξη στο βαθμό LA 8, κλιμάκιο 1. Υπήρχε όμως η διευκρίνιση ότι θα λαμβανόταν υπόψη η εκπαίδευση και η ειδική επαγγελματική πείρα του υποψήφιου για την απονομή συμπληρωματικών κΑιμακ'ιων. Κατ'εξαίρεση, θα μπορούσε να χορηγηθεί βασικός μισθός αντίστοιχος σε κατάταξη στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 3.
Ο Adam Blomefield περιελήφθη στον εφεδρικό πίνακα και διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος στις 23 Αυγούστου 1977, με την ιδιότητα του βοηθού μεταφραστή, αναδρομικά από 1ης Αυγούστου 1977. Κατατάχθηκε στην κατηγορία LA, βαθμός 7, κλιμάκιο 1.
Στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 1978 με ισχύ από 1ης Μαΐου 1978.
Αντίθετα προς την απόφαση που τον διόρισε δόκιμο υπάλληλο, αυτή η απόφαση μονιμοποίησης δεν διευκρίνιζε το κλιμάκιο του βαθμού του και δεν περιείχε καθορισμό της θέσης που κατείχε. Υποτίθεται όμως ότι πρόκειται για θέση βοηθού μεταφραστή.
'Επειτα όμως από την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία επήλθε με τον κανονισμό του Συμβουλίου της 2ας Μαΐου 1978 (αριθ. 912/78) ( 3 ), η σταδιοδρομία του βοηθού μεταφραστή εκτείνεται πλέον μόνο στο βαθμό LA 8, ενώ στο εξής η σταδιοδρομία μεταφραστή καλύπτεται από τους βαθμούς LA 6 και LA 7. Τα καθήκοντα επομένως σήμερα του Adam Blomefield είναι καθήκοντα μεταφραστή.
II — Το Μάρτιο 1981, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοίκησης της Επιτροπής γνωστοποίησε στο προσωπικό του κοινοτικού αυτού οργάνου την «απόφαση της Επιτροπής περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται για το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη».
Επί της νομικής φύσης του μέτρου αυτού θα επανέλθω αργότερα διότι από το νομικό χαρακτηρισμό του εξαρτάται το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής.
Περιορίζομαι να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε στις 6 Ιουνίου 1973, απέβλεπε στην αρχή «να διευκολύνει τις πολλαπλές επιλογές και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν εντός σχετικά σύντομου χρόνου» ( 4 )· όπως όμως επεξηγεί η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση που της έχετε υποβάλει στην υπόθεση Μιχαήλ (αριθ. 343/82), «απέβλεπε να διασφαλίσει ότι οι κανόνες αυτοί εμφάνιζαν τα χαρακτηριστικά σταθερότητας και συνέπειας που απαιτούνται για την εγγύηση ομοιόμορφης μεταχείρισης των μελών του προσωπικού κατά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους».
Η απόφαση αυτή, στη διατύπωση της του 1981, περιέχει ορισμένες μεταβολές σε σχέση με το κείμενο του 1973 ( 5 ) προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις που θέσπισε ο κανονισμός 912/78.
Συγχρόνως με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ενδεδειγμένο να δημοσιεύσει παράρτημα το οποίο συνοψίζει τη «νομολογία» της επιτροπής κατάταξης η οποία έχει συσταθεί από το άρθρο 6 της απόφασης αυτής και όπου σημειώνεται η σύνθεση της επιτροπής αυτής.
Αντίγραφο των διαφόρων αυτών εγγράφων εστάλη ταχυδρομικώς σε κάθε μέλος του προσωπικού και από το Μάρτιο 1981 αποστέλλεται σε κάθε επιτυχόντα διαγωνισμού.
Με 6άση τις διατάξεις της παραπάνω «απόφασης», ο Adam Blomefield υπέβαλε στις 6 Ιουνίου 1981 προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτηση, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού, με το οποίο ζητούσε να του απονεμηθεί το κλιμάκιο 3 στο βαθμό LA 7 από τότε που ανέλαβε καθήκοντα την 1η Αυγούστου 1977.
Στον προσφεύγοντα απάντησε στις 9 Ιουλίου 1981 ο γραμματέας της «επιτροπής κατάταξης» η οποία αναφέρεται στο άρθρο 6 της απόφασης και του γνώρισε ότι η Επιτροπή, αφού είχε μια πρώτη ανταλλαγή απόψεων στις 17 Ιουνίου 1981, θα ελάμβανε οριστική απόφαση το Σεπτέμβριο—Οκτώβριο 1981 επί του συνόλου των αιτημάτων που υποβλήθηκαν ύστερα από τη δημοσίευση της «απόφασης» και ότι θα ενημερωνόταν προσωπικά για την απόφαση που τον αφορά.
Στις 7 Ιανουαρίου 1982, ο Adam Blomefield υπέβαλε ένσταση, υπό την έννοια του άρθρου 90, κατά της σιωπηρής απόρριψης της αιτήσεως του της 6ης Ιουνίου 1981 ( 6 ).
Την ίδια ημέρα, το υπεύθυνο για θέματα προσωπικού μέλος της Επιτροπής του απάντησε ότι στις 11 Νοεμβρίου 1981η επιτροπή είχε κρίνει ότι η κατάταξη του στο LA 7, κλιμάκιο 1, ήταν σύμφωνη με τα κριτήρια που είχαν εφαρμογή κατά το χρόνο της πρόσληψης του και ότι είχαν εφαρμοστεί άλλωστε με τον ίδιο τρόπο σε άλλους επιτυχόντες του ίδιου διαγωνισμού. Κατά συνέπεια, ο επίτροπος υιοθετούσε τα πορίσματα της απόφασης της επιτροπής κατάταξης.
Με προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στις 28 Ιουλίου 1982, ο Adam Blomefield ζητεί
—
την ακύρωση της απόφασης που του κοινοποιήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1982,
—
την ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης της ένστασης του,
—
την ακύρωση της απόφασης για αρχική κατάταξη
και ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι έπρεπε να καταταγεί στο κλιμάκιο 3 του βαθμού ΙΑ 7 ή, επικουρικώς, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του απονείμει, από την ημέρα που θα ορίσει η απόφαση του Δικαστηρίου, αρχαιότητα δύο κλιμακίων.
III — Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλλει τυπικά ένσταση, αναφέρει ότι θεωρεί το παραδεκτό της προσφυγής «τουλάχιστον αμφίβολο».
Καταρχάς επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος αυτού.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι «οδηγίες» ( 7 ) που δόθηκαν στη δημοσιότητα το Μάρτιο 1981, οι οποίες δεν αφορούν το άρθρο 110 του κανονισμού, συνιστούν μέτρο εσωτερικής καθαρά φύσης, το οποίο δεν παρέχει στους υπαλλήλους κανένα δικαίωμα το οποίο μπορούν να προβάλουν λυσιτελώς: στην περίπτωση αυτή έχουν την ίδια σημασία με τα «κριτήρια» για τα οποία έγινε λόγος στην παραπάνω υπόθεση Petersen και σύμφωνα με τη νομολογία αυτή «η εξέταση της νομικής φύσης των κριτηρίων αυτών, η οποία είναι αναγκαία για να κριθεί το παραδεκτό της προσφυγής, εξαρτάται επίσης από την εξέταση του βάσιμου της προσφυγής αυτής» ( 8 ).
Για το άρθρο 31 του κανονισμού δεν χρειαζόταν βέβαια κατ'ανάγκη έκδοση γενικής εκτελεστικής διάταξης υπό την έννοια του άρθρου 100, δεν απαγορευόταν όμως, για να αποφευχθεί αυθαίρετη εφαρμογή, να εκδοθεί εσωτερική οδηγία υπό την έννοια της απόφασης Louwage, η οποία ορίζει ότι, αν μια εσωτερική οδηγία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κανόνας δικαίου τον οποίο οφείλει να τηρεί η διοίκηση σε κάθε περίπτωση, εντούτοις εξαγγέλλει κανόνα ενδεικτικής συμπεριφοράς της ακολουθητέας τακτικής από τον οποίο η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει χωρίς να παράσχει τους λόγους που την οδήγησαν σε αυτό, επί ποινή παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης ( 9 ).
Νομίζω ότι η «απόφαση» της Επιτροπής του 1973 είχε εν πάση περιπτώσει περιβληθεί το χαρακτήρα της εσωτερικής οδηγίας από τότε που δημοσιεύτηκε το 1981 και από τότε που, λόγω και του τρόπου της δημοσίευσης αυτής, απώλεσε τον εφήμερο χαρακτήρα που ενδεχομένως είχε στην αρχή.
Η δημοσίευση αυτή επιτρέπει στους υπαλλήλους να επανεξεταστεί ο τρόπος κατάταξης τον οποίο «αποδέχθηκαν» κατά την πρόσληψη τους. Επί του θέματος αυτού το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εν πάση περιπτώσει ο διορισμός υπαλλήλου δεν μπορεί να απορρέει από σύμπτωση βουλήσεων αλλά πηγάζει από μονομερή πράξη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ( 10 ).
Στην υπόθεση Williams ( 11 ) το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «γενική απόφαση» το μέτρο που εξέδωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο το Φεβρουάριο 1981 και το οποίο είναι εντελώς παρόμοιο με την «απόφαση» της Επιτροπής στην προκειμένη υπόθεση.
Τέλος, το γεγονός ότι η επιτροπή κατάταξης «αποφάνθηκε» επί του αιτήματος του προσφεύγοντος συνιστά νέο περιστατικό. Τη «γνώμη» της επιτροπής αυτής — η οποία δεν του έχει γνωστοποιηθεί — έχει υπόψη του το έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 1982 του οποίου η ακύρωση ζητείται με το πρώτο αίτημα της προσφυγής. Το έγγραφο αυτό δεν έχει καθαρά επιβεβαιωτικό χαρακτήρα διότι στηρίζεται κυρίως στη γνώμη της επιτροπής αυτής.
Κατά συνέπεια, θεωρώ την προσφυγή παραδεκτή.
IV — Επί της ουσίας, πρέπει να εξεταστεί καταρχάς αν ο Adam Blomefield συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις επαγγελματικής πείρας που απαιτούνται από την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973.
1.
Οι διατάξεις της απόφασης αυτής, οι οποίες επιτρέπουν παρέκκλιση από τη γενική αρχή της κατάταξης στον εισαγωγικό βαθμό της εισαγωγικής σταδιοδρομίας, δεν στηρίζονται στο άρθρο 32 του κανονισμού, αλλά στο άρθρο 31.
Προκύπτει ότι, σύμωνα με το άρθρο αυτό, η Επιτροπή όρισε ακριβή κριτήρια τα οποία έχουν άλλωστε εφαρμοστεί ακριβώς επί του προσφεύγοντος για το «διορισμό σε βαθμό».
Ο προσφεύγων στηρίζει το αίτημα του για «κατάταξη σε κλιμάκιο» κυρίως στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής, σύμφωνα με την οποία,
«προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του υποψηφίου, η οποία υπερβαίνει αυτήν που έχει ληφεί υπόψη για τον καθορισμό του βαθμού διορισμού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αναγνωρίζει αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο σύμφωνα με τον πίνακα του παραρτήματος».
Η οριστική ενεστώτος («αναγνωρίζει») δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε ή δεν θα μπορούσε να αποκλίνει, για νόμιμους λόγους, από την εφαρμογή του κανόνα αυτού' θα ήταν όμως αντίθετο προς τη χρηστή διοίκηση αν η Επιτροπή δεν τηρεί — πλην δικαιολογημένης εξαίρεσης — το «δόγμα» το οποίο έχει θέσει η ίδια και το οποίο έκρινε ορθό να το γνωστοποιήσει στους υπαλλήλους της.
Της επιτρέπεται να παρεκκλίνει από αυτό για νόμιμους λόγους, αλλά — ελλείψει τέτοιων λόγων — οφείλει να το τηρεί δυνάμει ακόμη της αρχής της ίσης μεταχείρισης ( 12 ), αρχή που αποβλέπει ακριβώς να εγγυηθεί ο καθορισμός και η δημοσίευση των κριτηρίων αυτών.
2.
Ας εξετάσω τώρα αν η αρχή αυτή ή άλλοι νόμιμοι λόγοι επέτρεπαν στην Επιτροπή να αποκλίνει από την εφαρμογή του κανόνα αυτού στην περίπτωση του προσφεύγοντος.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποδείξει επαγγελματική πείρα περίπου επτά ετών προτού αναλάβει καθήκοντα, όπως προκύπτει από την αίτηση υποψηφιότητας του.
Σύμφωνα όμως με τον πίνακα που περιέχεται στο παράρτημα της απόφασης του 1973, για την απονομή αρχαιότητας ως προς το κλιμάκιο 48 μηνών (2 ετών) αρκεί πείρα πέντε ετών.
Η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητεί άμεσα τη διάρκεια της πείρας, ισχυρίζεται ότι είναι ξένη προς τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση για την οποία προσελήφθη ο Adam Blomefield.
Για το σκοπό αυτό στηρίζεται στην παράγραφο 3, γ, των πρακτικών εφαρμογών που απεικονίζουν τη «νομολογία» της επιτροπής κατάταξης, η οποία ορίζει ότι για την σταδιοδρομία LA7/LA6, «αναγνωρίζεται σε ποσοστό 100% η σχετική με τα καθήκοντα πείρα εφόσον είναι επιπέδου Α».
Η ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στη διάταξη αυτή μου φαίνεται εσφαλμένη.
Η πείρα που έχει υπόψη της η διάταξη αυτή πρέπει βέβαια να είναι μεταπτυχιακού επιπέδου, δεν πρέπει όμως να περιορίζεται στις συγκεκριμένες εργασίες που ανατίθενται στον υπάλληλο μετά την πρόσληψη του: αρκεί να είναι επιπέδου Α. Με άλλα λόγια, ένας μεταφραστής ο οποίος, μετά τις πανεπιστημιακές σπουδές, έχει αποκτήσει επαγγελματική πείρα ως οικονομολόγος ή νομικός, παραδείγματος χάρη, μπορεί οπωσδήποτε να την επικαλεστεί για την εφαρμογή της ευεργετικής διάταξης του άρθρου 5, όπως έχει αποσαφηνιστεί από τη «νομολογία» της επιτροπής κατάταξης. Δεν είναι αναγκαίο η πείρα αυτή να είναι αυστηρά περιορισμένη στη μετάφραση, εφόσον είναι επιπέδου Α (το κείμενο δεν αναφέρει «επιπέδου LA»).
Κατά τα λοιπά, οι προϋποθέσεις για την αποδοχή στο διαγωνισμό στον οποίο μετέσχε ο προσφεύγων δεν απαιτούσαν οι υποψήφιοι να αποδεικνύουν ότι έχουν περατώσει πανεπιστημιακές σπουδές γλωσσολογίας, ούτε ότι έχουν «σχετική» πείρα, αλλά απλώς κάποια πείρα «κατάλληλη» για τα καθήκοντα.
Συμπληρωματική απόδειξη της έννοιας αυτής της διάταξης είναι ότι η νόμιμη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας λαμβάνεται υπόψη, όπως ακριβώς η «σχετική» επαγγελματική πείρα, για ενδεχόμενη αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο ( 13 ).
Αν ο ενδιαφερόμενος είχε επιτύχει σε διαγωνισμό Α 7/Α 6, θα είχε προσόντα για κατάταξη στο βαθμό Α 7, κλιμάκιο 2 με ένα δίπλωμα Bachelor of Arts και επαγγελματική πείρα τριών ετών. Από τη δικογραφία όμως προκύπτει ότι έλαβε τον τίτλο του Master of Arts (Law) του Trinity, Oxford, το 1968 και ότι αποδεικνύει πείρα περίπου επτά ετών η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως πείρα νομικού συμβούλου επιχειρήσεων. Σημειώνω άλλωστε ότι από το 1980 ο προσφεύγων εργάζεται σε συνεργασία με τη γενική διεύθυνση γεωργίας, ειδικότερα με τις «επιτροπές διαχείρισης».
3.
Τέλος, ο Adam Blomefield προσθέτει ότι σε άλλους επιτυχόντες του διαγωνισμού στον οποίο μετέσχε αναγνωρίστηκε αρχαιότητα ως προς το κλιμάκιο 48 μηνών.
Στην απάντηση της της 7ης Ιανουαρίου 1982, η Επιτροπή διαβεβαιώνει αντίθετα ότι η κατάταξη του αντιστοιχεί σε αυτή άλλων επιτυχόντων. Στη δικογραφία δεν περιέχεται κανένα ακριβές στοιχείο επί του θέματος, αλλά δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το σημείο αυτό αν, όπως νομίζω, ο προσφεύγων μπορεί να στηρίξει την αρχαιότητα που ζητεί στα δικά του προσόντα.
Ως προς την ημέρα από την οποία ισχύει η ανακατάταξη αυτή, ο Adam Blomefield φρονεί ότι πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ από του διορισμού του- επικουρικώς, ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του οπονείμει, από την ημέρα που θα προσδιορίσει η απόφαση που θα εκδοθεί, αρχαιότητα δύο κλιμακίων.
Νομίζω ότι η ημέρα αυτή πρέπει να οριστεί στην ημέρα που κατέθεσε την αίτηση του υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού, όπως το Δικαστήριο έχει δεχτεί στην υπόθεση Williams ( 14 ).
Προτείνω:
—
την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 1982,
—
εφόσον παρίσταται ανάγκη, την ακύρωση της σιωπηρής απόφασης που απορρίπτει τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος,
—
να του αναγνωριστεί αρχαιότητα δύο κλιμακίων από 11ης Ιουνίου 1981, ημέρας που πρωτοκολλήόηκε η αίτηση του,
—
να καταδικαστεί η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) JO C 127 της 10. 6.1976, σ. 6.
( 3 ) JO L 119 της 3.5.1978, σ. 1.
( 4 ) Απόφαση της 2. 12. 1976, Petersen, υπόθεση 102/75, Recueil σ. 1792, σκέψη 23.
( 5 ) 'Λρ3ρα 2 και 3.
( 6 ) Ένσταση που πρωτοκολλήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1982.
( 7 ) Όρος που χρησιμοποιείται στην ανακοίνωση προς το προσωπικό το Μαρτίου 1981.
( 8 ) Σκέψη 12, Recueil 1976, σ. 1790.
( 9 ) Απόφαση της 30. 1. 1974, υπόβεση 148/73, Recueil σ. 89, σκέψη 12.
( 10 ) Υπόθεση Petersen προαναφερθείσα, Recueil 1976, σ. 1791, σκέψη 16.
( 11 ) Υπό9εση 9/81, απόφαση της 6. 10. 1982, Συλλογή σ. 3301.
( 12 ) Απόφαση Louwagc προαναφερθείσα. Recueil 1974. σ. 89, σκέψη 13.
( 13 ) Βλ. παράρτημα II της απόφασης, πρακτικές εφαρμογές και γενικές παρατηρήσεις, Ι. Γενικές παρατηρήσεις, 6) συνυπολογισμός της διάρκειας της νόμιμης στρατιωτικής θητείας.
( 14 ) Απόφαση της 6. 10. 1982, υκό9εση 9/81, σκέψη 28 και διατακτικό.
Full & Egal Universal Law Academy